Legislator Case Law & Legislation
1198/2012 AI generated

1198/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1198/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 541/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2336/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-11-2010 αίτησή της και με τους από 17-2-2012 πρόσθετους λόγους.

Legislator headnote

AI generated

1198/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτει, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την ένδικη αγωγή της ισχυρίζεται, ότι στις 11-5-2006 απεβίωσε στην Αθήνα ο αδελφός της Γ. Δ., ο οποίος κατέλειπε μόνους πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαιρέτου κληρονόμους του αυτήν (αναιρεσίβλητη) και τις επίσης αδελφές του δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και πρώτη εναγόμενη Π.-Μ.

Keywords

AI generated
psychiatric conditions severe depression inadequate psychiatric report paranoid schizophrenia psychological sequelae adjustment disorder
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1198 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1198/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Λ., το γένος Α. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Γραμματοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ε.-Α. Γ., το γένος Α. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Τζαβέλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 541/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2336/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-11-2010 αίτησή της και με τους από 17-2-2012 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 12-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 296, 297, 522 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι με την άσκηση παραδεκτής εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως αναβιώνει η εκκρεμοδικία που δημιουργήθηκε με την έγερση της αγωγής, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και συνεπώς ο ενάγων έχει έκτοτε το δικαίωμα να παραιτηθεί, ολικά ή μερικά από το δικόγραφο της αγωγής του, είτε με δήλωση καταχωριζομένη στα πρακτικά είτε με δικόγραφο επιδιδόμενο στον εναγόμενο, ακόμη και κατά το στάδιο της έκκλητης δίκης, εκτός αν προβάλλει αντίρρηση ο εναγόμενος και πιθανολογεί, ότι έχει συμφέρον να περατωθεί η δίκη με την έκδοση οριστικής αποφάσεως.

Η παραίτηση γίνεται με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, έχει δε ως αποτέλεσμα, ότι η αγωγή θεωρείται, ότι δεν ασκήθηκε και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποφαίνεται, ότι καταργήθηκε η δίκη εξαρχής, ήτοι και από τη διαδικασία του πρώτου βαθμού.

Η κατά πιθανολόγηση κρίση του δικαστηρίου, από την ύπαρξη ή μη εννόμου συμφέροντος του αντιλέγοντος είναι ανέλεγκτη. Επομένως, για την εγκυρότητα της ως άνω παραίτησης ολικά ή μερικά από το δικόγραφο της αγωγής, που είχε αίτημα την αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος σε ακίνητα, δεν απαιτείται η τήρηση του τύπου του συμβολαιογραφικού εγγράφου, αφού δεν πρόκειται για εμπράγματη σύμβαση για ακίνητο, στην οποία αναφέρεται η διάταξη του άρθρου 369 ΑΚ.

Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 559 αριθ. 1, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, κατά δε τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται και, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναίρεσης, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.ΑΠ 963/1985).

Η έννοια του απαραδέκτου υπάρχει κυρίως στις διατάξεις εκείνες, στις οποίες καθιερώνεται οριστικός αποκλεισμός ορισμένης διαδικαστικής ενέργειας και στις οποίες επιπλέον η επανόρθωση του ελαττώματος της πράξεως δεν είναι δυνατή. Η δε καθιέρωση του απαραδέκτου γίνεται κατ' αρχήν ρητά, όταν ο νόμος χαρακτηρίζει ορισμένη διαδικαστική ενέργεια με την έκφραση "απαράδεκτος", όπως στο άρθρο 220 ΚΠολΔ, στην πρώτη παράγραφο του οποίου ορίζεται ότι αγωγές στις οποίες περιλαμβάνονται και αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μικτές ή νομής, εκτός από τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, οι οποίες αφορούν ακίνητα, εγγράφονται ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες.

