Legislator Case Law & Legislation
1198/2011 AI generated

1198/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1198/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1198/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο560 αριθ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Keywords

AI generated
rural land rights agricultural use agricultural lease modification of parental custody right of common pasture agricultural policy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1198 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1198/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Κ. Σ. του Α., 2 Ε. Σ. του Α., 3 Α. συζ. Κ. Σ., το γένος Π. Σ. και 4 Π. Σ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γιαννακόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. χας Φ. Ν., το γένος Δ. Τ., κατοίκου ..., 2. Ε. συζ. Φ. Μ., το γένος Δ. Τ., κατοίκου ..., 3. Α. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 4. Ν. χας Ι. Α., το γένος Δ. Τ., κατοίκου ..., 5. Α. χας Κ. Ζ., το γένος Δ. Τ., κατοίκου ... και 6. Θ. χας Η. Μ., το γένος Δ. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι άπαντες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-8-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και με την από 23-3-2006 κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Πύλου και συνεκδι-κάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 14-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Από τις εκθέσεις επίδοσης 5987ΣΤ/15-11-2010, 6082 ΣΤ'/25-11-2010, 6188 ΣΤ'/7-12-2010, 6213 ΣΤ'/10-12-2010 αντίστοιχα, της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας Α. Κ. του Πρωτοδικείου Αθηνών και 6320Β'/29-10-2010 και 508β'/29-10-2010 αντίστοιχα, των αρμοδίων δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας Π. Κ. και Γ. Π., προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτή (της 23-3-2011) επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσιβλήτους. Οι τελευταίοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1710 παρ.1, 1712, 1721, 1724, 1738, 1812 επ., 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του.

Για τη μεταβίβαση με τον τρόπο αυτό της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, συνάγεται, ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. 'Ασκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ'αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο560 αριθ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ'αριθμ. ... δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Πύλου, Α. Φουρτούνη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στις 16-8-2004 στον τόμο 265 και υπό τον αριθμό 46 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πύλου, οι εκκαλούντες (ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι), που είναι αμφιθαλείς αδελφοί, αποδέχθηκαν την εκ δημοσίας διαθήκης κληρονομία της μητέρας τους, Β.

Τ., το γένος Ν. και Ε. Μ., η οποία πέθανε στις ... και κατέλιπε την υπ'αριθ.... δημόσια διαθήκη ενώπιον της συμβολαιογράφου Μαραθώνος Αικατερίνης-Ζωής Παναγοπούλου, η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως με το υπ'αριθμ. 775/2-2-2044 πρακτικό δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Μεταξύ των ακινήτων, τα οποία αποδέχθηκαν οι εκκαλούντες, κατά το ένα έκτο εξ αδιαιρέτου ο καθένας, περιλαμβάνεται και ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, εμβαδού 400,34 τετραγωνικών μέτρων, κείμενο εντός ορίων οικισμού ..., ομωνύμου δημοτικού διαμερίσματος του Δήμου ....

Το ακίνητο αυτό (επίδικο) απεικονίζεται στο από μηνός Ιουνίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β. Χ., που έχει επισυναφθεί στην ανωτέρω δήλωση αποδοχής κληρονομίας... κατείχε (δε) με διάνοι κυρίας, αυτοπροσώπως, η ανωτέρω κληρονομουμένη και γεννημένη το έτος 1899 Β. χήρα Δ. Τ., πριν από το θάνατό της και ήδη από το έτος 1954 τουλάχιστον, δηλαδή επί χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία και απέβη αφ' εαυτού αρκετό για την πρωτότυπη κτήση κυριότητα στο πρόσωπό της.

Ειδικότερα, ασκούσε επί του ακινήτου εμφανείς και υλικές πράξεις νομής, προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό του, ως ακινήτου εντός αγροτικού οικισμού, με τις οποίες εκδήλωνε τη βούληση να το εξουσιάζει... αποδεικνύεται πιο συγκεκριμένα ότι εντός του επιδίκου, το οποίο μέχρι το καλοκαίρι 2004 ήταν περιμανδρωμένο και με τον τρόπο αυτόν οριοθετημένο γύρω-γύρω, εκτός ενός μικρού ανοίγματος στο ανατολικό τμήμα, η κληρονομουμένη καλλιεργούσε αγκινάρες, έβοσκε τις γίδες της, περιποιόταν μία αμυγδαλιά και μία συκιά, επέβλεπε και συντηρούσε το ακίνητο και την περίφραξή του και το καθάριζε από τα φυόμενα ζιζάνια...".

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό των ήδη αναιρεσειόντων (κυρίως παρεμβάντων) ότι "το έτος 1954 το επίδικο νεμόταν ο πατέρας των εναγόντων, Δ. Τ., ο οποίος κατ'εκείνο το έτος, παρέδωσε ατύπως, αιτία ανταλλαγής, τη νομή του στους δικαιοπαρόχους των παρεμβαινόντων, Α. και Π. Σ., εξ αδιαιρέτου, οι οποίοι έκτοτε και μέχρι το θάνατό τους νεμήθηκαν το επίδικο, το οποίο ακολούθως κληρονόμησαν διαδοχικώς οι παρεμβάντες" εφόσον δέχτηκε ότι "τέτοια ανταλλαγή δεν αποδεικνύεται ότι έγινε, αφού από την προσκομιζόμενη υπ'αριθμ. ...

