Legislator Case Law & Legislation
1197/2020 AI generated

Supreme Court annuls lower court for violating interpretation rules on insurance contract renewal offer.

Case Number 1197/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding an insurance contract renewal dispute. The appellant argued the lower court failed to apply general interpretation rules (Articles 173 and 200 of the Civil Code) to determine the true intent behind a letter offering contract renewal upon payment of premiums. The court held that the appellate court identified ambiguity in the letter but incorrectly failed to utilize statutory interpretation rules to resolve it, constituting a reversible error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; The court must apply general interpretation rules whenever a contract contains ambiguity or a gap, and failure to do so despite identifying such uncertainty constitutes a violation of interpretation rules warranting annulment.

Keywords

AI generated
insurance contract renewal general interpretation rules ambiguity in declaration Civil Code Articles 173 200 annulment of judgment true intent of parties Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1197 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1197/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. Α. του Β., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γιαννόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "ΝΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΝΝ HELLAS", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πολυξένη Μπαλτά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4057/2010 του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο κηρύχθηκε καθ' ύλην αναρμόδιο να δικάσει την αγωγή και παρέπεμψε την αγωγή στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 2126/2015 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 3223/2016 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-6-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 21-6-2019 κλήση της αναιρεσείουσας, νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατόπιν ματαιώσεως της συζητήσεως αυτής κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 27-5-2019, λόγω διενεργείας των ευρωεκλογών και των αυτοδιοικητικών εκλογών.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στην δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και εμμέσως κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή αυτών, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ. Α.Π. 26/2004, Α.Π. 208/2019, 934/2014, 115/2013, 56/2011, 1183/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος των τα εξής: "Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, η οποία είναι ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία και λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της στον ειδικότερο τομέα των ασφαλειών ζωής, συνάπτει ασφαλιστικές συμβάσεις με τους καταναλωτές και εκδίδει αντίστοιχα ασφαλιστήρια συμβόλαια, που περιέχουν τους Γενικούς Όρους Συναλλαγών ( Γ.Ο.Σ ), για την ασφάλεια ζωής και τους ειδικούς όρους, που αφορούν ειδικές συμφωνίες μεταξύ αυτής και του συμβαλλομένου καταναλωτή και περιλαμβάνονται συνήθως σε ειδικά παραρτήματα της κύριας συμβάσεως ασφαλίσεως .

Με βάση την υπ' αριθμ. …./…-06-1995 αίτηση (πρόταση) για την σύναψη συμβάσεως ασφαλίσεως, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, ηλικίας τότε 52 ετών (γεννηθείσα την 30-10-1943 ), κατάρτισε με την εναγομένη, σύμβαση ασφάλισης ζωής, με τους ειδικότερους όρους που η σύμβαση αυτή περιλαμβάνει και για την οποία συντάχθηκε στις 28-06- 1995 το υπ' αριθμ.

…. Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο Ζωής, με χρόνο ενάρξεως της ασφαλίσεως την 27-06-1995. Η διάρκεια της σύμβασης αυτής ορίστηκε ισόβια, ως προς τη βασική ασφάλιση, με ασφαλιζόμενη την ενάγουσα και δικαιούχους της ασφαλιστικής αποζημίωσης τους νόμιμους κληρονόμους της και με ασφαλιζόμενο κεφάλαιο συμμετοχής στα κέρδη ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) δραχμές, ήδη τέσσερις χιλιάδες τετρακόσια δύο ευρώ και πέντε λεπτά ( 4.402,05).

