Supreme Court dismisses appeal for lack of legal interest and failure to specify facts supporting the grounds of appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding property ownership. The appellant argued that the lower court erred in rejecting their claim to exclusive ownership of the properties, but the court found the appeal lacked legal interest because the appellant had previously agreed to the ownership transfer. Furthermore, the appeal was rejected because it failed to specify the factual circumstances necessary to substantiate the alleged violations of substantive law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 556 of the Code of Civil Procedure; Article 562, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure; Article 160, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Articles 118, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; Articles 559, 559(1a), 559(19) of the Code of Civil Procedure; Articles 980, 981, 982, 984, 994, 1113, 1884 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the appellant lacks a specific legal interest in overturning the decision, and grounds of appeal must be supported by specific factual circumstances rather than vague assertions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1197 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1197/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1 ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Τηλικίδη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ......2. ......, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Γεωργακοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., 3. ......και 4. ..... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τριμίντζιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-2-2002, 20-10-2003, 17-3-2003 και 2-6-2003 αγωγές των ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και λοιπών διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 370/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 119/2006 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδος). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-1-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 2-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68,556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι ή ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος όχι μόνο γενικώς, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης , αλλά και ειδικώς, ως προς κάθε ένα λόγο αναίρεσης. Θεμελιώνεται δε το έννομο συμφέρον στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.3 ΚΠολΔ , κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπων που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της γενικότερης δικονομικής αρχής που διατυπώνεται στο άρθρο 160 παρ.2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία δεν έχει δικαίωμα να προτείνει τη (δικονομική) ακυρότητα εκείνος που είχε ενεργήσει την προσβαλλόμενη ως άκυρη πράξη ή εκείνος του οποίου η συμπεριφορά προκάλεσε την ακυρότητα, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε πράξη την οποία έχει ενεργήσει ο αναιρεσείων και, γενικότερα, την οποία προκάλεσε η συμπεριφορά του, εκτός αν πρόκειται για την εξαίρεση που προβλέπεται από την εν λόγω διάταξη.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.14ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως αόριστη την με αριθ. κατ. 557/2003 διεκδικητική ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, η πλημμέλεια ότι δεν κήρυξε αυτήν απαράδεκτη, κατ'άρθρ.220παρ.1ΚΠολΔ σε συνδ. με άρθρ.12 παρ.1 περ.ιβ,5 του ν.2664/1998, λόγω μη καταχώρησής της στα κτηματολογικά φύλλα του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου.
Υπό τα εκτιθέμενα όμως αυτά περιστατικά στο αναιρετήριο, δεν μπορεί να θεμελιωθεί έννομο συμφέρον για τον αναιρεσείοντα από την επιδιωκόμενη αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι με την απόρριψη της αγωγής των αναιρεσιβλήτων ως αόριστης και συνακόλουθα την παραγωγή δεδικασμένου, από την απορριπτική απόφαση, ως προς το μη ορισμένο της αγωγής αυτής, επέρχεται ουσιαστικώς ευμενέστερη συνέπεια ως προς αυτόν, σε σχέση με την απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης λόγω μη καταχώρησής της στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογίου.
Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον στον αναιρεσείοντα προς άσκηση του λόγου τούτου αναίρεσης, η ύπαρξη του οποίου ως προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο(άρθ. 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, προσάπτεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η από την ίδια διάταξη, του άρθρου 559 αριθ.14ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γατί δεν απέρριψε ,ως απαράδεκτη, την ένδικη με αριθμ.
καταθ. 139/2003 διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, επίσης λόγω μη καταχώρησης αυτής στο Κτηματολόγιο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, που δεν εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 562 παρ.3ΚΠολΔ,αφού δεν αφορά τη δημόσια τάξη, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε πράξη την οποία προκάλεσε η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, με αίτηση του οποίου, ως ενάγοντος, έπρεπε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 220 παρ.1ΚΠολΔ και 12 παρ.ιβ,5 ν.2664/1998, να γίνει η επικαλούμενη καταχώρηση της ένδικης εμπράγματης αγωγής του στα φύλλα του οικείου Κτηματολογίου.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, συνάγεται ότι για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει η αντίφαση να εντοπίζεται στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ώστε να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου και, κατ' επέκταση, να είναι αδύνατη η εκτέλεσή της.
