Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of bank's claim for guarantee repayment due to procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the National Bank of Greece against the Thessaloniki Court of Appeal's decision dismissing its claim for guarantee repayment. The bank argued that the lower court incorrectly required additional evidence to prove the guarantee's validity, which was already established by the specific Ministerial Decision of 2006. The Court agreed, finding that the lower court's request for further proof constituted a direct violation of substantive law regarding the conditions for exercising the right to claim repayment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 577(1) & (3), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The lower court's decision is void if it requires additional evidence to substantiate a claim that is already legally founded by specific statutory provisions, constituting a direct violation of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1197 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1197/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ινώ Παζαρζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-9-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 5/9/2022 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 103/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο απέρριψε την από 4/3/2019 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθ.13/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με την οποία είχε απορριφθεί η από 2/11/2016 αγωγή της κατά του αναιρεσίβλητου περί επιδικάσεως του ποσού της καταπεσούσης σε βάρος του εγγυήσεως, υπό την οποία χορηγήθηκε δάνειο στη (μη διάδικο) εταιρεία "ΒΙΟ.ΚΕΡ.ΑΕ" κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 6/9/2022 στη Γραμματεία του Εφετείου Θράκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την 1/1/2016 προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2018), γιατί, από την επομένη της δημοσίευσης αυτής στις 8/9/2020, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών και μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης δεν είχε συμπληρωθεί διετία. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσία προσέδωσε σε αυτό έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 428/2021).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση (ΑΠ 312/2023).
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του (ερμηνευτικό σφάλμα), καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών αυτών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (υπαγωγικό σφάλμα) (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 534/2022).
Προκειμένου να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 159/2004).
Η υπουργική απόφαση, κανονιστικού περιεχομένου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 850/2004, ΑΠ 825/2004, ΑΠ 1605/ 1995), η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης, που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (ΑΠ 1903/2022, ΑΠ 1352/2022).
Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 133/2022, ΑΠ 54/2022, ΑΠ 5/2020).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 191/2022).).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 133/2022).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη, για τη θεμελίωσή της, γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή, μη λαμβάνοντας υπόψη εκτιθέμενα σε αυτήν γεγονότα (ΑΠ 39/2023, ΑΠ 9/2020), ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή εάν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Με τις διατάξεις του ν. 2322/1995 "Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο παροχής της επίδικης εγγύησης, πριν τα άρθρα 1 έως 12 αυτού καταργηθούν με το άρθρο 106 παρ. 1 του Ν.4549/2018 (ο οποίος στα άρθρα 91 επ.
αυτού θέσπισε αντίστοιχες διατάξεις), ρυθμίστηκαν η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Κατά τις διατάξεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί να παρέχει την εγγύησή του για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων που χορηγούν οι τράπεζες προς ιδιωτικές επιχειρήσεις και επαγγελματίες.
Η εγγύηση παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (άρθρ. 1), η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρ. 12), άλλως είναι ανυπόστατη (ΟλΝΣΚ 39/2009) εκδίδεται δε μετά από σύμφωνη γνώμη Τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής που συνιστάται με το άρθρο 5 αυτού και επικουρείται από την υπό του άρθρο 6 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου προβλεπομένη Υποεπιτροπή.
Ειδικότερα, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι "Επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ημεδαπές η αλλοδαπές τράπεζες, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή οίκους, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς τεχνικούς οίκους, ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης και εταιρίες γενικά, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου, καθώς και σε ξένες Κυβερνήσεις:
α. Για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων, που χορηγούν προς: αα.....ββ. Ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση τη οικονομικής ανάπτυξης περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων...".
Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του ίδιου ως άνω άρθρου "Σε περίπτωση κατάπτωσης των εγγυήσεων εξετάζονται από το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Οικονομικών), που ως εγγυητής εξυπηρετεί πλέον τα δάνεια, οι λόγοι και οι ενδεχόμενες παραλείψεις που συνετέλεσαν στην αδυναμία κανονικής εξόφλησης του δανείου από τους υπόχρεους φορείς.