δημόσια διαθήκη του Α. Τ. (πεθερού της Β. Τ.) ενώπιον του τότε συμβολαιογραφούντος Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Μεθώνης Ν. Δ., ο οποίος διαθέτης πέθανε το 1925 και η διαθήκη του δημοσιεύθηκε με το υπ'αριθμ. 11/27-1-1926 πρακτικό του τότε Πρωτοδικείου Καλαμών, αποδεικνύεται ότι, εκτός των άλλων ενάριθμων ακινήτων, αυτός κατέλιπε στον γιό του Δ.

Τ. ένα ελαιοπερίβολο εκτάσεως πέντε περίπου στρεμμάτων και μία άμπελο εκτάσεως δύο περίπου στρεμμάτων στη θέση "..." και συνεπώς ο σύζυγος της δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων, Δ. Τ., διέθετε ακίνητη περιουσία στην αγροτική αυτή θέση, καθώς και πολλά άλλα ακίνητα κληρονομιαία του πατέρα του, και δεν είναι λογικό να αντάλλαξε ένα εντός του οικισμού ακίνητο με αγροτικό ακίνητο, ενώ θα μπορούσε να ανταλλάξει όμοια καθαρώς αγροτικά ακίνητα.

Η μόνη ανταλλαγή που πράγματι έγινε σε σχέση με το επίδικο, αφορά στην ανωτέρω περιγραφείσα μικρή, εμβαδού περί τα 6,00 τετραγωνικά μέτρα, εσοχή στο νότιο όριο του επιδίκου, περικλειόμενη υπό στοιχεία ... στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα από Ιουνίου 2004. Το μικρό αυτό εδαφικό τμήμα, που δεν περιλαμβάνεται στο επίδικο, παραχωρήθηκε ατύπως στους αδελφούς Σ.

το έτος 1954, με σκοπό την κατασκευή τουαλέτας και για το τμήμα αυτό, που παραχώρησε, ο Δ. Τ. έλαβε ατύπως, ως αντάλλαγμα, ένα αλώνι σε αγροτικό ακίνητο. Μετά την άτυπη αυτή ανταλλαγή, το επίδικο εξακολούθησε να νέμεται αποκλειστικώς η Β. Τ., σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, μέχρι το χρόνο του θανάτου της, η οποία ως εκ τούτου κατέστη κυρία λόγω έκτακτης χρησικτησίας και κληρονομήθηκε στη συνέχεια κατ'ισομοιρία από τα εκκαλούντα τέκνα της".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο καταλήξει στην κρίση ότι κυρία του επιδίκου είχε καταστεί η Β. Τ. (μητέρα των ήδη αναιρεσιβλήτων-εναγόντων), με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσα αυτό από το 1954 μέχρι το θάνατό της στις ..., ήτοι επί χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία (ΑΚ 1045), λόγω δε κληρονομικής διαδοχής αυτής τυγχάνουν ήδη συγκύριοι, κατά το 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, οι ήδη αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες), οι οποίοι αποδέχθηκαν, ως άνω, την εκ της δημόσιας διαθήκης κληρονομία της μητέρας τους και μετέγραψαν την περί αποδοχής της κληρονομίας αυτής δήλωσή τους.

Έκρινε, δηλαδή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου-κατά το 1/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας- με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο, ήτοι με κληρονομική διαδοχή της μητέρας τους δυνάμει της ... δημόσιας διαθήκης αυτής εφόσον αποδέχθηκαν την κληρονομία με δήλωσή τους ενώπιον του συμβολαιογράφου Πύλου Α.

Φουρτούνη, για την οποία συντάχθηκε η ... πράξη του προαναφερόμενoυ συμβολαιογράφου, η οποία και μεταγράφηκε, ως άνω, νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πύλου (άρθρα 1710 παρ.1, 1712, 1724, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ). Ακολούθως δε έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, και έκανε εν τέλει δεκτή την ένδικη διεκδικητική του επίδικου ακινήτου αγωγή τους.

Με βάση αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις-1045, 1710 παρ.1, 1712, 1724, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199- του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να αξιώσει λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούν οι διατάξεις αυτές σε σχέση με την απόκτηση του επίδικου ακινήτου από τη δικαιοπάροχο μητέρα των ήδη αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία και στη συνέχεια από τους ίδιους με κληρονομική διαδοχή αυτής, δυνάμει της δημόσιας, ως άνω διαθήκης της.

Επομένως, ο πρώτο λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθ.1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό την αιτίαση αυτή, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, με τις οποίες οι αναιρεσείοντες ψέγουν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι με το να δεχθεί ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, Β.

