1197/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1197/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Β. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1197 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1197/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Μ. θυγ. Δ. Χ., συζ. Ν. Α., ως κληρονόμου της Χ. χας Δ. Χ., το γένος Ν. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Φασούλα, ο οποίος ανακάλεσε την από 8-3-2011 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Δ. Ε., το γένος Σ. Χ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Μιχαλόπουλο.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. χας Δ. Χ., το γένος Ν. Τ., 2. Μ. θυγ. Δ. Χ., συζ. Ν. Α., κατοίκων ... και των δύο ως νομίμων κληρονόμων του θανόντος Δ. Σ. Χ. και 3. Σ. Π. Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Φασούλα, ο οποίος ανακάλεσε την από 8-3-2011 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Δ. Ε., το γένος Σ. Χ., κατοίκου ..., η οποία, παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Μιχαλόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-1993 αγωγή των διαδίκων Σ. χας Σ. Χ. και Ε. συζ. Δ. Ε., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4996/1994 μη οριστική, 3175/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2375/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-9-2006 αίτησή της και οι αναιρεσείοντες με την από 30-3-2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλουδης ανέγνωσε τις από 18-2-2008 εκθέσεις του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Α. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Β. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισςότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων . Επομένως, πρέπει να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκαση των κρινόμενων από 13.9.2006 και από 30.3.2005, αιτήσεων αναίρεσης, οι οποίες στρέφονται κατά της ίδιας αναιρεσιβλήτου και με αυτές ζητείται η αναίρεση της ίδιας απόφασης, ήτοι της 2375/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, για προβαλλόμενους, μάλιστα, λόγους αναίρεσης που είναι ταυτόσημοι, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος από την πλευρά των αναιρεσειόντων εφόσον, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδαφ. α', 73, 159 παρ.2, 160 παρ. 1 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι αναίρεση η οποία ασκήθηκε επ' ονόματι προσώπου που είχε αποβιώσει κατά το χρόνο της άσκησής της είναι απορριπτέα ως άκυρη για έλλειψη απαραίτητης διαδικαστικής προϋπόθεσης, η ακυρότητα δε αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση η φερόμενη ως πρώτη αναιρεσείουσα στην από 30.3.2005 αίτηση αναίρεσης, Χ. χα Δ. Χ., δεν ήταν υπαρκτό πρόσωπο κατά το χρόνο της άσκησής της (31.3.2005), γιατί αυτή είχε αποβιώσει στις 23.12.2004, όπως αποδεικνύεται από την …/ΙΒ/2004 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου Ελληνικού, και πρέπει επομένως η από 30.3.2005 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως προς αυτήν λόγω της ακυρότητας του δικογράφου της.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 974 του ΑΚ, "όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου". Κατά δε το άρθρο 976 παρ. 1ΑΚ "πράγμα που βρίσκεται στη νομή του άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα". Και κατά το άρθρο 1033 ΑΚ "για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου εκείνου που την αποκτά , ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.
Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και αποβάλλεται σε μεταγραφή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 256 παρ. 1 ΑΚ " αναστέλλεται η παραγραφή των αξιώσεων μεταξύ συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, έστω και αν ύστερα ακυρωθεί". Κατά δε το άρθρο 257 παρ. 1 ΑΚ "το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής", ενώ κατά το άρθρο1047 ΑΚ "η χρησικτησία δεν αρχίζει και , αν έχει αρχίσει, δεν συνεχίζεται κατά το διάστημα που αναστέλλεται η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής, ή εμποδίζεται σύμφωνα με το νόμο η συμπλήρωση της παραγραφής αυτής".
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε , όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο, επιφανείας 674 τ.μ., βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Αχαρνών Αττικής, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης στο 28ο οικοδομικό τετράγωνο και στη θέση "...", πρώην "..."... Πριν την επέκταση και εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής, που έγινε το έτος 1988, και την πράξη ένταξής του στο συγκεκριμένο σχέδιο, αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου (αγροτεμαχίου) εμβαδού 1441,12 τ.μ.
η υπόλοιπη έκταση του οποίου έχει ήδη ρυμοτομηθεί ... Το όλο ακίνητο είχε περιέλθει κατά κυριότητα στη θανούσα ενάγουσα, Σ. χήρα Σ. Χ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1967 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αχαρνών, Αντ. Γρυπαράκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αχαρνών στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό 96, λόγω ανταλλαγής ακινήτου, που έγινε μεταξύ αυτής και της Ε.