Όπως προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, στις επί ποινή απαραδέκτου εγγραφόμενες στα βιβλία διεκδικήσεων αγωγές, δεν περιλαμβάνεται και η αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας ή για την κήρυξη άκυρης της διαθήκης, έστω και αν με αυτή καταλείπεται ακίνητο ως κληρονομιαίο, διότι η αγωγή αυτή, της οποίας αντικείμενο είναι αποκλειστικά το κύρος της προσβαλλόμενης διαθήκης, έχει ενοχική και όχι εμπράγματη ενέργεια, η οποία επομένως, αγωγή δεν εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτει, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την ένδικη αγωγή της ισχυρίζεται, ότι στις 11-5-2006 απεβίωσε στην Αθήνα ο αδελφός της Γ. Δ., ο οποίος κατέλειπε μόνους πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαιρέτου κληρονόμους του αυτήν (αναιρεσίβλητη) και τις επίσης αδελφές του δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και πρώτη εναγόμενη Π.-Μ.

συζ. Ι. Ρ. (μη διάδικο στην παρούσα δίκη). Ότι ο πιο πάνω αποβιώσας με τη νομίμως δημοσιευθείσα από 2-5-2006 ιδιόγραφη διαθήκη του, κατέλιπε στην ως άνω Π.-Μ. συζ. Ι. Ρ. το αναφερόμενο διαμέρισμα, στην ήδη αναιρεσείουσα ποσοστό 500/1000 εξ αδιαιρέτου επί ενός περιγραφόμενου οικοπέδου, στο οποίο ποσοστό αντιστοιχεί το δικαίωμα ανεγέρσεως μελλοντικών ορόφων επί του δώματος της υφιστάμενης στο οικόπεδο αυτό ισόγειας οικοδομής και στην ίδια την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί των περιγραφόμενων τεσσάρων αγροτεμαχίων.

Ότι η ιδιόγραφη αυτή διαθήκη είναι άκυρη, γιατί ο διαθέτης από το έτος 1970 έως και το χρόνο του θανάτου του έπασχε από διαρκή και μόνιμη ψυχική νόσο, ένεκα της οποίας, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που δεν του επέτρεπε να προσδιορίσει ελεύθερα τη βούλησή του και να αντισταθεί σε οποιαδήποτε υποβολή προερχόμενη από το περιβάλλον του.

Ότι άλλως η διαθήκη αυτή είναι ακυρώσιμη λόγω πλάνης του διαθέτη. Ζήτησε δε η ενάγουσα: α) κυρίως μεν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της άνω ιδιόγραφης διαθήκης, λόγω ανικανότητας του διαθέτη, επικουρικά δε να κηρυχθεί αυτή άκυρη λόγω πλάνης του διαθέτη, και β) να αναγνωριστεί το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμά της κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί των κληρονομιαίων πιο πάνω ακινήτων.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο η 541/2009 απόφαση, η οποία απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή ως απαράδεκτη, "λόγω μη εγγραφής στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου, της σωρευόμενης αντικειμενικά στο ίδιο αγωγικό δικόγραφο αίτησης για αναγνώριση του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης επί των επίδικων κληρονομιαίων ακινήτων".

