Legislator Case Law & Legislation
1197/2014 AI generated

1197/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1197/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1197/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 787, 974, 981, 984, 994, 1094, 1113 ΑΚ, συνάγεται ότι κάθε συγκύριος, όταν προσβάλλεται το δικαίωμα συγκυριότητας του, μπορεί να ασκήσει διεκδικητική αγωγή εναντίον εκείνου που νέμεται το πράγμα και να επιδιώξει την αναγνώριση του δικαιώματος συγκυριότητας και την απόδοση της σύννομης κατά την ιδανική του μερίδα.

Keywords

AI generated
parents' pension family member liability of head of household running of the household family assets estate administrator
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1197 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1197/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Ζ. του Ι., 2) Α. χήρας Ε. Ζ., το γένος Χ. Π., 3) Ε. Ζ. του Ε. και 4) Β. Ζ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Παπαδημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φίλιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/2/2006 αγωγή και την από 16/11/2007 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 218/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2012 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/6/2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 31/1/2014 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 573 παρ.1 και 577 παρ.1, 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης που καθιστά απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος μπορεί να γίνει και σιωπηρά. Τέτοια σιωπηρή αποδοχή δεν ενέχει η συμμόρφωση του ηττηθέντος διαδίκου προς το περιεχόμενο τελεσίδικης απόφασης που είναι δεκτική αναγκαστικής εκτέλεσης, ανεξάρτητα από το αν η συμμόρφωση έλαβε χώρα πριν ή μετά την κοινοποίηση προς αυτόν επιταγής προς εκτέλεση.

Διότι, σε κάθε περίπτωση, η συμμόρφωση αυτή δεν είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης του οφειλέτη, αλλά επιχειρείται υπό την απειλή αναγκαστικής εκτέλεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του ισχυρίζεται ότι η άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτη, διότι οι αναιρεσείοντες μετά την άσκηση της (στις 8/6/2001) αποδέχθηκαν σιωπηρά την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, δεδομένου ότι συμμορφώθηκαν προς το περιεχόμενο της και δεν προσέβαλαν τη γενόμενη σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση με βάση την πιο πάνω απόφαση με ανακοπή, εντός των προβλεπόμενων από τα άρθρα 933 και 934 ΚΠολΔ προθεσμιών.

Ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο κατ' εκτίμηση, αποδίδεται έλλειψη εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η συμμόρφωση των αναιρεσειόντων προς τις διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης, που έγινε κατόπιν αναγκαστικής εκτέλεσης, δεν ενέχει σιωπηρή αποδοχή αυτής.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 787, 974, 981, 984, 994, 1094, 1113 ΑΚ, συνάγεται ότι κάθε συγκύριος, όταν προσβάλλεται το δικαίωμα συγκυριότητας του, μπορεί να ασκήσει διεκδικητική αγωγή εναντίον εκείνου που νέμεται το πράγμα και να επιδιώξει την αναγνώριση του δικαιώματος συγκυριότητας και την απόδοση της σύννομης κατά την ιδανική του μερίδα.

Την αγωγή αυτή ο συγκύριος μπορεί να ασκήσει και εναντίον του άλλου συγκυρίου, ο οποίος τον απέβαλε από τη συννομή. Περαιτέρω, η διεκδικητική αγωγή (άρθρο 1094 ΑΚ) παρέχεται στο δικαιούχο, όταν η προσβολή της κυριότητας του είναι καθολική, με την ολική αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ενώ, όταν υπάρχει μερική προσβολή της κυριότητας, δηλαδή διατάραξη αυτής, παρέχεται η αρνητική αγωγή (άρθρο 1108 ΑΚ).

Οι δύο αυτές αγωγές δεν μπορούν να σωρευθούν καταρχήν ευθέως στο ίδιο δικόγραφο, διότι αντιφάσκουν μεταξύ τους. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της κρινόμενης αγωγής, ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι με τους εναγομένους, πού είναι αδέλφια του, είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του αναλυτικά κατά θέση, έκταση και όρια περιγραφομένου στην αγωγή οικοπέδου, με το επ' αυτού υπάρχον κτίσμα (κατάστημα-καφενείο).

Ότι, έγινε κύριος του άνω ακινήτου, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, με έκτακτη χρησικτησία, αφού μετά τον, κατά το έτος 1968, θάνατο του πατέρα τους, Ι. Ζ., στον οποίο και ανήκε κατά κυριότητα το εν λόγω ακίνητο, κατόπιν άτυπου διανομής της κληρονομιαίας περιουσίας μεταξύ όλων των συγκληρονόμων, τόσο ο ίδιος, όσο και οι εναγόμενοι έλαβαν αποκλειστικά στη νομή και κατοχή τους το επίδικο, το οποίο έκτοτε νεμήθηκαν, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, ο καθένας, ασκώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, πού εκτίθενται στην αγωγή" και ειδικότερα.

