Supreme Court partially allows appeal on lawyer fees but dismisses claim for compensation against the opposing party.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding lawyer fees. The Court found a procedural error in the lower court's handling of the opposing party's representation but deemed the claim for monetary compensation against them legally unfounded. Consequently, the appeal regarding the fee calculation was upheld, while the claim for damages was dismissed, and the case was remanded for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a lower court decision for procedural errors but must dismiss claims for compensation against the opposing party if they lack legal basis, remanding the case for further adjudication on the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1196 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1196/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." τέως ΑΕ με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο αυτής και Δήμαρχο Λουτρακίου-Περαχώρας-Αγίων Θεοδώρων, που εδρεύει στο Λουτράκι Κορινθίας και 2) Κ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Π. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν η 162/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 314/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-10-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15.10.2019 και αριθ. κατάθ. 19/10.6.2020 αίτηση προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των διαφορών από αμοιβές (άρθρο 622 Α ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 314/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου ως προς τα προσβαλλόμενα κεφάλαιά της. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο απέρριψε την από 2.12.2013 και αριθ.
κατάθ. 158/24.7.2014 έφεση του δευτέρου εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος, όπως και την ασκηθείσα με τις προτάσεις από 20.9.2017 αντέφεση της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας και δέχτηκε την από 30.12.2015 και αριθ. κατάθ. 237/31.12.2015 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 162/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την από 30.1.2012 και αριθ.
κατάθ. 26/ΕΓ26 1.2.2012 αγωγή του ενάγοντος, την δέχτηκε κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 36.900 ευρώ, ως αμοιβή του για το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του έτους 2011 έως και τον Μάρτιο του έτους 2012, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), όπως ίσχυε, λόγω λύσεως της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής, καθώς επίσης υποχρέωσε τον δεύτερο εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 4.000 ευρώ, ως αποζημίωσή του λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τα άρθρα 57, 914 και 932 ΑΚ.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 38, 44, 63 παρ. 1-5, 94 του Κώδικα περί δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του από το νέο Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) και εφαρμόζεται (προϊσχύων Κώδικας) στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής, συνδυαζομένων προς τα άρθρα 648 επ., 713 επ.
του Α.Κ., σαφώς συνάγεται, ότι η κατ` εξαίρεση επιτρεπόμενη στο δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια (ετήσια ή μηνιαία) αμοιβή ρυθμίζεται από τον ως άνω Κώδικα περί Δικηγόρων και συμπληρωματικώς από τους περί ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμούς του Α.Κ. και τους περί εντολής κανόνες αυτού, εφόσον δεν αντίκειται στον δημόσιο χαρακτήρα αυτής της σχέσεως, δεν δύναται δε η ρηθείσα παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, καθόσον δεν ισχύουν καταρχήν επ` αυτής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (Ολ.
ΑΠ 25/2002). Η σχετική σύμβαση για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών πρέπει να είναι αορίστου χρόνου, άλλως, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο, θεωρείται ότι είναι αορίστου χρόνου, λύεται δε με έγγραφη καταγγελία, με καταβολή αποζημιώσεως μέχρι πλήρους καταβολής της οποίας οφείλονται (άρθρα 63 παρ. 5 περ. 4 και 94 Κ.Δ.) οι αποδοχές, η αξίωση δε καταβολής αυτής απορρέει από σύμβαση, έγκυρης, έμμισθης δικηγορικής εντολής και όχι από σχέση εξαρτημένης εργασίας (Ολ ΑΠ 1/1994).
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1868/1989, προκύπτει ότι από τις 10.10.1989 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν. 1868/1989), η πρόσληψη δικηγόρου με πάγια αντιμισθία ή αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του Ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη και σύμφωνα με την οριζόμενη από τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου διαδικασία, η μη τήρηση της οποίας καθιστά τη σύμβαση άκυρη, με εξαίρεση την πρόσληψη του προϊσταμένου της νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας, ή του νομικού συμβούλου των ανωτέρω προσώπων, για τους οποίους δεν ισχύει η προαναφερόμενη διαδικασία πρόσληψης και οι οποίοι, άσχετα με τον τίτλο που κατέχουν, δεν ασχολούνται κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους προς τον εντολέα τους με τη δικαστική εκπροσώπηση και το χειρισμό δικαστικών υποθέσεων αυτού έναντι τρίτων, αλλά περιορίζονται αποκλειστικά στην παροχή συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων σ` αυτόν και τα όργανά του ή και στην κατεύθυνση του χειρισμού των υποθέσεων από άλλους δικηγόρους (ΑΠ 1619/2011, 188/2009, 229/2004).