Κατά της αποφάσεως, αυτής η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή της. Κατά τη συζήτηση που έγινε στο ακροατήριο του Εφετείου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της (ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης), με δήλωσή του αμέσως μετά την εκφώνηση της υποθέσεως, καταχωρηθείσα στα πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής ως προς τη σωρευόμενη σ' αυτή αίτηση περί αναγνωρίσεως του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης επί των κληρονομιαίων ακινήτων.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, ότι η παραπάνω δήλωση παραίτησης, για την οποία οι εφεσίβλητες-εναγόμενες και, συνακόλουθα, και η ήδη αναιρεσείουσα, δεν προβάλλουν αντίρρηση, επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της και ότι η δίκη ως προς την εν λόγω αίτηση (περί αναγνωρίσεως του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης επί των επίδικων ακινήτων) κηρύσσεται καταργημένη εξ αρχής, και στη συνέχεια δέχτηκε, ότι δεν είναι εγγραπτέες στα βιβλία διεκδικήσεων οι σωρευόμενες στην αγωγή αιτήσεις κυρίως περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της επίμαχης διαθήκης και επικουρικά περί κηρύξεως άκυρης της διαθήκης αυτής, λόγω του ενοχικού τους χαρακτήρα, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις δικονομικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 294, 295, 297, 298 και 220 του ΚΠολΔ και, επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 14, όπως εκτιμάται, του ΚΠολΔ αντίστοιχοι, συναφείς πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι αναιρετικοί λόγοι, κατά το πρώτο μέρος τους, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ κατά το δεύτερο μέρος τους που στηρίζονται στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1, 19, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί δεν συνδέονται με παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Εξάλλου, ο τρίτος, κατά το τρίτο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, και, ειδικότερα, ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ως έγκυρη την ως άνω παραίτηση από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής ως προς τη σωρευόμενη σ' αυτή αίτηση περί αναγνωρίσεως του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης επί των κληρονομιαίων ακινήτων, μολονότι η παραίτηση αυτή δεν υποβλήθηκε στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 369 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, δεν απαιτείται η παραίτηση αυτή να υποβληθεί στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου.

Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, διαθήκη για την οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 του ίδιου Κώδικα, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους.

Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κ.λ.π.) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη.

Σε αντίθεση, δηλαδή, με την αρχική διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 4 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2447/1996, που προπαρατέθηκε, η οποία, ως ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης, απαιτούσε, επίσης, τη στέρηση της χρήσης του λογικού από πνευματική ασθένεια, δηλαδή, διανοητική ή ψυχική διαταραχή οφειλόμενη σε ασθένεια, επιφέρουσα, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αδυναμία λογικής στάθμισης και ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησης του διαθέτη, ο οποίος μπορούσε μεν να έχει επαρκή αντίληψη για το τι έπραττε, συντάσσοντας τη διαθήκη του, αλλά, εξαιτίας ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, δεν ήταν η βούλησή του ελεύθερη στο βαθμό που είναι του ομαλά ψυχικά ανθρώπου, δηλαδή δεν μπορούσε αυτός να προσδιορίσει με λογικούς υπολογισμούς ελεύθερα τη βούλησή του και να αντισταθεί, έτσι, σε υποβολή προερχόμενη από άλλους, η ήδη ισχύουσα διάταξη απαιτεί απλά ψυχική ή διανοητική διαταραχή περιορίζουσα αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, εξαιτίας προφανώς του ότι η στέρηση της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας αποτελεί νομικό όρο που δεν χρησιμοποιείται στην ιατρική, δηλαδή, όρο, ο οποίος με δυσχέρεια μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια, αφού ως πνευματική ασθένεια δεν νοείται μόνο η πάθηση της νόησης του πνεύματος, αλλά γενικά κάθε ψυχική διαταραχή.

Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη νοείται, ειδικότερα, κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων.

Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι ίδιες, οι οποίες, σύμφωνα με τη ρύθμιση της προϊσχύσασας διάταξης του άρθρου 1719 αριθ. 4 ΑΚ, προκαλούσαν έλλειψη της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, δηλαδή, οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ.

η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης η ολιγοφρένεια κ.ά. Η διακρίβωση πότε σε συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, είναι έργο ιδιαίτερα λεπτό και δυσχερές, ενόψει και του ότι μια εξελικτική οργανική ασθένεια του εγκεφάλου καθιστά, κατά την εξέλιξή της, ανίκανο τον πάσχοντα για σύνταξη διαθήκης.

Παρέπεται, ότι δεν αποκλείεται κατά νόμο η συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, δηλαδή, τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεών του, όσο και της ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής του που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του.

Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, προς σύνταξη έγκυρης διαθήκης ο διαθέτης πρέπει να έχει ικανότητα προς τούτο, υπάρχουσα κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης και καθόλη τη διάρκειά της. Αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή για βαριά ψυχική ή διανοητική διαταραχή του διαθέτη, τότε δεν είναι αναγκαίο η απόδειξή της κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης, αφού τεκμαίρεται αυτή λόγω της διάρκειάς της.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 10-5-2006 απεβίωσε σε ηλικία 57 ετών στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος Αθηνών "Η Σωτηρία" από καρδιοαναπνευστική ανακοπή, πνευμονία και μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα, ο Γ.

Δ. του Α., αδελφός των διαδίκων. Ο αποβιώσας ήταν άγαμος και άφησε κατά το χρόνο του θανάτου του, μόνους πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τις διάδικες αδελφές του, ήτοι την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Ε.-Α. συζ. Γ. Γ. και τις δύο εναγόμενες Π.-Μ. συζ. Ι. Ρ. και Ε. συζ. Ε. Λ.. Ο εν λόγω αποβιώσας, με την από 2- 5-2006 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα, με το. 4464 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 7-7-2006, κατέλειπε στην καθεμία από τις προαναφερθείσες αδελφές του τα παρακάτω κληρονομιαία ακίνητα, ήτοι α) στην πρώτη εναγομένη Π.-Μ.

Ρ. (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) ένα διαμέρισμα, επιφάνειας 114,50 τ.μ., του υπογείου ορόφου της ευρισκόμενης στην Καλλιθέα Αττικής και επί της οδού ... αριθμ. 30 πολυκατοικίας, β) στη δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Ε. Λ. ποσοστό 500/1000 εξ αδιαιρέτου επί ενός οικοπέδου, εκτάσεως 167 τ.μ., που βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου Καλλιθέας Αττικής και επί της οδού ...

αριθμ. 250, στο οποίο (ποσοστό) αντιστοιχεί το δικαίωμα ανεγέρσεως (υψούν) μελλοντικών ορόφων επί του δώματος της υπάρχουσας στο οικόπεδο αυτό ισόγειας οικοδομής, και γ) στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Ε.-Α. Γ. ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί τεσσάρων (4) αγροτεμαχίων, συνολικού εμβαδού τα δύο 690 τ.μ. και τα άλλα δύο 759 τ.μ., που βρίσκονται στην περιφέρεια του Δήμου Γλυφάδας Αττικής, εκτός σχεδίου πόλεως, και στη θέση "Πυρναρί-Παλαιά Κονάκια".

Ο παραπάνω διαθέτης, όμως, από το έτος 1970 μέχρι και το θάνατό του, το μήνα Μάιο του έτους 2006, ήτοι επί τριάντα έξι (36) περίπου συνεχή έτη, έπασχε από σχιζοφρενική ψύχωση παρανοϊκού τύπου, βαριάς μορφής. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα προσαγόμενα και επικαλούμενα από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη έγγραφα και ιδίως τις από 7-8-1982 και 9-5-1984 ιατρικές γνωματεύσεις του Διευθυντή της νευρολογικής και ψυχιατρικής κλινικής Θ.

Β. και Σία Ο.Ε. "Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ" και τα φύλλα νοσηλείας του διαθέτη στην κλινική αυτή, η παραπάνω ψυχική νόσος εμφανίσθηκε στο διαθέτη για πρώτη φορά το έτος 1970, με εκδηλώσεις γενικότερης σχιζοφρενικής συμπεριφοράς, όπως συνεχές τραγούδι, επιθετικότητα, παρανοϊκό παραλήρημα, ιδέες εξωτερικής επιδράσεως και ακουστικές ψευδαισθήσεις, και έκτοτε αυτός άρχισε να υποβάλλεται σε συνεχή ψυχιατρική αγωγή με φάρμακα.

Το έτος 1971 ο διαθέτης δεν μπόρεσε, λόγω της ως άνω ψυχικής νόσου, να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και μετά από τετράμηνο περίπου διέκοψε τη στρατιωτική του θητεία και απαλλάχθηκε στις 24-5-1971 πλήρως από την υποχρέωση στράτευσης του, απολυθείς αυθημερόν. Προηγουμένως ο διαθέτης είχε εισαχθεί και νοσηλευθεί επί 20ήμερο περίπου στο Ψυχιατρικό Τμήμα του 401 Γ.Σ.Ν.

