Legislator Case Law & Legislation
1197/2012 AI generated

1197/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1197/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/1998 μη οριστική, 769/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 200/2010 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-1-2011 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1197/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή η απαιτουμένη εικοσαετία προς συμπλήρωση του χρόνου της εκτάκτου χρησικτησίας αρχίζει από της εισαγωγής του ιδίου Κώδικος, εκτός εάν ο μακρότερος του προϊσχύσαντος δικαίου χρόνος συμπληρώνεται ενωρίτερα, οπότε η χρησικτησία συμπληρώνεται με την παρέλευση του χρόνου αυτού του προϊσχύσαντος δικαίου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1197 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1197/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κων/νο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. χας Γ. Μ. και 2. Σ. Γ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ. Νικολάου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/1998 μη οριστική, 769/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 200/2010 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-1-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 2-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, για την κτήση κυριότητος επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται κατά μεν τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 και 1 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 (Βασ.50 . 14), αδιάλειπτος νομή του πράγματος με καλή πίστη επί τριακονταετία, την οποία (καλή πίστη), όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20παρ. 12 πανδ.(5.8),27 πανδ.(18.1), 10, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 πανδ.(41.10)και 109 πανδ.(50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση ,ότι δια της κτήσεως της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητος άλλου, κατά δε την διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ ο χρόνος αυτός περιωρίσθη στην εικοσαετία, συνυπολογιζομένου, κατ' αμφότερα τα δίκαια, και του χρόνου νομής χρησικτησίας του προκατόχου του νομέως.

Προκειμένου δε περί εκτάκτου χρησικτησίας που άρχισε υπό το κράτος του προϊσχύοντος δικαίου και συμπληρώθηκε υπό τον Κώδικα, που δεν απαιτεί το στοιχείο της καλής πίστεως του νομέως, είναι απαραίτητη η ύπαρξη της καλής πίστεως για τον μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο (23/2/1946). Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 64 και 65 του Εισ.Ν.ΑΚ., οι περί χρησικτησίας διατάξεις του ΑΚ εφαρμόζονται από της εισαγωγής του και επί προαρξαμένης χρησικτησίας, μη συμπληρωθείσης μέχρι τότε.

Στην περίπτωση αυτή η απαιτουμένη εικοσαετία προς συμπλήρωση του χρόνου της εκτάκτου χρησικτησίας αρχίζει από της εισαγωγής του ιδίου Κώδικος, εκτός εάν ο μακρότερος του προϊσχύσαντος δικαίου χρόνος συμπληρώνεται ενωρίτερα, οπότε η χρησικτησία συμπληρώνεται με την παρέλευση του χρόνου αυτού του προϊσχύσαντος δικαίου.

Περαιτέρω, και μέχρι της εισαγωγής το ΑΚ, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου {ν. 7 Κωδ. (3.31), ν.44 πανδ.(7.34.), ν.26, Κωδ.(3.32), ν. 46 πανδ.(46.3), ν.1 πρ.πανδ. (41.9), ν.30 πανδ.(29.4), ν.2 πανδ. (20.5), ν.13 παρ.1, πανδ. (5.3)}, Κωδ. (3.32), ν. 46 πανδ.(46.3), ν.1 πρ.πανδ. (41.9), ν.30 πανδ.(29.4), ν.2 πανδ. (20.5), ν.13 παρ.1, πανδ. (5.3)}, και μετά την εισαγωγή του ΑΚ., κατά το άρθρο 1041 αυτού, προς επέλευση της τακτικής χρησικτησίας απαιτείται άσκηση νομής επί του ακινήτου με καλή πίστη επί συνεχή δεκαετία και νόμιμος τίτλος (ή και νομιζόμενος), του οποίου ελλείποντος δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητος με τον τρόπο αυτό, ο οποίος πρέπει να υποβληθεί σε μεταγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν.

Τ/1856 και 1033 του ΑΚ. Εξ' άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1,1846,1193,1195,1198 και 1199 του ΑΚ προκύπτει, ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί από τον νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητος επί των κληρονομιαίων ακινήτων, η επί των οποίων κυριότητα μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον αυτός (ο κληρονόμος) αποδεχθεί, με δημόσιο έγγραφο, την κληρονομία και μεταγράψει την περί της αποδοχής δήλωσή του ή εκδοθεί κληρονομητήριο και αυτό μεταγραφεί.

Εξάλλου, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, ή στάθμιση, ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται και όταν στην απόφαση δεν γίνεται ειδική μνεία και αξιολόγηση ενός εκάστου των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους, διότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από την επιταγή του άρθρου 340 του Κ.Πολ.Δ..

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, εδέχθη , μετ' ανέλεγτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο, το οποίο αποτελεί τμήμα μείζονος έκτασης συνολικής επιφάνειας 35.662,50 τετρ. μέτρων, έχει εμβαδόν 9.629 τετρ. μέτρων, βρίσκεται στη θέση "Πρόποδες Παλαμηδίου" της περιφέρειας της Πρόνοιας του Δήμου Ναυπλίου, απεικονίζεται με τα στοιχεία Δ2-Μ1-Ξ-0- Π-Ρ-Σ-ΤΑ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Δ2 στο από 26-12-1994 τοπογραφικό διάγραμμα του εμπειροτέχνη τοπογράφου ..., που επισυνάπτεται στην αγωγή και, σύμφωνα με αυτό, συνορεύει ως εξής: (α) το τμήμα του που βρίσκεται νότια της δημόσιας οδού Ναυπλίου - Παλαμηδίου συνορεύει, ανατολικά επί πλευράς Υ-Φ με ιδιοκτησία κληρονόμων Β.