Ως δημόσιος δε τομέας κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 9 του Ν. 1232/1982 και 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982, νοείται, μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 1892/1990, ο οριζόμενος από το άρθρο 51 αυτού (το οποίο τροποποίησε το άρθρο 1 παρ. 1256/1982) και όχι ο οριζόμενος από τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από τα άρθρα 1 παρ. 3 του ν. 2527/1997 και 10 παρ. 5 του ν. 3051/2002, ο οποίος καθορίστηκε μόνο για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού, ο οποίος μάλιστα όρισε ρητά ότι εξαιρούνται από την εφαρμογή του οι παρέχοντες υπηρεσίες με έμμισθη εντολή (ΑΠ 537/2004, ΣτΕ 1555/2000).
Ειδικότερα, στο άρθρο 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 ορίζεται ότι: " 1. Ο κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο: α. Τις κάθε είδους δημόσιες υπηρεσίες, που υπάγονται στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου και εκπροσωπούνται από αυτό. β. Τα κάθε είδους Ν.Π.Δ.Δ., εξαιρουμένων των Χρηματιστηρίων Αξιών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Eποπτείας της Ιδιωτικής Ασφάλισης, είτε αυτά αποτελούν οργανισμούς κατά τόπο είτε καθ' ύλην αυτοδιοίκησης.
γ. Τις κάθε είδους κρατικές ή δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις και οργανισμούς, καθώς και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς. δ. Τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειοψηφία και ε.
Τις κάθε είδους θυγατρικές εταιρείες των νομικών προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις β` και γ` αυτού του άρθρου, εκτός από τις επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α. Οι τελευταίες προβλέπονται από το άρθρο 252 του Ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων), στο οποίο στις παρ. 1 και 3 ορίζεται ότι: "Οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις ΟΤΑ, σύμφωνα με τις παρακάτω ρυθμίσεις.
Οι επιτρεπόμενες μορφές των επιχειρήσεων αυτών είναι οι εξής: α) δημοτικές ή κοινοτικές κοινωφελείς επιχειρήσεις, β) Ανώνυμες Εταιρείες ΟΤΑ" (παρ. 1). "Οι Ανώνυμες Εταιρείες ΟΤΑ συνιστώνται είτε μόνο από έναν ή περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες, είτε....Οι εταιρείες αυτές λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920".
Στην προκειμένη περίπτωση, δοθέντος ότι, η πρώτη αναιρεσείουσα με την επωνυμία "....", είναι ανώνυμη εταιρεία ΟΤΑ, διεπόμενη από τις διατάξεις του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, καθώς και του ΚΝ 2190/2020, η εταιρεία αυτή, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, δεν υπάγεται στο δημόσιο τομέα, σύμφωνα με το άρθρο 51 παρ. 1 Ν. 1892/1990, όπου ρητά στην περίπτωση ε) του άρθρου αυτού εξαιρούνται οι επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., στις οποίες, κατά το άρθρο 252 του Ν. 3463/2006, περιλαμβάνονται και οι ανώνυμες εταιρείες ΟΤΑ, και, συνεπώς, για την πρόσληψη σε αυτήν δικηγόρου με πάγια αντιμισθία, δεν ήταν εφαρμοστέα η διοικητική διαδικασία του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986.
Σημειώνεται ότι, η διάταξη αυτή (του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986, όπως η παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 1868/1989), με την οποία θεσπίζεται διοικητική διαδικασία προσλήψεως δικηγόρου με πάγια αντιμισθία ή αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή, που ακολουθείται μόνον εφόσον πρόκειται για την πλήρωση θέσεως δικηγόρου νομικού προσώπου που ανήκει στο δημόσιο τομέα, ανεξάρτητα από το αν το νομικό αυτό πρόσωπο είναι ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, είναι ουσιαστικού δικαίου.
Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 11 ν. 1649/1986, 19 παρ. 5 ν. 1586/1986 και 3 περ. γ' π.δ. 164/2004, 51 παρ. 1 περ. β' ν. 1892/1992, 1 παρ. 3 ν. 2527/1997 και 10 παρ. 5 ν. 3051/2002, οι οποίες ήταν εφαρμοστές, και δεν απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα καταβολής αμοιβής λόγω ακυρότητας της συμβάσεως εμμίσθου εντολής είναι προεχόντως αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Και τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη, δεν ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 11 ν. 1649/1986, αφού η αναιρεσείουσα δεν ανήκει στον δημόσιο τομέα, η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 του Ν. 1586/1986, που ορίζει ότι ".....η αληθής έννοια του άρθρου 1 του Ν. 1256/1982 είναι ότι σ' αυτή περιλαμβάνονται και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης", αφού η αναιρεσείουσα αποτελεί ανώνυμη εταιρεία ΟΤΑ, για την οποίαν ρητά, κατά τα προεκτεθέντα, ορίζεται ότι εξαιρείται του δημόσιου τομέα και όχι για ΟΤΑ, και τέλος, οι διατάξεις των άρθρων 3 περ.
γ' του π.δ. 164/2004, 51 παρ. 1 περ. β' του ν. 1892/1990, 1 παρ. 3 του ν. 2527/1997 και 10 παρ. 5 του ν. 3051/2002, αφού δεν έχουν εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση οι διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από τα άρθρα 1 παρ. 3 του ν. 2527/1997 και 10 παρ. 5 του ν. 3051/2002, ως προς τον οριζόμενο δημόσιο τομέα, ο οποίος καθορίστηκε απ' αυτές μόνο για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου Ν. 2190/1994.
O λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ` άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 646/2020, 1217/2018, 1953/2017).
Περαιτέρω, για τη θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει επιπλέον το έγγραφο να αφορά απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή η κρίση του δικαστηρίου για απόδειξη ή όχι του ισχυρισμού αυτού να είναι επιβλαβής για τον αναιρεσείοντα. Αντίθετα, αν το έγγραφο αφορά απόδειξη επουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι ισχυρισμού που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1548/2018, 2060/2007).
Πρόκειται, επομένως, για έλεγχο του αιτιώδους συνδέσμου της παραβίασης προς σφάλμα του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 1548/2018, πρβλ. και ΑΠ 1563/2014, 662/2014, 1288/2012, 333/2011). Το Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως προς τον ερευνώμενο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρα 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, ότι ".....Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη από την πρώτη των εναγομένων ακυρότητα της ένδικης σύμβασης κατ' άρθρο 63 παρ. 10 του ΝΔ 3026/1954 λόγω της αναφερόμενης παράλληλης απασχόλησης του ενάγοντα με σύμβαση έμμισθης εντολής και στην ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣΗΣ ΛΟΥΤΡΑΚΙΟΥ- ΠΕΡΑΧΩΡΑΣ (Δ.Ε.Υ.Α.
Λ- Π). Τούτο δε διότι, σύμφωνα με το επικαλούμενο και νομίμως προσκομιζόμενο από την 1η των εναγομένων υπ' αριθμ. 1669/19.6.2012 έγγραφο της τελευταίας επιχείρησης, στις 26/10/2007 υπογράφηκε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία ύψους 700 € μεταξύ της επιχείρησης αυτής (Δ.Ε.Υ.Α. Λ-Π) και του ενάγοντος, πλην όμως, δεν αναφέρεται καθόλου η διάρκεια αυτής και συγκεκριμένα αν αυτή ίσχυε και λειτούργησε και κατά το χρονικό διάστημα της ένδικης σύμβασης (από 15/4/2008 έως και τον Σεπτέμβριο του 2011)".
