Supreme Court allows appeal against antitrust dismissal, remanding case for retrial on tort liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a tort claim, ruling that the lower court incorrectly applied antitrust law instead of civil liability provisions. The appellant argued for damages based on the defendant's abuse of a customer-supplier relationship, while the respondent contended the claim was inadmissible under competition law. The Court found the lower court erred in rejecting the tort claim and remanded the case for a new trial on the merits of the alleged abuse of dominance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 242, 243, 244 of the Code of Civil Procedure; Article 2 of Law 703/1977; The Supreme Court held that when a lower court dismisses a tort claim by applying antitrust legislation instead of civil liability rules, the appeal must be allowed and the case remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1196 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1196/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...." και διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Φαρμάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Πανάγο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/5/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11529/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2093/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/11/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 23/11/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του και τρίτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθεί αυτή κατά τα λοιπά. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ, ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρ. 73 ΚΠολΔ), παύει να υπάρχει με τον θάνατο του φυσικού προσώπου (άρθρ. 35 ΑΚ), προκειμένου δε για νομικό πρόσωπο, αφότου τούτο κατά νόμο έχει λυθεί.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν το νομικό πρόσωπο που ήταν διάδικος λύθηκε νομίμως, πράγμα που συμβαίνει και σε περίπτωση συγχωνεύσεως εταιρείας ή εταιρειών με απορρόφηση, κατά την οποία μια η περισσότερες εταιρίες (απορροφούμενες), οι οποίες λύονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζουν σε άλλη υφισταμένη εταιρία (απορροφούσα) το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας τους, η απορροφούσα εταιρία, υποκαθιστάμενη σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφουμένης και εξομοιούμενη εντεύθεν με καθολική διάδοχο αυτής, συνεχίζει αυτοδικαίως την εκκρεμή δίκη χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση εκ μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται λόγω της συγχωνεύσεως διακοπή της δίκης, ούτε απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της, με την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς λόγω μη ειδικής αμφισβήτησης η ιδιότητα της συνεχίζουσας τη δίκη ως καθολικής διαδόχου με απορρόφηση της αρχικής διαδίκου εταιρίας, η οποία ιδιότητα, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως (ΑΠ 512/2011, ΑΠ 904/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, της παρούσας δίκης, προκύπτουν τα εξής: Με την κρινομένη αίτηση η αναιρεσείουσα προσβάλλει την υπ' αριθμόν 2093/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία, κατά την τακτική διαδικασία, μεταξύ αυτής και της αρχικά αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με την οποία (προσβαλλομένη), αφού απορρίφθηκε η από 20-09-2012 έφεσή της (αναιρεσείουσας) κατά της υπ' αριθμ. ….9/2011 οριστικής, εκδοθείσας αντιμωλία και κατά την τακτική διαδικασία, αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει, εν μέρει, ως μη νόμιμη και δεχθεί, εν μέρει, ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, την από 11-05-2009 αγωγή της, κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, έγινε δεκτή η από 29-04-2013, αντίθετη, έφεση της τελευταίας, εξαφανίσθηκε η εκκληθείσα απόφαση και, εν τέλει, απορρίφθηκε η αγωγή, στο σύνολό της, ως μη νόμιμη.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, εμφανίσθηκε, νομίμως εκπροσωπουμένη και δήλωσε συνέχιση της δίκης η ως άνω παρισταμένη εταιρεία με την επωνυμία "...", ως καθολική διάδοχος της ανωτέρω αρχικώς αναιρεσίβλητης, λόγω συγχώνευσης αυτής με απορρόφησή της. Η ιδιότητα αυτή της ήδη παρισταμένης εταιρείας, δηλαδή ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, της αρχικώς αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία πέραν του ότι συνομολογείται από την αντίδικό της αναιρεσείουσα, λόγω μη ειδικής αμφισβήτησης αυτής, αποδεικνύεται και από τα έγγραφα, που επικαλείται και προσκομίζει η τελευταία και δη: α) την …5/21-12-2016 πράξη απόσχισης του συμβολαιογράφου Ε. Σ., β) την εγκριτική αυτής απόφαση της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας με αριθμό 15669/27-12-2016 και γ) την …5/30-12-2016 καταχώρηση της ανωτέρω εγκριτικής απόφασης στο Γ.Ε.Μ.Η. Επομένως, νομίμως συνεχίζεται η δίκη μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, ΑΠ 1796/2012, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 1848/2006). Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται από την διάταξη αυτήν ως λόγος αναίρεσης, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί ως μη νόμιμη, ή το αντίστροφο, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, που κατά την συναφή αίτηση αναίρεσης παραβιάσθηκε (ΟλΑΠ 8, 7/2011, ΑΠ 214/2006).
Εξάλλου, κατά το άρθρ. 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρ. 297 και 298 ΑΚ, για την περιουσιακή ζημία που υπέστη αυτός από την υπαίτια και αιτιωδώς συνδεομένη με τη ζημία του αδικοπρακτική συμπεριφορά του ζημιώσαντος. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με αυτές των άρθρ. 330 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης και, επομένως, στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ ορισμένη είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (ΑΠ 831/2005, 118/2006).
Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στον δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με τη μορφή ειδικότερα της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου.
Εξάλλου, πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά τον χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ή αναλόγως την αντίστοιχη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη (ΟλΑΠ 16/2004, ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 427/2008, ΑΠ 190/2007).
Τέλος, η διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, διευρύνει την έννοια της καταχρήσεως δικαιώματος, ώστε δεν περιορίζεται η έννοια αυτή, όπως στο άρθρο 281 ΑΚ, στην άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος εκ του νόμου ή της δικαιοπραξίας, αλλά καταλαμβάνει και κάθε πράξη ή παράλειψη εκ της γενικής ατομικής ελευθερίας, τις λεγόμενες "φυσικές ευχέρειες", δηλαδή τις εξουσίες που απολαύει κάθε πρόσωπο με ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας.
Προϋποθέσεις δε για να ιδρυθεί αγώγιμη αξίωση κατά την διάταξη αυτή του άρθρου 919 ΑΚ είναι: α) Συμπεριφορά κάποιου αντικείμενη στα χρηστά ήθη, στις επιταγές δηλαδή της επικρατούσας κοινωνικής και συναλλακτικής ηθικής και στις θεμελιώδεις ηθικές και οικονομικές αντιλήψεις του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου, β) πρόθεση και πρόκληση ζημίας του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του ζημιώσαντος και της ζημίας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1063/2014, ΑΠ 1385/2013, ΑΠ 2067, 1536, 1425/2013).
Περαιτέρω, το άρθρο 2 του Ν. 703/1977 "περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού", (όπως αυτό είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 2 Ν. 2296/1995 και ίσχυε, κατά τον επίδικο χρόνο, διότι ο νόμος αυτός έχει πλέον καταργηθεί, με το Ν.3659/2011) το οποίο περιέχει διατάξεις ανάλογες με αυτές του άρθρου 82 της κωδικοποιημένης ΣυνθΕΚ - ορίζει ότι απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της δεσπόζουσας θέσης τους, στο σύνολο ή σε μέρος της αγοράς της χώρας.
Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση μπορεί να συνίσταται ιδίως: α) ..., β) ..., γ) στην εφαρμογή άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, ιδίως στην αδικαιολόγητη άρνηση πωλήσεων, αγορών ή άλλων συναλλαγών, κατά τρόπο ώστε ορισμένες επιχειρήσεις να τίθενται σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, δ) ... Ακόμη, το άρθρο 2α του ίδιου νόμου προβλέπει ότι: "Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή τους, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση.
Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδία στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης, ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων". Βάσει των ανωτέρω: α. Η δεσπόζουσα θέση (ή κατοχή υπερβάλλουσας οικονομικής ισχύος) μιας επιχειρήσεως προϋποθέτει κατ` αρχήν ένα σημαντικό μερίδιο αγοράς.
Στις περιπτώσεις που το μερίδιο αγοράς είναι ιδιαίτερα υψηλό και εκ παραλλήλου διατηρείται για μεγάλο χρονικό διάστημα, τούτο αποτελεί, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, αποδεικτικό στοιχείο για την ύπαρξη της δεσπόζουσας θέσης μιας επιχειρήσεως. Επιπρόσθετα, απαιτείται όπως η επιχείρηση έχει την πραγματική δυνατότητα μονομερούς επηρεασμού των όρων της αγοράς, δηλαδή όταν η θέση της, της επιτρέπει να παρεμποδίζει την διατήρηση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού και να διαμορφώνει σε σημαντικό βαθμό ανεξάρτητη επιχειρηματική συμπεριφορά σε σχέση με τους ανταγωνιστές, τους πελάτες και τους καταναλωτές.
Η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης μπορεί να απορρέει και από συνδυασμό διαφόρων παραγόντων, οι οποίοι, αν θεωρηθούν αυτοτελώς, δεν αποτελούν απαραίτητα ικανή προϋπόθεση για την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης, αλλά, όταν συνδυάζονται μεταξύ τους, οδηγούν στη δημιουργία της. Τέτοιοι σημαντικοί παράγοντες, εκτός του μεριδίου αγοράς, πλην άλλων, είναι:
αα) η ύπαρξη και άλλων ανταγωνιστών στην ίδια σχετική αγορά, με τον ίδιο βαθμό καθετοποίησης και το μερίδιο αγοράς, ββ) το εύρος του φάσματος προϊόντων που προσφέρουν οι ανταγωνιστές, γγ) η δυνατότητα πρόσβασης, αλλά και επιβίωσης νέων ανταγωνιστών στη σχετική αγορά, λαμβάνοντας υπ` όψη τα δίκτυα διανομής τους, δδ) η οικονομική δύναμη και η τεχνολογική υπεροχή της επιχειρήσεως.
β. Οι προπαρατιθέμενες διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 703/1977 δεν απαγορεύουν την κατοχή ή την απόκτηση δεσπόζουσας θέσεως, αλλά μόνο την καταχρηστική εκμετάλλευσή της. Η έννοια της καταχρηστικής συμπεριφοράς δεν ορίζεται στις ως άνω διατάξεις, που περιορίζονται στην ενδεικτική απαρίθμηση ορισμένων μορφών καταχρηστικής συμπεριφοράς, οι οποίες, εφόσον προέρχονται από επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση, συνιστούν καταχρηστική εκμετάλλευσή της και είναι ex lege παράνομες.
Επομένως, κατά την ερμηνεία της έννοιας της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως λαμβάνονται υπόψη ο σκοπός και το αντικείμενο προστασίας του Ν. 703/1977, ήτοι η προστασία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς καθώς και η προστασία της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων. Στο πλαίσιο αυτό η καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεως επιχειρήσεως κρίνεται με βάση την αντικειμενική συμπεριφορά της, εφόσον αυτή της επιτρέπει να επηρεάζει την διάρθρωση της αγοράς, στην οποία, λόγω της παρουσίας της ίδιας της επιχειρήσεως, ο ανταγωνισμός είναι ήδη εξασθενημένος και η τελευταία, χρησιμοποιώντας διαφορετικές μεθόδους απ` αυτές που εφαρμόζονται υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού σε προϊόντα ή υπηρεσίες, οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο των εμπορικών της δραστηριοτήτων, παρεμποδίζει την διατήρηση του επιπέδου του εναπομένοντος ανταγωνισμού ή την ανάπτυξή του.
Συνεπώς, νομικώς κρίσιμη είναι η συμπεριφορά καθ' εαυτή και όχι τα κίνητρα ή οι σκοποί της, τα οποία μπορεί να έχουν επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό ρόλο. Αρκεί μόνον η συμπεριφορά αυτή - με τις ως άνω μεθόδους και πρακτικές - να τείνει να περιορίσει τον ανταγωνισμό ή να είναι ικανή ή ενδέχεται να έχει τέτοιο αποτέλεσμα. γ. Η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως, κατά το άρθρο 2 του Ν 703/1977, εξετάζεται πάντοτε σε συνάρτηση με μία ορισμένη αγορά, η οποία οριοθετείται: αα) ως προς τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες (σχετική αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών) και ββ) γεωγραφικώς (σχετική γεωγραφική αγορά). Η σχετική αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών είναι αυτή που περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που θεωρούνται ομοειδή και εναλλάξιμα από τη σκοπιά της ζητήσεως ή της προσφοράς λόγω των ιδιοτήτων, της τιμής τους και της χρήσεως για την οποία προορίζονται. Βασικό κριτήριο είναι η λειτουργική εναλλαξιμότητα των προϊόντων. Η σχετική γεωγραφική αγορά ταυτίζεται με την περιοχή, μέσα στα όρια της οποίας δραστηριοποιούνται και ανταγωνίζονται οι επιχειρήσεις ως πωλητές ή αγοραστές των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών υπό επαρκώς ομοιογενείς συνθήκες ανταγωνισμού (ΟλΑΠ 2/1989).
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικαστήριο της ουσίας, κατά την κυριαρχική εκτίμηση, απ' αυτό, του δικογράφου της ένδικης αγωγής, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της περιεχόμενο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "....η ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρεία με το διακριτικό τίτλο "..." από το έτος 1984 δραστηριοποιείται στις εισαγωγές-αντιπροσωπεύσεις και διανομές προϊόντων για εγκαταστάσεις κτιρίων σύγχρονης τεχνολογίας και κυρίως για εγκαταστάσεις ύδρευσης-θέρμανσης- ψύξης, φυσικού αερίου και αποχέτευσης και ότι από το έτος 1997 εξασφάλισε την αποκλειστική αντιπροσώπευση της σωλήνωσης φυσικού αερίου CSST Gastite του Αμερικάνικου Οίκου ..., η οποία κατασκευάστηκε, πιστοποιήθηκε και διατίθεται στη Διεθνή Αγορά, ειδικώς για την κατασκευή ασφαλέστερων, οικονομικότερων και σύγχρονων εσωτερικών εγκαταστάσεων φυσικού αερίου, και ότι κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, είναι νέας τεχνολογίας, εύκαμπτη, πολύ ελαφριά, από ανθεκτικότερο υλικό, εγκαθίσταται εύκολα, δεν απαιτεί ενώσεις και συγκολλήσεις και έχει άριστη αντοχή στη σεισμική δραστηριότητα.