Επομένως, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν η αντίφαση υπάρχει ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης, εκτός αν η αντίφαση έχει τη μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών, οπότε όμως ο λόγος αναίρεσης στηρίζεται στον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19ΚΠολΔ,κατά την οποία ,αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προκύπτει ότι για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης εξαιτίας των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει αυτές να στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι όταν κάθε αιτιολογία στηρίζει διαφορετική διάταξη.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από το άρθρ. 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, διότι, ενώ δέχθηκε, αναφορικώς με τις με αριθ. κατ. 158/2002 και 557/2003 διεκδικητικές ακινήτων αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, οι οποίες απορρίφθηκαν ως αόριστες, ότι δεν εκτίθενται σ' αυτές οι συγκεκριμένες πράξεις ανάμειξης των κληρονόμων της αποβιώσασας στις 7-3-1936, Θ1 στην κληρονομία της, ώστε να κριθεί αν με αυτές φανερώνεται σιωπηρή δήλωση περί υπεισέλευσής τους στην κληρονομία της, περαιτέρω, δέχθηκε, αναφορικώς με την ένδικη με αριθ.κατ.139/2003 διεκδικητική ακινήτων αγωγή του αναιρεσείοντος, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία, ότι, τα επίδικα ακίνητα ανήκαν κατά κυριότητα στην ανωτέρω Θ1 και ότι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποδέχθηκαν την κληρονομία της με ανάμειξή τους σ' αυτήν.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη αντίφαση δεν εντοπίζεται στο διατακτικό της πληττόμενης απόφασης, αλλά στο αιτιολογικό αυτής. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από το άρθρο 559 αριθ 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω των ανωτέρω, αντιφατικών, κατά τον αναιρεσείοντα, αιτιολογιών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον, οι προβαλλόμενες ως αντιφατικές αιτιολογίες δεν στηρίζουν την αυτή διάταξη του διατακτικού της πληττόμενης απόφασης, αλλά η μεν πρώτη τη διάταξη με την οποία απορρίφθηκαν ως αόριστες οι αγωγές των αναιρεσιβλήτων, η δε δεύτερη τη διάταξη με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικώς αβάσιμη η ανωτέρω αγωγή του αναιρεσείοντος.
Με τους τέταρτο και έκτο λόγους αναίρεσης , από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19ΚΠολΔ, προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, αναφορικώς με τις παραδοχές αυτής , α) ότι δεν περιήλθαν όλα τα επίδικα ακίνητα , μετά από άτυπη διανομή, στην αποκλειστική κυριότητα του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, Δ1 αφού δεν είναι δυνατόν να περιέρχονται, με άτυπη διανομή, όλα τα ακίνητα μόνο σε ένα συγκληρονόμο κατ' αποκλεισμό των λοιπών, β) ότι δεν παραχωρήθηκαν τα ακίνητα αυτά στον ως άνω δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος από τους λοιπούς αδελφούς και αδελφές του, καθόσον, αν είχε γίνει αυτό, δεν δικαιολογείται οι τελευταίοι να μεταβιβάζουν στη συνέχεια με διαθήκες και συμβόλαια τα εξ αδιαιρέτου μερίδιά τους επί των ακινήτων αυτών, οι δε αδελφές του ...., ....
και Δ2 να εγκαθιστούν με διαθήκες τους κληρονόμο τους στην ακίνητη περιουσία τους τον ίδιο αδελφό τους, Δ1 αφού αυτές δεν είχαν άλλη ακίνητη περιουσία, εκτός από τα κληρονομιαία ακίνητα, καθώς και γ) ότι ο ανωτέρω δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος δεν ασκούσε διακατοχικές πράξεις επί των επιδίκων ως αποκλειστικός κύριος, αλλά ως συγκύριος και για λογαριασμό των υπόλοιπων συγκυρίων, αφού οι ως άνω τρεις αδελφές του διέμεναν στη νέα οικία, που ανήγειρε αυτός, ως συγκύριες και προσέφεραν την εργασία και τις υπηρεσίες τους για τη λειτουργία του παντοπωλείου και του πρατηρίου υγρών καυσίμων.
Διότι, σύμφωνα με τους λόγους αυτούς αναίρεσης, οι ανωτέρω διαθέτιδες, με τις μοναδικές διαθήκες τους, ήτοι την από .... ιδιόγραφη διαθήκη της Δ2 και των ....,...... δημόσιων διαθηκών των λοιπών δύο, δεν εγκατέστησαν κληρονόμο τον Δ1 επί ακινήτων της κληρονομιαίας περιουσίας αλλά στην ευρεθησόμενη κατά τον χρόνο του θανάτου τους κινητή και ακίνητη περιουσία τους, προφανέστατα διότι η ακίνητη περιουσία τους είχε εξαντληθεί κατά τον χρόνο σύνταξης των διαθηκών, λόγω της προηγηθείσας παραχώρησής της το έτος 1948, η δε συγκατοίκηση των αδελφών στην οικία και η προσφορά των ανωτέρω αναφερόμενων υπηρεσιών τους θα μπορούσαν να οφείλονται σε ανταπόδοση του Δ1 στην προηγηθείσα από μέρους των τριών αδελφών του παραχώρηση της περιουσίας τους προς αυτόν, καθώς και ως ελάχιστη ηθική υποχρέωση αυτών έναντι της δωρεάν φιλοξενίας που τους παρείχε.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι με αυτούς πλήττεται η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων ,η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου(άρθ.561 παρ.1ΚΠολΔ).