συζ. Α. Φ., στην δε τελευταία είχε περιέλθει εν μέρει από κληρονομιά του πατέρα της, Μ. Γ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1947 συμβιβαστικού δίκης και διανεμητηρίου συμβολαίου του συμ-φου Αχαρνών, Νίκ. Αποστολάκη, που έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αχαρνών στον τόμο … με αύξοντα αριθμό 372, και εν μέρει από κληρονομιά της μητέρας της, Ι.
ή Σ. συζ. Μ. Γ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1943 διανεμητηρίου συμβολαίου του αυτού ως άνω συμ-φου, που έχει μεταγραφεί νομίμως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η θανούσα ενάγουσα μεταβίβασε στη συνενάγουσα θυγατέρα της, Ε. συζ. Δ. Ε., την ψιλή κυριότητα του επιδίκου και παρακράτησε για τον εαυτό της την επικαρπία του εφόρου ζωής δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1991 συμβολαίου γονικής παροχής της συμ-φου Αθηνών, Κλ.
Δέδε, που έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αχαρνών στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό 50Α. Τόσο η δεύτερη ενάγουσα από την μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του σ' αυτήν δια της επικαρπώτριας μητέρας της, έως τον Ιούλιο του 1992, οπότε, όπως θα αναφερθεί εν συνεχεία, απεβλήθησαν από τους εναγομένους, όσο και η τελευταία (μητέρα της), αφότου απέκτησε κατά κυριότητα το όλο προπεριγραφέν αγροτεμάχιο, καθώς και η απώτερη δικαιοπάροχός τους, Ε.
συζ. Α. Φ., νέμονταν συνεχώς και αδιαλείπτως, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, άλλως με διάνοια κυρίου (το επίδικο η ψιλή κυρία ενάγουσα, το όλο ακίνητο οι υπόλοιπες), ασκώντας τις οικείες πράξεις νομής. Συγκεκριμένα η αποβιώσασα ενάγουσα επέβλεπε, οριοθετούσε και περιέφρασσε το όλο ακίνητο (και μετά τη ρυμοτόμηση της μεγαλύτερης εκτάσεως του το επίδικο τμήμα του), και καλλιεργούσε τούτο με κηπευτικά όπως έπραττε και η δικαιοπάροχός της Ε.
συζ. Α. Φ., φύτεψε εντός αυτού οπωροφόρα δένδρα (ελιές, συκιές και φυστικιές), από τα οποία απεκόμιζε τους καρπούς του, το έτος 1968 ανήγειρε κτίσματα, που εξεμίσθωσε σε τρίτους, εισπράττοντας το μίσθωμα τους και μέρος αυτού εκμίσθωσε σε τρίτους ως βοσκότοπο. Τις εν λόγω πράξεις νομής ασκούσε δια του συζύγου της, Σ.
Χ., ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της, όπως συνηθιζόταν κατά το χρόνο εκείνο και συνηθίζεται και σήμερα στη μέση ελληνική οικογένεια, έως το θάνατο του (25.1.1990), μετά δε η ίδια προσωπικά. Με τα δεδομένα αυτά η ενάγουσα Ε. συζ. Δ. Ε., μετά το θάνατο της επικαρπώτριας ενάγουσας, με τον οποίο αποσβέστηκε το δικαίωμα της τελευταίας (αρθρ. 1167 ΑΚ), απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο δυνάμει των ανωτέρω τίτλων, άλλως με πρωτότυπο τρόπο (με τακτική και έκτακτη χρησικτησία) με την άσκηση νομής με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, άλλως με διάνοια κυρίου με την προσμέτρηση της νομής με τα αυτά προσόντα των δικαιοπαρόχων της.
Τον Ιούλιο του 1992, όπως ήδη έχει εκτεθεί, οι εναγόμενοι, οι οποίοι είναι αμφιθαλείς αδελφοί της ως άνω ενάγουσας, κατέλαβαν παρανόμως και αυθαιρέτως το επίδικο, ισχυριζόμενοι ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1980 δημοσίας διαθήκης του πατέρα τους, Σ. Χ., που δημοσιεύθηκε νομίμως με το υπ' αριθμ. 1659/1980 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. .../1991 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμ-φου Αχαρνών, Ελευθ.