Παράλληλα στο ίδιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο εκτός από την πιο πάνω κύρια ασφάλιση ζωής, συμπεριελήφθησαν και οι περιεχόμενες σε Προσαρτήματα συμπληρωματικές (πρόσθετες) ασφαλίσεις υπέρ της ενάγουσας, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του παραπάνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής, ήτοι: α) Ασφάλιση εξόδων επείγουσας αερομεταφοράς, με ασφαλιζόμενο κεφάλαιο ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών, ήδη δύο χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα λεπτών (2.934,70) (Προσάρτημα XIX), β) Ασφάλιση απαλλαγής πληρωμής ασφαλίστρων ζωής και τυχόν προσαρτημάτων, λόγω διαρκούς ολικής ανικανότητας (Προσάρτημα I) και γ) Ασφάλιση Υπερκάρτας Υγείας, για την κάλυψη του κινδύνου νοσοκομειακής περίθαλψης, εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος, με ασφαλιζόμενο κεφάλαιο δύο εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων (2.500.000) δραχμών, ήδη επτά χιλιάδων τριακοσίων τριάντα έξι ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (7.336,75) (Προσάρτημα XX).

Στο προοίμιο του παραδοθέντος στην ενάγουσα ασφαλιστηρίου συμβολαίου αναγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι : " Οι γενικοί και ειδικοί όροι του ασφαλιστηρίου αυτού συμβολαίου (που ισχύουν για τη Βασική Ασφάλεια Ζωής και για τα προσαρτήματα τα αναφερόμενα στον παρακάτω πίνακα παροχών και ασφαλίστρων ) περιέχονται στα επισυναπτόμενα αντίστοιχα έντυπα, που ο συμβαλλόμενος διάβασε και αποδέχεται το περιεχόμενο τους .... " .

Εξάλλου, στο άρθρο 5 του Κεφαλαίου των Γενικών Όρων του άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου και με τον τίτλο " Επαναφορά σε ισχύ", ορίστηκε ρητά ότι: "Αν το ασφαλιστήριο λόγω μη πληρωμής ασφαλίστρων, ακυρωθεί ή μετατραπεί σε ελεύθερο περαιτέρω καταβολής ασφαλίστρων, είναι δυνατό να ανακτήσει την πλήρη ισχύ του με έγγραφη αίτηση του συμβαλλομένου, που υποβάλλεται στη διεύθυνση της Εταιρίας μέσα σε προθεσμία 5 ετών από της ημερομηνίας που έγινε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το πρώτο μη πληρωμένο ασφάλιστρο και εφόσον υποβληθούν ικανοποιητικά για την Εταιρία αποδεικτικά στοιχεία για την καλή κατάσταση της υγείας του ασφαλιζομένου και καταβληθούν χωρίς τόκους τα καθυστερημένα ασφάλιστρα ... ".

Με το άρθρο 6 των γενικών όρων του βασικού ασφαλιστηρίου, που επιγράφεται "Αξία εξαγοράς ασφαλιστηρίου", ορίστηκε ότι: "Η αξία εξαγοράς του ασφαλιστηρίου θα υπολογίζεται σύμφωνα με τις μεθόδους που έχει εγκρίνει το Υπουργείο Εμπορίου και που ίσχυαν κατά το χρόνο συνάψεως της ασφαλίσεως", ενώ στο άρθρο 7 των γενικών όρων του βασικού ασφαλιστηρίου, που επιγράφεται "Ασφάλιση ελεύθερη περαιτέρω καταβολής ασφαλίστρων" διαλαμβάνεται ότι: "Το ελαττωμένο ποσό της ασφαλίσεως, ελεύθερο περαιτέρω καταβολής ασφαλίστρων, θα υπολογίζεται σύμφωνα με τις μεθόδους που έχει εγκρίνει το Υπουργείο Εμπορίου και που ίσχυαν κατά το χρόνο συνάψεως της ασφαλίσεως ".

Εξάλλου, στο άρθρο 8 των Γενικών Όρων του βασικού ασφαλιστηρίου, που επιγράφεται "Χρόνος δικαιώματος εξαγοράς - ελευθέρου ασφαλιστηρίου", γίνεται μνεία ότι: "Το δικαίωμα εξαγοράς ή ελευθεροποιήσεως ασφαλιστηρίου παρέχεται μετά το δεύτερο έτος, όταν η διάρκεια της ασφαλίσεως είναι μέχρι και δέκα έτη και μετά το τρίτο έτος, όταν η διάρκεια της ασφαλίσεως υπερβαίνει τα δέκα έτη".