Το Υπουργείο Οικονομικών δύναται να θέσει σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης τα πάσης φύσεως έσοδα και τις δαπάνες των φορέων και να επιβάλλει περιορισμούς στη διαχείριση της περιουσίας των φορέων αυτών, προς το σκοπό συνέχισης αποπληρωμής των δανείων από τους ίδιους και εξόφλησης των όσων έχει καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τίθενται σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης φορείς του προηγούμενου εδαφίου και ρυθμίζονται κατά περίπτωση όλες οι σχετικές με την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αναγκαίες λεπτομέρειες".
Εξάλλου, στην παράγραφο 8 του ίδιου ως άνω άρθρου 1 του ν. 2322/1995 ορίζονται τα ακόλουθα: "8.α. Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης, της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Το Συμβούλιο εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών ή στα όργανα, προς τα οποία έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, για:
ι) την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος εγγύησης, σε επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α', της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εξετάζοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται από την υπουργική απόφαση που θεσπίζει το καθεστώς ενίσχυσης, ιι) την τροποποίηση των όρων και των προϋποθέσεων, υπό τους οποίους παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο θεσπισμένου καθεστώτος ενίσχυσης υπό τη μορφή κρατικής εγγύησης, των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ύστερα από αίτημα του φορέα υπέρ του οποίου χορηγήθηκε η εγγύηση ή του πιστωτικού ιδρύματος έναντι του οποίου παρασχέθηκε αυτή......
γ. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρέχεται στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος κρατικής ενίσχυσης υπό τη μορφή εγγύησης, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου". Περαιτέρω, στο άρθρο 11 παρ. 1, 4 και 5 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "1.Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων, που έχει παράσχει μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος που χορήγησε το δάνειο, τόσο κατά των πρωτοφειλετών όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2......3..... 4.
Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά, με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.-Δ25). 5.Τα αναγκαία δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ-Δ25) βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών".
Η πιο πάνω διάταξη (11 παρ. 4) είναι ομοίου περιεχομένου με την διάταξη του 126 παρ. 4 του ν.4270/2014 (Δημόσιο Λογιστικό, ΦΕΚ A 143/28-6-2014), η οποία ορίζει ότι "εάν η εγγύηση δεν χορηγήθηκε έγκυρα λόγω πταίσματος του δανειστή ή πιστωτή, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά, με μέριμνα της αρμόδιας Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους".
Ακολούθως, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ. 5 του ως άνω ν.2322/1995 και του ν.2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού" εκδόθηκε η υπ'αριθμ.1/478/4.1.2005 (ΦΕΚ Β 16/13.1.2006) Υπουργική Απόφαση "Διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο", με την οποία ορίζονται, μεταξύ άλλων και τα εξής : Τα πιστωτικά ιδρύματα είναι υποχρεωμένα να αποστείλουν πλήρη φάκελο μαζί με τα προβλεπόμενα από την παρ.
Β' της ίδιας Υπουργικής Απόφασης δικαιολογητικά στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Η τελευταία, αφού διενεργήσει το σχετικό έλεγχο δικαιολογητικών και τήρησης των όρων της απόφασης με βάση την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, αποστέλλει πλήρη φάκελο με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ, η οποία προβαίνει στην εν στενή εννοία βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, σε βάρος των υποχρέων φυσικών ή νομικών προσώπων και αποστέλλει άμεσα στην 25η Δ/νση το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης.
Μόνο μετά την εν λόγω βεβαίωση, δύναται να διενεργηθεί η πληρωμή της εγγυημένης οφειλής προς το πιστωτικό ίδρυμα. Η Δ.Ο.Υ, η οποία, σε περίπτωση που κρίνει, ότι δεν της εστάλησαν επαρκή δικαιολογητικά για τη βεβαίωση του συνόλου του ποσού υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια Τράπεζα ή τη βεβαιούσα Αρχή, αμέσως μετά τη βεβαίωση των ως άνω οφειλών, υποχρεούται να προβαίνει σε όλες τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε) και λοιπές διατάξεις ενέργειες για τη διασφάλιση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών, καθώς και την πλήρη υποκατάσταση των δικαιωμάτων του Δημοσίου στις εμπράγματες και ενοχικές ασφάλειες.