την από κοινού συνεκμετάλλευσή του, ως επιχείρησης καφενείου, από τους εναγομένους, οι οποίοι του κατέβαλαν πάντοτε το αναλογούν στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό του ενοίκιο, με αντίστοιχη συμμετοχή του στις δαπάνες συντηρήσεως αυτού. Ότι, την άνοιξη του έτους 2005 οι εναγόμενοι, εκμεταλλευόμενοι ολιγόμηνη απουσία του στο εξωτερικό, πραγματοποίησαν στο εν λόγω κατάστημα εργασίες ανακαίνησης, και στη συνέχεια, το εκμίσθωσαν στον γιο του πρώτου από αυτούς.

Ότι, το γεγονός αυτό πληροφορήθηκε (ο ενάγων) κατά την επιστροφή του, τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, οπότε οι εναγόμενοι του δήλωσαν ότι το ακίνητο ανήκει αποκλειστικά σ' αυτούς, αποβάλλοντάς τον, κατά τον παραπάνω τρόπο από την συννομή του και αμφισβητώντας την συγκυριότητά του. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε:

α) να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά του, κατά το παραπάνω ποσοστό, στο επίδικο και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του το αποδώσουν, κατά το αυτό ως άνω ποσοστό και β) να απαγορευτεί στους εναγόμενους κάθε διατάραξή της επί του παραπάνω ιδανικού μεριδίου του στο ακίνητο αυτό, με την απειλή χρηματικής ποινής 1000 ευρώ για κάθε μελλοντική διατάραξη και προσωπικής κράτησης.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή αυτή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα, μετά την παραδοχή της έφεσης που άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατ' αυτής, αναγνώρισε τον ενάγοντα συγκύριο κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στο πιο πάνω ακίνητο, μετά των επ' αυτού κτισμάτων, και υποχρέωσε τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες να του το αποδώσουν, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό συγκυριότητας.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ως προς τη νομιμότητα της ένδικης αγωγής, ως διεκδικητικής αγωγής κυριότητας κοινού ακινήτου μεταξύ συγκυρίων και δεν δέχθηκε ότι σωρεύεται σε αυτή και αρνητική αγωγή. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι δέχθηκε, παρά το νόμο τη σώρευση διεκδικητικής και αρνητικής αγωγής για το ίδιο τμήμα ακινήτου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 787, 795 εδ. α', 799, 1113 ΑΚ, προκύπτει ότι η συγκυριότητα περισσοτέρων εξ αδιαιρέτου κατ' ιδανικά μέρη σε κοινό ακίνητο, επί της οποίας εφαρμόζονται παράλληλα και οι διατάξεις περί κοινωνίας, ως προς τις σχέσεις των συγκυρίων μεταξύ τους και τη νομική θέση αυτών (δικαιώματα, υποχρεώσεις κλπ.), αποκτάται, εκτός των άλλων, και με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), ο χρόνος, όμως, της οποίας δεν αρχίζει, αν ο αντιποιούμενος τη σύννομη των άλλων συγκυρίων δεν τους καταστήσει γνωστό ότι στο εξής νέμεται το κοινό ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό του.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου κλπ.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68, 215, 221 παρ. 1α', 225, 286 περ. α', 287, 290, 292 ΚΠολΔ, 1094 ΑΚ, προκύπτει ότι εναγόμενος στη διεκδικητική αγωγή είναι εκείνος που κατά το χρόνο της άσκησής της έχει τη νομή του διεκδικούμενού πράγματος, και αυτός νομιμοποιείται παθητικά στη σχετική δίκη. Ο θάνατος του εναγομένου μετά την άσκηση της πιο πάνω αγωγής εναντίον του και την επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη, εφόσον οι νόμιμοι κληρονόμοι του δηλώσουν νομοτύπως ότι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα (λόγω του θανάτου) δίκη, οπότε υπεισέρχονται απλά στη δικονομική θέση του αρχικά εναγομένου και νομιμοποιούνται παθητικά στη συνέχιση της ήδη ανοιγείσας κατ' αυτού δίκης.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο πατέρας των διαδίκων, Ι. Ζ., ήταν κύριος, όπως συνομολογείται, ενός οικοπέδου, πού βρίσκεται στο ..., εμβαδού 231,89 τ,μ, και συνορεύει βόρεια - βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Μ. Ζ. και λοιπών συνιδιοκτητών, βορειανατολικά με ιδιοκτησία Έ.

