1196/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο-Εισηγητή και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1196/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικαστεί με επίδοση σ’ αυτόν εγγράφου (κλητηρίου θεσπίσματος) που περιέχει, μεταξύ άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί αυτός να λάβει γνώση της κατηγορίας και να προετοιμάσει την υπεράσπισή του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1196 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1196/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο-Εισηγητή και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαΐου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Θεοφανίας Κοντοθανάση (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Δ. Κ. του Ό., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Αναστασάκη, 2) Α. Τ., του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε
από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μεθόδιο Ματαλιωτάκη και 3) Η. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Διαμάντη, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ.3724/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγον το Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την Πάρεδρο Ν.Σ.Κ Σταυρούλα Μπανάκου.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται: Α) στην από 17 Δεκεμβρίου 2013, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την αυτήν ημέρα, αίτηση-δήλωση αναιρέσεως και στους από 22 Οκτωβρίου 2014 προσθέτους λόγους αυτής, του αναιρεσείοντος Δ. Κ., Β) στην από 17 Δεκεμβρίου 2013, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την αυτήν ημέρα, αίτηση-δήλωση αναιρέσεως και στους από 22 Οκτωβρίου 2014 προσθέτους λόγους αυτής, της αναιρεσείουσας Α. Τ. και Γ) στην από 17 Δεκεμβρίου 2013, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 18 Δεκεμβρίου 2013, αίτηση-δήλωση αναιρέσεως και στους από 29 Απριλίου 2015 προσθέτους λόγους αυτής, του αναιρεσείοντος Η. Σ., που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 20/2014.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, την Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ., που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες τρεις αιτήσεις αναίρεσης από 17-12-2013 (αρ. πρωτ. ...) του Δ. Κ., από 17-12-2013 (αρ. πρωτ….) της Α. Τ. και από 17-12-2013 (αρ. πρωτ. ...) του Η. Σ. και τα από 22-10-2014, 22-10-2014 και 29-4-2015, αντίστοιχα, δικόγραφα προσθέτων λόγων αναίρεσης αυτών κατά της απόφασης 3724/2012 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκαν οι δύο πρώτοι σε ποινές κάθειρξης δεκαοκτώ ετών ο καθένας για την πράξη της απάτης από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με εφαρμογή του ν. 1608/1950 και τις επιβαρυντικές περιστάσεις της εξακολουθητικής τέλεσης για μακρό χρόνο και της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας ανώτερης των 150.000 ευρώ, ο δε τρίτος από αυτούς σε ποινή κάθειρξης δώδεκα ετών για άμεση συνέργεια κατ’ εξακολούθηση στην πράξη της απάτης των συγκατηγορουμένων του με τις ίδιες επιβαρυντικές περιστάσεις και γι’ αυτόν, πρέπει να συνεκδικαστούν, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν για συμμετοχή στο ίδιο έγκλημα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 και 6 παρ. 2 στοιχ.γ i και ii του ν. 3074/2002 προκύπτει ότι για τα εγκλήματα κακουργηματικού χαρακτήρα της παρ. 3 του άρθρου 2, δηλαδή για εγκλήματα που διαπράττουν ή συμμετέχουν στην τέλεσή τους υπάλληλοι των φορέων της παρ. 2 του ίδιου άρθρου (Δημοσίου, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ κλπ) και προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 134-137Δ, 216-222, 235-246, 252-263Α, 372-399 και 402-406 ΠΚ, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, αφού ο αρμόδιος ανακριτής διαβιβάσει σ’ αυτόν τα στοιχεία της δικογραφίας που έχει συλλέξει, διαβιβάζει τη δικογραφία στον εισαγγελέα εφετών, ο οποίος, αν δεν συντρέχει λόγος επιστροφής της για να συμπληρωθεί η κυρία ανάκριση, παραπέμπει τον κατηγορούμενο με απευθείας κλήση στο αρμόδιο καθ’ ύλη δικαστήριο (άρθρο 111 § 1 ΚΠΔ), με σύμφωνη γνώμη του προέδρου εφετών.