Αθηνών, με διάγνωση, κατά την εισαγωγή του σ' αυτό, διαταραχή τρόπου σκέψης και προσαρμογής στο περιβάλλον. Από το έτος 1973 ο διαθέτης, λόγω του υποτροπιάζοντος χαρακτήρα της ως άνω ψυχικής νόσου και της δυσμενούς εξέλιξης αυτής, άρχισε να νοσηλεύεται, κατά τακτά χρονικά διαστήματα και για ικανό χρόνο κάθε φορά σε ψυχιατρικές και νευρολογικές κλινικές, πάντοτε δε με διάγνωση ψυχωσική συνδρομή (σχιζοφρένεια).

Συγκεκριμένα ο διαθέτης κατά το χρονικό διάστημα από 29-9-1973 έως και 1-3-2004 νοσηλεύθηκε δώδεκα (12) φορές στην προαναφερθείσα νευρολογική και ψυχιατρική κλινική Θ. Β. και Σια Ο.Ε. "ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ", ήτοι: 1) από 29-9-1973 έως 27-2-1974, 2) από 16-8-1976 έως 5-11-1976, 3) από 16-5-1980 έως 3-6-1980, 4) από 1-12-1980 έως 19-1-1981, 5) από 23-4-1982 έως 18-8- 1982, 6) από 7-6-1983 έως 6-7-1983, 7) από 30-12-1983 έως 3-2-1984, 8) από 5-4-1984 έως 22-5-1984, 9) στις 2-10-1987, 10) από 11-12-1995 έως 26-6-1996, 11) στις 16-7-1998, και 12) από 7-11-2003 έως 1-3-2004.

Το δε έτος 1995 νοσηλεύθηκε επίσης για δύο (2) περίπου μήνες, από 17- 8-1995 έως 23-10-1995, στη νευρολογική και ψυχιατρική κλινική Δ. Σ. Α.Ε. "Το Ασκληπιείον", όπου κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του υποβάλλετο σε φαρμακευτική αγωγή με βαριά ψυχοφάρμακα, όπως βεβαιώνει ο Διευθυντής της κλινικής αυτής στην προσαγόμενη και επικαλούμενη από την ενάγουσα από 18-1-2007 ιατρική βεβαίωση.

Ο διαθέτης κατά τις εισόδους του στην κλινική "ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ" εμφάνιζε, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες ιατρικές γνωματεύσεις του Διευθυντή της εν λόγω κλινικής και τα φύλλα νοσηλείας του σ' αυτήν, υποτροπή της συμπτωματολογίας της νόσου (παρανοϊκό παραλήρημα, επιθετικότητα, ακουστικές ψευδαισθήσεις, μεγαλομανιακό ιδεασμό, ανησυχία, αϋπνία, νευρικότητα κλπ) και γι' αυτό τοποθετείτο για νοσηλεία στο κλειστό τμήμα της κλινικής και η εκάστοτε εφαρμοζόμενη αγωγή ήταν με φάρμακα και με ηλεκτροσπασμοθεραπείες.

Όταν δε εξερόταν σε βελτίωση από την κλινική δίδονταν σ' αυτόν οδηγίες από τους θεράποντες ιατρούς του και ψυχιατρική αγωγή με φάρμακα. Το έτος 1982 ο διαθέτης, ο οποίος εργαζόταν από το έτος 1969 έως και το έτος 1981, κατά περιόδους και όσο του επέτρεπε η κατάσταση της ψυχικής του υγείας, ως εργατοτεχνίτης στα εργαστήρια της Αδελφότητας Θεολόγων "Ο ΣΩΤΗΡ", κρίθηκε, με την. 2264/10-8-1982 γνωμάτευση της Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ, λόγω ψυχωσικής συνδρομής, ανάπηρος σε ποσοστό 67% και απονεμήθηκε σ' αυτόν, με την 21605/30-8-1982 απόφαση Διευθυντή ΙΚΑ, σύνταξη, λόγω αναπηρίας εκ της παραπάνω ψυχικής νόσου από 2-4-1982, η οποία παρατάθηκε διαδοχικά, μέχρι και την ημερομηνία του θανάτου του στις 10-5-2006, με τις 20147/22-5-1984, 1884/10-6-1986, 2296/30-5-1989 και 1613/30-3-1994 αποφάσεις Διευθυντή ΙΚΑ.