Στις περιπτώσεις που έστω και εκ των υστέρων κριθεί, ότι, συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του ν. 2322/1995, δηλαδή διαπιστωθεί, ότι από υπαιτιότητα του δανειστή ή του πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και η 25η Διεύθυνση, ανακαλεί την εγγύηση του Ελληνικού δημοσίου, προβαίνει στη σύνταξη ΑΦΕΚ για την διαγραφή της βεβαιωμένης απαίτησης και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την ενότητα Β' της ως άνω αναφερόμενης ΥΑ 2/478/0025/4-1-2006, για την διενέργεια του απαιτούμενου ελέγχου από την 25η Διεύθυνση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όσο και για την διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου κατά την είσπραξη των απαιτήσεων, ο φάκελος που αποστέλλει το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει απαραίτητα να περιέχει: 1) Αναλυτικές καταστάσεις οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, 2) αντίγραφα όλων των δανειακών συμβάσεων, των συμβάσεων πίστωσης με Ανοικτό Αλληλόχρεο λογαριασμό και των παρεπομένων αυτών συμβάσεων, ώστε να διασφαλίζεται η γνώση του συνόλου των συμβατικών σχέσεων και δικαιωμάτων, που στεγάζονται κάτω από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το Δημόσιο απαίτηση, 3) αντίγραφα όλων των τυχόν συμβάσεων ρύθμισης, που υπεγράφησαν, ώστε να γίνονται γνωστοί οι όροι τυχόν ρυθμίσεων (που εδράζονται σε διοικητικές ρυθμίσεις ή νόμους ή απλά αποτελούν "συμφωνίες" των πιστωτών με τα πιστωτικά ιδρύματα) και είναι εφικτή η διαπίστωση, αν στα πλαίσια των ρυθμίσεων αυτών έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις των νομοθετικών- διοικητικών ρυθμιστικών πράξεων ή αν υφίστανται καταχρηστικοί όροι ή όροι, που βλάπτουν έμμεσα ή άμεσα τα συμφέροντα του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου, 4) ανάλυση της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για κάθε σύμβαση χωριστά, από την υπογραφή της μέχρι την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών.
Από την ανάλυση αυτή, θα πρέπει οπωσδήποτε να προκύπτουν με σαφήνεια: α) Τα ποσά που χορηγήθηκαν, β) Οι τόκοι που χρεώθηκαν, ενήμεροι και υπερημερίας, γ) Tα επιτόκια που εφαρμόσθηκαν εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανά χρονική περίοδο που αυτά ίσχυσαν και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τον εκτοκισμό της εγγυημένης οφειλής δ) Τα έξοδα με τα οποία χρεώθηκαν και η αιτιολογία τους, ε) Οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν εκ μέρους των ενεχομένων έναντι της οφειλής, με αναφορά στις ημερομηνίες που αυτές διενεργήθηκαν και στον τρόπο που τις κατένειμε η τράπεζα έναντι των εξόδων, των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, και των δόσεων ενήμερων και ληξιπροθέσμων, στ) αντίγραφα των αιτήσεων, αποφάσεων, περιλήψεων και πιστοποιητικών υποθηκοφυλακείου, αναφορικά με τα βάρη που ασφαλίζουν τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το δημόσιο απαίτηση του πιστωτικού ιδρύματος, ή πρόσθετες πράξεις, εγγυήσεις (προσωπικές και εμπράγματες) που έχουν χορηγηθεί για την ίδια απαίτηση και ζ) ενημέρωση αναφορικά με τις τυχόν δίκες που διεξήχθησαν και ολοκληρώθηκαν ή εκκρεμούν, αναφορικά με την διασφάλιση της απαίτησης.
Περαιτέρω, κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω Ν. 2322/1995 και μετά από σύμφωνη γνώμη της Διυπουργικής Επιτροπής, παρασχεθείσα, με την υπ' αριθ. ....2006 απόφασή της, εκδόθηκε η έχουσα κανονιστική ισχύ υπ' αριθμόν ...-2006 (ΦΕΚ ...) Απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία ορίστηκαν, κατά τα ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο σημεία της, τα ακόλουθα "Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για τη ρύθμιση των υφιστάμενων μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια και πιστώσεις που χορηγήθηκαν για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης στους Νομούς Ξάνθης, Ροδόπης και Έβρου.