Τζαπέτζη, που έχει μεταγραφεί νομίμως απέκτησαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας την κυριότητα του, ως τμήμα κληρονομιαίου μεγαλυτέρου αγρού, εκτάσεως τεσσάρων (4), στρεμμάτων, του οποίου ο κληρονομούμενος πατέρας τους είχε γίνει κύριος -με έκτακτη χρησικτησία, για τον λόγο ότι νεμήθηκε το όλο ακίνητο με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως για χρόνο πενήντα (50) περίπου ετών πριν τον θάνατο του.
Όμως τα περιστατικά αυτά, που επικαλούνται οι εναγόμενοι δεν αποδεικνύονται και, επομένως είναι αβάσιμος ο προαναφερόμενος ισχυρισμός τους. Περί όλων των ανωτέρω καταθέτει σαφώς ο εξετασθείς μάρτυρας των εναγουσών Δ. Ε., κάτοικος ..., η κατάθεση του οποίου, αν και είναι σύζυγος της δεύτερης, κρίνεται πειστική.
Η κατάθεση αυτού ενισχύεται και από την προαναφερομένη υπ' αριθμ. 8/2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της αγρονόμου - τοπογράφου Ε. Β., η οποία αφού έλαβε υπ' όψη τους τίτλους των διαδίκων και αεροφωτογραφίες της περιοχής των ετών 1962, 1967, 1970 και 1979 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους επικληθέντες τίτλους των εναγουσών και των δικαιοπαρόχων τους.
Η γνωμοδότησή της αυτή δεν κλονίζεται από εκείνη του διορισθέντος από τους εναγομένους τεχνικού συμβούλου, Α. Χ. ο οποίος με την ως άνω από 15.2.2003 τεχνική έκθεση του αναλίσκεται, λόγω ελλείψεως τίτλων εκ μέρους του δικαιοπαρόχου των εναγομένων, στην κρίση των τίτλων των εναγουσών σε συνδυασμό κυρίως με τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων.
Η ίδια κρίση επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι η θανούσα ενάγουσα μετά το θάνατο του αντιπροσώπου συζύγου της, εισέπραττε το μίσθωμα του υπάρχοντος στη βορειοδυτική πλευρά του επίδικου ακινήτου από τους μισθωτές Α. Ε. και Θ. Λ., εισόδημα το οποίο δήλωνε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Αχαρνών ... Οι καταθέσεις των εξετασθέντων με την επιμέλεια των εναγομένων Ι.
Σ. Χ. (αδελφού αυτών) Δ. Τ. και Γ. Δ. Μ. (πρώην εξαδέλφων τους), κατοίκων ..., δεν κρίνονται πειστικές, διότι, ενώ αναφέρονται σε πράξεις νομής επί του επιδίκου από τον πατέρα των εναγομένων από το 1960 έως τον χρόνο του θανάτου του δεν κατονομάζουν τέτοιες για το χρονικό διάστημα που εκτείνεται πριν το 1960, ούτε μνημονεύουν τον τρόπο κτήσεως της νομής του, ο οποίος, άλλωστε, ούτε από τους εναγόμενους προσδιορίζεται, οι οποίοι απλώς περιορίσθηκαν σε αναφορά πράξεων νομής από το δικαιοπάροχό τους για πενήντα περίπου έτη πριν το θάνατό του.
Μετά ταύτα, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους των εναγομένων και ότι αυτοί και ο δικαιοπάροχος πατέρας τους δεν άσκησαν επ' αυτού οποιαδήποτε πράξη νομής, έπρεπε ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένστασή τους περί ιδίας κυριότητας που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία και να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή".
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο και εκφέρει αντίθετη κρίση, και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν, έκανε, εν τέλει δεκτή την ένδικη, αναγνωριστική της κυριότητας -πλήρους-του επιδίκου, αγωγή της αναιρεσιβλήτου (αφού, όπως προεκτέθηκε, με το θάνατο της συνενάγουσας μητέρας της αποσβέστηκε η επικαρπία της τελευταίας επ' αυτού -επιδίκου- κατ' άρθρο 1167 ΑΚ).
Με βάση αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ που προαναφέρθηκαν. Ειδικότερα, με το να δεχθεί το Εφετείο, ότι το επίδικο είχε περιέλθει κατά κυριότητα λόγω ανταλλαγής με το πιο πάνω -.../1967- συμβόλαιο "στη θανούσα ενάγουσα, Σ. χήρα Σ. Χ." (μητέρα της αναιρεσιβλήτου) από την Ε.