Με το τελευταίο άρθρο του ασφαλιστηρίου, που επιγράφεται " Δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη", παρατίθεται η ακόλουθη παράγραφος: "Στη διάρκεια ισχύος του ασφαλιστηρίου αυτού θα αποδίδεται στον συμβαλλόμενο ποσοστό τουλάχιστον 95% του καθαρού προϊόντος της υπεραποδόσεως από την επένδυση των μαθηματικών αποθεμάτων, μετά την αφαίρεση του εγγυημένου τεχνικού επιτοκίου προσαυξημένου κατά 1,25% .

Το ποσοστό που θα προκύπτει από τον ανωτέρω υπολογισμό σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 85% της διαφοράς μεταξύ καθαρού προϊόντος της υπεραποδόσεως από την επένδυση των μαθηματικών αποθεμάτων και του εγγυημένου τεχνικού επιτοκίου. Διευκρινίζεται ότι το εγγυημένο τεχνικό επιτόκιο για όλα τα προγράμματα είναι 4,25%, με εξαίρεση το πρόγραμμα της ατομικής συνταξιοδοτήσεως που είναι 5%.

Το δικαίωμα αυτό θα ισχύει έστω και αν το ασφαλιστήριο γίνει ελεύθερο περαιτέρω καταβολής ασφαλίστρων. Καταβολές χρηματικών ποσών, που προκύπτουν από το δικαίωμα αυτό, θα πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Ν.Δ. 400/1970 ( άρθρο 12 παρ. 4 ) .... Σε περίπτωση κατά την οποία το ασφαλιστήριο ακυρωθεί ή εξαγορασθεί, οποιοδήποτε δικαίωμα που προκύπτει από το ασφαλιστήριο αυτό και δεν έχει καταβληθεί θα αποδίδεται στον συμβαλλόμενο ".

Τέλος, στο άρθρο 15 του Προσαρτήματος XX - Ασφάλιση Υπερκάρτας Υγείας, που τιτλοφορείται " Τερματισμός Ασφαλίσεως " ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι: " Η ισχύς του παρόντος τερματίζεται (...) δ) Με την επέλευση της επετείου της πλησιέστερης προς τα γενέθλια του εξηκοστού πέμπτου έτους του ασφαλιζομένου ...". Εξάλλου, το ίδιο ως άνω άρθρο προέβλεπε ότι : " Εάν όμως για τον ασφαλιζόμενο ή τη σύζυγο του το προσάρτημα αυτό ήταν σε ισχύ για πέντε τουλάχιστον συνεχή έτη, πριν από την επέτειο του ασφαλιστηρίου, την πλησιέστερη προς τα γενέθλια του εξηκοστού πέμπτου έτους, η ισχύς του παρόντος παρατείνεται για πέντε ακόμη έτη, αλλά με ασφάλιστρο αυξημένο κατά 30% και εν συνεχεία για το υπόλοιπο της ζωής τους, αλλά με ασφάλιστρο αυξημένο κατά 20%".

Από το συνδυασμό των παραπάνω όρων προκύπτει ότι η, εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης καταγγελία της συμβάσεως ασφαλίσεως λόγω μη καταβολής των ασφαλίστρων παράγει διαφορετικές έννομες συνέπειες, μεταξύ της βασικής ασφάλισης ζωής και της συμπληρωματικής ασφάλισης Υπερκάρτας Υγείας. Ειδικότερα, της μεν συμπληρωματικής ασφάλισης, επιφέρει τη λύση, της δε βασικής ασφάλισης ζωής, στην οποία σχηματίζεται μαθηματικό απόθεμα, τη μετατροπή της σε ασφάλιση ελεύθερη ασφαλίστρων .