Π. και επί πλευράς Φ-Χ με ιδιοκτησία κληρονόμων Ρ., δυτικά επί πλευράς Ρ-Σ-Τ με ιδιοκτησία πρώην Δ. και ήδη Α., βόρεια επί πλευράς Ρ-Χ με δημόσια οδό Ναυπλίου - Παλαμηδίου και νότια επί πλευράς Τ-Υ με ιδιοκτησία Θ. Α. και (β) το τμήμα του που βρίσκεται βόρεια της άνω δημόσιας οδού συνορεύει, ανατολικά επί πλευράς Ω-Δ2 με ιδιοκτησία κληρονόμων Ρ., δυτικά επί πλευράς Ξ-0 με ιδιοκτησία πρώην κληρονόμων Κ.

και Σ. Σ. και ήδη Β. Κ., βόρεια επί πλευράς Δ2-Μ1-Ξ με υπόλοιπη ιδιοκτησία εναγόντων και νότια επί πλευράς Ο-Ω με δημόσια οδό Ναυπλίου - Παλαμηδίου. Επίσης, το επίδικο ακίνητο απεικονίζεται στο από 21-12-2005 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ν. Α., που προσαρτάται στην από 21-12-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ως τεμάχιο Ο.Τ./5, με τους αριθμούς 8-9-10-11 -12-13-14-15-16-17-18-20- 34-8, και σύμφωνα με αυτό χωρίζεται από τη δημόσια οδό Ναυπλίου - Παλαμηδίου σε δύο τμήματα, το νότιο τμήμα επιφάνειας 1.432,64 τετρ.

μέτρων, το οποίο απεικονίζεται με τους αριθμούς 11-35-36-37-11 και το βόρειο τμήμα επιφάνειας 8.161,49 τετρ. μέτρων, το οποίο απεικονίζεται με τους αριθμούς 10-17-18-19-41-40-39-38-31-32-33-10. Το άνω επίδικο τμήμα ανήκε κατά κυριότητα στον Β. Σ., στον οποίο είχε περιέλθει το έτος 1876 με κληρονομική διαδοχή του πατέρα του Χ. Σ. και υπεισέλευση στην κληρονομιά αυτού.

Ο Β. Σ., δυνάμει του υπ' αριθ. .../1917 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Παναγιώτη Περράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε την κυριότητά του, λόγω δωρεάς αιτία θανάτου, στον Κ. Σ., ο οποίος στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1920 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Παναγιώτη Περράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, το μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στον Α.

Ν. και αυτός το μεταβίβασε, αιτία πωλήσεως, στον Ε. Π. με το νόμιμα μεταγραμμένο υπ' αριθ. .../1923 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Παναγιώτη Περράκη. Ακολούθως, ο Ε. Π., δυνάμει του υπ' αριθ. .../1930 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αργούς Σωκράτη Κιντζίρη, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε την κυριότητά του, λόγω πωλήσεως, στην Α.

χήρα Γ. Τ., το γένος Α. Σ., και η τελευταία, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1938 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Αγαμέμνονα Αποστολόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, το μεταβίβασε, αιτία πωλήσεως, στον Σ. Μ. του Γ., πατέρα του Γ. Μ. (αρχικώς πρώτου ενάγοντος) και παππού από την πατρική γραμμή του Σ. Μ. (δεύτερου ενάγοντος).

Περί του ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους προαναφερόμενους τίτλους των εναγόντων αποφαίνεται και ο πραγματογνώμονας, που διορίστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 68/1998 μη οριστική απόφασή του, ενώ η τεχνική σύμβουλος, που διορίστηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, στην τεχνική έκθεση που συνέταξε περιορίζεται στην περιγραφή της μορφής της μείζονος έκτασης, χωρίς καμία αναφορά στους τίτλους κτήσης.

Όλα τα προαναφερόμενα πρόσωπα, από το χρόνο της περιέλευσης του επιδίκου σε καθένα από αυτά μέχρι το χρόνο της μεταβίβασής του, ήτοι, ο Β. Σ. από το έτος 1876 μέχρι το έτος 1917, ο Κ. Σ. από το 1917 μέχρι το 1920, ο Α. Ν. από το 1920 μέχρι το 1923, ο Ε. Π. από το 1923 μέχρι το 1930, η Α. Τ. από το 1930 μέχρι το 1938 και ο Σ. Μ. από το 1938 μέχρι το χρόνο του θανάτου του (4-7-1957), ενέμοντο τούτο, συνεχώς και αδιαταράκτως, με διάνοια κυρίου, νομίμους τίτλους (τα προαναφερόμενα νομίμως μεταγραμμένα συμβόλαια) και καλή πίστη, άλλως με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι τις 23-2-1946 και στη συνέχεια και μέχρι τις 4-7-1957 ανεξάρτητα από καλή πίστη, ενεργώντας τις πράξεις νομής, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του.

Συγκεκριμένα, προέβαιναν σε συλλογή του ελαιοκάρπου από τα ήμερα ελαιόδεντρα μεγάλης ηλικίας που υπήρχαν μέσα στο επίδικο και το προστάτευαν από κάθε επιβουλή τρίτου, ειδικότερα δε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, Σ. Μ., χρησιμοποιούσε για την περιποίηση των ελαιών (κλάδεμα, σκάλισμα) και τη συλλογή του ελαιοκάρπου και εργάτες, όπως τον κ.

Λ., ενώ εκμίσθωνε και τμήμα του επιδίκου, το οποίο ήταν ασκεπές, σε τρίτους, όπως στον Γ. Χ., για τη βόσκηση των ζώων τους. Ενόψει αυτών, ο Σ. Μ. κατά το χρόνο του θανάτου του (4-7-1957) είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο (με βάση το .../1938 συμβόλαιο και μεταγραφή αυτού), άλλως με πρωτότυπο τρόπο και δη, τακτική χρησικτησία (νεμόμενος αυτό με νόμιμο τίτλο, το άνω συμβόλαιο, διάνοια κυρίου και καλή πίστη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών), άλλως με έκτακτη χρησικτησία (νεμόμενος αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι τις 23-2-1946 και στη συνέχεια ανεξάρτητα από καλή πίστη, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών).