Γ., νότια -νοτιοανατολικά με δημοτική πάροδο και εν μέρει με ιδιοκτησία Έ. Γ. και δυτικά με την οδό ..., μετά των επ' αυτού κτισμάτων και ειδικότερα ένα ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 83,08 τ,μ, με αποχωρητήριο, εμβαδού 11,76 τ.μ και διόροφη αποθήκη, εμβαδού 45 τ.μ ανά όροφο, η αξία του οποίου (οικοπέδου και καταστήματος μετά των παραρτημάτων), κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, αναρχόταν στο ποσό των 90.000 ευρώ.

Ο προαναφερόμενος πατέρας των διαδίκων απεβίωσε στις 30-3-1968 και κατέλειπε μόνους πλησιέστερους συγγενείς, την σύζυγο του, Β. και τα τέσσερα τέκνα του; δηλαδή τους διαδίκους και την κόρη του, Ά. συζ. Ν. Μ., πού είχε ήδη τελέσει γάμο το έτος 1958. Αμέσως μετά τον θάνατό του, όλοι οι ανωτέρω συμφώνησαν σιωπηρά την άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας και δυνάμει της συμφωνίας αυτής το παραπάνω οικόπεδο, μετά των κτισμάτων του περιήλθε, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τους διαδίκους, οι οποίοι άρχισαν να το νέμονται, κατά το προαναφερόμενο έκαστος ποσοστό.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθ. πρωτ. ... άδεια λειτουργίας καταστήματος, πού εκδόθηκε από την Διοίκηση Χωροφυλακής Κοζάνης, στο όνομα του πρώτου εξ αυτών, οι εναγόμενοι εκμεταλλεύονταν από κοινού το επίδικο, ως καφέ - ουζερί, και από το έτος 1980, ως καφενείο, με την υπ' αριθ. πρωτ. 712/45/2α/25-4-1.980 άδεια λειτουργίας, πού εκδόθηκε από το Αστυνομικό Τμήμα Σερβίων, στο όνομα του δεύτερου εξ αυτών, ο οποίος και συνέχισε να το εκμεταλλεύται μόνος από τον Δεκέμβριο του έτους 1995 πού συνταξιοδοτήθηκε ο πρώτος εναγόμενος, μέχρι και την δική του συνταξιοδότηση, το έτος 2004.

Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, που οι εναγόμενοι είχαν την συνεκμετάλλευση του επιδίκου, κατέβαλαν στον ενάγοντα την αναλογούσα στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό του, μισθωτική αξία αυτού, ενώ μετά την συνταξιοδότηση του πρώτου εναγομένου, ο δεύτερες εναγόμενος συνέχισε να καταβάλει αυτήν τόσο στον ενάγοντα όσο και.

στον πρώτο εναγόμενο, ο δε ενάγων συμμετείχε αντίστοιχα, κατά το παραπάνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό, στις δαπάνες συντηρήσεως του επιδίκου, Την ανωτέρω κρίση για την συμφωνία της άτυπης διανομής, καθώς και το ύψος του μηνιαίου μισθώματος, που όλα αυτά τα χρόνια εισέπραττε ο ενάγων στηρίζει το Δικαστήριο στην κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως (Ι.

Ζ. του Χ.), καθώς και στις ένορκες βεβαιώσεις του παραπάνω μάρτυρα, της Ε. Ζ. και του Π. Σ. (υπ' αριθ. 30.529, 30.528 και 30.530/27-5-2011 αντίστοιχα), οι οποίοι καταθέτουν για την συμφωνία αυτή, την οποία τοποθετούν χρονικά μεν κατά τα έτη 1971-1972 πλήν όμως, ενόψει της εκδόσεως της παραπάνω άδεια λειτουργίας στο όνομα του πρώτου εναγομένου, το έτος 1969, είναι βέβαιο ότι της ρητής-ως άνω συμφωνίας (1971-1972), που έγινε σε οικογενειακή συγκέντρωση, κατά την οποία μάλιστα ήταν παρούσα και η εξ αυτών Ε.