Το προϊόν της ρύθμισης θα αποτελέσει ένα νέο δάνειο, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων του Α' εξαμήνου 2006, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις με πρώτη καταβλητέα την 30.6.2008 και τελευταία την 31.12.2016. Οι τόκοι της περιόδου χάριτος κεφαλαιοποιούνται την 31.12.2007.Οι όροι και οι προϋποθέσεις για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου είναι οι ακόλουθοι:
Η σύνταξη μελέτης βιωσιμότητας από την επιχείρηση στην οποία πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνονται τα ακόλουθα: α)....β)..., γ)...,δ)..., ε)...στ)....ζ) Οι υφιστάμενες εξασφαλίσεις, οι τυχόν προτεινόμενες αναδιαρθρώσεις των υφιστάμενων εξασφαλίσεων που καλύπτουν τις ρυθμιζόμενες οφειλές, καθώς και οι νέες προτεινόμενες εμπράγματες εξασφαλίσεις για τις ρυθμιζόμενες οφειλές, η)...θ)...ι)......
Η μελέτη βιωσιμότητας υποβάλλεται προς την 25η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους όπου και αξιολογείται και παρέχεται η εγγύηση με βάση τα προβλεπόμενα από την εθνική και κοινοτική νομοθεσία (Άρθρα 87 και 88 της συνθήκης των Ε.Κ) σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες και τις προτεινόμενες εξασφαλίσεις.
Σε κάθε περίπτωση το ύψος της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δεν δύναται να υπερβαίνει το σύνολο των υφιστάμενων μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από δάνεια για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης προς πιστωτικά ιδρύματα και το 80% των συνολικών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τα ανωτέρω, οφειλών των εταιρειών προς αυτά....
Σε περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν δύο ολόκληρες τοκοχρεολυτικές δόσεις, και μέσα σ' ένα τρίμηνο από τη λήξη της δεύτερης ανεξόφλητης δόσης οι Τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ' αριθμ. ....2006 ΦΕΚ ....2006.
Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των Τραπεζών, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους(συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου) και τέλος, τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος λογαριασμού.
Ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας απόφασης, καθώς και η αντιμετώπιση στα πλαίσια αυτής των προβλημάτων που θα ανακύπτουν κατά την υλοποίηση, ανατίθεται στη Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.?Δ.25-Τμ.Δ)". Η παραπάνω υπ'αριθμ....-2006 Υπουργική Απόφαση, τροποποιήθηκε (ως προς το δεύτερο και τρίτο εδάφια) με την υπ' αριθμ. ... (ΦΕΚ ...) Υπουργική Απόφαση και στη συνέχεια με την ... (ΦΕΚ ...) Απόφαση, οι οποίες όρισαν ότι "Το προϊόν της ρύθμισης θα αποτελέσει ένα νέο δάνειο, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων του Α' εξαμήνου 2006, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα την 30.6.2009 και τελευταία την 31.12.2016.
Οι τόκοι της περιόδου χάριτος, που αφορούν στο χρονικό διάστημα μέχρι 31.12.2007, κεφαλαιοποιούνται την 31.12.2007, ενώ οι τόκοι που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 31.12.2008 δεν κεφαλαιοποιούνται και η καταβολή τους βαρύνει αποκλειστικά τις επιχειρήσεις".
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω η προαναφερόμενη εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου διέπεται καταρχήν από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν.2322/1995, σε συνδυασμό με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 αυτού και ρυθμίζουν τους όρους και προϋποθέσεις που πρέπει να τηρηθούν, ενώ οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που διέπουν την εγγύηση (ΑΚ 847επ.) εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν.2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων (ΑΠ 173/2024, ΑΠ 797/2023, ΑΠ 738/2023, ΑΠ 1254/2023, ΑΠ 1903/2022), με την παροχή δε της εν λόγω εγγυήσεως γεννάται παρεπόμενη ενοχή αποτελούσα ιδιωτικού δικαίου διαφορά.