Ότι η ενάγουσα εταιρεία δημιούργησε την απαραίτητη υποδομή για την ανάπτυξη της αγοράς και διάθεσης της εν λόγω σωλήνωσης στην Ελληνική Επικράτεια από την έναρξη χρήσης του φυσικού αερίου και της κατασκευής των σχετικών εσωτερικών εγκαταστάσεων φυσικού αερίου στα πάσης φύσεως κτίρια (οικιακά, εμπορικά και βιομηχανικά).
Ότι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, δυνάμει της υπ' αριθμ. Δ1/Γ/Φ7/11819-2000 Υπουργικής Απόφασης, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 1086 της 31.08.2000, έχει, κατά προνομιακή παραχώρηση την εποπτεία των εγκαταστάσεων φυσικού αερίου στην ευρύτερη περιοχή της …. και εμπορεύεται μονοπωλιακά το φυσικό αέριο που αγοράζει από την ΔΕΠΑ και το μεταπωλεί με κέρδος στους καταναλωτές.
Ότι στις 15.07.2003 πριν διατεθεί στη χώρα μας το φυσικό αέριο τέθηκε σε εφαρμογή με την υπ' αριθμ. ΚΥΑ11346/ΦΕΚ963Β/15-7-2003, ο Τεχνικός Κανονισμός για τις εσωτερικές εγκαταστάσεις αερίου, ο οποίος στην παράγραφο 5.2.1.4/1.2.5 προβλέπει τη χρήση συμβατικών χαλυβδοσωλήνων και χαλκοσωλήνων και κάθε σωλήνωσης που συμμορφούται με την Κοινοτική Οδηγία 97/23, η οποία έγινε νόμος του Κράτους και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ987Β/27-5-99 και στο άρθρο 4 αυτής προβλέπεται ότι όταν μια σωλήνωση αερίου συνοδεύεται με Δήλωση Συμμόρφωση στις τεχνικές προδιαγραφές ασφαλείας της άνω Οδηγίες και φέρει τη σήμανση CE, τα Κράτη Μέλη δεν μπορούν να απαγορεύουν, να περιορίζουν ή να εμποδίζουν τη χρήση της σωλήνωσης αυτής στις εγκαταστάσεις που προορίζεται.
Ότι η ενάγουσα εταιρεία θεωρώντας ότι με τα προβλεπόμενα στην ανωτέρω παράγραφο του άνω Κανονισμού, υπήρχε άνιση μεταχείριση των σωληνώσεων CSST σε σχέση με τους άκαμπτους συμβατικούς χαλυβδοσωλήνες και χαλκοσωλήνες, προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ζητώντας την ακύρωση του Κανονισμού λόγω παραβίασης του ως άνω άρθρου 4 της ως άνω Κοινοτικής Οδηγίας.
Ότι επί της άνω προσφυγής της ενάγουσας εταιρείας εκδόθηκε η υπ' αρθμ. 1106/2008 απόφαση του ΣτΕ, με την οποία κρίθηκε ότι στον ως άνω Τεχνικό Κανονισμό ρητώς περιλαμβάνεται και η χρήση των εύκαμπτων ανοξείδωτων χαλυβδοσωλήνων CSST που διέθετε η ενάγουσα για την κατασκευή των εσωτερικών εγκαταστάσεων φυσικού αερίου.
Ότι η εναγομένη εταιρεία, που είναι κατά νόμο αρμόδια στην γεωγραφική περιοχή της ευθύνης της για την έγκριση, κατασκευή και λειτουργία των εσωτερικών εγκαταστάσεων φυσικού αερίου, απαγόρευε και δεν επέτρεπε την χρησιμοποίηση της άνω σωλήνωσης CSST Gastite, με την αιτιολογία ότι "δήθεν" δεν προβλεπόταν η χρήση της από τον άνω Τεχνικό Κανονισμό και ότι αυτός επέτρεπε μόνον την χρήση στην κατασκευή των εσωτερικών εγκαταστάσεων φυσικού αερίου των άνω συμβατικών σωληνώσεων, ήτοι τους χαλυβδοσωλήνες και χαλκοσωλήνες.
Ότι η εναγομένη εταιρεία και η ΔΕΠΑ μετά την έκδοση της άνω αποφάσεως του ΣτΕ εξέδωσαν πολυτελές φυλλάδιο που το αποκαλούσαν Πρακτικό Κώδικα σύνδεσης φυσικού αερίου, στο οποίο αναφέρονταν μόνον οι χαλκοσωλήνες και χαλυβδοσωλήνες. Ότι η συμπεριφορά της εναγομένης εταιρείας να απαγορεύει στους μελετητές εγκαταστάτες μηχανικούς, κατασκευαστές και υδραυλικούς εγκαταστάτες να χρησιμοποιούν τις σωληνώσεις CSST Gastite, παρά το γεγονός ότι έφεραν σήμανση CE και συνοδεύονταν με τον προβλεπόμενο τεχνικό φάκελο, ήταν προδήλως παράνομη και αυθαίρετη, διότι παραβίαζε:
α) το άρθρο 4 της άνω Οδηγίας που έγινε νόμος του Κράτους, β) την παρ. 5.2.1.4. /1.2.5 (α, β, γ, δ) του άνω Τεχνικό Κανονισμό, και την προαναφερόμενη απόφαση του ΣτΕ με την οποία κρίθηκε ότι προβλεπόταν από τον άνω Τεχνικό Κανονισμό και η χρήση των άνω σωληνώσεων, γ) την εκδοθείσα στις 24ης Φεβρουαρίου 2009, υπ' αρθμ. πρωτ.
Δ3/Α/οικ.4079 Ενημερωτική - Ερμηνευτική Πράξη του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου, με την οποία ερμηνευόταν ο ανωτέρω Κανονισμός και εντέλλονταν όλες οι ΕΠΑ να χρησιμοποιούν την σωλήνωση της ενάγουσας εταιρείας. Ότι εξαιτίας της άνω παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης εταιρείας υπέστη η ενάγουσα εταιρεία, κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2004 έως 31.12.2008 θετική και αποθετική ζημία, υπό την μορφή των διαφυγόντων κερδών, την οποία η τελευταία δεν θα είχε υποστεί εάν η εναγομένη εταιρεία επέτρεπε τη χρήση της σωλήνωσής της.