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης κατά το πρώτο σκέλος του οι αναιρεσείοντες και κατ` ακρίβεια η πρώτη απ` αυτούς, καθότι η ένδικη αγωγή για καταβολή της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου κατ' άρθρο 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων για το ως άνω χρονικό διάστημα αφορούσε την πρώτη αναιρεσείουσα και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος αναιρεσείων να στερείται πλέον του απαιτούμενου έννομου συμφέροντος για την άσκηση της αναίρεσης για το εν λόγω αίτημα (άρθρα 556, 566 παρ.1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι, προκειμένου να απορρίψει τον ισχυρισμό τους που είχαν προβάλει, παραδεκτά, στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για το ότι με την υπ' αριθμ. .../18.10.2007 απόφαση της ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΣ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ, ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΛΟΥΤΡΑΚΙΟΥ (ΔΕΥΑ Λ-Π) εγκρίθηκε η σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία μεταξύ της δημοτικής επιχείρησης και του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου με τα καθήκοντα του νομικού συμβούλου της επιχείρησης, η οποία συνεχίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης και ως εκ τούτου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63α παρ. 1 και 10 ν. 3026/1954, που ίσχυαν κατά χρόνο παροχής των υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου, η μεταγενέστερη σύμβαση έμμισθης εντολής, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της πρώτης αναιρεσείουσας τυγχάνει αυτοδικαίως άκυρη, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθ.
πρωτ. 1669/19.6.2012 βεβαίωσης της ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΛΟΥΤΡΑΚΙΟΥ- ΠΕΡΑΧΩΡΑΣ (Δ.Ε.Υ.Α. Λ-Π), στην οποίαν εκτίθεται ότι ο αναιρεσίβλητος είχε συνάψει σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου από 26 Οκτωβρίου 2007, ισχύουσα μέχρι την έκδοση του εγγράφου αυτού την 19.6.2012, αφού δεν γίνεται αναφορά σε λήξη ή λύση αυτής, με αποτέλεσμα να δεχθεί, τελικά, πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, ενώ, αν λάμβανε υπόψη τα τελευταία, θα μπορούσε να οδηγηθεί σε διαφορετικό, από εκείνο που έγινε δεκτό, αποδεικτικό πόρισμα, υπέρ των απόψεων των αναιρεσειόντων, που έχουν προπαρατεθεί.
Από την επισκόπηση του ως άνω εγγράφου, το οποίο υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για να διαπιστωθεί αν υπάρχει η επικαλούμενη παραμόρφωση, προκύπτει ότι σ' αυτό αναγράφονται, κατά λέξη, τα εξής: " Στη συνέχεια του ανωτέρω σχετικού, σας γνωρίζουμε ότι με την υπ' αριθμ. .../9/18-10-2007 απόφαση ΔΣ ΑΕΥΑΛ-Π εγκρίθηκε η σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία μεταξύ της επιχείρησης και του δικηγόρου Γ.
Π. με τα καθήκοντα του νομικού συμβούλου της επιχείρησης και καθορίστηκε η αμοιβή του στο ποσό των 700 € μηνιαίως, πλέον του αναλογούντος φόρου. Η σύμβαση υπεγράφη στις 26 Οκτωβρίου 2007". Το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, σε σχέση με τον ως άνω ισχυρισμό αποκλειστικά ή, σε κάθε περίπτωση, κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου όμως δεν παραμόρφωσε, σύμφωνα με τις σχετικές παραδοχές που έχουν προεκτεθεί, αφού δέχθηκε για να δικαιολογήσει την κρίση του ότι δεν αποδείχτηκε η επικαλούμενη από την πρώτη των εναγομένων ακυρότητα της ένδικης σύμβασης, κατ' άρθρο 63 παρ. 10 ΝΔ 3026/1954, ότι στο ως άνω έγγραφο δεν αναφέρεται η διάρκεια της συναφθείσας έμμισθης εντολής και συγκεκριμένα αν αυτή ίσχυε και λειτούργησε και κατά το χρονικό διάστημα της ένδικης σύμβασης, όπως και πράγματι δεν προκύπτουν από την ανάγνωσή του τέτοια πραγματικά περιστατικά, για τη συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος και συνεπώς δεν υπήρξε διαγνωστικό σφάλμα περί την ανάγνωση του κειμένου του ανωτέρω εγγράφου και ο δεύτερος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 63α παρ. 1 και 10 του Ν. 3026/1954, οι οποίες εάν εφαρμόζονταν θα γινόταν αποδεκτό ότι ήταν άκυρη εξ αρχής η μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου σύμβαση έμμισθης εντολής, αφού ο τελευταίος διατηρούσε από την 18.10.2007 σύμβαση έμμισθης εντολής με τη "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΛΟΥΤΡΑΚΙΟΥ ΠΕΡΑΧΩΡΑΣ- Δ.Ε.Υ.Α.