Συνέπεια της μετατροπής αυτής είναι ότι, ο μεν λήπτης της ασφάλισης παύει στο μέλλον να καταβάλλει ασφάλιστρο, ο δε ασφαλιστής, μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, υποχρεούται να καταβάλει στον ασφαλισμένο το ασφαλιστικό ποσό, μειωμένο κατά το λόγο του αριθμού των ασφαλίστρων που έχουν καταβληθεί και του ατομικού μαθηματικού αποθέματος που έχει σχηματιστεί.

Έτσι, η αρχική - βασική ασφαλιστική σύμβαση, με τη μετατροπή της σε ασφάλιση ελεύθερη ασφαλίστρων, δεν καταργείται, αλλά συνεχίζεται, κατά τις συμφωνίες των μερών, που περιέχονται στο ασφαλιστήριο, με εξαίρεση το μέγεθος του ασφαλιστικού ποσού και την καταβολή των ασφαλίστρων. Περαιτέρω, από τα ίδια, όπως παραπάνω, αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στη σχετική θέση της παρούσας απόφασης, προέκυψε ότι σε εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως, η ενάγουσα εκπλήρωνε με συνέπεια τις συμβατικές της υποχρεώσεις, καταβάλλοντος περιοδικώς το προβλεπόμενο εξαμηνιαίο ασφάλιστρο, ύψους εξακοσίων τριάντα τεσσάρων ( 634,00 ) ευρώ .

Η σύμβαση αυτή εξελίχθηκε ομαλά μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2007, οπότε ο ασφαλιστικός πράκτορας της εναγομένης, Γ. Π., για λογαριασμό της τελευταίας, ενημέρωσε την ενάγουσα ότι, βάσει του ως άνω σχετικού συμβατικού όρου (άρθρο 15 του Προσαρτήματος XX - Ασφάλιση Υπερκάρτας Υγείας), θα έπρεπε από την 27-06-2008, εξαιτίας της επικείμενης συμπλήρωσης του 65ου έτους ηλικίας της, να καταβάλει εφάπαξ ασφάλιστρο, αυξημένο κατά 30%, προκειμένου να συνεχισθεί η ισχύς του συμβολαίου για άλλα πέντε (5) έτη και εν συνεχεία για το υπόλοιπο της ζωής της, με ασφάλιστρο αυξημένο κατά 20%.

Ωστόσο, την 10-06-2008, η ενάγουσα προέβη στην καταβολή του εξαμηνιαίου ασφαλίστρου της ασφαλιστικής περιόδου από 27-06-2008 έως 27-12-2008, ως είχε, χωρίς την ως άνω αύξηση . Για το λόγο αυτό και αφού είχε παρέλθει άπρακτη η προβλεπόμενη από το ασφαλιστήριο τριακονθήμερη προθεσμία πληρωμής των ασφαλίστρων, η εναγομένη με την από 28-07-2008 προειδοποιητική ακυρωτική επιστολή της, ενημέρωσε την ενάγουσα ότι η παράταση των τριάντα (30) ημερών της προθεσμίας καταβολής των ασφαλίστρων, με ημερομηνία οφειλής 27-06-2008, έληξε στις 27-07- 2008 και της χορήγησε την δυνατότητα να εξοφλήσει τα οφειλόμενα (αυξημένα) ασφάλιστρα εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την παραλαβή της ως άνω επιστολής της, μετά την παρέλευση της οποίας το ασφαλιστήριο θα ήταν άκυρο.