Στη συνέχεια του δικογράφου εκτίθεται ότι, η αγωγή θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 922, 932 ΑΚ, 4 της Κοινοτικής Οδηγίας που ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με την ΚΥΑ 16289/330 ΦΕΚ 987Β/27-5-99 και 226 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωση και γίνεται παράθεση του πραγματικού των άνω διατάξεων και περαιτέρω ιστορείται ότι οι ενέργειες της εναγομένης εταιρείας που συνιστούν την παράνομη συμπεριφορά της είναι οι ακόλουθες:
α) η ενάγουσα εταιρεία με την από 26.01.2004 επιστολή της, (που ενσωματώνεται στο δικόγραφο), ενημέρωσε την εναγομένη εταιρεία περί του ότι για τον επίμαχο εύκαμπτο σωλήνα CSST Gastite εκδόθηκαν oι πιστοποιήσεις από τους κοινοποιημένους φορείς πιστοποιήσεων, σύμφωνα με την διαδικασία της παρ. 1.2.5 του Τεχνικού Κανονισμού (Αριθ.Δ3/Α/11346- ΦΕΚ 963Β/15-7-2003), ήτοι οι υπ' αρθμ. 001/03 της TUN και υπ' αρθμ. 1207-C-04 της ΕΒΕΤΑΜ και επισήμανε ότι, εφόσον νομιμοποιήθηκε η χρήση των, πρέπει να χρησιμοποιηθούν στην κατασκευή εσωτερικών εγκαταστάσεων διανομής φυσικού αερίου και συγκοιvoπoίησε και τις ως άνω πιστοποιήσεις.
Ότι, ενώ μετά την επιστολή αυτή η εναγομένη εταιρεία έπρεπε να επιτρέψει ελεύθερα στην περιοχή της Θεσσαλονίκης την χρήση της επίμαχης σωλήνωσης, η τελευταία άρχισε να εμποδίζει την χρήση της και για το λόγο αυτό η ενάγουσα εταιρεία κοινοποίησε προς την εναγομένη εταιρεία την από 26.10.2004 διαμαρτυρία και δήλωση, (που ενσωματώνεται στο δικόγραφο), με την οποία επισήμανε ότι η επίμαχη σωλήνωση έχει τις πιστοποιήσεις καταλληλότητας και ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άνω Τεχνικού Κανονισμού και της άνω Κοινοτικής Οδηγίας και διαμαρτυρόμενη για το ότι η εναγομένη εταιρεία κατά παράβαση τούτων εμποδίζει τη χρήση της, καταστρατηγώντας και τους κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού, δήλωσε ότι για την παράνομη, άδικη, ανήθικη και αντισυναλλακτική συμπεριφορά της εκ της οποίας έχει υποστεί ζημία (θετική και αποθετική) και ηθική βλάβη, θα επιδιώξει δικαστικά την αποζημίωσή της.
Ότι και μετά την άνω εξώδικη διαμαρτυρία, η εναγομένη εταιρεία συνέχισε να εμποδίζει την χρήση της επίμαχης σωληνώσεως και η ενάγουσα εταιρεία κοινοποίησε προς αυτήν την από 29.11.2005 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση και δήλωση, (που ενσωματώνεται στο δικόγραφο), έχουσα σχεδόν ταυτόσημο περιεχόμενο με την προηγούμενη εξώδικη δήλωση και στη συνέχεια της απέστειλε και την από 06.06.2006 επιστολή της (που ενσωματώνεται στο δικόγραφο) με την οποία εκτός των άλλων ζητάει να πληροφορηθεί εάν η εναγομένη εταιρεία αποδέχεται ή όχι την χρήση του επίμαχου σωλήνα, που είναι νόμιμα πιστοποιημένος και φέρει τη σήμανση CE.
Ότι, η εναγομένη εταιρεία απαντώντας στην ανωτέρω επιστολή απέστειλε στην ενάγουσα εταιρεία την από 15.06.2006 επιστολή της, που ενσωματώνεται στο δικόγραφο, έχουσα το εξής περιεχόμενο: "Αναφορικά με την επιστολή σας θα θέλαμε να σας επισημάνουμε ότι η Εταιρία μας δεν ήταν ποτέ αντίθετη προς την εγκατάσταση αγωγών ανοξείδωτου χάλυβα, υπό τον όρο ότι είναι συμβατοί με το πρότυπο DIN 3384, για τις χρήσεις που προβλέπονται στον κανονισμό εσωτερικών εγκαταστάσεων που αναφέρεται στο νόμο ΦΕΚ 963/2003, δηλαδή για τη σύνδεση συσκευών αερίου.
Προς επιβεβαίωση της εξειδικευμένης χρήσης τους γίνεται παραπομπή και στο ιταλικό πρότυπο UNI 9891. Η Ε.Π.Α, η οποία δεν είναι φορέας τυποποίησης, δεν είναι δυνατό να εγκρίνει διαφορετικές χρήσεις από αυτές που ρητά αναφέρονται στον κανονισμό εσωτερικών εγκαταστάσεων του ανωτέρω νόμου ΦΕΚ 963/2003, όπου υποδεικνύονται συγκεκριμένοι τρόποι τοποθέτησης και ενδεχόμενοι περιορισμοί.".
Ότι η εναγομένη εταιρεία με την άνω επιστολή της επιχείρησε να αποφύγει την ευθύνη της, καθόσον η νόμιμη χρήση της επίμαχης σωλήνωσης καθορίζεται ρητώς με τη σήμανση CE και την προβλεπόμενη από το άρθρο 4 της ως άνω Οδηγίας δήλωση συμμόρφωσης και μετά τη λήψη της άνω επιστολής, η ενάγουσα εταιρεία απέστειλε την από 16.06.2006 επιστολή της, (που ενσωματώνεται στο δικόγραφο) με την οποία διαμαρτυρήθηκε για το ότι η εναγομένη δεν αποδέχεται την επίμαχη σωλήνωση για χρήση στην κατασκευή εσωτερικών δικτύων φυσικού αερίου και δήλωσε ότι θα ασκήσει εις βάρος της αγωγή αποζημίωσης.
Ότι κατόπιν της επιστολής αυτής η εναγομένη εταιρεία κοινοποίησε το υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΠΑ ….6/28.06.2006 έγγραφό της προς το Υπουργείο Ανάπτυξης, που ενσωματώνεται στο δικόγραφο και με το οποίο εκθέτει αυτολεξεί τα ακόλουθα: [ΘΕΜΑ: Αφορά επιστολή ... με ημερομηνία 16.06.2006. Η εταιρία ... με την εν θέματι επιστολή της, μας επικρίνει ότι η ΕΠΑ Θεσ/νίκης και Θεσσαλίας κατά παράβαση κοινοτικού νόμου ΦΕΚ 987Β/27-05-99 άρθρο 4 δεν αποδέχεται τον εύκαμπτο ανοξείδωτο χαλυβδοσωλήνα (CSST GASTITE) για χρήση στην κατασκευή εσωτερικών δικτύων φυσικού αερίου.