Επειδή, ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.
Αντίθετα δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενό του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης από το ως άνω άρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά αυτό δεν επιτρέπεται στον Άρειο Πάγο.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των αναφερόμενων στην προηγούμενη σκέψη διαθηκών, διότι ενώ σ' αυτές αναφέρεται ότι ο Δ1 εγκαταστάθηκε, στην ευερεθησόμενη κινητή και ακίνητη περιουσία των αδελφών του, το Δικαστήριο της ουσίας έκανε δεκτό ότι με τις διαθήκες αυτές μεταβιβάσθηκαν τα εξ αδιαιρέτου μερίδια των αδελφών του επί των επίδικων ακινήτων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου, ως προς το ότι δεν χώρησε άτυπη διανομή των επίδικων ακινήτων και ούτε αυτά παραχωρήθηκαν ατύπως στον Δ1 από τους αδελφούς του, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου αυτών, η οποία μάλιστα συνάχθηκε από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, όπως καταθέσεων μαρτύρων, ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη και εγγράφων, που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς να εξαιρείται η ιδιαίτερη αποδεικτή αξία των εν λόγω διαθηκών για το αποδεικτέο θέμα της μεταβίβασης των επίδικων ακινήτων στον ανωτέρω δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος, από τις κληρονομηθείσες και ανωτέρω αναφερόμενες αδελφές του.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ. α' ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα",κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και οι λόγοι έφεσης.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ.8 περ. α' του άρθρου 559ΚΠολΔ., διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων, περί ανάμειξης των κληρονόμων της απώτερης δικαιοπαρόχου των διαδίκων, Θ1 στην κληρονομία της, χωρίς οι εναγόμενες να ισχυρίζονται και να επικαλούνται συγκεκριμένες πράξεις ανάμειξης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι με αυτήν συνομολογήθηκε η κτήση της κυριότητας των επίδικων ακινήτων, μετά τον θάνατο της ανωτέρω Θ1 στις 7-3-1936, από τους αναφερόμενους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτής , ήτοι τον σύζυγο και τα εννέα τέκνα της, και, επομένως, ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελούσε πράγμα, υπό την έννοια που εκτέθηκε, ώστε η λήψη αυτού από το δικαστήριο της ουσία να θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ) καθώς και η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης(άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ),πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, κατά τρόπο σαφή και όχι αποσπασματικώς, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και η αποδιδόμενη παράβαση ως προς την έλλειψη νόμιμης βάσης.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1α και 19 ΚΠολΔ προβάλλεται παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 980,981,982,984,994,1113,1884 ΑΚ, καθώς και έλλειψη νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλομένης, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη η ένδικη διεκδικητική ακινήτων αγωγή του αναιρεσείοντος, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι , δεν αποδεικνύεται κτήση της αποκλειστικής κυριότητας των επιδίκων με χρησικτησία, από τον αναιρεσείοντα και τον δικαιοπάροχό του, Δ1 " αφού δεν αποδεικνύεται .....
ότι αυτός (δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος), ως συγκύριος, που νεμόταν τα ακίνητα και για λογαριασμό των άλλων συγκυρίων, γνωστοποίησε από κάποιο χρονικό σημείο την πρόθεσή του να νέμεται αποκλειστικά για λογαριασμό του τα επίδικα ακίνητα και άρχισε να τα νέμεται έκτοτε αποκλειστικά για λογαριασμό του ", ενώ ,σύμφωνα με το λόγο αυτό της αναίρεσης, τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται αν οι λοιποί συννομείς εκδήλωσαν τη βούλησή τους να μην είναι νομείς, όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκαν οι προβαλλόμενες, παραβίαση των ως άνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και η έλλειψη της νόμιμης βάσης της απόφασης, αλλά αποσπασματική αναφορά ορισμένων από αυτά γίνεται, όπως ανωτέρω αναφέρονται, η οποία όμως δεν επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-1-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 119/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών(μεταβατική έδρα Χαλκίδας).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20-5-2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4-6-2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