Επιπλέον, ενημέρωσε την ενάγουσα ότι σε περίπτωση μη πληρωμής των ασφαλίστρων, αν το ασφαλιστήριο της έχει αποκτήσει αξία εξαγοράς, τότε, σύμφωνα με τους όρους του, η ακύρωση θα περιορίζεται μόνο στα τυχόν προσαρτήματα και το ασφαλιστήριο θα μετατραπεί σε ασφάλιση ελεύθερη περαιτέρω καταβολής ασφαλίστρων, ενώ παράλληλα της κατέστησε γνωστό ότι, μετά την ακύρωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η επαναφορά του σε ισχύ θα ήταν δυνατή μόνο κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, χάνοντας όμως πολλά από τα δικαιώματά της .

Η επιστολή αυτή, όπως από το περιεχόμενο της προκύπτει, περιείχε δήλωση της εναγομένης ότι καταγγέλλει την επίδικη, μετά της ενάγουσας, σύμβαση ασφάλισης, αν αυτή δεν κατέβαλε, μέσα σε προθεσμία τριάντα ( 30 ) ημερών από την παραλαβή της, τα οφειλόμενα ασφάλιστρα . Στην επιστολή αυτή η εναγομένη επισημαίνει και τις έννομες συνέπειες της καταγγελίας της και συγκεκριμένα την μετατροπή της βασικής ασφάλισης ζωής, σε ασφάλιση ελεύθερη περαιτέρω καταβολής ασφαλίστρων, με την έννοια που εκτίθεται παραπάνω, βάσει ρητού, έγκυρου Γενικού Όρου Συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.) του Ασφαλιστηρίου και τη λύση των προσαρτημένων στο συμβόλαιο αυτό, για τον ως άνω κλάδο ασφαλίσεως ζωής, συμπληρωματικών ασφαλίσεων.

Η ανωτέρω επιστολή προκάλεσε τη διαμαρτυρία της ενάγουσας, η οποία, αν και έλαβε από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία την ως άνω έγγραφη ειδοποίηση για την πληρωμή των οφειλομένων (αυξημένων) ασφαλίστρων, με την από 11-08-2008 επιστολή της, επιφυλάχθηκε ως προς την αιτούμενη ως άνω αναπροσαρμογή . Σε απάντηση δε αυτής της επιστολής της, η εναγομένη της απέστειλε την από 26-08-2008 νέα επιστολή, με την οποία την ενημέρωνε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Προσαρτήματος XX - Ασφάλιση Υπερκάρτας Υγείας, η ετήσια επέτειος του ασφαλιστηρίου της ήταν η 27η Ιουνίου.

Επομένως, μετά την πάροδο της τριακονθήμερης προθεσμίας, που η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2496/1997 τάσσει στο λήπτη της ασφάλισης, για να εξοφλήσει τα καθυστερούμενα ασφάλιστρα και να αποτρέψει τις συνέπειες της καταγγελίας, η δια της από 28-07-2008 επιστολής γενόμενη καταγγελία της επίδικης ασφαλιστικής συμβάσεως, παρήγαγε έκτοτε, από 01-09-2008, όλες τις πιο πάνω έννομες συνέπειές της, μετέτρεψε δηλαδή, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, τη βασική ασφάλισης ζωής, σε ασφάλιση ελεύθερη περαιτέρω καταβολής ασφαλίστρων και επέφερε τη λύση της συμπληρωματικής ασφάλισης Υπερκάρτας Υγείας .

Εν τούτοις η ενάγουσα με την από 16-12-2008 επιστολή της, γνωστοποίησε στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ότι ήταν διατεθειμένη να καταβάλει συμπληρωματικά τη διαφορά που προέκυπτε μεταξύ του αυξημένου και του ήδη καταβληθέντος αρχικού ασφαλίστρου προκειμένου να συνεχισθεί η ισχύς του άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου.

Στη συνέχεια, η εναγομένη ασφαλιστική επιχείρηση απέστειλε στην ενάγουσα την από 19-01-2009 επιστολή της, το περιεχόμενο της οποίας έχει επί λέξει, ως ακολούθως : " ... Το υπ' αριθμ. …. Ασφαλιστήριο Ζωής, θα επαναφερθεί ως είχε τη στιγμή που κατέστη ελεύθερο περαιτέρω καταβολής ασφαλίστρων την 01-09- 2008, εφόσον καταβληθεί το υπόλοιπο ποσό των Ε 147,74 για την οφειλή 27-06-2008 έως 27-12-2008 και το ποσό των Ε 781,74 για την οφειλή 27-12-2008 έως 27-06-2009...".