Στις 4-7-1957 απεβίωσε ο ανωτέρω Σ. Μ., ο οποίος δυνάμει της από 31-10-1953 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. 5.014/1957 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθ. 11.329/1957 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, εγκατέστησε κληρονόμους σε όλη την κληρονομιαία περιουσία του, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, την σύζυγο του, Β.

χήρα Σ. Μ., στην οποία κατέλιπε την επικαρπία του εφ' όρου ζωής, και τα τρία τέκνα του, ήτοι τους Μ., Γ. (αρχικώς πρώτο ενάγοντα) και Ά. χήρα Π. Π., το γένος Σ. Μ., καταλίποντας σε καθένα από αυτά το 1/3 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας αυτού. Με την εν λόγω διαθήκη, ο άνω διαθέτης επιβάρυνε τα ως άνω τέκνα του με καταπίστευμα υπέρ τρίτων (άρθρο 1923 ΑΚ), ορίζοντας ότι, σε περίπτωση που αποκτήσουν τέκνα (οι μεν δύο πρώτοι από τον μελλοντικό γάμο τους, η δε τρίτη θυγατέρα του από τον δεύτερο γάμο της), τότε αυτομάτως το μερίδιο του καθενός θα περιέλθει στα τέκνα του, ενώ σε περίπτωση που κάποιος από αυτούς δεν αποκτήσει τέκνα, τότε το μερίδιο του μετά το θάνατο του θα περιέλθει αυτοδικαίως στα τέκνα των υπολοίπων κληρονόμων.

Ο ως άνω τιθέμενος στη διαθήκη του Σ. Μ. περιορισμός, δυνάμει του οποίου οι άνω κληρονόμοι του υποχρεούντο να μεταβιβάσουν ολόκληρο το κληρονομικό τους μερίδιο στα τέκνα τους, κατά το μέρος που πρόσβαλε τη νόμιμη μοίρα τους θεωρείτο σαν να μην είχε γραφεί (άρθρο 1829 ΑΚ), γι' αυτό ως προς τα ανωτέρω πρόσωπα εχώρησε παράλληλα, αφενός μεν κληρονομική διαδοχή εκ διαθήκης ως προς το 1/6 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του επιδίκου, αφετέρου δε κληρονομική διαδοχή εκ του νόμου ως προς το έτερο 1/6 εξ αδιαιρέτου αυτής.

Στις 4-10-1958 γεννήθηκε ο Σ. Μ. (δεύτερος ενάγων), στον οποίο περιήλθε ως καταπίστευμα, κατά τη ρητή διάταξη της διαθήκης του παππού του, εκτός των άλλων, το εκ διαθήκης κληρονομικό μερίδιο του πατέρα του, Γ. Μ., επί του επιδίκου, ήτοι το 1/6 ή 12/72 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας αυτού. Στη συνέχεια, στις 11-3-1960 απεβίωσε άτεκνος και χωρίς να αφήσει διαθήκη ο εκ των κληρονόμων του Σ.

Μ., Μ. Μ., οπότε το μεν εκ διαθήκης κληρονομικό του μερίδιο επί του επιδίκου, ήτοι το 1/6 ή 12/72 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας αυτού περιήλθε, κατά τους όρους της άνω διαθήκης, ως καταπίστευμα στον δεύτερο ενάγοντα, το δε εκ του νόμου μερίδιο του, ήτοι 1/6 ή 12/72 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του επιδίκου, περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, δηλαδή στη σύζυγο του Ι.

Μ., το γένος Π., κατά 6/72 εξ αδιαιρέτου, καθώς και στη μητέρα του Β. χήρα Σ. Μ. και στα αδέλφια του, Γ. Μ. (πρώτο ενάγοντα) και Ά. χήρα Π. Π., στον καθένα κατά 2/72 εξ αδιαιρέτου. Εκ των άνω κληρονόμων, η Ι. Μ. ουδέποτε αναμείχθηκε στην κληρονομιά του συζύγου της, το δε εξ αδιαθέτου μερίδιο της στο επίδικο (6/72 εξ αδιαιρέτου) ήδη από το χρόνο του θανάτου του συζύγου της Μ.

Μ. (11-3-1960) το ενέμοντο συνεχώς και αδιαταράκτως για δικό τους λογαριασμό, ύστερα από σχετική δήλωσή τους προς αυτήν, η Β. χήρα Σ. Μ., ο Γ. Μ. και η Ά. χήρα Π. Π., έκαστος κατά ποσοστό 2/72 εξ αδιαιρέτου. Περαιτέρω, στις 9-2-1982 απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη η Β. χήρα Σ. Μ., συγκυρία του επιδίκου κατά 4/72 εξ αδιαιρέτου (ήτοι κατά 2/72 εξ αδιαιρέτου από κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου του γιού της Μ.

Μ. και κατά 2/72 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενη κατά το άνω ποσοστό το μερίδιο της νύφης της Ι. Μ., με διάνοια κυρίας, συνεχώς και αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα άνω των είκοσι ετών, ήτοι από 11-3-1960, που απεβίωσε ο γιός της Μ. Μ., μέχρι το χρόνο του θανάτου της) και επικαρπώτρια του υπολοίπου, με συνέπεια την απόσβεση της επικαρπίας επί των μεριδίων των τέκνων της, Γ.

Μ. και Ά. χήρας Π. Π., οι οποίοι έκτοτε κατέστησαν αποκλειστική κύριοι των μεριδίων τους, ήτοι έκαστος κατά 1/6 ή 12/72 εξ αδιαιρέτου. Κατόπιν αυτού, δυνάμει της υπ' αριθ. .../1983 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγή Αλεξανδρόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν, ο αρχικώς πρώτος ενάγων τις επαχθείσες σ' αυτόν κληρονομιές του Σ.

