1198/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1198/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Full text
Απόφαση 1198 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1198/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. συζ. Ν. Π., το γένος Α. Α. και 2) Ε. Π. του Ν., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Ν. Δ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/6/2003 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ν. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 197/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2008 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 8/11/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 30/10/2013 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως ή εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση η από 8/11/2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Δ. και Ε. Π. για αναίρεση της 57/2008 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Από τα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου και από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι η εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 6/11/2013, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5/2/2014).
Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης με την οικεία σειρά του πινακίου, στην πιο πάνω (μετ' αναβολή) δικάσιμο, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ούτε κατέθεσαν την από το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, ενώ παραστάθηκε νομίμως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις 2199Β και 2200 Β/17.12.2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης επέδωσε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσιβλήτους ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου για ορισμό δικασίμου στις 6/11/2013, κατά την οποία οι αναιρεσίβλητοι εμφανίσθηκαν και ζήτησαν την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για την παρούσα δικάσιμο (5/2/2014).
Επομένως, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά τη πιο πάνω μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία δεν ήταν αναγκαία η εκ νέου κλήτευσή τους, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
Με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ. της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "εξουσιάσεως" θα αναγνωρίζονταν από την Γραμματεία των Οικονομικών, κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου.
Ο ορισμός της έννοιας του δάσους, κατά το ελληνικό δίκαιο, διατυπώθηκε για πρώτη φορά στο άρθρο 1 του v. ΑΧΝ'/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", (ήτοι εδαφική έκταση, καλυπτόμενη εν όλω ή εν μέρει από άγρια ξυλώδη φυτά, οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, η οποία προορίζεται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων), και επαναλήφθηκε έκτοτε σε όλους τους μεταγενέστερους σχετικούς νόμους, διευρυνθείς ως προς τον δασικό χαρακτήρα των εδαφών και τις επιτελούμενες από αυτά λειτουργίες, (ήτοι προσθήκη πέραν της οικονομικής και της οικολογικής λειτουργίας τους), ειδικότερα δε από τις διατάξεις των άρθρων 57 του ν.3077/1924, 45 του ν. 4173/1929, (όπως τροπ.
με τα άρθρα 9 του α.ν. 3/1935 και 1 του α.ν. 857/1937), 1 του ν.δ. 69/1969 και 3 του ν. 998/1979, (ΑΠ 552/98). Από τις προαναφερθείσες διατάξεις του β.δ. της 17/29-11-1836 συνάγεται ότι για τα δάση που δεν αναγνωρίσθηκαν, κατά την διαγραφόμενη ειδικότερα στο άρθρο 3 του ίδιου β.δ/τος διαδικασία, ως ιδιωτικά, δημιουργείται νόμιμο τεκμήριο ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο.
Τα δάση, για τα οποία δεν υποβλήθηκαν τίτλοι με την υπόψη διαδικασία και κατέχονταν από ιδιώτες, δήμους ή κοινότητες και μοναστήρια, χαρακτηρίζονταν ως "διακατεχόμενα". Ο διακάτοχος αντιστοιχεί, ως όρος, στον κατά τον ΑΚ νομέα. Στα τοιαύτα, δημόσια μεν, αλλά διακατεχόμενα, δάση ήταν δυνατόν να αποκτηθεί κυριότητα από τους διακατόχους-νομείς αυτών ιδιώτες ή αναγνωρισμένες νομικές οντότητες, όπως δήμοι, μοναστήρια κλπ., όπως και σε κάθε άλλο δημόσιο αγροτικό ή αστικό κτήμα, σύμφωνα με το ισχύσαν μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ β.ρ.
δίκαιο, με έκτακτη χρησικτησία. Οι προϋποθέσεις αυτής ήταν η άσκηση νομής, έστω και χωρίς νόμιμο τίτλο, επί τριάντα, (30), τουλάχιστον, χρόνια, με καλή πίστη. Ως καλή πίστη εννοείτο η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής δεν προσβάλλονται τα δικαιώματα κυριότητας άλλων, [βλ. ν.8 παρ. 1/8 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), ν. 6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), ν. 20 παρ.12 Πανδ. (5.8), ν.27 Πανδ.(18.1), 10, 15 παρ. 3, 17 και 48 Πανδ. (41.3), 11 πανδ. (51.4), 3 και 5 παρ.1 (41.10) και 109 Πανδ. (50.16) και 2 παρ.7, 4 παρ.1 Πανδ. (51.4)].
Την ύπαρξη της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης συνάγει ο δικαστής συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα. Η ύπαρξη ταπίου ή άλλου τίτλου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η υποβολή των τίτλων, αυτών, χωρίς αποτέλεσμα, στην διαδικασία του άρθρου 3 του β.δ. της 17/29-11-1836 δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης, αλλά έχει σημασία για την κρίση ότι η νομή ήταν ανεπίληπτη κατά τη συνείδηση του νομέα.