Πράγματι, η ενάγουσα την 12- 02-2009, κατέβαλε τα ως άνω ποσά στον υπ' αριθμ. … τραπεζικό λογαριασμό, που τηρεί η τελευταία στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", όπως τούτο προκύπτει από τα σχετικά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα παραστατικά, στα οποία ως αιτιολογία αναφέρεται η πληρωμή ασφαλίστρων, γεγονός άλλωστε που δεν αμφισβητείται από την εναγομένη (άρθρο 261 του ΚΠολΔ).

Ωστόσο, η εναγομένη ασφαλιστική επιχείρηση, απέστειλε στην ενάγουσα την από 08-04-2009 συστημένη επιστολή της, με την οποία την πληροφορεί αφενός μεν ότι έλαβε τα καταβληθέντα χρήματα για την επαναφορά σε ισχύ του υπ' αριθμ. … ακύρου Ασφαλιστηρίου Ζωής, αφετέρου δε ότι το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο εξακολουθεί να παραμένει άκυρο.

Με την ίδια επιστολή, η ασφαλιστική εταιρεία έκανε γνωστό στην ενάγουσα ότι είχε την δυνατότητα (σύμφωνα με το άρθρο 5 των Γενικών Όρων Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου ή με το άρθρο 2 των Γενικών Όρων Βασικής Ασφάλισης Ζωής αυτού), να επαναφέρει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, να ανακτήσει δηλαδή αυτό την πλήρη ισχύ του, όσον αφορά τη βασική ασφάλεια ζωής, από την ημερομηνία που έγινε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το πρώτο μη πληρωμένο ασφάλιστρο, υπό την προϋπόθεση ότι μέσα σε διάστημα τριάντα ημερών από τη λήψη της επιστολής αυτής, θα έχει εξοφλήσει το τυχόν υπόλοιπο των μέχρι τότε οφειλομένων και καθυστερημένων ασφαλίστρων ζωής, καθώς επίσης και το ποσό των ασφαλίστρων που αφορούσε τα τυχόν προσαρτήματα, με τα οποία καλυπτόταν από την ημερομηνία επαναφοράς του συμβολαίου και θα υπέβαλε συγχρόνως στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία σχετική έγγραφη αίτηση επαναφοράς σε ισχύ του άκυρου ασφαλιστηρίου της, υπογράφοντας την ειδική έντυπη αίτηση της εταιρείας.

Της υπενθύμιζε δε ότι μέχρι την ημερομηνία τακτοποίησης των ανωτέρω εκκρεμοτήτων το ασφαλιστήριο θα παρέμενε άκυρο. Η περιγραφόμενη ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης ασφαλιστικής επιχείρησης, δεν συνιστά αυτή καθ' εαυτή προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας και συγκεκριμένα το περιεχόμενο της από 18-04-2009 επιστολής της, με την οποία υποδεικνύει στην ενάγουσα ασφαλισμένη της τον τρόπο επαναφοράς σε ισχύ του ακυρωθέντος ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ουδεμία αντίφαση παρουσιάζει σε σχέση με το περιεχόμενο της προγενέστερης από 19-01-2009 επιστολής της, η οποία δεν μπορεί να εκληφθεί ως πρόταση προς σύναψη σύμβασης και ειδικότερα πρόταση προς συνέχιση της σύμβασης ασφάλισης, υπό το μοναδικό όρο ότι η ενάγουσα θα προέβαινε στην καταβολή των οφειλομένων ασφαλίστρων, όπως εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεδομένου ότι ο τρόπος επαναφοράς του ακυρωθέντος ασφαλιστηρίου συμβολαίου ρητά προβλέπεται στο άρθρο 5 του Κεφαλαίου των Γενικών Όρων και με τον τίτλο "Επαναφορά σε ισχύ ", το περιεχόμενο του οποίου αναφέρθηκε ανωτέρω .