Ζ. (σύζυγος του ενάγοντος) προϋπήρξε η σιωπηρή συμφωνία της άτυπης διανομής αμέσως μετά τον θάνατο του πατέρα των διαδίκων, Ι. Ζ.. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά περί των οποίων οι άνω καταθέσεις επιβεβαιώνονται και α) από τις Δηλώσεις Στοιχείων Ακινήτων (Ε9) των ετών 1995 και 1997, που υπέβαλε ο ενάγων στην αρμόδια ΔΟΥ Σερβίων, στις οποίες αναγράφει, μεταξύ των άλλων περιουσιακών του στοιχείων, και το παραπάνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό του στο επίδικο, β) από τις Αναλυτικές Καταστάσεις για μισθώματα ακινήτων (Ε2), πού αποκτήθηκαν κατά τα έτη 2000, 2001, 2002 και 2003, στις οποίες ο ενάγων δηλώνει προς την ΔΟΥ Σερβίων το εισπραττόμενο κατ' έτος, για το ποσοστό του στο επίδικο, μηνιαίο μίσθωμα, γ) από τις Δηλώσεις Φορολογίας Εισοδήματος των ετών 2001, 2002, 2003 και 2004 για εισοδήματα πού αποκτήθηκαν κατά τα έτη 2000, 2001, 2002 και 2003, με τις οποίες ο ενάγων δηλώνει προς την ίδια ΔΟΥ, το εισπραχθέν, για το παραπάνω ποσοστό του, ετήσιο μίσθωμα, δ) .από την Δήλωση Στοιχείων Ακινήτων του έτους 1997 (Ε9), πού υπέβαλε ο δεύτερος εναγόμενος στη ΔΟΥ Σερβίων, στην οποία αναγράφει, μεταξύ των άλλων περιουσιακών του στοιχείων, και το παραπάνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό του (1/3) στο επίδικο και ε) από την Αναλυτική Κατάσταση για τα μισθώματα ακινήτων (Ε2), πού αποκτήθηκαν κατά το έτος 1997, με την οποία ο δεύτερος εναγόμενος δηλώνει προς την ίδια ως άνω υπηρεσία, ιδιόχρηση για το παραπάνω ποσοστό του στο επίδικο.

Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από την αντιθέτου περιεχομένου κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, καθώς και από τις ένορκες βεβαιώσεις, που ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προσκόμισαν οι εναγόμενοι, αφού οι τελευταίοι με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, ομολογούν ότι ο πατέρας τους, Ι. Ζ., ήδη από το έτος. 1925 και επί 40ετίας και πλέον νεμόταν και κατείχε το επίδικο κατάστημα με τα βοηθητικά κτίσματα, γενόμενος κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία ήτοι ότι το νεμόταν έως του, κατά το έτος 1968, θανάτου του (1925 + 40 έτη "και πλέον" όπως επί λέξει αναγράφεται = 1968).

Επομένως, η προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση ιδίας κυριότητος, ότι δηλ. το επίδικο περιήλθε σ' αυτούς, δυνάμει άτυπου δωρεάς, πού έγινε από τον πατέρα τους προς αυτούς, κατά τα έτη 1960-1961 και ότι έκτοτε το ενέμοντο αποκλειστικά οι ίδιοι μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, γενόμενοι κύριοι τούτου με έκτακτη χρησικτησία πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη από 15/2/2006 διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά των Γ. Ζ. (πρώτου αναιρεσείοντος) και Ε. Ζ. (στη θέση του οποίου μετά το θάνατο του στις 12/4/2009 υπεισήλθαν ως νόμιμες κληρονόμοι του οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων), για αναγνώριση του δικαιώματος συγκυριότητας του (αναιρεσιβλήτου) κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου και απόδοσης της νομής του, κατά το ίδιο ποσοστό, επί του επίδικου ακινήτου μετά των κτισμάτων του, η οποία (αγωγή) έχει ως βάση τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της συγκυριότητας (έκτακτη χρησικτησία), πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, και να απορριφθεί η ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων, ακολούθως δε δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης συγκυριότητας του αναιρεσιβλήτου, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε ολόκληρο το επίδικο ακίνητο (οικόπεδο με τα επ' αυτού κτίσματα), με έκτακτη χρησικτησία, περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας σκέψης, και τις οποίες εφάρμοσε.

Επομένως, οι πέμπτος και έκτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αρ. 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του "αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο ως συγκύριο κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί ολοκλήρου του οικοπέδου εμβαδού 231,89 τμ. και της υφιστάμενης επ' αυτού διώροφης αποθήκης", ενώ ο τελευταίος (αναιρεσίβλητος) "άσκησε την αγωγική του αξίωση μόνο για το κατάστημα (καφενείο) και όχι για ολόκληρο το οικόπεδο και τη διώροφη αποθήκη." Όπως, όμως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, η αξίωση του αναιρεσιβλήτου αφορά στην αναγνώριση της συγκυριότητας του, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε ολόκληρο το κοινό ακίνητο, μετά των επ' αυτού ευρισκομένων κτισμάτων και την απόδοση της νομής αυτού, κατά το πιο πάνω ιδανικό του μερίδιο, και όχι μόνο στο κατάστημα (καφενείο) που υπάρχει ως κτίσμα πάνω σε αυτό. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση.