Οι διατάξεις που ρυθμίζουν την παροχή της εγγυήσεως του Δημοσίου για την τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αφορούν και θεραπεύουν το δημόσιο και γενικότερο συμφέρον, έχουν επιτακτικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, συνιστούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου, των οποίων η εφαρμογή δεν δύναται να αποκλεισθεί από την ιδιωτική βούληση.
Τα προβλεπόμενα στην οικεία νομοθεσία ως αναγκαίες προϋποθέσεις, είτε για την έγκυρη παροχή της εγγύησης του Δημοσίου, είτε για τη συνέχιση ισχύος της, αποτελούν το δικαιοπρακτικό θεμέλιο, με βάση το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη προχωρούν στην κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων (δανειστή - εγγυητή και δανειστή - οφειλέτη), η δε συνδρομή τους ελέγχεται αρμοδίως.
Το Δημόσιο, ως εγγυητής αναλαμβάνει, δια της συμβάσεως εγγυήσεως, την υποχρέωση να εξοφλήσει τις απαιτήσεις, που αφορά η εγγύησή του, εφόσον οι οφειλόμενες από τον πρωτοφειλέτη δόσεις του χορηγηθέντος δανείου γίνουν ληξιπρόθεσμες. Σε αυτή την περίπτωση η δανείστρια τράπεζα προβαίνει σε καταγγελία, καθιστώντας ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και εν συνεχεία ζητά την κατάπτωση της εγγυήσεως του Δημοσίου (δηλαδή την εκ μέρους του Δημοσίου εξόφληση των εγγυημένων οφειλών σε εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του από την εγγύηση) υποβάλλοντας στην αρμόδια υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά για έλεγχο.
Η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την Τράπεζα, οπότε και δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλομένου ποσού και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κήρυξης του δανείου ληξιπρόθεσμου, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη και την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ΑΠ 173/2024, ΑΠ 738/2023, ΑΠ 797/2023, ΑΠ 181/2021, ΑΠ 1000/2006).
Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που δανείστρια τράπεζα απευθυνθεί στο Δημόσιο για την εξόφληση επικαλούμενης απαίτησής της συνεπεία κατάπτωσης εγγύησης του Δημοσίου, για δάνειο που αυτή χορήγησε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2322/1995, το Δημόσιο δια των αρμοδίων οργάνων του κρίνει, εν πρώτοις, αν όντως συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησής του, πριν δώσει την εντολή για την εξόφληση της σχετικής απαίτησης.
Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου εξετάζεται (άρθρα 1 § 7 και 11 § 4 του ν. 2322/1995 καθώς και παρ. Α,6 της Υ.Α ....2006), αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι νόμιμες προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης (άρθρο 11 § 4 του ν. 2322/1995 ) ή αν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 862 ΑΚ, που εφαρμόζεται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται στην συγκεκριμένη περίπτωση από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων (ΑΠ 173/2024, ΑΠ 783/2023, ΑΠ 797/2023).
Επομένως, προϋποθέσεις για την ελευθέρωση του Δημοσίου από την εγγύηση, κατά τον ν.2322/1995 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων είναι: α) να χορηγήθηκε έγκυρα και να είναι σε ισχύ η εγγύηση του Δημοσίου, β) εξαρχής να μη συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων να εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, γ) να συντρέχει υπαιτιότητα της δανείστριας τράπεζας και δ) να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, συνιστάμενη στο ότι η εξαρχής ή μεταγενέστερη μη συνδρομή μίας ή περισσοτέρων από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της εγγύησης του Δημοσίου οφείλεται σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις της δανείστριας Τράπεζας.
Ως υπαιτιότητα νοείται εν προκειμένω όχι μόνον ο δόλος και η βαριά αμέλεια, αλλά και η ελαφρά αμέλεια του δανειστή ή πιστωτή ως προς την εκτέλεση των όρων της σύμβασης, χωρίς, βεβαίως, να αποκλείονται περιστατικά που στοιχειοθετούν καταχρηστική άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων ( άρθ. 281 ΑΚ και άρθ. 862, 914 ΑΚ).