συζ. Α. Φ., στην οποία είχε περιέλθει εν μέρει από κληρονομία του προαναφερόμενου πατέρα της και εν μέρει από κληρονομία της προαναφερόμενης μητέρας της δυνάμει των ανωτέρω συμβολαίων-.../1947 και .../1947-, συμβιβαστικού δίκης και διανεμητηρίου, αντίστοιχα, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, και ότι στη συνέχεια -αφού η συνενάγουσα μητέρα της αναιρεσίβλητης αποβίωσε - η αναιρεσίβλητη (στην οποία η θανούσα μητέρα της είχε μεταβιβάσει με γονική παροχή την ψιλή κυριότητα του επίδικου με το πιο πάνω -.../1991- συμβόλαιο, που έχει νόμιμα μεταγραφεί) απέκτησε το επίδικο κατά πλήρη κυριότητα "με παράγωγο τρόπο δυνάμει των ανωτέρω τίτλων, άλλως με πρωτότυπο τρόπο (με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία) με την άσκηση νομής με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, άλλως με διάνοια κυρίου με την προσμέτρηση της νομής με τα αυτά προσόντα των δικαιοπαρόχων της", δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού, με βάση τις παραδοχές του αυτές ορθά δέχτηκε, ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε την ψιλή κυριότητα του επιδίκου με γονική παροχή, ήτοι για νόμιμη αιτία από την αληθή κυρία δικαιοπάροχο μητέρα της- και μετά το θάνατο αυτής (έχοντας παρακρατήσει την επικαρπία) την πλήρη κυριότητα αυτού- ως νεμηθείσα η δικαιοπάροχος μητέρα της αυτό (επίδικο) με τα προσόντα της τακτικής και πάντως της έκτακτης χρησικτησίας, συνυπολογίζοντας το δικό της χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο της χρησικτησίας της απώτερης δικαιοπαρόχου, Ε.
συζ. Α. Φ., επί χρονικό μάλιστα διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (άρθρα 1041, 1045 και 1051 ΑΚ). Ούτε παραβίασε (το Εφετείο) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 256 παρ. 1, 257 παρ. 1 και 1047 ΑΚ, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, Σ. Χ., ως μη αποκτήσας προηγουμένως την νομή του επιδίκου, δεν μπορούσε από την απόκτηση του επιδίκου από τη θανούσα ενάγουσα σύζυγό του, Σ.
χήρα Σ. Χ., να χρησιδεσπόσει το επίδικο μέχρι το θάνατό του (25.1.1990) εις βάρος της προαναφερόμενης συζύγου του -δικαιοπαρόχου μητέρας της αναιρεσίβλητης. Ούτε αποτελεί, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, αντιφατική αιτιολογία, ότι "η θανούσα ενάγουσα (Σ. χήρα Σ. Χ.), αφότου απέκτησε κατά κυριότητα (1967) το όλο προπεριγραφέν αγροτεμάχιο (επίδικο), νέμονταν συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου, καλή τη πίστει και νόμιμο τίτλο, άλλως με διάνοια κυρίου".
Άλλωστε, δεν προκύπτει, ότι το Εφετείο, με την 7153/2000 προδικαστική απόφασή του, διέλαβε την αντίθετη, προς την προεκτειθείσα, αιτιολογία, ότι "τη νομή του επιδίκου από του έτους 1960 ασκούσε ο δικαιοπάροχος (των αναιρεσειόντων) Σ. Χ., σύζυγος της αρχικής ενάγουσας, Σ.ς χήρας Σ. Χ.", προεχόντως, γιατί η προδικαστική αυτή απόφαση δεν προσκομίζεται.
Απεναντίας, το εφετείο με σαφήνεια διαλαμβάνει, ότι πράξεις νομής στο επίδικο ενεργούσε ο σύζυγος της θανούσας ενάγουσας, Σ. Χ., έως το θάνατό του (την 25.1.1990) ως αντιπρόσωπός της, μετά δε το θάνατό του η ίδια η σύζυγος του προσωπικά. Ούτε παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 974 και 976 παρ. 1 ΑΚ, αφού με βάση τα προεκτιθέμενα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, χωρίς να αξιώσει λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούν για την εφαρμογή τους οι διατάξεις αυτές.