Μ., της Β. Μ. και του Μ. Μ., ήτοι 18/72 εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας του επιδίκου και ο δεύτερος ενάγων Σ. Μ. το περιελθόν σ' αυτόν με την άνω διαθήκη καταπίστευμα, συνιστάμενο στα 24/72 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας του επιδίκου (ήτοι 12/72 εξ αδιαιρέτου που απέκτησε κατά τη γέννησή του από το εκ διαθήκης μερίδιο του πατέρα του και 12/72 εξ αδιαιρέτου που απέκτησε από το εκ διαθήκης μερίδιο του θείου του Μ.

Μ.). Στη συνέχεια, η Ά. χήρα Π. Π. δυνάμει της υπ' αριθ. .../1983 συμβολαιογραφικής πράξης, που μεταγράφηκε νόμιμα, παραιτήθηκε από το δικαίωμα επικαρπίας επί του βεβαρυμένου με καταπίστευμα υπέρ του δευτέρου ενάγοντος ποσοστού της επί του επιδίκου, το οποίο είχε περιέλθει σ' αυτή με την άνω διαθήκη του πατέρα της Σ.

Μ., ανερχομένου σε 12/72 εξ αδιαιρέτου, το οποίο αποδέχθηκε ο δεύτερος ενάγων δυνάμει της υπ' αριθ. .../1983 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Επίσης, το υπόλοιπο ποσοστό 18/72 εξ αδιαιρέτου, που, κατά τα προαναφερθέντα, είχε στο επίδικο η ανωτέρω Ά. χήρα Π. Π., το μεταβίβασε κατά κυριότητα στον δεύτερο ενάγοντα, λόγω πωλήσεως, με το υπ' αριθ. .../1983 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγή Αλεξανδρόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Με τον τρόπο αυτό κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου, ο μεν πρώτος ενάγων κατά ποσοστό 18/72 εξ αδιαιρέτου, ο δε δεύτερος ενάγων κατά ποσοστό 54/72 εξ αδιαιρέτου. Όλοι οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι του Σ. Μ. και ειδικότερα, οι ενάγοντες, η σύζυγος του Β. χήρα Σ. Μ. μέχρι το χρόνο του θανάτου της (9-2-1982) και τα τέκνα του Μ.ς Μ.

μέχρι το θάνατο του (11-3-1960) και Άννα Μ. μέχρι το έτος 1983, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, παραιτήθηκε από το δικαίωμα επικαρπίας επί των 12/72 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου υπέρ του δευτέρου ενάγοντος, ενώ του μεταβίβασε τα 18/72 εξ αδιαιρέτου αυτού, εξακολούθησαν να νέμονται το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και με βάση του πιο πάνω νόμιμους τίτλους (νόμιμα μεταγραμμένες πράξεις αποδοχής κληρονομιάς και σύμβαση πωλήσεως), ασκώντας σ' αυτό τις ίδιες πράξεις νομής, που ασκούσε προηγουμένως και ο δικαιοπάροχος τους Σ.

Μ., συνεχώς και αδιαταράκτως, γενόμενοι με τον τρόπο αυτό συγκύριοι αυτού με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή εκ διαθήκης, σύμβαση πωλήσεως), αλλιώς με τακτική χρησικτησία (νεμόμενοι τούτο με βάση τους άνω νόμιμους τίτλους, διάνοια κυρίου και καλή πίστη για χρονικό διάστημα άνω των δέκα ετών ο καθένας και με προσμέτρηση στο χρόνο νομής τους του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους), αλλιώς με έκτακτη χρησικτησία (νεμόμενοι τούτο με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα άνω των είκοσι ετών και με προσμέτρηση στο δικό τους χρόνο νομής του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους).

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο για πρώτη φορά περί τις αρχές του έτους 1977 πρόβαλε ίδια δικαιώματα κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, καταλαμβάνοντας τη νομή αυτού, το οποίο περίφραξε δια των υπαλλήλων του, παρανόμως και χωρίς τη θέληση των εναγόντων (εφεσιβλήτων), προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό το δικαίωμα συγκυριότητάς τους σ' αυτό.

Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των συνιστώντων τον τέταρτο λόγο έφεσης ενστάσεων του εναγομένου (εκκαλούντος), τις οποίες πρότειναν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του: (α) Δυνάμει της από 9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19- 6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, αλλιώς, (β) Ως δάσος δυνάμει του β.

δ/γματος της 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών, αλλιώς, (γ) Ως βοσκότοπος ή λιβάδι δυνάμει του β. δ/γματος 3/15-12-1833, αλλιώς, (δ) Ως αδέσποτο (άρθρο 16 του β. δ/γματος από 10-7-1837), αλλιώς (ε) με τακτική αλλιώς, (στ) με έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε σε Οθωμανούς και ότι κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας καταλήφθηκε και δημεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, ούτε ότι ήταν δάσος, βοσκότοπος ή λιβάδι ή αδέσποτο, ούτε ότι το εναγόμενο νεμήθηκε τούτο με προσόντα τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας.

Τέλος, δεν αποδείχθηκε ούτε ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στη δημόσια έκταση με την ονομασία Παλαμήδιον (Ίτς Καλέ), η οποία κηρύχθηκε αναδασωτέα δυνάμει της υπ' αριθ. 75182/1922 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, δεδομένου ότι από το προσκομιζόμενο από 18-8- 1930 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, προκύπτει ότι η δημόσια έκταση που παραδόθηκε από το εναγόμενο στο Δήμαρχο Ναυπλίου προς αναδάσωση, ορίζεται ανατολικά με ιδιωτικά κτήματα και ελαιώνες ιδιωτών, δυτικά με θάλασσα και παρυφή πόλεως Ναυπλίου, βόρεια με πόλη Ναυπλίου, συνοικία Πρόνοιας και δημοτική οδό και νότια με θάλασσα, χωρίς όμως να προκύπτει ότι σ' αυτήν περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο.