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες είναι μεταγενέστερες και ειδικές έναντι εκείνων του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. γ’ και δ’ ΚΠΔ, προκύπτει ότι, όταν πρόκειται για κακουργήματα που αποδίδονται σε υπαλλήλους του άρθρου 13 περ. α’ ΠΚ, ακολουθείται υποχρεωτικά ο προβλεπόμενος ειδικός τρόπος περάτωσης της κυρίας ανάκρισης και εισαγωγής της υπόθεσης με απευθείας κλήση στο ακροατήριο, ανεξάρτητα αν τα κακουργήματα αυτά εμπίπτουν και στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 1608/1950.
Διαφορετικά, θα παρέμενε ανεκπλήρωτος ο σκοπός του ν. 3074/2002, δηλαδή της ταχείας εισαγωγής στο ακροατήριο και δικαστικής εκκαθάρισης των υποθέσεων που εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο του. Η σχετική διάταξη δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 1 και 3 της ΕΣΔΑ, καθόσον με την οριζόμενη διαδικασία δεν θίγονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου για έγκαιρη, ουσιαστική και αδιάβλητη διεξαγωγή της δίκης, ώστε να είναι δυνατή, με ορθοκρισία, η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου, καθώς και η ταχύτερη δυνατή περάτωση των εκκρεμών κατηγοριών σε βάρος υπαλλήλου του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ, με παράλληλη επιδίωξη την εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και το προσωπικό συμφέρον του κατηγορουμένου υπαλλήλου, όπως συνάγεται από το όλο πνεύμα και τον σκοπό του ν. 3074/2002.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικαστεί με επίδοση σ’ αυτόν εγγράφου (κλητηρίου θεσπίσματος) που περιέχει, μεταξύ άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί αυτός να λάβει γνώση της κατηγορίας και να προετοιμάσει την υπεράσπισή του.
Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία αφορά πράξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας στο ακροατήριο και είναι σχετική, πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 ΚΠΔ, να προταθεί μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για την κατηγορία σε τελευταίο βαθμό, πριν αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή από την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατά το άρθρο 174 παρ. 1 ΚΠΔ.
Ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύπτεται, αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και δεν προβάλλει εναντίωση στην πρόοδό της, προτείνοντας την ακυρότητα. Αν ο κατηγορούμενος δεν παραστεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία συνεπιφέρει αναγκαίως ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και της καταδικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί (άρθρο 175 ΚΠΔ), δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της σχετικής εκκλητής απόφασης.
Επίσης, αν η ακυρότητα προταθεί έγκαιρα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορριφθεί η σχετική ένσταση, ο κατηγορούμενος μπορεί να επαναφέρει στην εφετειακή δίκη την πρόταση ακυρότητας και την αντίρρησή του στην πρόοδο της διαδικασίας με σχετικό λόγο έφεσης (άρθρο 173 παρ. 1 εδ. β’ περ. β’ ΚΠΔ). Αυτό συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση, για να προβληθεί παραδεκτά ο σχετικός ισχυρισμός πριν ο εισαγγελέας αναπτύξει την έφεση και πριν αρχίσει η εξέταση των αποδεικτικών μέσων.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠΔ, όπως ισχύει, σε συνδυασμό με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της δίκης, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σ’ αυτόν από τον νόμο και από την ΕΣΔΑ.
Εξάλλου, υπέρβαση εξουσίας, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν έχει από τον νόμο ή έχει τέτοια δικαιοδοσία, αλλά δεν συντρέχουν οι όροι που του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς και όταν το δικαστήριο παραλείπει να ασκήσει δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, καίτοι συντρέχουν οι νόμιμοι λόγοι για την άσκησή της.