Επομένως, οι πρώτος από τους αριθμούς 1 και 19, και δεύτερος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
IV. Από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης της διάταξης αυτής ιδρύεται μόνο για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή κατ' ουσιαστική διάταξη νόμου. Έτσι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν αναφέρεται σε ασάφεια του διατακτικού της απόφασης, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για σφάλμα που αναφέρεται στην ερμηνεία ή εφαρμογή κάποιας διάταξης και μπορεί να διορθωθεί με τη διαδικασία των άρθρων 315 ... ΚΠολΔ, ούτε αν αναφέρεται σε αιτιολογίες πραγματογνωμοσύνης, έστω και αν το τελικό της συμπέρασμα υιοθετείται από την απόφαση, αφού το λόγο αυτό αναίρεσης ιδρύουν αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες της απόφασης και όχι τέτοιες αποδεικτικού μέσου, όπως είναι η πραγματογνωμοσύνη. Επομένως, οι έβδομος και όγδοος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο υιοθέτησε το τελικό συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το Δικαστήριο, της οποίας όμως "οι αιτιολογίες είναι ανεπαρκείς, εσφαλμένες και αντιφατικές" (έβδομος), στο δε διατακτικό της προσβαλλόμενης δεν αναφέρεται η πόλη στην οποία βρίσκεται το επίδικο (όγδοος), πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
V. Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώληση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο.
Έτσι, τα πράγματα δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα. Ο προβαλλόμενος από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης προϋποθέτει τη μη λήψη υπόψη πραγμάτων με την προαναφερθείσα έννοια, που έχουν προταθεί από εκείνον, ο οποίος ζητά την αναίρεση της απόφασης και όχι από τον αντίδικό του, διότι στην τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης έννομο συμφέρον.
Εξάλλου, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικού μέσου, όπως η ομολογία, ιδρύει το λόγο αναίρεσης του αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Διότι ναι μεν η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, για να δημιουργηθεί όπως λόγος αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται ότι την επικαλέστηκε και να αποδεικνύει τον ισχυρισμό του αυτόν προσκομίζοντας τις οικίες προτάσεις του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β'του άρθρου ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον τρίτο λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης, στον οποίο είχε περιλάβει και ομολογία της, ότι τη νομή επί του επιδίκου ακινήτου ασκούσαν οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων, οι οποίοι και κατέστησαν με τον τρόπο αυτό κύριοι με έκτακτη χρησικτησία, με αποτέλεσμα να μη γίνει δεκτή η ένστασή τους ιδίας κυριότητας.
Περαιτέρω, με τον ίδιο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική πιο πάνω ομολογία. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, κατά το πρώτο μέρος του, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί, ο ισχυρισμός που αφορά - εκτός του ότι έχει προταθεί - με λόγο έφεσης - από την αναιρεσίβλητη-, δεν είναι αυτοτελής με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αφού η επίμαχη δικαστική ομολογία δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά αποδεικτικό μέσο, κατά το δε δεύτερο μέρος του ως αόριστου, γιατί δεν αναφέρεται αν έγινε από τους αναιρεσείοντες επίκληση της δικαστικής αυτής ομολογίας της αναιρεσίβλητης.
VI. Κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, πρέπει οι ισχυρισμοί, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης να είναι νόμιμοι, γιατί αν δεν είναι νόμιμοι και συνεπώς γι' αυτό δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, η παράληψη του δικαστηρίου να τους ερευνήσει και να απαντήσει σ' αυτούς δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης για πλημμέλεια από την προαναφερθείσα διάταξη (Ολ.ΑΠ 2/1989).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 περ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Από το συνδυασμό, όμως, των διατάξεων των άρθρων 639, 695, 698, 733, 734 ΚΠολΔ και 272 παρ. 1, 992 ΑΚ συνάγεται, ότι η περί ασφαλιστικών μέτρων νομής απόφαση του ειρηνοδικείου ή του κατ' έφεση πρωτοδικείου παράγουν μόνο προσωρινό δεδικασμένο, το οποίο προβάλλεται προς απόκρουση νέας αιτήσεως μεταξύ των ιδίων διαδίκων με βάση τον αυτόν πραγματικό και νομικό λόγο και δεν δεσμεύει την κυρία μεταξύ αυτών δίκη για τη νομή ή την κυριότητα.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο παρέλειψε να ερευνήσει και να απαντήσει στον προταθέντα από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμό περί υπάρξεως δεδικασμένου στην ένδικη περί αναγνωρίσεως της κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου ακινήτου αγωγή, που απορρέει από τις νόμιμα προσκομισθείσες με αριθ. 203/1992 και 2117/1993 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αχαρνών και του δικάσαντος ως Εφετείου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα, που εκδόθηκαν επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθμών 8 περ.