Το μήνα Μάρτιο του έτους 2006 ο διαθέτης, ενώ νοσηλευόταν για μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος Αθηνών "Η Σωτηρία", όπου και απεβίωσε, παραπέμφθηκε από του θεράποντες ιατρούς του, εξαιτίας του ψυχιατρικού του ιστορικού (σχιζοφρένειας), στο Ψυχιατρικό Τμήμα του άνω Νοσοκομείου, προκειμένου να γίνει εκτίμηση της ψυχιατρικής του κατάστασης και ρύθμιση της φαρμακευτικής του αγωγής, την οποία είχε διακόψει από μόνος του, όπως αναφέρεται στο προσαγόμενο και επικαλούμενο από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη από 21-3-2006 δελτίο ψυχιατρικής εξέτασης του εν λόγω Νοσοκομείου.

Κατά τη ψυχιατρική εξέταση που επακολούθησε στο άνω Νοσοκομείο στις 21-3-2006 διαγνώσθηκε, ότι ο διαθέτης έπασχε από διπολική διαταραχή και χορηγήθηκε σ' αυτόν ψυχιατρική αγωγή με φάρμακα, στην οποία υποβάλλετο μέχρι και την ημερομηνία του θανάτου του, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. πρωτ. 18832/20-9-2006 πιστοποιητικό του εν λόγω Νοσοκομείου.

Η ανωτέρω βαριά ψυχική νόσος από την οποία έπασχε ο διαθέτης καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1970 μέχρι και την ημερομηνία του θανάτου του, στις 10-5- 2006, δεν ήταν πάθηση περιοδικού ή παροδικού χαρακτήρα, αλλά μονίμου φύσεως και μη ιάσιμη, πράγμα που προσεπιβεβαιώνεται και από τις συχνές υποτροπές της συμπτωματολογίας της νόσου, παρά τη συνεχή φαρμακευτική αγωγή, που ο διαθέτης ελάμβανε, ώστε να απαιτείται κάθε φορά ειδική περίθαλψη αυτού και μάλιστα για ικανό χρόνο σε εξειδικευμένο νοσηλευτικό ίδρυμα, όπως οι προαναφερθείσες ψυχιατρικές κλινικές.

Η νόσος αυτή και ο χρόνιος χαρακτήρας της είχαν καταστήσει το διαθέτη χρόνια ψυχωσικό άτομο, ασθενικής θελήσεως και αρκετά ευάλωτο και υποβόλιμο, ώστε να επηρεάζεται εύκολα από τρίτους και ιδίως από άτομα του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος, όπως οι διάδικες αδελφές του, υπό τον απόλυτο έλεγχο, εποπτεία και επιβολή των οποίων τελούσε.

Δεν είχε δε την ικανότητα ο διαθέτης να λαμβάνει αποφάσεις για σύνθετα θέματα, ούτε για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, και είχε υποστεί από τις συχνές νοσηλείες του και τη μακρόχρονη παραμονή του σε ψυχιατρικές κλινικές, καθώς και από τη συνεχή ψυχιατρική αγωγή, στην οποία υποβαλλόταν, με βαριά ψυχοφάρμακα από το έτος 1970, αλλοίωση και αποδιοργάνωση της προσωπικότητάς του, πράγμα που επηρέαζε σημαντικά την ομαλή λειτουργία της βούλησής του και των διανοητικών λειτουργιών του, ώστε να αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησής του με λογικούς υπολογισμούς.