Με τον πρώτο λόγο των δικογράφων προσθέτων λόγων αναίρεσης των κατηγορουμένων, Δ. Κ. και Α. Τ., προβάλλονται οι αιτιάσεις για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και για υπέρβαση εξουσίας από την παραβίαση των άρθρων 171 παρ. 1 περ. δ’ και 308 παρ. 1 εδ. γ’ και δ’ ΚΠΔ, επειδή η παραπομπή τους στο ακροατήριο έγινε με απευθείας κλήση, και όχι με βούλευμα, με συνέπεια οι αναιρεσείοντες να στερηθούν το δικαίωμα να προβάλλουν νομικούς και ουσιαστικούς ισχυρισμούς υπεράσπισης ενώπιον του συμβουλίου εφετών στην ενδιάμεση διαδικασία.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 15 επ.), οι παραπάνω αναιρεσείοντες προέβαλαν τον αυτοτελή ισχυρισμό - ένσταση για ακυρότητα της παραπομπής τους με απευθείας κλήση (και όχι με παραπεμπτικό βούλευμα) και της κλήτευσής τους με επίδοση του .../2009 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών μετά σύμφωνη γνώμη του Προέδρου Εφετών Αθηνών στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μεταξύ άλλων, και για την κακουργηματική πράξη της απάτης από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, με εφαρμογή του ν. 1608/1950 και με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της εξακολουθητικής τέλεσης για μακρό χρόνο και της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, ανώτερης των 150.000 ευρώ.
Ο αυτοτελής ισχυρισμός αυτός, ο οποίος είχε προβληθεί και απορριφθεί και στον πρώτο βαθμό, χωρίς να επαναφερθεί με σχετικό λόγο έφεσης, απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτιολογία ότι εφαρμογή στην κρινόμενη υπόθεση έχουν οι οικείες διατάξεις του ν. 3074/2002, με βάση τις οποίες παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες με απευθείας κλήση στο ακροατήριο, οι οποίες κατισχύουν των διατάξεων του άρθρου 308 παρ. 1 εδ.
γ’ και δ’ ΚΠΔ, έστω και αν η σχετική δίωξη είχε ασκηθεί με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ν. 1608/1950.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, καθόσον ο προαναφερόμενος αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβλήθηκε παραδεκτά κατά τη συζήτηση στο Πενταμελές Εφετείο, αφού είχε απορριφθεί στον πρώτο βαθμό και δεν επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο έφεσης, αλλά και επειδή στην προκείμενη περίπτωση, όπως ήδη σημειώθηκε στη νομική σκέψη, ήταν υποχρεωτικά τηρητέος ο ειδικός τρόπος περάτωσης της κύριας ανάκρισης και εισαγωγής της υπόθεσης με απευθείας κλήση στο ακροατήριο, αφού πρόκειται για κακουργηματική πράξη της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 3074/2002, που αποδίδεται σε υπαλλήλους, κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. α’ ΠΚ, φορέα της παρ. 2 του ίδιου άρθρου (Δημόσιο, ΟΤΑ ή ΝΠΠΔ κλπ.), ανεξάρτητα αν η σχετική πράξη εμπίπτει και στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 1608/1950, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 περ. γ’ ν. 3074/2002, η οποία, ως μεταγενέστερη και ειδική, κατισχύει της προγενέστερης και γενικής διάταξης του άρθρου 308 παρ. 1 εδ. γ’ και δ’ ΚΠΔ και η οποία δεν αντίκειται στο άρθρο 6 παρ. 1 και 3 της ΕΣΔΑ, ούτε θίγει τα δικαιώματα του κατηγορουμένου για έγκαιρη, ουσιαστική και αδιάβλητη διεξαγωγή της δίκης. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Η’ ΚΠΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 63, 64 παρ. 1, 68 παρ. 2, 82, 83 παρ. 1, 84, 85 και 171 παρ. 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο δικαιούχος, κατά τις διατάξεις του ΑΚ, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων με σχετική δήλωση τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Για την παράσταση της πολιτικής αγωγής στο ακροατήριο λόγω ηθικής βλάβης αρκεί προφορική δήλωση μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας της πρώτης ή της μετ’ αναβολή συζήτησης. Στη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής πρέπει να περιέχεται συνοπτική έκθεση της υπόθεσης που αυτή αφορά και των λόγων που στηρίζουν το δικαίωμα της παράστασης, δηλαδή πρέπει να διατυπώνεται στη δήλωση η αξιόποινη πράξη και η σχέση που συνδέει το υποκείμενο της δήλωσης με το πληττόμενο από την αξιόποινη πράξη δικαίωμα ή συμφέρον.
Επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στη δήλωση αν ο πολιτικώς ενάγων παρίσταται για (υλική) αποζημίωση ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αντίθετα, δεν είναι απαραίτητος ο καθορισμός του σχετικού ποσού, ενώ, όταν παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων νομικό πρόσωπο για βλάβη της πίστης και του κύρους του, αρκεί η δήλωση παράστασης για ηθική βλάβη χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση.
Η νομιμοποίηση και το παραδεκτό της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης που περιέχει η δήλωσή του και από το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης κρίνεται από την αποδεικτική διαδικασία.
Η δε δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Οι παραπάνω διατυπώσεις συνιστούν διαδικαστικές προϋποθέσεις της πολιτικής αγωγής, ερευνώνται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η τυχόν έλλειψή τους οδηγεί στην απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει λόγο αναίρεσης της απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει η παρά τον νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ και όταν παραβιάστηκε η τηρητέα, κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ, διαδικασία ως προς τον τρόπο και τον χρόνο άσκησής της. Επίσης από τις διατάξεις του άρθρου 63 ΚΠΔ και των άρθρων 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι δικαίωμα να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες σε εκκρεμή ποινική διαδικασία έχουν μόνον όσοι έχουν υποστεί άμεση περιουσιακή ζημία ή άμεση ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την αξιόποινη πράξη, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, και όχι όσοι βλάπτονται έμμεσα από αυτή.
Με τον πρώτο λόγο των αιτήσεων αναίρεσης των κατηγορουμένων, Δ. Κ. και Α. Τ., προβάλλεται η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή παρέστη παρά τον νόμο ως πολιτικώς ενάγον το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καίτοι δεν είναι άμεσα παθόν από την πράξη της κακουργηματικής απάτης, η οποία αποδόθηκε σε βάρος τους και για την οποία αυτοί καταδικάστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου (σελ. 5-7), αμέσως μετά την έναρξη της συζήτησης και πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία το Τ. Π. & Δανείων, μέσω των πληρεξουσίων δικηγόρων του (Σ. Μ. και Γ. Δ. - Κ.), δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον για ηθική βλάβη λόγω προσβολής του κύρους και της αξιοπιστίας του, ως ΝΠΔΔ που έχει ως σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και την αποκλειστική φύλαξη και διαχείριση κάθε μορφής παρακαταθηκών, από τις κακουργηματικές πράξεις της απάτης και ψευδούς βεβαίωσης από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπούμενο περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία σε βάρος του Τ.Π.& Δανείων ποσού 8.763.278,92 ευρώ, για τις οποίες καθένας από τους αναιρεσείοντες καταδικάστηκε σε ποινή δις ισόβιας κάθειρξης.
Επίσης το πολιτικώς ενάγον ζήτησε να επιδικαστεί σ’ αυτό ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 20.000 ευρώ σε βάρος κάθε κατηγορουμένου, όπως είχε επιδικαστεί και από την πρωτόδικη απόφαση 1717Α/2010 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με αυτό το περιεχόμενο, η δήλωση παράστασης του Τ.Π.& Δανείων ως πολιτικώς ενάγοντος κατά των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων στη δίκη στο άνω Πενταμελές Εφετείο, ανεξάρτητα από το στοιχείο της περιουσιακής ζημίας, για την οποία διατυπώθηκε ρητή επιφύλαξη, ήταν απολύτως σύννομη, αφού τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 68 ΚΠΔ ως προς τον τρόπο και τον χρόνο άσκησής της, συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι ουσιαστικής ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση της πολιτικής αγωγής και στοιχειοθετείται η επικαλούμενη άμεση ηθική βλάβη του πολιτικώς ενάγοντος από τις εγκληματικές πράξεις των κατηγορουμένων, για τις οποίες ασκήθηκε σε βάρος τους η σχετική ποινική δίωξη και για τις οποίες αυτοί καταδικάστηκαν με την πρωτόδικη απόφαση, αφού έγινε δεκτό ότι κατά την τέλεση των αξιοποίνων πράξεων οι αναιρεσείοντες ενήργησαν (και) ως υπάλληλοι - στελέχη του Γραφείου του Τ.Π.& Δανείων, που διατηρούσε το πολιτικώς ενάγον στη Δ.Ο.Υ.