Άλλωστε κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου το τελευταίο περιέλαβε το επίδικο στην άνω αναδασωτέα έκταση ύστερα από οπτική εκτίμηση χάρτη, γεγονός που δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς την ακρίβεια αυτής της εκτίμησης. Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο παραπονείται ότι κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τις προαναφερθείσες περί ιδίας κυριότητας ενστάσεις του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξάλλου, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, με τον πρώτο λόγο έφεσης, παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν ερεύνησε την προταθείσα ενώπιον του ένσταση περί παραγραφής της αξίωσης των εναγόντων, καθώς και την επικουρικά προβληθείσα ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου από 4-12-1997 και από 17-4-2007 προτάσεων του εναγομένου (εκκαλούντος), το τελευταίο δεν πρότεινε τους ως άνω ισχυρισμούς κατά την αρχική δικάσιμο της 4ης Δεκεμβρίου 1997, κατά την οποία συζητήθηκε η αγωγή και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 68/1998 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.

Τους ως άνω ισχυρισμούς το εκκαλούν πρότεινε το πρώτον με τις από 17-4-2007 προτάσεις του κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Η με τον τρόπο αυτό προβολή των ανωτέρω ενστάσεων από το εναγόμενο είναι απαράδεκτη, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ για την επιτρεπτή προβολή τους κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού τα παραγωγικά των ως άνω ισχυρισμών πραγματικά περιστατικά είχαν γεννηθεί κατά την αρχική συζήτηση της αγωγής, δεν πρόκειται περί ισχυρισμών που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, ούτε περί ισχυρισμών που μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, το ενάγον δεν επικαλέστηκε τους λόγους της μη έγκαιρης, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προβολής τους και το δικαιολογημένο αυτής, ώστε να κριθεί αν αυτή (η μη έγκαιρη προβολή) οφείλεται σε δικαιολογημένη αιτία και, δεν αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία των εναγόντων, ούτε εγγράφως".

Ακολούθως, το Εφετείο, κατόπιν επικυρώσεως της εκκληθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, έκρινε ότι οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι του επιδίκου κατά τα 18/72 ο πρώτος (Γ. Μ., που απεβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής και κληρονομήθηκε από τους και ήδη αναιρεσιβλήτους), σύζυγο και γυιό του κατά ποσοστό 1/4 και 3/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα και κατά τα 54/72 ο δεύτερος ενάγων και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος.

Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο, και, έτσι, όπως έκρινε, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σ'αυτήν όλα τα παραγωγικά της κτήσεως της κυριότητος περιστατικά επί του επιδίκου και κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά, τόσο με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησηκτησία), όσο και με παράγωγο τρόπο διά κληρονομικής και ειδικής διαδοχής.

Καμμία δε ασάφεια ή αντίφαση δεν έχει η παραδοχή του Εφετείου, ότι κατά το έτος 1977 το αναιρεσείον, με τα αρμόδια όργανά του, απέβαλε τους ενάγοντες από την νομή του επιδίκου, προβάλλοντας ίδια δικαιώματα νομής και κυριότητος επ'αυτού, διότι η αναφορά αυτή έγινε προς δικαιολόγηση του εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της ένδικης αγωγής των εναγόντων, χωρίς το Εφετείο να δέχεται και αδιάλειπτη νομή από το αναιρεσείον επί εικοσαετία από του έτους 1977 και μετά στα πλαίσια ενστάσεως ιδίας κυριότητος, με την οποία δεν ασχολήθηκε.

Επομένως, η στον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο, δεύτερο και τρίο μέρος, διαλαμβανομένη αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Η στον ίδιο λόγο διαλαμβανομένη αιτίαση περί εσφαλμένου αποδεικτικού πορίσματος, όσον αφορά την καταφατική κρίση του Εφετείου περί της ταυτότητος του επιδίκου με το περιγραφόμενο στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων, εντεύθεν δε και περί ελλείψεως νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, γιατί, υπό την επίκληση της ελλείψεως νομίμου βάσεως της αποφάσεως, πλήσσεται η περί των πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4/1/2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 200/2010 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

η Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, το μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στον Αντρέα Ντόκο και αυτός το μεταβίβασε, αιτία πωλήσεως, στον Ε. Π. με το νόμιμα μεταγραμμένο υπ' αριθ. .../1923 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Παναγιώτη Π.. Ακολούθως, ο Ε. Π., δυνάμει του υπ' αριθ. .../1930 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αργούς Σωκράτη Κιντζίρη, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε την κυριότητά του, λόγω πωλήσεως, στην Α.

χήρα Γ. Τ., το γένος Α. Σ., και η τελευταία, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1938 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Αγαμέμνονα Αποστολόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, το μεταβίβασε, αιτία πωλήσεως, στον Σ. Μ. του Γ., πατέρα του Γ. Μ. (αρχικώς πρώτου ενάγοντος) και παππού από την πατρική γραμμή του Σ. Μ. (δεύτερου ενάγοντος).

Περί του ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους προαναφερόμενους τίτλους των εναγόντων αποφαίνεται και ο πραγματογνώμονας, που διορίστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 68/1998 μη οριστική απόφασή του, ενώ η τεχνική σύμβουλος, που διορίστηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, στην τεχνική έκθεση που συνέταξε περιορίζεται στην περιγραφή της μορφής της μείζονος έκτασης, χωρίς καμία αναφορά στους τίτλους κτήσης.

Όλα τα προαναφερόμενα πρόσωπα, από το χρόνο της περιέλευσης του επιδίκου σε καθένα από αυτά μέχρι το χρόνο της μεταβίβασής του, ήτοι, ο Β. Σ. από το έτος 1876 μέχρι το έτος 1917, ο Κ. Σ. από το 1917 μέχρι το 1920, ο Α. Ν. από το 1920 μέχρι το 1923, ο Ε. Π. από το 1923 μέχρι το 1930, η Α. Τ. από το 1930 μέχρι το 1938 και ο Σ. Μ. από το 1938 μέχρι το χρόνο του θανάτου του (4-7-1957), ενέμοντο τούτο, συνεχώς και αδιαταράκτως, με διάνοια κυρίου, νομίμους τίτλους (τα προαναφερόμενα νομίμως μεταγραμμένα συμβόλαια) και καλή πίστη, άλλως με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι τις 23-2-1946 και στη συνέχεια και μέχρι τις 4-7-1957 ανεξάρτητα από καλή πίστη, ενεργώντας τις πράξεις νομής, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του.