Τούτο καταδεικνύεται και από το γεγονός, ότι κατά το μήνα Απρίλιο του 2006, ήτοι ένα (1) μήνα περίπου πριν από το θάνατο του διαθέτη, ενώ αυτός είχε εξέλθει προσωρινά από το Νοσοκομείο "Η Σωτηρία" για να περάσει τις εορτές του Πάσχα με την οικογένειά του και φιλοξενείτο στην οικία της εναγόμενης-αναιρεσείουσας αδελφής του, εν απουσία της τελευταίας, τον επισκέφθηκε εκεί η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία, κινούμενη από καθαρώς ιδιοτελή κίνητρα και θορυβημένη από τη συνεχώς επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας του, τον έπεισε και υπέγραψε τέσσερις (4) συμπληρωμένες έντυπες δηλώσεις φόρου μεταβίβασης ακινήτων, απευθυνόμενες προς τη Δ.Ο.Υ.

Γλυφάδας, που αφορούσαν την προς αυτήν μεταβίβαση, λόγω πωλήσεως, του ανήκοντος στο διαθέτη 1/4 εξ αδιαιρέτου επί τεσσάρων οικοπέδων, που βρίσκονται στη Γλυφάδα και στην περιοχή του Συνεταιρισμού πολιτικών υπαλλήλων του Υπουργείου Στρατιωτικών, πλην όμως η μεταβίβαση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε τελικά, γιατί αντέδρασαν οι εναγόμενες αδελφές της, όταν αυτές πληροφορήθηκαν από το διαθέτη για την παραπάνω ενέργεια της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης.

Ενόψει όλων όσων προεκτέθηκαν κρίνεται, ότι ο διαθέτης, εξαιτίας της σοβαρής και μακρόχρονης πιο πάνω ψυχικής νόσου από την οποία έπασχε μέχρι και που απεβίωσε και των συνεπεία αυτής δυσμενών ως άνω επιπτώσεων στην ομαλή λειτουργία της βούλησής του και των διανοητικών του λειτουργιών, κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης πιο πάνω διαθήκης (2-5-2006) βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που δεν του επέτρεπε τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του με λογικούς υπολογισμούς.

Επομένως ο διαθέτης ήταν ανίκανος για να συντάξει διαθήκη και να διαθέσει τα περιουσιακά του στοιχεία, με αποτέλεσμα η επίμαχη διαθήκη, που τελικά αυτός συνέταξε στις 2-5-2006, ήτοι οκτώ (8) ημέρες πριν από το θάνατο του, να είναι άκυρη. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός, ότι ο διαθέτης, πριν από τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, αφενός μεν είχε συνυπογράψει με την ενάγουσα αρκετές συμβολαιογραφικές και άλλες πράξεις, μεταξύ των οποίων α) το .../16-11-2005 δωρητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Μαρασόγλου, με το οποίο αυτός είχε προβεί σε δωρεά προς την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη και την εναγομένη-αναιρεσείουσα αδελφή του Ε.

Λ. ποσοστού 6,25% εξ αδιαιρέτου επί του αναφερομένου στο συμβόλαιο αυτό ακινήτου στη Στεμνίτσα Αρκαδίας, την οποία (δωρεά) αποδέχθηκε η αναιρεσίβλητη, και β) το από 17-4-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αυτός, η ενάγουσα και η εναγομένη αδελφή του Π.-Μ. Ρ. συνήψαν εξώδικο συμβιβασμό με την αντίδικο τους Μ.

Κ., με τον οποίο περατώθηκε μακροχρόνια δικαστική διαμάχη μεταξύ τους που είχε ξεκινήσει το έτος 1992 με την άσκηση της από 20-7-1992 περί κλήρου αγωγής, αφετέρου δε αυτός παρίστατο ως διάδικος στα δικαστήρια κατά τη διάρκεια της δικαστικής αυτής διαμάχης και συγχρόνως είχε οικονομικές συναλλαγές με Τράπεζες, οι οποίες είχαν εκδώσει πιστωτικές κάρτες στο όνομά του.