β' και 16 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού ο ως άνω περί δεδικασμένου ισχυρισμός, όντας μη νόμιμος, δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και γι' αυτό ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, κατ' ορθήν εκτίμησή του από τους αριθμούς 8 περ. β' και 16 περ. α' (και όχι από τους αριθμούς 11 και 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό τις αντίστοιχες αιτιάσεις, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
IV. Επειδή, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτή αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "και την από 15-2-2003 έκθεση του τεχνικού συμβούλου Ά. Χ., που διορίστηκε νομίμως με την υπ' αριθμ. 100/2002 έκθεση καταθέσεως δηλώσεως των εναγομένων, καθώς και όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι". Από την ως άνω ειδική, περί λήψης υπόψη της προαναφερόμενης τεχνικής εκθέσεως, μνεία και την ως άνω γενική βεβαίωση περί λήψης υπόψη όλων των εγγράφων, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αναμφίβολο και ότι έλαβε υπόψη του την ως άνω μνημονευόμενη ειδικώς και αξιολογούμενη χωριστά τεχνική έκθεση, και ότι, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα εξειδικευμένα στο αναιρετήριο έντεκα επιμέρους έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες.
Συνεπώς, οι έκτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, και ένατος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
V. Έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, είναι μόνον αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα από τα άρθρα 339 και 432 του ίδιου Κώδικα.
Συνεπώς, δεν αποτελούν έγγραφα, από τα οποία αντιδιαστέλλονται, οι εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων. Η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ είναι συμβατή με την αρχή της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού η χορήγηση περιορισμένου δικαιώματος άσκησης αναίρεσης περιλαμβάνεται στις δυνατότητες του εθνικού νομοθέτη. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβαλλόμενος, όλως επικουρικώς, έκτος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προαναφερθείσας από 15-2-2003 εκθέσεως των τεχνικών συμβούλων των αναιρεσειόντων Ά. Χ. και Π. Κ., είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
VI. Κατά την έννοια του άρθρου 379 ΚΠολΔ η μη συμμόρφωση των πραγματογνωμόνων προς τις βάσεις του άρθρου αυτού δοθείσες σ' αυτούς δικαστικές οδηγίες δεν συνεπάγεται ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης , αλλά αυτή η μη συμμόρφωση απλώς και μόνο σταθμίζεται, κατά τη συμφώνως με το άρθρο 387 ΚΠολΔ ελεύθερη εκτίμηση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων. Εξάλλου, από το άρθρο 383 του ίδιου Κώδικα δεν προκύπτει ότι η προθεσμία που τάσσεται από το δικαστήριο για την υποβολή από τους πραγματογνώμονες της έγγραφης γνωμοδότησής τους είναι ανατρεπτική, με συνέπεια η σύνταξη και η κατάθεσή της να επιφέρουν ακυρότητα αυτής εάν έγιναν μετά την πάροδο αυτής της προθεσμίας, ούτε ότι η πραγματογνωμοσύνη είναι άκυρη αν ο συντάξας αυτήν πραγματογνώμονας δεν αιτιολογεί τη γνώμη του.
Συνεπώς το Εφετείο, μη κηρύττοντας τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα άκυρη, λόγω α)μη συμμόρφωσής του προς την περί μετάβασής του στο επίδικο, προς επιτόπια εξέταση και καταμέτρησή του δικαστική οδηγία, β) κατάθεσης της πραγματογνωμοσύνης έξι μήνες μετά την ταχθείσα από το δικαστήριο προθεσμία και γ) έλλειψης αιτιολογιών ως προς το πόρισμά του, αλλά λαμβάνοντας αυτήν υπόψη και εκτιμώντας την ελεύθερα, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθ. 11 περ. α', 12 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. και επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υπό την επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α', 12 και 14 ΚΠολΔ, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις συναφείς αιτήσεις αναίρεσης, α) από 13-9-2006 της Μ. Χ. συζ. Ν. Α., ως κληρονόμου της Χ. Δ. Χ., το γένος Ν. Τ. και β) από 30.3.2005 της Χ. χας Δ. Χ., το γένος Ν. Τ. κ.α. για αναίρεση της 2375/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