Η διαπίστωση της μη τήρησης των όρων γίνεται από την 25η Δ/νση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Υπουργείου Οικονομικών, που είναι αρμόδια, κατά την παρ. 5 του Ν. 2322/1995, για τη βεβαίωση της πλήρωσης των όρων αυτών και την επακόλουθη πλήρη υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα έναντι του οφειλέτη δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος (ΑΠ 797/2023, ΑΠ1903/2022).
Αντιθέτως, σε περίπτωση υποβολής από τη δανείστρια τράπεζα, μετά τη συνδρομή των προϋποθέσεων κατάπτωσης της εγγύησης, ελλιπών δικαιολογητικών, για τη βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο αυτό έχει εγγυηθεί, το Δημόσιο δεν ελευθερώνεται, αλλά απλώς η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια Τράπεζα.
Κατά συνέπεια, στοιχεία της βάσεως της αγωγής του πιστωτικού ιδρύματος, που χορήγησε την πίστωση, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εγγυήθηκε υπέρ του πιστούχου, με την οποία ζητείται η καταβολή από το Δημόσιο του ποσού, που εγγυήθηκε αυτό, γιατί ο υπέρ ου η εγγύηση πιστούχος δεν τήρησε τους όρους της πίστωσης είναι α) η σύναψη της σύμβασης δανείου ή πίστωσης και το περιεχόμενό της, β) η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, υπέρ του πιστούχου με Υπουργική Απόφαση, εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του Ν.2322/1995, υπό τις αναφερόμενες στην απόφαση αυτή προϋποθέσεις και γ) η κατάπτωση της εγγύησης, λόγω μη τήρησης από τον πιστούχο των εν λόγω προϋποθέσεων.
H προβλεπόμενη στην κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 2322/1995 εκδοθείσα υπ' αριθ. ...-2006 Απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών υποχρέωση των τραπεζών να υποβάλουν, μέσα στον οριζόμενο στην απόφαση αυτή χρόνο των τριών (3) μηνών από τη λήξη της δεύτερης ανεξόφλητης δόσης, τα αναγκαία για την κατάπτωση της εγγύησης δικαιολογητικά δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση αγωγής από τα πιστωτικά ιδρύματα, τέτοια προϋπόθεση δε δεν αποτελεί ούτε και η υποχρεώσή τους να επιδιώξουν εντός του ιδίου ως άνω χρόνου την είσπραξη από τον οφειλέτη των ληξιπρόθεσμων και εγγυημένων από το Δημόσιο δόσεων, αφού ούτε το άρθρο 11 παρ. 4 ν.2322/1995, ούτε η προαναφερόμενη Υ.Α, όπως κατά τα ανωτέρω συμπληρώθηκε, ορίζουν ως συνέπεια (κύρωση) της παραβίασης των παραπάνω υποχρεώσεων την ελευθέρωση του Δημοσίου από την εγγυητική του ευθύνη και την έκπτωση από το δικαίωμα απόληψης της καταπεσούσας εγγύησης (ΑΠ 964/2024, ΑΠ 797/2023, ΑΠ 738/2023, ΑΠ 1254/2023), αλλά μπορεί οι παραβιάσεις αυτές να θεμελιώσουν, εφόσον συντρέξουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, αξίωση του Δημοσίου προς αποζημίωση (ΑΠ 964/2024, ΑΠ 797/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή της, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της, η αναιρεσείουσα εξέθεσε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: Ότι στο πλαίσιο της υπ' αριθ. ...-2006 (ΦΕΚ ...) απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, "Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου προς τα Πιστωτικά Ιδρύματα για τις υφιστάμενες μέχρι 31-12-2006 ληξιπρόθεσμες και μη οφειλές, που προέρχονται από δάνεια που χορηγήθηκαν σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στο Νομό Ξάνθης" το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσίβλητο), ενέκρινε την παροχή εκ μέρους του εγγύησης, σε ποσοστό 80%, για τις υφιστάμενες στις 30/6/2006 οφειλές της πιστούχου ανώνυμης εταιρείας "ΒΙΟ.ΚΕΡ.ΑΕ" συνολικού ποσού 411.112,62 ευρώ.