Ο τριακονταετής χρόνος της χρησικτησίας θα πρέπει να έχει συμπληρωθεί το αργότερο μέχρι και την 11-9-1915, όπως συνάγεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", καθώς και από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ'/1912 "περί δικαιοστασίου", σε συνδυασμό με τα εκτελεστικά αυτού διατάγματα και με το άρθρο 21 του ν.δ.
της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", (Ολ.ΑΠ 75/87). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996). Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ακόλουθα: "Ο Μ. Ο., παππούς από τη μητέρα του ενάγοντος Σ. συζ. Δ. Π. με το υπ' αρ. .../26.11.1930 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Βολισσού Ιωάννη Λιβανού, που νόμιμα μεταγράφηκε (τομ. ..., α.α. 290 βιβλίων μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Βολισσού), συνέστησε προίκα υπέρ εκείνης σε ακίνητο στη θέση "..." ή "..." δημοτικού διαμερίσματος Βολισσού Δήμου Αμανής Χίου εκτάσεως ενός στρέμματος, που δεν είχε δασικό, αλλά αγροτικό χαρακτήρα, και ο ίδιος νεμόταν καλόπιστα, χωρίς κανένας να τον ενοχλήσει, από ετών κατόπιν άτυπης δωρεάς από τους γονείς του, καλλιεργώντας σ' αυτό, ροδιές, κριθάρι και κουκιά, οριζόμενο, επί λέξει, στην ανωτέρω διαθήκη ως ακολούθως: "...
εκ των πλαγίων εν τη θέσει ... το τμήμα από βόρειο μέρος έως την Κουτουριδιάν και άνωθεν εις την παλαιάν πεζούλαν εκτάσεως ενός στρέμματος και οριζόμενον προς νότον με Γ. Μ. προς Ανατολάς με Λαγκάδι, προς Δυσμάς με ρυάκιον και προς βορράν άνωθεν με υπόλοιπο τμήμα πλαγιοχωραφίου ...". Η προαναφερθείσα μητέρα του ενάγοντος συνέχισε να νέμεται το πιο πάνω ακίνητο έκτοτε με τις ίδιες καλλιέργειες, είτε η ίδια αυτοπροσώπως είτε δια του συζύγου της, Δ.
Π. ως αντιπροσώπου της, καλόπιστα έως 23.2.1946, όπως απαιτείτο μέχρι τότε, χωρίς να ενοχληθεί από κανένα, ενώ από τότε (23.2.1946) δεν απαιτείτο το στοιχείο της καλοπιστίας, με αποτέλεσμα να γίνει κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ο χρόνος της οποίας, που είχε μεν αρχίσει κατά τη διάρκεια ισχύος του Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, αλλά δεν είχε συμπληρωθεί όταν άρχισε η εφαρμογή του ΑΚ (23.2.1946) και συμπληρωνόταν νωρίτερα από τον προβλεπόμενο συντομότερο χρόνο του ΑΚ (20ετία), σε κάθε περίπτωση συμπληρώθηκε πριν την 26.11.1960, δηλαδή με τη συμπλήρωση της τριακονταετίας από τη σύνταξη του πιο πάνω προικώου συμβολαίου, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην υπό στοιχ.2 ανωτέρω μείζονα σκέψη.
Ακολούθως, η παραπάνω Σ. Π., η οποία απεβίωσε στις 5.12.1962, με την από 12.2.1962 ιδιόγραφη διαθήκη της, που νόμιμα δημοσιεύθηκε (πρακτικά 645/5.3.1981 Πρωτοδικείου Αθηνών), εγκατέστησε κληρονόμο στο πιο πάνω ακίνητο τον ενάγοντα, σ' αυτήν δε τα όρια του καταλειπομένου επίδικου ακινήτου ορίζονταν, επί λέξει, ως ακολούθως: "...
έτερο εις θέση ..., Γ.Μ. νότια, ρυάκιον κάτοθεν το λανκάδι, θα σέρνι ο Ν. μέχρι την παλιά πεζούλα ...". Ο ενάγων αποδέχθηκε την ανωτέρω κληρονομιά της μητέρας του Σ. συζ. Δ. Π. με την υπ' αρ. .../11.2.1988 πράξη αποδοχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθηνάς Κυριακάκη, που νόμιμα μεταγράφηκε (τομ. ..., α.α. 188 βιβλίων μεταγραφών Βολισσού), όπου μεταξύ των άλλων καταλειπομένων κληρονομιαίων ακινήτων, περιγράφεται το επίδικο, χωρίς όμως να ορίζεται η έκτασή του, ως τμήμα κτήματος που βρίσκεται στη θέση "..." και ορίζεται νοτιοδυτικά με πλευρά 50 μ.