Και τούτο διότι η ενέργεια των παραπάνω πράξεων από το διαθέτη και η μη αμφισβήτηση από την ενάγουσα της ψυχοδιανοητικής του κατάστασης, δεν συνεπάγεται και ότι αυτός είχε ικανότητα προς δικαιοπραξία, άρα και προς σύνταξη της επίμαχης διαθήκης. Άλλωστε η κατάρτιση των παραπάνω πράξεων πραγματοποιήθηκε, όχι με πρωτοβουλία του διαθέτη, αλλά με αποκλειστική πρωτοβουλία και έγκριση και των τριών διαδίκων αδελφών του υπό τον απόλυτο έλεγχο, εποπτεία και επιβολή των οποίων τελούσε ο διαθέτης".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι ο διαθέτης Γ. Δ. από το έτος 1970 μέχρι και το θάνατό του το μήνα Μάϊο του 2006 έπασχε από σχιζοφρενική ψύχωση παρανοϊκού τύπου, βαριάς μορφής, ότι από το έτος 1973 λόγω του υποτροπιάζοντος χαρακτήρα της ψυχικής νόσου του και της δυσμενούς εξέλιξής της, άρχισε να νοσηλεύεται κατά τακτά χρονικά διαστήματα και για ικανό χρόνο κάθε φορά σε ψυχιατρικές και νευρολογικές κλινικές, πάντοτε με διάγνωση ψυχωσική συνδρομή (σχιζοφρένεια), καθώς και με διάγνωση διαταραχή τρόπου σκέψης και προσαρμογής στο περιβάλλον, και όπου υποβαλλόταν σε φαρμακευτική αγωγή με βαριά ψυχοφάρμακα, ότι τον Αύγουστο του 1982 κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 67%, λόγω ψυχωσικής συνδρομής και του απονεμήθηκε σύνταξη, ότι η ανωτέρω βαριά ψυχική νόσος από την οποία έπασχε επί 36 χρόνια μέχρι και την ημερομηνία του θανάτου του στις 10-5-2006, δεν ήταν πάθηση περιοδικού ή παροδικού χαρακτήρα, αλλά μόνιμης φύσης και μη ιάσιμης, ότι των συνεπεία της ψυχικής νόσου του δυσμενών επιπτώσεων στην ομαλή λειτουργία της βούλησής του και των διανοητικών λειτουργιών, κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης (20-5-2006) βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που δεν του επέτρεπε τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του με λογικούς υπολογισμούς, και ότι έτσι ο διαθέτης ήταν ανίκανος, για να συντάξει διαθήκη κατά τον άνω χρόνο και να διαθέσει τα περιουσιακά του στοιχεία, με αποτέλεσμα η επίμαχη διαθήκη, που συνέταξε ως άνω οκτώ ημέρες πριν το θάνατό του, να είναι άκυρη.

Ακολούθως, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει και κατά την κύρια βάση της ως απαράδεκτη την αγωγή, δέχτηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της και αναγνώρισε, ότι είναι άκυρη η επίμαχη διαθήκη. Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα περί ανικανότητας του διαθέτη προς σύνταξη διαθήκης, κατά το χρόνο καταρτίσεώς της, καθόσον βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή, που δεν του επέτρεπε τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του με λογικούς υπολογισμούς.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος του δικογράφου της αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, ο τρίτος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, αλλά και τελευταίος εξεταζόμενος, με τον οποίο γίνεται απλή επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 10 και 11 ΚΠολΔ, χωρίς να αποδίδεται συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν από το Εφετείο οι ορισμοί των διατάξεων αυτών, είναι απορριπτέος ως αόριστος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-11-2010 αίτηση της Ε. Λ. για αναίρεση της 2336/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 7-2-2012 προσθέτους λόγους της.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