Συγκεκριμένα, προέβαιναν σε συλλογή του ελαιοκάρπου από τα ήμερα ελαιόδεντρα μεγάλης ηλικίας που υπήρχαν μέσα στο επίδικο και το προστάτευαν από κάθε επιβουλή τρίτου, ειδικότερα δε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, Σ. Μ., χρησιμοποιούσε για την περιποίηση των ελαιών (κλάδεμα, σκάλισμα) και τη συλλογή του ελαιοκάρπου και εργάτες, όπως τον κ.

Λ., ενώ εκμίσθωνε και τμήμα του επιδίκου, το οποίο ήταν ασκεπές, σε τρίτους, όπως στον Γ. Χ., για τη βόσκηση των ζώων τους. Ενόψει αυτών, ο Σ. Μ. κατά το χρόνο του θανάτου του (4-7-1957) είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο (με βάση το .../1938 συμβόλαιο και μεταγραφή αυτού), άλλως με πρωτότυπο τρόπο και δη, τακτική χρησικτησία (νεμόμενος αυτό με νόμιμο τίτλο, το άνω συμβόλαιο, διάνοια κυρίου και καλή πίστη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών), άλλως με έκτακτη χρησικτησία (νεμόμενος αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι τις 23-2-1946 και στη συνέχεια ανεξάρτητα από καλή πίστη, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών).

Στις 4-7-1957 απεβίωσε ο ανωτέρω Σ. Μ., ο οποίος δυνάμει της από 31-10-1953 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. 5.014/1957 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθ. 11.329/1957 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, εγκατέστησε κληρονόμους σε όλη την κληρονομιαία περιουσία του, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, την σύζυγο του, Β.

χήρα Σ. Μ., στην οποία κατέλιπε την επικαρπία του εφ' όρου ζωής, και τα τρία τέκνα του, ήτοι τους Μ., Γ. (αρχικώς πρώτο ενάγοντα) και Ά. χήρα Π. Π., το γένος Σ. Μ., καταλίποντας σε καθένα από αυτά το 1/3 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας αυτού. Με την εν λόγω διαθήκη, ο άνω διαθέτης επιβάρυνε τα ως άνω τέκνα του με καταπίστευμα υπέρ τρίτων (άρθρο 1923 ΑΚ), ορίζοντας ότι, σε περίπτωση που αποκτήσουν τέκνα (οι μεν δύο πρώτοι από τον μελλοντικό γάμο τους, η δε τρίτη θυγατέρα του από τον δεύτερο γάμο της), τότε αυτομάτως το μερίδιο του καθενός θα περιέλθει στα τέκνα του, ενώ σε περίπτωση που κάποιος από αυτούς δεν αποκτήσει τέκνα, τότε το μερίδιο του μετά το θάνατο του θα περιέλθει αυτοδικαίως στα τέκνα των υπολοίπων κληρονόμων.

Ο ως άνω τιθέμενος στη διαθήκη του Σ. Μ. περιορισμός, δυνάμει του οποίου οι άνω κληρονόμοι του υποχρεούντο να μεταβιβάσουν ολόκληρο το κληρονομικό τους μερίδιο στα τέκνα τους, κατά το μέρος που πρόσβαλε τη νόμιμη μοίρα τους θεωρείτο σαν να μην είχε γραφεί (άρθρο 1829 ΑΚ), γι' αυτό ως προς τα ανωτέρω πρόσωπα εχώρησε παράλληλα, αφενός μεν κληρονομική διαδοχή εκ διαθήκης ως προς το 1/6 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του επιδίκου, αφετέρου δε κληρονομική διαδοχή εκ του νόμου ως προς το έτερο 1/6 εξ αδιαιρέτου αυτής.

Στις 4-10-1958 γεννήθηκε ο Σ. Μ. (δεύτερος ενάγων), στον οποίο περιήλθε ως καταπίστευμα, κατά τη ρητή διάταξη της διαθήκης του παππού του, εκτός των άλλων, το εκ διαθήκης κληρονομικό μερίδιο του πατέρα του, Γ. Μ., επί του επιδίκου, ήτοι το 1/6 ή 12/72 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας αυτού. Στη συνέχεια, στις 11-3-1960 απεβίωσε άτεκνος και χωρίς να αφήσει διαθήκη ο εκ των κληρονόμων του Σ.

Μ., Μ. Μ., οπότε το μεν εκ διαθήκης κληρονομικό του μερίδιο επί του επιδίκου, ήτοι το 1/6 ή 12/72 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας αυτού περιήλθε, κατά τους όρους της άνω διαθήκης, ως καταπίστευμα στον δεύτερο ενάγοντα, το δε εκ του νόμου μερίδιο του, ήτοι 1/6 ή 12/72 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του επιδίκου, περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, δηλαδή στη σύζυγο του Ι.

Μ., το γένος Π., κατά 6/72 εξ αδιαιρέτου, καθώς και στη μητέρα του Β. χήρα Σ. Μ. και στα αδέλφια του, Γ. Μ. (πρώτο ενάγοντα) και Ά. χήρα Π. Π., στον καθένα κατά 2/72 εξ αδιαιρέτου. Εκ των άνω κληρονόμων, η Ι. Μ. ουδέποτε αναμείχθηκε στην κληρονομιά του συζύγου της, το δε εξ αδιαθέτου μερίδιο της στο επίδικο (6/72 εξ αδιαιρέτου) ήδη από το χρόνο του θανάτου του συζύγου της Μ.