Δάφνης, για την άσκηση της ταμειακής υπηρεσίας, μεταξύ άλλων, και των δήμων ..., που δεν είχαν δική τους ταμειακή υπηρεσία και με την απατηλή εξαργύρωση επιταγών του Τ.Π.& Δανείων για παράνομα εντάλματα πληρωμής και δήθεν δαπάνες των δήμων αυτών επέφεραν σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος τη ζημία που αυτό επικαλέστηκε στη δήλωσή του.
Επομένως, όπως ορθά δέχτηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από την παράσταση του Τ.Π. & Δανείων ως πολιτικώς ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά τη δίκη στο Πενταμελές Εφετείο και είναι αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ.
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.
Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται το έγκλημα της απάτης, το οποίο στρέφεται κατά της περιουσίας και για τη στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) Σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται και η πραγμάτωσή του. β) Εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία να έχει παραπλανηθεί κάποιος και να έχει προβεί σε επιζήμια γι’ αυτόν ή για άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή.
Και γ) Βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Ως παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή να συνάγεται σιωπηρά από τη συμπεριφορά του δράστη, νοείται οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση, διαβεβαίωση ή ισχυρισμός αυτού, που εμπεριέχει ανακριβή παρουσίαση ή απεικόνιση της πραγματικότητας και αποσκοπεί στην απόκτηση από τον ίδιο ή από άλλον παράνομου περιουσιακού οφέλους.
Ως περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, ενώ ως βλάβη νοείται η μείωση ή χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης προσώπου, την οποία δεν αναιρεί η τυχόν ύπαρξη ενεργού αξίωσης του παθόντος για αποκατάσταση της ζημίας κατά αυτού που την προκάλεσε, έστω και αν ο τελευταίος είναι απόλυτα αξιόχρεος, αφού για την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης απαιτείται δικαστικός αγώνας, ο οποίος συνιστά πάντοτε περιουσιακή βλάβη.
Η απειλή περιουσιακής ζημίας θεωρείται βλάβη, όταν προκαλεί χειροτέρευση της κατάστασης που υπάρχει κατά την τέλεση της πράξης. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει, όταν η βλάβη επέρχεται ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη, ενώ δεν απαιτείται αυτός που παραπλανήθηκε και εκείνος που ζημιώθηκε να είναι το ίδιο πρόσωπο.
Το έγκλημα της απάτης προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά το άρθρο 386 παρ. 3 περ. β’ ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 ν. 4055/2012, όταν το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ. Εξάλλου, ο ν. 1608/1950 δεν καθιερώνει αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε μεταβάλλει τους όρους και τα στοιχεία που ορίζονται από τις οικείες διατάξεις του ΠΚ για τα εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ 1 ν. 1608/1950, αλλά απλώς επαυξάνει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την ποινή και καθιστά την πράξη κακουργηματική.
Πιο συγκεκριμένα, εφόσον το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο Δημόσιο ή σε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δίκαιου ή σε άλλο νομικό πρόσωπο από όσα αναφέρονται στο άρθρο 263 Α ΠΚ υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο του εγκλήματος είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης.
Έτσι, όταν η απάτη στρέφεται κατά του Δημοσίου ή κατά Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ή των λοιπών νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 263Α ΠΚ και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε σ’ αυτά υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, τότε, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1608/1950 το οποίο (όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ. 5 άρθρο 4 Ν.1738/1987 και με το άρθρο 2 Ν.1877/1990), αντικατεστάθη με το άρθρο 36 παρ. 1 ν. 2172/1993, 24 παρ. 3 ν. 2298/1995 και 4 παρ. 3 περ.
α’ ν. 2408/1996 και ανεξάρτητα από τη συνδρομή των περιπτώσεων της παρ. 3 του άρθρου 386 ΠΚ, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Σε αυτή την περίπτωση δεν είναι αναγκαία η επέλευση της ζημίας (αρκεί η απειλή ζημίας) και, όταν πρόκειται για έγκλημα κατ’ εξακολούθηση, για τον προσδιορισμό του οφέλους που επιδιώχθηκε ή της ζημίας που απειλήθηκε καθώς και για τον προσδιορισμό του αντικειμένου του εγκλήματος ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 ν.δ. 2576/1953, η οποία αφορά μόνο τα εγκλήματα του άρθρου 1 ν. 1608/1950, δεν έχει καταργηθεί ρητά ή σιωπηρά από καμία διάταξη νόμου και, ως ειδική, κατισχύει της νεότερης και γενικής διάταξης του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2721/1999 (κατά την οποία, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνεται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του, στο αποτέλεσμα αυτό).