Τον όρο αυτό γνώριζε η ενάγουσα, ήδη κατά τη σύναψη της συμβάσεως, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, είχε ενημερωθεί από την εναγομένη με την από 28-07- 2008 προειδοποιητική ακυρωτική επιστολή της ότι, μετά την ακύρωση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου της, η επαναφορά του σε ισχύ θα ήταν δυνατή μόνο κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις .

Ωστόσο, τέτοια έγγραφη αίτηση προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, για την επαναφορά της ισχύος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο, δεν υποβλήθηκε εκ μέρους της ενάγουσας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι προαναφερόμενοι Γενικοί και Ειδικοί έντυποι όροι της ασφαλιστικής σύμβασης, που ενσωματώθηκαν στο βασικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του, τους οποίους επικαλούνται αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη και συνακόλουθα θεωρείται ότι δεσμεύονται από αυτούς, είναι απολύτως σαφείς, δεν παρουσιάζουν κενά, όπως και η σύμβαση αυτή στο σύνολο της και δεν καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η βασική ασφάλιση ζωής ήταν ισόβια, όχι όμως και οι ειδικότερες ασφαλιστικές καλύψεις, μεταξύ των οποίων και η επίδικη, η οποία έληγε στις 27-06-2008, απορριπτομένου μετά ταύτα του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι είχε την εντύπωση πως είχε συνάψει ασφαλιστική σύμβαση ισόβιας διάρκειας ....Εξάλλου, με βάση τα παραπάνω, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο τούτο καταλήγει στην κρίση ότι, η από 16- 12-2008 επιστολή της ενάγουσας, δεν συνιστά πρόταση - αίτηση προς συνέχιση - επαναφορά της επίδικης σύμβασης, την οποία αποδέχθηκε η εναγομένη με τη μεταγενέστερη της επίδικης καταγγελίας συμπεριφορά της, δηλαδή με την από 19-01-2009 επιστολή της, αλλά και στη συνέχεια με την είσπραξη εκ μέρους της των οφειλομένων ( αυξημένων ) ασφαλίστρων...

Κατ' αρχήν διότι η ενάγουσα με την άνω επιστολή της, ζήτησε τη συνέχιση της ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία όμως δεν υφίστατο, αφού αυτή είχε ήδη ακυρωθεί και ο μόνος τρόπος να επανέλθει σε ισχύ, ήταν η υποβολή αίτησης επαναφοράς σε ισχύ του άκυρου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, υπογράφοντας την ειδική έντυπη αίτηση της εναγομένης ασφαλιστικής επιχείρησης...Έπειτα και διότι οι καταβολές που έγιναν στις 12-02- 2009, ότε η καταγγελία, με την πάροδο άπρακτης της τριακονθήμερης προθεσμίας, παρήγαγε τα αποτελέσματά της, δεν ενέχουν την εκ μέρους της εναγομένης σιωπηρή αποδοχή τους, ως εάν αυτές είχαν γίνει εμπροθέσμως, πολλώ δε μάλλον δήλωση βουλήσεως της εναγομένης να θεωρηθεί η από 28-07-2008 δήλωση περί καταγγελίας της σύμβασης, ως μηδέποτε γενομένη και την, κατά σιωπηρή συμφωνία της με την ενάγουσα, έκτοτε αναβίωση, σε πλήρη ισχύ, της ασφαλιστικής συμβάσεως, αφού οι καταβολές αυτές, ακόμη και αν θεωρηθεί ως αληθές ότι η εναγομένη παρείχε προς τούτο στην ενάγουσα ειδικό αριθμό προκειμένου να καταστεί δυνατή η καταβολή αυτών σε τραπεζικό της λογαριασμό, έγιναν υπό την προϋπόθεση της, μετά την καταγγελία, επαναφοράς σε πλήρη ισχύ του ασφαλιστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 5 των Γενικών Όρων αυτού και όχι για να θεωρηθεί η καταγγελία ως μηδέποτε γενομένη .