Η ΕΠΑ Θεσ/νίκης έκανε γνωστό στην ανωτέρω εταιρία ότι δεν αντιτίθεται προς την εγκατάσταση αγωγών ανοξείδωτου χάλυβα υπό τον όρο ότι είναι συμβατοί με το πρότυπο DIN 3384 για τις χρήσεις που προβλέπονται στον κανονισμό εσωτερικών εγκαταστάσεων, δηλαδή για τη σύνδεση συσκευών αερίου. Προς επιβεβαίωση της εξειδικευμένης χρήσης του γίνεται παραπομπή και στο ιταλικό πρότυπο UNI 9891.
Ο τεχνικός κανονισμός εσωτερικών εγκαταστάσεων φυσικού αερίου με πίεση λειτουργίας έως και 1 bar (Υπουργική Απόφαση Δ3/Η/11346/15-07-2003 στο άρθρο 5.2 κάνει μνεία για απαιτήσεις για σωλήνες, στοιχεία μορφής και σύνδεσης καθώς και λοιπά στοιχεία. Στην παράγραφο 5.2.4.2. γίνεται αναφορά για τους εύκαμπτους αγωγούς σύνθεσης.
Η κατηγορία αυτή των αγωγών είναι αυτοί που προτείνει η εταιρία .... Για την χρήση αυτών των αγωγών ο κανονισμός αναφέρει ότι "για πιέσεις μέχρι 1 bar επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν μόνον εύκαμπτοι αγωγοί αερίων από ανοξείδωτο χάλυβα κατά DIN 3384". Η ανωτέρω φράση άφορα το άρθρο 5.2.4. του κανονισμού με τίτλο "αγωγοί σύνδεσης για συσκευές αερίου".
Με άλλα λόγια επιτρέπεται, λέει ο κανονισμός, για πίεση μέχρι 1 bar να χρησιμοποιηθούν μόνον εύκαμπτοι αγωγοί αερίων από ανοξείδωτο χάλυβα κατά DIN 3384, για συνδέσεις για συσκευές αερίου. Τον ανωτέρω κανονισμό και αντίστοιχα άρθρα εφαρμόζουν η ΕΠΑ Θεσ/νίκης και Θεσσαλίας. Τα όσα επικαλείται η εταιρία ... αφορούν γενικές διατάξεις του κανονισμού.
Σε περίπτωση που το αρμόδιο Υπουργείο κρίνει ότι η ΕΠΑ Θεσ/νίκης και Θεσσαλίας δεν ερμηνεύει ορθά τα ανωτέρω άρθρα, παρακαλούμε να μας ενημερώσετε σχετικά με τις προδιαγραφές χρήσης καθώς και ενδεχομένους περιορισμούς.]. Ότι η ενάγουσα εταιρεία μετά την λήψη του ως άνω εγγράφου απέστειλε προς την εναγομένη εταιρεία, την από 7-7-2006 επιστολή της (που ενσωματώνεται στο δικόγραφο) με την οποία επισημαίνει προς την τελευταία ότι η προσφυγή της προς το Υπουργείο Ανάπτυξης για ερμηνεία του κανονισμού δεν την απαλλάσσει από την ευθύνη της για τη ζημία (θετική και αποθετική) που προκλήθηκε στην ενάγουσα εταιρεία λόγω της αρνήσεως της να αποδεχθεί τη χρήση της επίμαχης σωληνώσεως.
Ότι και η ΕΠΑ Αθηνών, μετά από πολλές προσπάθειες της ενάγουσας εταιρείας και πολύ καθυστερημένα, ενέκρινε την εφαρμογή της επίμαχης σωλήνωσης και ότι η τελευταία απέστειλε στην εναγομένη εταιρεία τα ενσωματωμένα στο δικόγραφο της αγωγής σχετικά έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η εν λόγω έγκριση. Ότι ενώ με την αποστολή των ανωτέρω εγγράφων διαλυόταν κάθε αμφιβολία για την δυνατότητα εφαρμογής της επίμαχης σωλήνωσης, η εναγομένη εταιρεία αποδεικνύοντας πλέον δόλια προαίρεση συνέχισε να αγνοεί την εφαρμογή της επίμαχης σωλήνωσης και εξακολουθούσε παράνομα να αδειοδοτεί εγκαταστάσεις μόνον με χαλκοσωλήνες και χαλυβδοσωλήνες και στα πλαίσια αυτά το καλοκαίρι του 2007 απέρριψε χωρίς καμία πλέον δικαιολογία δύο μελέτες έγκρισης σύνδεσης φυσικού αερίου του μηχανολόγου Θεσσαλονίκης Αχιλλέα Εταιρίδη, που χρησιμοποίησε τις επίμαχες σωληνώσεις.
Ότι στα ενσωματωμένα στο δικόγραφο της αγωγής από 22.05.2007 και 31.07.2007 φύλλα ελέγχου εσωτερικής εγκατάστασης της εναγομένης εταιρείας αναγράφεται αντιστοίχως "Η εγκατάσταση δεν είναι έτοιμη για να πάρει αέριο" και "Ακατάλληλα υλικά μη πιστοποιημένα από την ΕΠΑ Θεσσαλονίκης", και κατόπιν τούτου ο ανωτέρω μηχανολόγος κοινοποίησε στην εναγομένη εταιρεία την από 18.09.2007 εξώδικη πρόσκληση δήλωση - διαμαρτυρία που ενσωματώνεται στο δικόγραφο.
Ότι η εναγομένη εταιρεία ενώ είχε υποχρέωση εκ του νόμου να συμπεριφερθεί από την πρώτη ημέρα (15.07.2003) που ίσχυσε ο Τεχνικός Κανονισμός ισότιμα προς τους τρεις τύπους σωληνώσεων αερίου της αγοράς, παρέλειψε παρανόμως την ανωτέρω υποχρέωσή της και επέβαλε μηχανισμούς παρεμπόδισης της χρήσης της επίμαχης σωλήνωσης για παράξενους λόγους, αφού σύμφωνα με τον νόμο κανένα επιχείρημά της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό.
Ότι η εναγομένη εταιρεία δια των προστηθέντων οργάνων της, με την ανωτέρω συμπεριφορά και δη εγκρίνοντας μόνον τους συμβατικούς χαλυβδοσωλήνες και χαλκοσωλήνες ενήργησε προς βλάβη της ενάγουσας εταιρείας και προς όφελος των ανταγωνιστών της τελευταίας και έτσι κατάφερε να εξαφανίσει από την αγορά της περιοχής ευθύνης της, την επίμαχη σωλήνωση της ενάγουσας εταιρείας απαξιώνοντας την φήμη της.
Ότι η παράνομη και αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης εταιρείας συνδέεται αιτιωδώς με την θετική και αποθετική ζημία, που προξένησε στην ενάγουσα εταιρεία, κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2004 (οπότε τέθηκε σε ισχύ ο Τεχνικός Κανονισμός για τις εσωτερικές εγκαταστάσεις αερίου) έως 31.12.2008, κατά το οποίο κατασκευάσθηκαν στην περιοχή της Θεσσαλονίκης 195.804 εσωτερικές εγκαταστάσεις φυσικού αερίου, στις οποίες εάν η εναγόμενη εταιρεία τηρούσε τον νόμο θα συμμετείχε ισότιμα και ανταγωνιστικά η επίμαχη σωλήνωση και λόγω των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της (που αναλύονται στο δικόγραφο) έναντι των δύο άλλων τύπων σωληνώσεων, είναι βέβαιο ότι θα κέρδιζε την προτίμηση των μηχανικών εγκαταστατών.