Ότι ακολούθως και μετά την έγκριση αυτή, η ενάγουσα κατάρτισε στις 22/6/2007 με την προαναφερόμενη πιστούχο εταιρεία και τους στην αγωγή αναφερόμενους εγγυητές υπέρ αυτής την ....2007 σύμβαση δανείου-ρύθμιση, στην οποία ρητά συμφωνήθηκε ότι οι υφιστάμενες στις 30/6/2006 οφειλές της πιστούχου ποσού 411.112,62 ευρώ πλέον των τόκων από 3.7.2006, κεφαλαιοποιούνται σε ένα νέο δάνειο εξοφλητέο σε (18) συνεχείς εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, της πρώτης καταβλητέας στις 30/6/2008 και της τελευταίας στις 31/12/2016 και ότι σε περίπτωση μη πληρωμής δυο τοκοχρεωλυτικών δόσεων το δάνειο κηρύσσεται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και η ενάγουσα θα δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση.
Ότι η πιστούχος δεν κατέβαλε δυο τοκοχρεωλυτικές δόσεις (της 31/12/2008 και 30/6/2009 ) με συνέπεια να καταστεί το δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Ότι η ενάγουσα στις 10/3/2010 κατήγγειλε τη σύμβαση δανείου και έκλεισε τον τηρούμενο αλληλόχρεο λογαριασμό, με χρεωστικό σε βάρος της πιστούχου υπόλοιπο 502.917,20 ευρώ, του οποίου ζήτησε την καταβολή από την πιστούχο και τους εγγυητές.
Ότι αν και έχει ζητήσει από το εναγόμενο, με την από 10/6/2010 επιστολή που του απέστειλε, να της καταβάλει τα εγγυημένα από το ίδιο σε ποσοστό 80% ποσά κεφαλαίου και τόκων, συνολικού ύψους 392.906,96 ευρώ, αυτό αρνείται αναίτια την καταβολή των ποσών αυτών. Με αυτό το ιστορικό ζήτησε η αναρεισείουσα να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει το παραπάνω ποσό, νομιμοτόκως από 11/6/2010 άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Μετά την απόρριψη της αγωγή, ως μη νόμιμης, με την υπ’ αριθμ. 13/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης και την άσκηση έφεσης από την αναιρεσείουσα, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση και επικύρωσε με την εκκαλούμενη απόφαση με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία "...Με τον πρώτο λόγο της έφεσής της η ενάγουσα - εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι έσφαλε το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, διότι είναι δικαίωμα και όχι υποχρέωση της δανείστριας τράπεζας να κηρύξει ληξιπρόθεσμο το καλυπτόμενο από την εγγύηση τμήμα του δανείου και να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του σχετικού ποσού, χωρίς να υποχρεούται να πράξει τούτο, επί ποινή εκπτώσεως των δικαιωμάτων της, εντός τριμήνου από την λήξη της δεύτερης δόσης του δανείου.
Ο λόγος αυτός έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος, διότι οι όροι και οι προϋποθέσεις για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και για την κατάπτωση και πληρωμή αυτής καθορίζονται από την εκάστοτε υπουργική απόφαση, βάσει της οποίας εγκρίνεται η χορήγηση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και καταρτίζεται η δανειακή σύμβαση ρύθμισης των χρεών.
Στην προκείμενη περίπτωση με την υπ' αριθμ. ...-2006 υπουργική απόφαση, δυνάμει της οποίας εγκρίθηκε η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, ορίζεται πως απαραίτητη προϋπόθεση για να λειτουργήσει η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου είναι η μη εξόφληση από τους πρωτοφειλέτες δύο ολόκληρων τοκοχρεωλυτικών δόσεων, τίθεται, δε, περιορισμός ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο η δανείστρια τράπεζα δικαιούται να ζητήσει την εξόφληση των εγγυημένων απαιτήσεών της και δη ενός τριμήνου από την λήξη της δεύτερης ανεξόφλητης δόσης του δανείου, εντός του οποίου οφείλει να υποβάλει τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ' αριθμ. ...-2006 (ΦΕΚ ...) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.
