Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague grounds and late submission of supplementary arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a termination compensation dispute. The appellant argued that witness testimonies were improperly cited and that the court erred in assessing evidence, but the court found these grounds vague and insufficient under procedural law. Additionally, the supplementary arguments were deemed inadmissible because they were filed after the statutory deadline expired on a Sunday, extending to the following Monday.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; Article 1(12)(a) of Law 1157/1981; Article 569(2) and 577(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal must specify legal errors clearly to be admissible, and supplementary arguments filed after the deadline expires on a non-working day are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1198 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1198/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγάθη Λεκκάκου.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μαυρομμάτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2004 του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 268/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-12-2007 αίτησή της και τους από 8-12-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε τις από 7-1-2010 και 12-1-2010 εκθέσεις, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων ως απαράδεκτους. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επί αγωγής της αναιρεσείουσας κατά της (μη διαδίκου) εταιρίας "... ΕΕ", εκδόθηκε η 56/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία επιδικάσθηκε στην πρώτη (νομιμοτόκως) χρηματικό ποσό 16.406 ευρώ, οφειλόμενο ως αποζημίωση απολύσεως. Αναγκαστική εκτέλεση της εν λόγω απόφασης επέσπευσε η αναιρεσείουσα κατά του αναιρεσιβλήτου, επιδίδοντας σ' αυτόν σχετικό αντίγραφο εξ απογράφου με επιταγή προς πληρωμή, όπου ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν "τυπικά ετερόρρυθμος και ουσιαστικά ομόρρυθμος εταίρος" της οφειλέτριας εταιρίας. Κατά της εκτελέσεως, ο αναιρεσίβλητος άσκησε ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε στον πρώτο βαθμό, έγινε δεκτή όμως με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερούμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΟλΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, είναι εντελώς ασαφές, ποια νομική πλημμέλεια αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, ο οποίος, έχει, κατά λέξιν, ως εξής: "Κακώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων περιέχονται στα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης, καθώς αυτές είναι μεταγενέστερες αυτής (ελήφθησαν παραμονές της δίκης του Εφετείου και ειδικότερα στις ...).
Επομένως το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 8, 10, 11 και 20 ΚΠολΔ, εφόσον έλαβε παρά το νόμο υπόψη του πράγματα και αποδεικτικά μέσα που δεν προτάθηκαν (δηλ. τις ημερομηνίες των ενόρκων βεβαιώσεων), διαστρέβλωσε το περιεχόμενο των πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του Εφετείου (δεχόμενο την αναφορά σ' αυτά των ενόρκων βεβαιώσεων), αλλά και των ενόρκων βεβαιώσεων (αναφορικά με την ημερομηνία που συνετάχθησαν), γεγονότα που επέδρασαν αναπόφευκτα ουσιωδώς στην έκβαση της δίκης!!!".
Επομένως, ο λόγος αυτός προβάλλεται αορίστως και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος. Περαιτέρω, οι λοιπές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και σύμφωνα με τις οποίες: (α) "κακώς αναφέρεται στην προσβαλλομένη... ότι δεν αποδείχθηκε η ενεργός ανάμειξη του... αναιρεσιβλήτου στη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, αφού αυτό αποδείχθηκε με πλήθος εγγράφων" (λόγος αναιρέσεως υπ' αριθμ. 2), (β) "κακώς αναφέρεται...
ότι... δεν αποδεικνύεται ούτε ενεργός ανάμειξή του στη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων ούτε ότι αυτός ενήργησε ως εκπρόσωπος και για λογαριασμό της εταιρείας" (λόγος υπό στοιχ. 3α), (γ) "κακώς αναφέρεται... ότι οι επιταγές... με τη σφραγίδα της εταιρείας και την υπογραφή του αντιδίκου... κάτωθι αυτής, δεν μπορούν να αποδοθούν στον αντίδικο...
αφού δεν προσκομίσθηκε ούτε ζητήθηκε... η σύνταξη πραγματογνωμο-σύνης" (λόγος υπό στοιχ. 3β), (δ) "κακώς αναφέρεται... ότι η κατάθεση του μάρτυρα... δεν κρίνεται πειστική" (λόγος υπό στοιχ. 3γ) και (ε) "κακώς αναφέρεται... ότι, παρόλο που αποδείχθηκε η ανάμειξή του... αναιρεσιβλήτου, αυτή κρίνεται δικαιολογημένη", ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων, και, επομένως, οι αντίστοιχοι ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/1981, "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ.μ. ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατο την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας".
Όπως συνάγεται από την αδιάστικτη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευα-στικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, γεγονός το οποίο συμβαίνει και επί της 30ήμερης προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως.
Επομένως, αν η τελευταία (30η) πριν από τη δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επιδόσεως) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 33/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα τη 17-12-2009 κατέθεσε στον Γραμματέα του Αρείου Πάγου το από 8-12-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, το οποίο με παραγγελία της επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο τη 18-12-2009 (βλ. σχετικές εκθέσεις). Σύμφωνα έτσι με τα προεκτεθέντα, η ανωτέρω τριακονθήμερη προθεσμία έληγε την 17-1-2010, η οποία - όπως προκύπτει από το ημερολόγιο - συμπίπτει με ημέρα Κυριακή και, ως εκ τούτου, η προθεσμία για άσκηση προσθέτων λόγων έληγε την 19.00 ώρα της 18-1-2010, ημέρας της δικασίμου που είχε ορισθεί για τη συζήτηση της ανααίρεσης. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι (εκπρόθεσμοι). Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 10-12-2007 αίτηση της ... για αναίρεση της 268/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου και τους από 8-12-2009 προσθέτους λόγους αναιρέσεως. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