περίπου με κληρονόμους Μ., νότια με πλευρά 65 μ. περίπου με Π. Μ. ή Κ., βόρεια με πλευρά 55 μ. περίπου μέχρι την παλιά Κουτουριδιά με κοινοτικό χώρο, ανατολικά με πλευρά 52 μέτρων περίπου με Λαγκάδι και δυτικά με πλευρά 75 μ. περίπου μέχρι την παλαιά πεζούλα. Ο ενάγων όμως δεν δίνει καμιά πειστική εξήγηση της μεγάλης διαφοράς της εκτάσεως των 5.183 τ.μ, της οποίας θεωρεί ότι είναι κύριος, απ' εκείνην του ενός στρέμματος (1.000 τ.μ.) την οποία είχε αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία η πιο πάνω αποβιώσασα δικαιοπάροχος μητέρα του, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος ο νεμόταν μετά το θάνατο εκείνης την 5.12.1962 συνολική έκταση 5.183 τ.μ.
δηλαδή και έκταση πέραν εκείνης του πιο πάνω κληρονομιαίου ακινήτου των 1.000 τ.μ. Η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Μ. Π., δεν είναι πειστική, κατά το σχετικό σημείο, μη ενισχυόμενη άλλωστε από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, αφού η από Οκτωβρίου 2007 τεχνική έκθεση του Α. Τ., Αγρονόμου Τοπογράφου, αναφέρεται μόνο στο δασικό χαρακτήρα της όλης έκτασης, χωρίς όμως να είναι ικανή να οδηγήσει σε σαφή και ασφαλή δικανική πεποίθηση ως προς τη νομή του ενάγοντος επ' αυτής.
Περαιτέρω το εναγόμενο με τις προτάσεις του πιθανολογεί την ιδιοκτησία του ενάγοντος μόνον στο νότιο τμήμα εκ της επίδικης έκτασης, εμβαδού 1.000 τ.μ, όπως αποτυπώνεται στο από Απριλίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ. Μ. με τα στοιχεία 3-4-5-6-7-9-Α-Β-Γ-31-32-34-3, συνορεύει δε βόρεια σε πλευρά Α-Β-Γ με δημόσια δασική έκταση, νότια σε πλευρά 3-4-5-6-7-Α με φερόμενη ιδιοκτησία πρώην Μ.
νυν Μ. και δυτικά σε πλευρά 3-34-33-32-31-Γ με αγροτική οδό, αποτύπωση που ταιριάζει κατά θέση, έκταση και όρια με εκείνες τόσον του προαναφερθέντος προικώου συμβολαίου, όσον και της ανωτέρω ιδιόγραφης διαθήκης. Με βάση τα ανωτέρω είναι σαφές ότι ο ενάγων ήταν κύριος της πιο πάνω περιγραφομένης έκτασης των 1.000 τ.μ., ενώ μετά απ' αυτά ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί η έρις των διαδίκων ως προς το χαρακτηρισμό της υπόλοιπης επίδικης έκτασης ως δασικής ή μη".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι ο αρχικός ενάγων, στη θέση του οποίου μετά το θάνατο του (19.11.2006) υπεισήλθαν ως νόμιμοι κληρονόμοι του οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, απόκτησε με παράγωγο τρόπο (ιδιόγραφη διαθήκη), αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), την κυριότητα μη δασικής (αλλά αγροτικής) έκτασης 1000 τμ από τη συνολική έκταση των 5183 τμ, για την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ως κύριος.
Κατόπιν τούτου το Εφετείο δέχθηκε, κατά ένα μέρος, την ένδικη αγωγή του αρχικού ενάγοντα, μόνον ως προς την πιο πάνω έκταση των 1000 τμ, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολο της. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι "παρά το νόμο η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της ότι στην επίδικη έκταση, όπως αυτή καθορίζεται στην αγωγή των αντιδίκων, είναι εξ ολοκλήρου δημόσια δασική ...".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος υπάγεται, κατ' εκτίμηση, στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ (και όχι σε εκείνη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον πιο πάνω ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας που πρόβαλε το αναιρεσείον με τις κατ' έφεση προτάσεις του, αφού δεν δέχθηκε ότι ολόκληρη η αναφερόμενη στην αγωγή, ως επίδικη, έκταση των 5183 τμ, είναι αγροτική (μη δασική), αλλά μόνο η έκταση εμβαδού 1000 τμ, και ότι μόνο αυτή ανήκει στην ιδιοκτησία του αρχικού ενάγοντα, όπως και το ίδιο το αναιρεσείον ανέφερε ("πιθανολόγησε'') στις κατ' έφεση προτάσεις του.
Η περαιτέρω προβαλλόμενη με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αιτίαση από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο, "δέχθηκε χωρίς αιτιολογία, ότι το τμήμα των 1000 τμ έχει αγροτικό χαρακτήρα", εκτός του ότι ενέχει αντίφαση σε σχέση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεών της πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8/11/2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 57/2008 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2014. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