Ότι κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, η ενάγουσα εταιρεία κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, υπέστη περιουσιακή ζημία: α) θετική ζημία, συνισταμένη στο 70% των δαπανών που κατέβαλε η ενάγουσα εταιρεία για τη διατήρηση ιστοσελίδας 14.641,64 ευρώ, προώθηση στην ελληνική αγορά με συμμετοχή σε εκθέσεις 56.954,25 ευρώ, διαφήμιση του προϊόντος (έντυπα, κατάλογοι κλπ) 84.148,47 ευρώ, έξοδα παρουσίασης των σωλήνων σε ξενοδοχειακό χώρο 4.659,10 ευρώ και μισθοί και δώρα μηχανικού της εταιρίας που ασχολείται αποκλειστικά με αυτές τις σωληνώσεις 78.621,84 ευρώ ήτοι συνολικού ποσού 239.025,30 ευρώ, εκ του οποίου το ποσό των 167.318 ευρώ που αντιστοιχεί στο άνω ποσοστό 70%, αφορά τις συνδέσεις φυσικού αερίου στη Θεσσαλονίκη επί του συνολικού αριθμού των συνδέσεων σε Αττική, Θεσσαλονίκη και Θεσσαλία, και β) διαφυγόντα κέρδη ανερχόμενα σε 6.119.221 ευρώ, τα οποία θα αποκέρδαινε από πωλήσεις του 80% των 2.395.100 τρεχόντων μέτρων σωληνώσεων, που κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, χρησιμοποιήθηκαν το παραπάνω χρονικό διάστημα στη Θεσσαλονίκη, ήτοι 38.245.135 ευρώ, αφαιρουμένου, δε ποσοστού 60% ως έκπτωση επί των τιμολογίων, και υπολογίζοντας ότι η ενάγουσα εταιρεία θα είχε κύκλο εργασιών (τζίρο) 15.298.054 ευρώ, που με μέσο μεικτό κέρδος 40%, θα της απέφερε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν δε μεσολαβούσε η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης, καθαρά κέρδη ύψους 6.119.221 ευρώ, τα οποία απώλεσε η ενάγουσα εταιρεία και καρπώθηκαν αυτά οι εταιρείες που προνομιακά πωλούσαν τους δύο τύπους συμβατικών σωληνώσεων, ήτοι τους χαλυβδοσωλήνες και χαλκοσωλήνες του Κανονισμού, χωρίς τον ανταγωνισμό από τη σωλήνωση CSST GASTITE της ενάγουσας εταιρείας.
Με βάση το ιστορικό αυτό, κατόπιν νομότυπου περιορισμού κατά την πρωτόδικη δίκη του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, η ενάγουσα εταιρεία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη εταιρεία υποχρεούται να της καταβάλλει, ως αποζημίωση, σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, το ποσό των 6.286.539 ευρώ (ήτοι 167.318 € + 6.119.221 €) με το νόμιμο τόκο από...".
Στη συνέχεια, το Εφετείο, κρίνοντας την, υπό το προαναφερθέν περιεχόμενο, ένδικη αγωγή, ως προς τη νομική της βασιμότητα, δέχθηκε τα ακόλουθα: "....Η υπό κρίση αγωγή, είναι μη νόμιμη, κατά το μέρος που επιχειρείται μ' αυτήν η θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης Εταιρείας Παροχής Αερίου (ΕΠΑ) Θεσσαλονίκης Α.Ε στις διατάξεις των άρθρων 2 του ν. 703/1977 (ήδη άρθρου 2 ν. 3959/2011) και 914 του ΑΚ, ενόψει του ότι, τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούν αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης ΕΠΑ Θεσσαλονίκης που να δημιουργεί ευθύνη της προς αποζημίωση σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις.
Τούτο διότι, κατά τα επικαλούμενα στο δικόγραφο της αγωγής, η εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας, ως έχουσα την κατά νόμο αρμοδιότητα στην γεωγραφική περιοχή της ευθύνης της για την έγκριση κατασκευή και λειτουργία των εσωτερικών εγκαταστάσεων φυσικού αερίου, απαγόρευση και μη χορήγηση άδειας χρήσεως της επίμαχης σωλήνωσης CSST Gastite στην κατασκευή των εσωτερικών εγκαταστάσεων φυσικού αερίου της περιοχής ευθύνης της, που εμπορεύεται η ενάγουσα εταιρεία, έστω και με την κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς εσφαλμένη αιτιολογία ότι δεν προβλέπεται η χρήση της από τον αναφερόμενο στη μείζονα σκέψη Τεχνικό Κανονισμό, ανάγεται στη δραστηριότητά της ως φορέας ασκήσεως δημόσιας εξουσίας, που κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη έχει παραχωρηθεί νομοθετικά σε αυτήν για τη γεωγραφική περιοχή του Νομού Θεσσαλονίκης και κατά την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητάς της δεν είναι επιχείρηση κατά την έννοια του δικαίου ανταγωνισμού, η δε, κατά τον ως άνω τρόπο ασκούμενη δραστηριότητά της, δεν υπάγεται στις διατάξεις περί προστασίας του ανταγωνισμού και εντεύθεν παρέπεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 2 περιπτ.
γ' του Ν. 703/1977, με τις οποίες, απαγορεύεται και συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, η καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεως που έχει μια επιχείρηση έναντι άλλων, υπό την μορφή της εφαρμογής άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, στη σχετική αγορά χορήγησης αδειών χρήσης εγκαταστάσεων φυσικού αερίου, κατά τρόπο ώστε ορισμένες επιχειρήσεις να τίθενται σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, δεν έχουν πεδίο εφαρμογής.