Λ-Π". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, δεδομένου ότι υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ), δ) επέλευση ζημίας και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Παράνομη, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, ενώ ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε (ΑΠ 864/2014, 137/2005, 1920/2008).
Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει, είτε από δικαιοπραξία, οπότε μάλιστα μπορεί να συρρέουν αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική ευθύνη, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, και που είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος (ΑΠ 292/2015).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, εκδηλούμενης είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ), όπως προαναφέρθηκε και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.
Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή κ.λ.π. Έτσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητος. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητος του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητος του προσώπου, ακόμη και όταν αυτές απλώς τον καθιστούν ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών του καθηκόντων ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητος του, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου (ΑΠ 1394/2017, 265/2015).
Το Μονομελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ως προς τον ερευνώμενο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, για το κεφάλαιο της επιδίκασης υπέρ του αναιρεσιβλήτου και εις βάρος του δεύτερου αναιρεσείοντος του ποσού των 4.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ότι: ".........
κατά την ως άνω συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης των εναγομένων την 15.7.2011, οπότε και ελήφθη η ανωτέρω απόφαση, δεν κλήθηκε ο ενάγων, παρότι αυτός καλείτο και παρίστατο στις συνεδριάσεις αυτού, εκφράζοντας, όπου απαιτείτο, τις νομικές απόψεις του. Βέβαια ο τελευταίος παραστάθηκε με δική του πρωτοβουλία κατά την εν λόγω συνεδρίαση και μάλιστα κατέθεσε σχετική δήλωση διαμαρτυρίας για τον αποκλεισμό του από αυτήν και η οποία (δήλωση) καταχωρήθηκε στα σχετικά πρακτικά.
Στη συνέχεια, όμως, ο δεύτερος των εναγομένων, ο οποίος ήταν ο πρόεδρος στη συνεδρίαση αυτή, παρουσία όλων των παρευρισκομένων απαίτησε από τον ενάγοντα να εξέλθει από την αίθουσα και τον απέπεμψε με απαξιωτικό και υποτιμητικό τρόπο και υπό συνθήκες που συνιστούν προσβολή της εν γένει ατομικότητας αυτού.
Με την ανωτέρω συμπεριφορά του ο δεύτερος των εναγομένων εξέφραζε αποκλειστικά τη δική του βούληση και όχι τη βούληση του ως άνω νομικού προσώπου (πρώτης των εναγομένων), ενεργώντας καθ' υπέρβααση των αρμοδιοτήτων του από την εν λόγω ιδιότητά του. Άλλωστε, δεν είχε ληφθεί ουδεμία απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτής περί μη δυνατότητας παράστασης του ενάγοντος κατά τη σχετική συνεδρίαση.
Η παραπάνω συμπεριφορά του δεύτερου των εναγομένων είναι παράνομη και προσβλητική της τιμής του ενάγοντος και ως εκ τούτου και της προσωπικότητάς του, ευρίσκεται δε σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με την προαναφερόμενη προσβολή. Ειδικότερα, με την εν λόγω συμπεριφορά πλήττεται η αντίληψη και η εκτίμηση που έχουν για τον ενάγοντα οι συμπολίτες του, ενόψει του ότι δεν είχε συμβεί μέχρι τότε να μην κληθεί να συμμετάσχει αλλά και να αποπεμφθεί από τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης των εναγομένων εταιρείας ο νομικός σύμβουλος αυτής.
Έτσι, δημιουργήθηκε η εντύπωση στους τρίτους ότι ο ενάγων είχε επιδείξει επαγγελματικά ανεπαρκή συμπεριφορά προς την πρώτη των εναγομένων και γι' αυτό δεν κλήθηκε να συμμετάσχει και, όταν προσήλθε αυτοβούλως, αποπέμφθηκε από τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου. Άλλωστε, ο μέσος συνετός πολίτης έχει την εντύπωση και την πεποίθηση ότι ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου μιας ανώνυμης εταιρείας εκφράζει και διαμορφώνει τη βούληση της εταιρείας.