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 443, 445, 447 ΚΠολΔ, τα ιδιωτικά έγγραφα δεν διαθέτουν κατ' αρχήν αποδεικτική δύναμη υπέρ του εκδότη τους και σε βάρος του αντιδίκου του, εκτός αν το προσκόμισε ο τελευταίος ή αν πρόκειται για εμπορικά βιβλία. Παρά το γεγονός ότι δεν μπορεί να αντιταχθεί η αποδεικτική δύναμη αυτών υπέρ του εκδότη τους σε βάρος του αντιδίκου του δεν παύουν να έχουν τα τυπικά χαρακτηριστικά των εγγράφων και να είναι υποστατά ως έγγραφα.

Στην περίπτωση αυτή, εμπίπτουν στην έννοια του μη πληρούντος τους όρους του νόμου αποδεικτικού μέσου από άποψη αποδεικτικής δύναμης, και επιτρεπτά λαμβάνονται υπόψη, συμπληρωματικά με ελεύθερη εκτίμηση τους, ως αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όρους του νόμου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.

Π α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11α' ΚΠολΔ ότι έλαβε υπόψη του ιδιωτικά έγγραφα που υπογράφηκαν και προσκομίστηκαν από τον αναιρεσίβλητο καθώς και απλές ανεπικύρωτες φωτοτυπίες ιδιωτικών εγγράφων που υπογράφηκαν από το δικαιοπάροχο, των δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσειόντων Ε.

Ζ. και προσκομίστηκαν επίσης τον αναιρεσίβλητο, προς απόδειξη του ισχυρισμού του για την άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο, τα οποία (ιδιωτικά έγγραφα) δεν εκτιμήθηκαν ως δικαστικά τεκμήρια, αλλά ως έγγραφα με πλήρη αποδεικτική δύναμη. Ειδικότερα, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο: α) οι δηλώσεις στοιχείων ακινήτων Ε-9 των ετών 1995 και 1997 που υπέβαλε ο αναιρεσίβλητος προς τη ΔΟΥ Σερβίων, β) οι αναλυτικές καταστάσεις για μισθώματα ακινήτων Ε2 των ετών 2000-2003, που υπέβαλε ο αναιρεσίβλητος προς τη ΔΟΥ Σερβίων για εισοδήματα που απέκτησε από μισθώματα του επίδικου ακινήτου, γ) οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος ακινήτων των ετών 2001-2004 που υπέβαλε ο αναιρεσίβλητος στην πιο πάνω ΔΟΥ για τα εισοδήματα που απέκτησε από μισθώματα του επίδικου ακινήτου, δ) η δήλωση στοιχείων ακινήτων του έτους 1997 που υπέβαλε ο Ε.

Ζ.ς προς τη ΔΟΥ Σερβίων, στην οποία (δήλωση) αναγράφει ως περιουσιακό του στοιχείο και το 1/3 εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο, ε) η αναλυτική κατάσταση μισθωμάτων ακινήτων Ε2 του έτους 1997, με την οποία ο Ε. Ζ.ς δήλωσε στην ίδια ΔΟΥ ιδιόχρηση για το πιο πάνω ποσοστό στο επίδικο ακίνητο. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τα παραπάνω ιδιωτικά έγγραφα λήφθηκαν υπόψη, κατά το σχηματισμό της αποδεικτικής κρίσης του Εφετείου ως προς το δικαίωμα συγκυριότητας του αναιρεσιβλήτου (κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου) στο επίδικο ακίνητο, συμπληρωματικά ως δικαστικά τεκμήρια που συνεκτιμήθηκαν ελεύθερα μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα), και όχι ως έγγραφα με πλήρη αποδεικτική δύναμη, έστω και αν δεν γίνεται ειδική αναφορά για τη λήψη υπόψη δικαστικών τεκμηρίων, η οποία δεν είναι αναγκαία.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την παραπάνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των υποβληθέντων από τον Ε. Ζ. στη ΔΟΥ Σερβίων εγγράφων που επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο ο αναιρεσίβλητος για την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του περί άσκησης πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο, και για τα οποία έγινε λόγος στην προηγούμενη σκέψη.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει, από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν στήριξε την αποδεικτική του κρίση, αναφορικά με τον πιο πάνω αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, αποκλειστικά στα παραπάνω έγγραφα, αλλά συνεκτίμησε το περιεχόμενο τους, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, λοιπά έγγραφα).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8/6/2012 αίτηση των Γ. Ζ. κλπ για αναίρεση της 3/2012 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Διατάσσει την εισαγωγή παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