Περαιτέρω, τα επικαλούμενα στο δικόγραφο της αγωγής περί της συμπεριφοράς της εναγομένης εταιρείας να απαγορεύει στους μελετητές εγκαταστάτες μηχανικούς, κατασκευαστές και υδραυλικούς εγκαταστάτες της περιοχής ευθύνης να χρησιμοποιούν τις επίμαχες σωληνώσεις CSST Gastite που εμπορεύεται η ενάγουσα εταιρεία, ως προδήλως παράνομης, αυθαίρετης, ανήθικης, άδικης άκρως αντισυναλλακτικής, έχουσα δόλια προαίρεση προς βλάβη των συμφερόντων της ενάγουσας εταιρείας και προς όφελος των ανταγωνιστών της που εμπορευόταν τους δύο τύπους συμβατικών σωληνώσεων, ήτοι τους χαλυβδοσωλήνες και χαλκοσωλήνες του Κανονισμού χωρίς ανταγωνισμό από τη δική της σωλήνωση CSST Gastite παραβιάζουσα, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, με την ανωτέρω συμπεριφορά της:
α) το άρθρο 4 της Κοινοτικής Οδηγίας 97/23, ΦΕΚ987Β/27-5-99, β) την παρ. 5.2.1.4. του Τεχνικού Κανονισμού, ΚΥΑ11346/ΦΕΚ963Β/15-7-2003, γ) την υπ' αριθμ. 1106/2008 απόφαση του ΣτΕ, δ) την εκδοθείσα στις 24ης Φεβρουαρίου 2009, υπ' αρθμ. πρωτ. Δ3/Α/οικ. 4079 Ενημερωτική-Ερμηνευτική Πράξη του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Ανάπτυξης, ε) τις πιστοποιήσεις που συνοδεύουν την επίμαχη σωλήνωση της ενάγουσας εταιρείας και στ) το άρθρο 226 της Σύμβασης της Ε.Ε, δεν στοιχειοθετούν αυτοτελή αγωγική βάση από το άρθρο 919 ΑΚ, αλλά χρησιμοποιούνται ως προσδιοριστικά στοιχεία του επικαλούμενου στην αγωγή παρανόμου της συμπεριφοράς της εναγομένης εταιρείας κατά την άσκηση της ως άνω δραστηριότητάς της, που, κατά τα προεκτεθέντα, εμπίπτει στην άσκηση των προνομιών δημόσιας εξουσίας, την οποία όμως εσφαλμένως υπολαμβάνει η ενάγουσα εταιρεία ως δραστηριότητα έχουσα οικονομικό χαρακτήρα και ως καταχρηστική επιχειρηματική συμπεριφορά της εναγομένης εταιρείας που συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεως της στην αγορά φυσικού αερίου της περιοχής του Νομού Θεσσαλονίκης, ασκούμενη κατά τρόπο ώστε να τίθεται η επιχείρησή της (ενάγουσας) σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό της αγοράς σωληνώσεων που χρησιμοποιούνται στις εσωτερικές εγκαταστάσεις δικτύων του φυσικού αερίου.
Άλλωστε και υπό την εκδοχή ότι με τα επικαλούμενα στο δικόγραφο της αγωγής περιστατικά, επιχειρείται η θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης εταιρείας στις διατάξεις του άρθρου 919 του ΑΚ, ελέγχεται ως μη νόμιμη η αγωγή, ενόψει του ότι, τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το πραγματικό της νομικής έννοιας του άρθρου 919 ΑΚ, ήτοι της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς από την οποία προκλήθηκε ζημία ηθελημένη στην ενάγουσα εταιρεία, κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, ώστε να θεμελιώσουν το αγωγικό αίτημα για αναγνώριση αξιώσεως αποζημίωσης από την αδικοπρακτική συμπεριφορά (με βάση την ΑΚ 919) των οργάνων και προστηθέντων της εναγομένης εταιρείας.
Τούτο διότι, η επικαλούμενη στο δικόγραφο της αγωγής παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης εταιρείας, συνισταμένη στην απαγόρευση της χρήσης της επίμαχης σωληνώσεως της ενάγουσας εταιρείας - η οποία σημειωτέον ούτε και ακροθιγώς δεν χαρακτηρίζεται στο δικόγραφο της αγωγής ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη - που έλαβε χώρα, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, κατά χρονικό διάστημα από 01.01.2004, οπότε τέθηκε σε ισχύ ο Τεχνικός Κανονισμός για τις εσωτερικές εγκαταστάσεις αερίου, έως 31.12.2008, εκδηλωθείσα, κατά τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο, στα πλαίσια της λειτουργίας της ως φορέας δημόσιας εξουσίας που ήταν επιφορτισμένη, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις, να μεριμνά για την ασφάλεια του συστήματος διανομής αερίου στην περιοχή ευθύνης της, να ελέγχει εάν τα υλικά που χρησιμοποιούνται στις εγκαταστάσεις φυσικού αερίου πληρούν τις προδιαγραφές του Τεχνικού Κανονισμού, συνολικά εκτιμώμενη και δη λαμβανόμενου υπόψη και ότι, αφενός μεν, ο άνω Κανονισμός, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο δεν προέβλεπε ρητά την χρήση της επίμαχης εύκαμπτης σωλήνωσης που εμπορεύεται η ενάγουσα εταιρεία, αλλά μόνον τους άκαμπτους συμβατικούς χαλυβδοσωλήνες και χαλκοσωλήνες και για το λόγο αυτό άλλωστε και η ενάγουσα εταιρεία, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας προσφυγή ακυρώσεως του άνω Κανονισμού, επί της οποίας εκδόθηκε το έτος 2008 (ήτοι το τελευταίο έτος του επιδίκου χρονικού διαστήματος) η υπ' αριθμ. 1106/2008 του ΣτΕ, που έκρινε ότι περιλαμβάνεται στο Κανονισμό και η χρήση των εύκαμπτων σωληνώσεων, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται στο δικόγραφο η ακριβής ημερομηνία εκδόσεως της άνω απόφασης και η τυχόν κοινοποίησή της προς την εναγομένη εταιρεία, και χωρίς προσέτι να γίνεται ταυτόχρονη επίκληση συγκεκριμένων, εντός του επίδικου χρονικού διαστήματος, περιστατικών προσδιοριστικών της αντικείμενης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς της εναγομένης εταιρείας αφότου έλαβε γνώση την εκδοθείσα το έτος 2008 απόφαση του ΣτΕ, (σημειωτέον ότι στο δικόγραφο της αγωγής οι επικαλούμενες διαμαρτυρίες της ενάγουσας εταιρείας και οι απαγορεύσεις εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας της χρήσης της επίμαχης σωληνώσεως ανάγονται μέχρι το Σεπτέμβριο του 2007) και αφετέρου του περιεχομένου των από 15.06.2006 και 28.06.2006 επιστολών της εναγομένης εταιρείας προς την ενάγουσα εταιρεία και προς το Υπουργείο Ανάπτυξης, αντιστοίχως, που ενσωματώνονται στο δικόγραφο της αγωγής και αυτουσίως εκτίθενται στην υπό στοιχείο 3 σκέψη της παρούσας απόφασης, στις οποίες η εναγομένη εταιρεία αναπτύσσει αιτιολογημένα, το δικαιολογητικό λόγο της αρνήσεώς της για τη χρήση των επίμαχων εύκαμπτων σωληνώσεων διατεινόμενη ότι δεν είναι συμβατοί με το αναφερόμενο στον άνω Κανονισμό πρότυπο για τις χρήσεις που προβλέπονται στον εν λόγω Κανονισμό για τις εσωτερικές εγκαταστάσεις, επισημαίνοντας προς την ενάγουσα εταιρεία (με την από 15.06.2006 επιστολή της), την αδυναμία της να εγκρίνει διαφορετικές χρήσεις από αυτές που ρητά αναφέρονται στον Κανονισμό εσωτερικών εγκαταστάσεων και ζητώντας από το Υπουργείο Ανάπτυξης (με την από 28.06.2006 επιστολή της) να ελέγξει την ορθότητα της ως άνω ερμηνείας του Κανονισμού στην οποία έχει προβεί η ίδια και στην περίπτωση που κριθεί αυτή εσφαλμένη να την ενημερώσει σχετικά με τις προδιαγραφές χρήσεως των επίμαχων σωληνώσεων καθώς και τους ενδεχόμενους περιορισμούς, δεν αντίκειται στο σύνολό της, κατά αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την αντίληψη του σκεπτόμενου με χρηστότητα και σωφροσύνη κοινωνικού ανθρώπου, στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις δικαιϊκές αρχές, πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο και, επομένως, δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, όπως αυτά νοούνται κατά το άρθρο 919 του ΑΚ.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που...έκρινε νόμιμη την υπό κρίση αγωγή κατά το αίτημά της περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως της εκκαλούσας - εναγομένης εταιρείας να καταβάλει στην εφεσίβλητη - ενάγουσα εταιρεία αποζημίωση προς αποκατάσταση της προκληθείσας αποθετικής της ζημίας (διαφυγόν κέρδος) από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της, και δη ως ερειδομένη στις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 703/1977 και 914, 919, 298 εδ.