Τα παραπάνω ενισχύονται και από το ότι μέχρι τότε ο ενάγων δεν είχε δώσει κάποια αφορμή ως προς την επάρκεια και τη συνέπειά του στην άσκηση των καθηκόντων του, για τις οποίες βέβαια ουδεμία αιτίαση υφίσταται εκ μέρους της πρώτης των εναγομένων...". Ενόψει αυτών, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλήτος εδικαιούτο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το ύψος της οποίας καθόρισε στο ποσό των 4.000 ευρώ.
Με τις παραδοχές αυτές, όμως, το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920 και 932 του ΑΚ. Και τούτο γιατί, τα πιο πάνω περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν θεμελιώνουν αδικοπρακτική συμπεριφορά από μέρους του δεύτερου εναγομένου- αναιρεσείοντος προς τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, ώστε ο τελευταίος να δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθότι το γεγονός ότι αυτός δεν κλήθηκε να λάβει μέρος ως νομικός σύμβουλος κατά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης εναγόμενης- αναιρεσείουσας την 15.7.20011 και το ότι όταν προσήλθε του ζητήθηκε να αποχωρήσει, καθόσον μάλιστα δεν εκτίθεται ποιες ήταν οι απαξιωτικές και υβριστικές πράξεις στις οποίες προέβη ο δεύτερος αναιρεσείων, καθώς και για πιο λόγο ως διευθύνων την συνεδρίαση δεν είχε αρμοδιότητα να τον απομακρύνει, δεν συνιστούν πράξη ή παράλειψη που προσβάλλουν την προσωπικότητα του αναιρεσιβλήτου.
Περαιτέρω το ίδιο ως άνω γεγονός και δη της μη προσκλήσεώς του στην παραπάνω συνεδρίαση, όπου συζητείτο το θέμα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και συνεπώς δεν απαιτείτο η νομική συμβουλή του, όπως σε συνεδριάσεις που συζητούνταν άλλα θέματα της ανώνυμης εταιρείας, που έχρηζαν την παρουσία του νομικού της συμβούλου, επίσης δεν αποτελεί παράνομη παράλειψη, που προσβάλλει στην προσωπικότητα του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου καθόσον μάλιστα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ίδιος παραστάθηκε με δική του πρωτοβουλία και κατέθεσε σχετική δήλωση διαμαρτυρίας, η οποία (δήλωση) καταχωρήθηκε στα πρακτικά.
Επομένως, είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος της αίτησης, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει κατά το κεφάλαιο τούτο (χρηματικής ικανοποίησης) ως και εκείνο των δικαστικών εξόδων να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα εκτιθέμενα στην αγωγή, που συμπίπτουν με τις παραδοχές του Εφετείου, η απαίτηση του ενάγοντος - εφεσιβλήτου- αναιρεσιβλήτου, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο (χρηματικής ικανοποίησης) ως προς τον δεύτερο εναγόμενο- εκκαλούντα- αναιρεσείοντα, δεν είναι νόμιμη, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Συνακόλουθα, ως προς το κεφάλαιο αυτό, δεν υφίσταται στάδιο περαιτέρω έρευνας της υπόθεσης και επιβάλλεται να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο και να απορριφθεί η αγωγή ως προς το αιτούμενο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης. Τέλος, πρέπει, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του δεύτερου αναιρεσείοντος (άρθρο 178 και 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον καταθέσαντα- δεύτερο αναιρεσείοντα, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 314/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα, ως και εκείνο περί δικαστικών εξόδων.
ΔΙΑΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ κατά τούτο την υπόθεση.
ΔΕΧΕΤΑΙ κατ` ουσίαν την από 2.12.2013 και αριθ. κατάθ. 158/24.7.2014 έφεση ως προς το πιο πάνω κεφάλαιο.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ κατά τούτο την πρωτόδικη υπ' αριθ. 162/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ κατά τούτο την υπόθεση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς το πιο πάνω κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στον καταθέσαντα- δεύτερο αναιρεσείοντα του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ενάγοντα- εφεσίβλητο- αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του δευτέρου εναγομένου - εκκαλούντος- αναιρεσείοντος, για τους πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, καθώς και για την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