Τέλος και σε συνέχεια των όσων προαναφέρθηκαν το γεγονός ότι η εναγομένη δεν προέβη στην επιστροφή των ως άνω καταβληθέντων ασφαλίστρων στην ενάγουσα, δεν μπορεί να θεωρηθεί, άνευ ετέρου, ως σιωπηρή συμφωνία επαναφοράς σε ισχύ του ακυρωθέντος ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δηλώνοντας δηλαδή με τον τρόπο αυτό τη βούλησή της να εξακολουθήσει ισχύουσα η επίδικη μετ' αυτής σύμβαση ασφαλίσεως, σαν να μην είχε ποτέ εκ μέρους της καταγγελθεί...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως και είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή, απέρριψε αυτήν εξολοκλήρου ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι το καθοριστικό για την διάγνωση της ενδίκου διαφοράς ζήτημα είναι η νομική αξιολόγηση της από 19-1-2009 επιστολής της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης προς την ενάγουσα και νυν αναιρεσείουσα.

Εάν δηλαδή η ανωτέρω επιστολή, το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται αυτουσίως στην προσβαλλομένη απόφαση, περιέχει πρόταση προς σύναψη συμβάσεως, με αντικείμενο την επαναφορά σε ισχύ του ακυρωθέντος ασφαλιστηρίου συμβολαίου, με τον αναφερόμενο σ' αυτήν μοναδικό όρο της καταβολής εκ μέρους της εναγούσης των οφειλομένων ασφαλίστρων.

Την άποψη αυτή υιοθέτησε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο συνακολούθως ότι με την αποδοχή από την εναγομένη της εν λόγω προτάσεως, που έγινε με την καταβολή εκ μέρους όλων των οφειλομένων ασφαλίστρων, τα οποία και εισέπραξε η εναγομένη, η ασφαλιστική σύμβαση επανέκτησε την ισχύν της. Αντιθέτως το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του ερμήνευσε με διαφορετικό τρόπο το περιεχόμενο της συγκεκριμένης επιστολής, κρίνοντας ότι σ' αυτήν δεν εμπεριέχεται η προειρημένη πρόταση προς σύναψη συμβάσεως, αλλά υπόδειξη του τρόπου επαναφοράς σε ισχύ του ακυρωθέντος ασφαλιστηρίου συμβολαίου, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κεφαλαίου των Γενικών Όρων της συμβάσεως, περί του οποίου όμως δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην επίμαχη επιστολή.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, υπό την έννοια της παραβιάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., με την μη εφαρμογή (και όχι την εφαρμογή) αυτών, κατ' εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του αντιστοίχου λόγου.

Τούτο δε διότι το Εφετείο, ενώ διαπιστώνει, εμμέσως πλην σαφώς, με την απόφασή του την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς την δήλωση βουλήσεως της εναγομένης, που διατυπώνεται στην επίμαχη επιστολή της, η οποία και συνιστά απάντηση στην από 16-12-2008 σχετική επιστολή της εναγούσης, παραλείπει παρά ταύτα να προσφύγει στους γενικούς, ως άνω, ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια της δηλώσεως βουλήσεως της εναγομένης, η οποία ως προελέχθη, είναι καθοριστική για την διάγνωση της ενδίκου διαφοράς.

Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχήν του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποία επεκτείνεται και επί των λοιπών, ώστε να παρέλκει η έρευνά των, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολο της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επί πλέον πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα αυτής σε βάρος της ηττωμένης αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3223/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτήν.

Και.

Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2020.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