Συνεπώς, ο χρόνος προσφυγής στη διαγραφόμενη από την ανωτέρω υπουργική απόφαση διαδικασία εξόφλησης της εγγυημένης απαίτησης, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ορίζεται απευθείας από το νόμο και δεν αφήνεται στην επιλογή της δανείστριας. Με το δεύτερο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η διάταξη της ανωτέρω υπουργικής απόφασης, με την οποία προβλέπεται η υποβολή των δικαιολογητικών για την εξόφληση της εγγυημένης απαίτησης εντός τριμήνου από τη λήξη της δεύτερης δόσης, είναι ατελής κανόνας δικαίου, διότι δεν προβλέπει ως κύρωση, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης σ' αυτόν, την έκπτωση της δανείστριας τράπεζας από το δικαίωμά της να ασκήσει την αξίωσή της κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Και ο λόγος αυτός έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος, διότι με την εν λόγω διάταξη τάσσεται αποσβεστική προθεσμία, εντός της οποίας οφείλει να ενεργήσει η δανείστρια τράπεζα για την εξόφληση της εγγυημένης απαίτησής της, δηλαδή με αυτή τάσσεται όριο διάρκειας στο δικαίωμα, ανεξαρτήτως της επιμέλειας ή αδράνειας του δικαιούχου ως προς την άσκηση αυτού, μετά την πάροδο του οποίου αποσβέννυται το μη ασκηθέν δικαίωμα".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεχόμενο ότι προϋπόθεση της γένεσης της επίμαχης αξίωσης της αναιρεσείουσας τράπεζας είναι η τήρηση από αυτήν της υποχρέωσης υποβολής των αναγκαίων δικαιολογητικών για την εξόφληση της εγγυημένης απαίτησης και επιδίωξης είσπραξης της οφειλής, εντός τριών (3) μηνών από τη λήξη της δεύτερης τοκοχρεολυτικής δόσης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 11 Ν.2322/1995 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας και έχουσας κανονιστική ισχύ υπ' αριθ. ...-2006 Αποφάσεως του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, δια της οποίας παρασχέθηκε η εγγύηση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου προς την αναιρεσείουσα για τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις δανείων, που αυτή χορήγησε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΒΙΟ.ΚΕΡ.ΑΕ", καθόσον τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, αληθή υποτιθέμενα, πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και, άρα είναι επαρκή για την νομική στήριξη του αιτήματος της αναιρεσείουσας, γιατί με την πιο πάνω αναφερόμενη διάταξη δεν τάσσεται αποσβεστική προθεσμία, εντός της οποίας οφείλει να ενεργήσει η δανείστρια τράπεζα για την εξόφληση της εγγυημένης απαίτησής της, ούτε η υποχρέωση αυτή της αναιρεσείουσας αποτελεί, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, προϋπόθεση για την άσκηση της ένδικης αγωγής, και γι' αυτό για το ορισμένο και νόμιμο αυτής αρκούσε η γενόμενη σε αυτήν αναφορά ότι η αναιρεσείουσα χορήγησε τα επίδικα δάνεια με την εγγύηση του αναιρεσιβλήτου, δοθείσα με την ανωτέρω Υπουργική Απόφαση και ότι κατέπεσε η εγγύηση αυτή, γιατί η ανωτέρω πιστούχος εταιρεία δεν κατέβαλε δύο ληξιπρόθεσμες δόσεις του δανείου και στη συνέχεια η αναιρεσείουσα "κατέστησε ληξιπρόθεσμο το συνολικό ποσό της οφειλής" για το δάνειο, και ζήτησε την καταβολή του χρεωστικού υπολοίπου αυτού.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αξίωσε για τη νομική θεμελίωση της αγωγής περισσότερα στοιχεία από εκείνα που οι ανωτέρω διατάξεις απαιτούν για τη γένεση του οικείου δικαιώματος της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, είναι βάσιμος.
Κατόπιν της παραδοχής του παραπάνω αναιρετικού λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 103/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα.
Και Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