Τ., από το έτος 1954 νεμόταν το επίδικο μέχρι το χρόνο του θανάτου της, η οποία, ως εκ τούτου, κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία και κληρονομήθηκε στη συνέχεια κατ'ισομοιρία από τα ήδη αναιρεσίβλητα τέκνα της και κατ'επέκταση να δεχθεί την αγωγή των τελευταίων (ήδη αναιρεσιβλήτων) και να απορρίψει την κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων, ενώ το επίδικο ανήκε σ'αυτούς, ως περιελθόν το 1954 στους δικαιοπάροχους τους, Α.

και Π. Σ., από τον πατέρα των ήδη αναιρεσιβλήτων, Δ. Τ., με ανταλλαγή άλλου τους ακινήτου (αγρού) και στη συνέχεια από κληρονομική διαδοχή των δικαιοπαρόχων τους στους ήδη αναιρεσείοντες, οι οποίοι - όπως πριν και οι δικαιοπάροχοί τους- συνέχισαν να το νέμονται με τα προσόντα της χρηστικτησίας και έγιναν έτσι κύριοι με έκτακτη-πάντως- χρησικτησία, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 975, 983, 1041, 1045, 1051 και 1872 παρ.1 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί, υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια των άρθρων 559 παρ.1 εδάφ. β' και 560 παρ.1 εδάφ. β ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ'αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (Ολ.ΑΠ 2/2008, 8, 10, 11/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφ. β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να μη δεχθεί τον προβαλλόμενο με την κύρια παρέμβαση ουσιώδη ισχυρισμό των ήδη αναιρεσειόντων, ότι το επίδικο απέκτησαν οι δικαιοπάροχοί τους, Α.

Σ.ς του Κ. και της Α. και Π. Σ.ς του Π. και Α. μεταξύ των ετών 1954-1956 με προφορική ανταλλαγή άλλου τους ακινήτου (αγρού) ενάμισυ (1,5) περίπου στρεμμάτων, στη θέση "...", που πραγματοποίησαν με τον κοινό δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, Δ. Τ. του Α., και, εν τέλει, ότι έγιναν οι αναιρεσείοντες κύριοι του επιδίκου κατ'εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ για την έκτακτη χρησικτησία, αλλά να δεχθεί, ότι μετά το έτος 1954 "εξακολούθησε να νέμεται το επίδικο αποκλειστικώς η Β.

Τ., σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, μέχρι το χρόνο του θανάτου της, η οποία, ως εκ τούτου, κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία και κληρονομήθηκε στη συνέχεια κατ'ισομοιρία από τα εκκαλούντα τέκνα της...", χωρίς, όμως, "α) να αναφέρει, πως και βάσει ποίας έννομης σχέσης, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η Β.

χα Δ. Τ. (μητέρα των αναιρεσιβλήτων), κατείχε και νεμόταν το επίδικο ακίνητο, τη στιγμή που το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει ως κληρονομία στο σύζυγό της Δ. Τ. του Α. (πατέρα των αναιρεσιβλήτων) και ο σύζυγός της, Δ. Τ., ζούσε μέχρι το έτος 1983, αυτός κατοικούσε συνεχώς στον τόπο καταγωγής του, ήτοι στο ... και αυτός ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής στα ακίνητα που κατείχε, και ενώ β) οι γυναίκες δεν είχαν περιουσία, αφού η οποιαδήποτε περιουσία δινόταν στον άνδρα πριν την τέλεση του γάμου ως "προίκα" ή στη συνέχεια ως "πανοπροίκι", για να κρατήσει τη γυναίκα και να μην την "επιστρέψει" στον πατέρα της και γ) την προίκα έδινε στο γαμπρό ο πατέρας της νύφης και ποτέ ο πατέρας του γαμπρού στη νύφη και μάλιστα ενώ τη χρονική περίοδο που έγινε η ανταλλαγή (1954-56), σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, 1) η οποιαδήποτε αγροτική περιουσία είχε ασύγκριτα μεγαλύτερη αξία, έναντι της όποιας περιουσίας μέσα στον οικισμό του ...-..., και 2) με μεγαλύτερη ευκολία δέχονταν την ανταλλαγή ή την καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο μεταβίβαση ακινήτου, εντός του οικισμού κάθε χωριού και στη συγκεκριμένη περίπτωση του ...-..., με οποιοδήποτε άλλο αγροτικό ακίνητο, το οποίο θεωρούσαν, αλλά και ήταν πιο προσοδοφόρο, από ακίνητο εντός του οικισμού, τη στιγμή κατά την οποία το ακίνητο του Δ.

Τ. του Α. στη θέση "...", από ενάμιση στρέμμα που είχε κληρονομήσει με την παραπάνω υπ'αριθμ.... δημόσια διαθήκη του Α. Τ., με την παραπάνω ανταλλαγή, έγινε αγροτικό ακίνητο τριών στρεμμάτων", παραβίασε τα αμέσως πιο πάνω διδάγματα. Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-6-2010 αίτηση των 1) Κ. Σ. του Α. και της Δ. κ.α. για αναίρεση της 36/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δίκασε ως Εφετείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 7 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