Μ. (11-3-1960) το ενέμοντο συνεχώς και αδιαταράκτως για δικό τους λογαριασμό, ύστερα από σχετική δήλωσή τους προς αυτήν, η Β. χήρα Σ. Μ., ο Γ. Μ. και η Ά. χήρα Π. Π., έκαστος κατά ποσοστό 2/72 εξ αδιαιρέτου. Περαιτέρω, στις 9-2-1982 απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη η Β. χήρα Σ. Μ., συγκυρία του επιδίκου κατά 4/72 εξ αδιαιρέτου (ήτοι κατά 2/72 εξ αδιαιρέτου από κληρονομική διαδοχή εξ αδιαθέτου του γιού της Μ.

Μ. και κατά 2/72 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενη κατά το άνω ποσοστό το μερίδιο της νύφης της Ι. Μ., με διάνοια κυρίας, συνεχώς και αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα άνω των είκοσι ετών, ήτοι από 11-3-1960, που απεβίωσε ο γιός της Μ. Μ., μέχρι το χρόνο του θανάτου της) και επικαρπώτρια του υπολοίπου, με συνέπεια την απόσβεση της επικαρπίας επί των μεριδίων των τέκνων της, Γ.

Μ. και Ά. χήρας Π. Π., οι οποίοι έκτοτε κατέστησαν αποκλειστική κύριοι των μεριδίων τους, ήτοι έκαστος κατά 1/6 ή 12/72 εξ αδιαιρέτου. Κατόπιν αυτού, δυνάμει της υπ' αριθ. .../1983 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγή Αλεξανδρόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν, ο αρχικώς πρώτος ενάγων τις επαχθείσες σ' αυτόν κληρονομιές του Σ.

Μ., της Β. Μ. και του Μ. Μ., ήτοι 18/72 εξ αδιαιρέτου πλήρους κυριότητας του επιδίκου και ο δεύτερος ενάγων Σ. Μ. το περιελθόν σ' αυτόν με την άνω διαθήκη καταπίστευμα, συνιστάμενο στα 24/72 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας του επιδίκου (ήτοι 12/72 εξ αδιαιρέτου που απέκτησε κατά τη γέννησή του από το εκ διαθήκης μερίδιο του πατέρα του και 12/72 εξ αδιαιρέτου που απέκτησε από το εκ διαθήκης μερίδιο του θείου του Μ.

Μ.). Στη συνέχεια, η Ά. χήρα Π. Π. δυνάμει της υπ' αριθ. .../1983 συμβολαιογραφικής πράξης, που μεταγράφηκε νόμιμα, παραιτήθηκε από το δικαίωμα επικαρπίας επί του βεβαρυμένου με καταπίστευμα υπέρ του δευτέρου ενάγοντος ποσοστού της επί του επιδίκου, το οποίο είχε περιέλθει σ' αυτή με την άνω διαθήκη του πατέρα της Σ.

Μ., ανερχομένου σε 12/72 εξ αδιαιρέτου, το οποίο αποδέχθηκε ο δεύτερος ενάγων δυνάμει της υπ' αριθ. 5.451/1983 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Επίσης, το υπόλοιπο ποσοστό 18/72 εξ αδιαιρέτου, που, κατά τα προαναφερθέντα, είχε στο επίδικο η ανωτέρω Ά. χήρα Π. Π., το μεταβίβασε κατά κυριότητα στον δεύτερο ενάγοντα, λόγω πωλήσεως, με το υπ' αριθ. .../1983 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγή Αλεξανδρόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Με τον τρόπο αυτό κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου, ο μεν πρώτος ενάγων κατά ποσοστό 18/72 εξ αδιαιρέτου, ο δε δεύτερος ενάγων κατά ποσοστό 54/72 εξ αδιαιρέτου. Όλοι οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι του Σ. Μ. και ειδικότερα, οι ενάγοντες, η σύζυγος του Β. χήρα Σ. Μ. μέχρι το χρόνο του θανάτου της (9-2-1982) και τα τέκνα του Μ.ς Μ.

μέχρι το θάνατο του (11-3-1960) και Άννα Μ. μέχρι το έτος 1983, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, παραιτήθηκε από το δικαίωμα επικαρπίας επί των 12/72 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου υπέρ του δευτέρου ενάγοντος, ενώ του μεταβίβασε τα 18/72 εξ αδιαιρέτου αυτού, εξακολούθησαν να νέμονται το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και με βάση του πιο πάνω νόμιμους τίτλους (νόμιμα μεταγραμμένες πράξεις αποδοχής κληρονομιάς και σύμβαση πωλήσεως), ασκώντας σ' αυτό τις ίδιες πράξεις νομής, που ασκούσε προηγουμένως και ο δικαιοπάροχος τους Σ.

Μ., συνεχώς και αδιαταράκτως, γενόμενοι με τον τρόπο αυτό συγκύριοι αυτού με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή εκ διαθήκης, σύμβαση πωλήσεως), αλλιώς με τακτική χρησικτησία (νεμόμενοι τούτο με βάση τους άνω νόμιμους τίτλους, διάνοια κυρίου και καλή πίστη για χρονικό διάστημα άνω των δέκα ετών ο καθένας και με προσμέτρηση στο χρόνο νομής τους του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους), αλλιώς με έκτακτη χρησικτησία (νεμόμενοι τούτο με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα άνω των είκοσι ετών και με προσμέτρηση στο δικό τους χρόνο νομής του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους).

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο για πρώτη φορά περί τις αρχές του έτους 1977 πρόβαλε ίδια δικαιώματα κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, καταλαμβάνοντας τη νομή αυτού, το οποίο περίφραξε δια των υπαλλήλων του, παρανόμως και χωρίς τη θέληση των εναγόντων (εφεσιβλήτων), προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό το δικαίωμα συγκυριότητάς τους σ' αυτό.

Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα των συνιστώντων τον τέταρτο λόγο έφεσης ενστάσεων του εναγομένου (εκκαλούντος), τις οποίες πρότειναν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του: (α) Δυνάμει της από 9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19- 6/1-7-1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, αλλιώς, (β) Ως δάσος δυνάμει του β.

δ/γματος της 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών, αλλιώς, (γ) Ως βοσκότοπος ή λιβάδι δυνάμει του β. δ/γματος 3/15-12-1833, αλλιώς, (δ) Ως αδέσποτο (άρθρο 16 του β. δ/γματος από 10-7-1837), αλλιώς (ε) με τακτική αλλιώς, (στ) με έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε σε Οθωμανούς και ότι κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας καταλήφθηκε και δημεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, ούτε ότι ήταν δάσος, βοσκότοπος ή λιβάδι ή αδέσποτο, ούτε ότι το εναγόμενο νεμήθηκε τούτο με προσόντα τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας.

Τέλος, δεν αποδείχθηκε ούτε ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στη δημόσια έκταση με την ονομασία Παλαμήδιον (Ίτς Καλέ), η οποία κηρύχθηκε αναδασωτέα δυνάμει της υπ' αριθ. 75182/1922 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, δεδομένου ότι από το προσκομιζόμενο από 18-8- 1930 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, προκύπτει ότι η δημόσια έκταση που παραδόθηκε από το εναγόμενο στο Δήμαρχο Ναυπλίου προς αναδάσωση, ορίζεται ανατολικά με ιδιωτικά κτήματα και ελαιώνες ιδιωτών, δυτικά με θάλασσα και παρυφή πόλεως Ναυπλίου, βόρεια με πόλη Ναυπλίου, συνοικία Πρόνοιας και δημοτική οδό και νότια με θάλασσα, χωρίς όμως να προκύπτει ότι σ' αυτήν περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο.

Άλλωστε κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου το τελευταίο περιέλαβε το επίδικο στην άνω αναδασωτέα έκταση ύστερα από οπτική εκτίμηση χάρτη, γεγονός που δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς την ακρίβεια αυτής της εκτίμησης. Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο παραπονείται ότι κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τις προαναφερθείσες περί ιδίας κυριότητας ενστάσεις του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξάλλου, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, με τον πρώτο λόγο έφεσης, παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν ερεύνησε την προταθείσα ενώπιον του ένσταση περί παραγραφής της αξίωσης των εναγόντων, καθώς και την επικουρικά προβληθείσα ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου από 4-12-1997 και από 17-4-2007 προτάσεων του εναγομένου (εκκαλούντος), το τελευταίο δεν πρότεινε τους ως άνω ισχυρισμούς κατά την αρχική δικάσιμο της 4ης Δεκεμβρίου 1997, κατά την οποία συζητήθηκε η αγωγή και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 68/1998 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.

Τους ως άνω ισχυρισμούς το εκκαλούν πρότεινε το πρώτον με τις από 17-4-2007 προτάσεις του κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Η με τον τρόπο αυτό προβολή των ανωτέρω ενστάσεων από το εναγόμενο είναι απαράδεκτη, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ για την επιτρεπτή προβολή τους κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αφού τα παραγωγικά των ως άνω ισχυρισμών πραγματικά περιστατικά είχαν γεννηθεί κατά την αρχική συζήτηση της αγωγής, δεν πρόκειται περί ισχυρισμών που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, ούτε περί ισχυρισμών που μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, το ενάγον δεν επικαλέστηκε τους λόγους της μη έγκαιρης, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προβολής τους και το δικαιολογημένο αυτής, ώστε να κριθεί αν αυτή (η μη έγκαιρη προβολή) οφείλεται σε δικαιολογημένη αιτία και, δεν αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία των εναγόντων, ούτε εγγράφως".

Ακολούθως, το Εφετείο, κατόπιν επικυρώσεως της εκκληθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, έκρινε ότι οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι του επιδίκου κατά τα 18/72 ο πρώτος (Γ. Μ., που απεβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής και κληρονομήθηκε από τους και ήδη αναιρεσιβλήτους), σύζυγο και γυιό του κατά ποσοστό 1/4 και 3/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα και κατά τα 54/72 ο δεύτερος ενάγων και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος.

Με αυτά που εδέχθη το Εφετείο, και, έτσι, όπως έκρινε, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σ'αυτήν όλα τα παραγωγικά της κτήσεως της κυριότητος περιστατικά επί του επιδίκου και κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά, τόσο με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), όσο και με παράγωγο τρόπο διά κληρονομικής και ειδικής διαδοχής.

Καμμία δε ασάφεια ή αντίφαση δεν έχει η παραδοχή του Εφετείου, ότι κατά το έτος 1977 το αναιρεσείον, με τα αρμόδια όργανά του, απέβαλε τους ενάγοντες από την νομή του επιδίκου, προβάλλοντας ίδια δικαιώματα νομής και κυριότητος επ'αυτού, διότι η αναφορά αυτή έγινε προς δικαιολόγηση του εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της ένδικης αγωγής των εναγόντων, χωρίς το Εφετείο να δέχεται και αδιάλειπτη νομή από το αναιρεσείον επί εικοσαετία από του έτους 1977 και μετά στα πλαίσια ενστάσεως ιδίας κυριότητος, με την οποία δεν ασχολήθηκε.

Επομένως, η στον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο, δεύτερο και τρίο μέρος, διαλαμβανομένη αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Η στον ίδιο λόγο διαλαμβανομένη αιτίαση περί εσφαλμένου αποδεικτικού πορίσματος, όσον αφορά την καταφατική κρίση του Εφετείου περί της ταυτότητος του επιδίκου με το περιγραφόμενο στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων, εντεύθεν δε και περί ελλείψεως νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, γιατί, υπό την επίκληση της ελλείψεως νομίμου βάσεως της αποφάσεως, πλήσσεται η περί των πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4/1/2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 200/2010 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