β' ΑΚ και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή, έσφαλε, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της...εφέσεως της εκκαλούσας - εναγομένης εταιρείας...να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση....και να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή ως μη νόμιμη....Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την υπό κρίση αγωγή κατά το αίτημα της περί αναγνωρίσεως της υποχρέωσης της εφεσίβλητης - εναγομένης εταιρείας να καταβάλει στην εκκαλούσα - ενάγουσα εταιρεία αποζημίωση προς αποκατάσταση της προκληθείσας θετικής ζημίας, ποσού 167.318 ευρώ από την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της (εναγομένης), ορθά έκρινε, έστω και με διαφορετική αιτιολογία δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα και για το λόγο αυτόν, πρέπει να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της εκκαλουμένης, συνιστάμενες στην έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της άνω ζημίας της ενάγουσας εταιρείας και της επικαλουμένης στο δικόγραφο της αγωγής αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης εταιρείας, με αυτές της παρούσας ...κατά τις οποίες η αγωγή κατά το ως άνω αίτημά της είναι προεχόντως μη νόμιμη, καθόσον δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 2 του ν. 703/1977 και 914, 919, 298 εδ.
β' ΑΚ....".
IV. Με τους τρεις πρώτους λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά τα οικεία τους μέρη (δεύτερο και τρίτο του πρώτου, πρώτο του δευτέρου και πρώτο του τρίτου λόγου), ως αυτοί προσηκόντως εκτιμώνται, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στην παραβίαση τόσο των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 919 και 922 του ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο, δεν εφάρμοσε, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει και να δεχθεί ως νόμιμη την ένδικη αγωγή, όσο και αυτής του άρθρου 2 του Ν. 703/1977, περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, που εσφαλμένα εφάρμοσε, ενώ δεν έπρεπε και την έκρινε, στο σύνολό της, απορριπτέα ως μη νόμιμη.
Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι, κατά τ' ανωτέρω σκέλη τους, είναι βάσιμοι και, επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί διότι, η ένδικη αγωγή, υπό το προπαρατεθέν περιεχόμενό της, είναι νόμιμη, έρεισμα έχουσα τις διατάξεις των άρθρων 914, επ. 919, 922 του ΑΚ, για την εφαρμογή των οποίων συνέτρεχαν, στην προκειμένη περίπτωση, όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, αφού με πληρότητα διαλαμβάνονται στο δικόγραφό της:
α) Η αδικοπρακτική συμπεριφορά της ήδη αναιρεσίβλητης, εναγομένης, συνισταμένη στην, κατά το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα, απαγόρευση, δια των προστηθέντων οργάνων της, παρανόμως και αντίθετα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, της χρήσης της σωλήνωσης, που διέθετε τότε η ήδη αναιρεσείουσα - ενάγουσα στην αγορά, για την κατασκευή εσωτερικών εγκαταστάσεων φυσικού αερίου, με την αβάσιμη αιτιολογία ότι αυτή δεν προβλεπόταν στον ισχύοντα, σχετικώς, τεχνικό Κανονισμό, παρά τη ρητή ύπαρξη τέτοιας πρόβλεψης σ' αυτόν, όπως άλλωστε, έγινε δεκτό και με την 1106/2008 απόφαση του ΣτΕ, που εκδόθηκε κατόπιν προσφυγής της (ήδη αναιρεσείουσας).
β) Η υπαιτιότητα της εναγομένης, συνισταμένη, κατά το αγωγικό δικόγραφο, στην πρόθεσή της να προκαλέσει, με την εκτιθέμενη σ' αυτό αδικοπρακτική της συμπεριφορά, βλάβη στην ενάγουσα. γ) Η θετική ζημία, ως και το διαφυγόν κέρδος, που προκλήθηκαν στην τελευταία, συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης.
Και, δ) Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ιστορουμένης στην αγωγή αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και επέφερε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την επικαλούμενη ζημία της ενάγουσας.
Παρά τη συνδρομή, όμως, όλων των παραπάνω προϋποθέσεων για να εφαρμοσθούν οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ, περί αδικοπρακτικής ευθύνης της ήδη αναιρεσίβλητης (εναγομένης), το Εφετείο, αντί να τις εφαρμόσει και να δεχθεί ως νόμιμη την ένδικη αγωγή, εσφαλμένα δεν τις εφάρμοσε και την απέρριψε ως μη νόμιμη, εφαρμόζοντας την διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 703/1977 "Περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού", ενώ δεν έπρεπε διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, όπως αυτές αναλυτικά αναφέρονται στην παρ. (
ΙΙ) της παρούσας, συνιστάμενες, εν συνόψει, στην καταχρηστική εκμετάλλευση από μια επιχείρηση (εναγομένης) της οικονομικής εξάρτησης μιας άλλης (ενάγουσας), που κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή και τέτοια θέση, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του (Εφετείου), ως προς το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, δεν επικαλείτο η ήδη αναιρεσείουσα (ένάγουσα) ότι κατέχει έναντι της ήδη αναιρεσίβλητης (εναγομένης).
V. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μετά την παραδοχή των παραπάνω αναιρετικών λόγων, κατά τα οικεία τους μέρη, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καταλαμβάνει και τα λοιπά σκέλη αυτών, καθώς και τον τέταρτο και τελευταίο λόγο, που και αυτοί κατατείνουν στην αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης, ώστε να παρέλκει η έρευνά τους, πρέπει να αναιρεθεί αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει. Πρέπει, ακόμη, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της, μη καταθέσασας προτάσεις, αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή του υποβληθέντος, με το αναιρετήριο, σχετικού αιτήματος αυτής, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2093/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