Επομένως, όταν πρόκειται για έγκλημα κατ’ εξακολούθηση και έχει εφαρμογή το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 1608/1950, δεν ανακύπτει ζήτημα επιεικέστερου νόμου, αφού, σ’ αυτή την περίπτωση, ισχύει και μετά τη θέσπιση του ν. 2721/1999 η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ν.δ. 2576/1953, και όχι εκείνη του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ (ΟλΑΠ 5/2002). Η δε κρίση αν η ζημία που προξενήθηκε από την απάτη είναι ιδιαίτερα μεγάλη αφορά ζήτημα ουσίας και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται στην απόφαση το μέγεθος της ζημίας.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις που ίσχυαν κατά τα έτη 1996 έως 2001, για κάθε κοινότητα που δεν έχει δική της ταμειακή υπηρεσία, δηλαδή υπηρεσία που να εισπράττει τα έσοδά της και να καταβάλλει τα έξοδά της, η ταμειακή της υπηρεσία ασκείται από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο τηρεί ξεχωριστό λογαριασμό διαχείρισης των εσόδων της, στον οποίο λογαριασμό εισέρχονται τα έσοδα που εισπράττει η κοινότητα και από αυτά πληρώνονται τα έξοδα της κοινότητας, ενώ, όταν τα έξοδα είναι περισσότερα από τα έσοδα, στην πράξη δημιουργείται χρεωστικό υπόλοιπο στον λογαριασμό της κοινότητας, η οποία οφείλει να το καταβάλει στο Τ.Π.Δ. (βλ.
άρθρα 8 ν. 2252/1952, 149 επ. π.δ. 16/1989, 50 ν. 2065/1992, άρθρα 201, 218 και 213 π.δ. 323/1989, 230 π.δ. 410/1995 και Απ.Υπ.Οικ. 218761/1953). Ειδικότερα, η ταμειακή υπηρεσία κάθε κοινότητας, η οποία δεν διαθέτει δική της ταμειακή υπηρεσία, ασκείται από Γραφείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο, με βάση τις κείμενες διατάξεις, λειτουργεί για λογαριασμό του Τ.Π.Δ.
στη Δ.Ο.Υ., όπου υπάγεται η κοινότητα. Στο Γραφείο Τ.Π.& Δανείων της Δ.Ο.Υ. που διενεργεί την ταμειακή υπηρεσία της κοινότητας που δεν έχει δική της ταμειακή υπηρεσία, χρέη προϊσταμένου ενεργεί ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. και, χρέη διαχειριστή που εισπράττει τα έσοδα και πληρώνει τα έξοδα της κοινότητας εκτελεί υπάλληλος της Δ.Ο.Υ.
που ορίζεται από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. και προϊστάμενο του Γραφείου Τ.Π. & Δανείων που λειτουργεί στη Δ.Ο.Υ. (άρθρα 149 επ. π.δ. 16/1989). Επίσης σε κάθε Δ.Ο.Υ., όπου υπάρχει Γραφείο Τ.Π.& Δανείων και διενεργείται ταμειακή υπηρεσία Ο.Τ.Α., υπάρχει θέση ελεγκτή εσόδων και εξόδων ΟΤΑ, ο οποίος ελέγχει αν γίνονται σύννομα οι εισπράξεις των εσόδων και οι πληρωμές των εξόδων των Ο.Τ.Α.
και ο οποίος ευθύνεται για τον έλεγχο της ακρίβειας των χρηματικών καταλόγων, ενταλμάτων πληρωμής και οποιωνδήποτε άλλων χρηματικών τίτλων, που υποβάλλονται από τους Ο.Τ.Α. και απαιτούνται για την βεβαίωση και είσπραξη των εσόδων και την πληρωμή των εξόδων.
Κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Προϋποθέσεις της συναυτουργίας είναι α) ο κοινός δόλος και β) η αυτοπρόσωπη και άμεση σύμπραξη όλων στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του ίδιου εγκλήματος. Ειδικότερα απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να θέλει ή να γνωρίζει και να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας παράλληλα ότι και οι λοιποί συναυτουργοί πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος. Επίσης απαιτείται καθένας από τους συναυτουργούς να συμπράττει, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, στην τέλεση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, πραγματώνοντας άμεσα ο ίδιος είτε ολόκληρη την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος είτε επιμέρους πράξεις συγκλίνουσες στην πραγμάτωση αυτού. Για τον αναιρετικό δε έλεγχο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 ΠΚ και την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν απαιτείται να εξειδικεύονται στην ελεγχόμενη απόφαση οι ειδικότερες πράξεις κάθε συναυτουργού, αλλά πρέπει και αρκεί να αναφέρονται σ’ αυτή τα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία το δικαστήριο δέχτηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (Ολ. ΑΠ 50/1990).
Από το άρθρο 46 παρ. 1 περ. β’ ΠΚ, κατά το οποίο με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια άδικης πράξης που διέπραξε και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση άμεσης συνέργειας τρίτου σε άδικη πράξη του αυτουργού, απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις:
α) πράξη υλικής συνδρομής τρίτου κατά τη διάρκεια της τέλεσης και στην τέλεση της κύριας πράξης του αυτουργού, β) τέλεση (ως προς το αντικειμενικό σκέλος της) από τον αυτουργό άδικης πράξης ή απόπειρας άδικης πράξης, γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμμετοχικής πράξης του άμεσου συνεργού και της άδικης πράξης του αυτουργού, ο οποίος υπάρχει όταν, χωρίς την πρώτη, δεν θα ήταν, με βεβαιότητα, δυνατή η τέλεση της δεύτερης υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε και δ) δόλος του άμεσου συνεργού, ο οποίος έγκειται στη θέληση ή αποδοχή παροχής συνδρομής στον αυτουργό, για να τελέσει την άδικη πράξη και γνώση αυτού (με την έννοια της επίγνωσης -συνείδησης) ότι η συνδρομή του παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξης.
Αρκεί ενδεχόμενος δόλος, ενώ άμεσος δόλος είναι αναγκαίος μόνο αν ανάλογο είδος δόλου απαιτείται για την κύρια πράξη. Μορφές συνδρομής προγενέστερες της κύριας πράξης μπορεί να αποτελούν απλή συνέργεια, ενώ οι μεταγενέστερες της κύριας πράξης είτε τιμωρούνται ως άλλο έγκλημα είτε μένουν ατιμώρητες.
Για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρέπει στην απόφαση να προσδιορίζεται ο χρόνος τέλεσης της πράξης του αυτουργού και της πράξης του συνεργού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν η τελευταία τελέστηκε πριν, κατά ή μετά την κύρια πράξη. Στην καταδικαστική απόφαση για άμεση συνέργεια πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούν την κύρια πράξη και να υπάρχει σαφής παραδοχή ότι η παροχή συνδρομής έγινε κατά την τέλεση της κύριας πράξης.
Επίσης πρέπει να αιτιολογείται ειδικά ο δόλος του άμεσου συνεργού μόνο ως προς το ότι αυτός γνώριζε την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ, ως προς τα λοιπά στοιχεία (θέληση ή αποδοχή συμβολής στην τέλεση της κύριας πράξης), ο δόλος προκύπτει από την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης του και αρκεί η γενική αιτιολογία για την ενοχή του.
Τέλος, ως χρόνος τέλεσης της απόπειρας εγκλήματος νοείται ο χρόνος πραγμάτωσης των ενεργειών που συνιστούν την αρχή τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος, ενώ ως χρόνος τέλεσης της πράξης του άμεσου συνεργού νοείται ο χρόνος της ενέργειας ή της παράλειψης, που συνιστά τη δική του συμμετοχική δράση.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στήριξαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα σχετικά περιστατικά και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ή το γεγονός ότι εξαίρεται κάποιο ή κάποια αποδεικτικά μέσα, που, έλαβε υπόψη το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του.
Σχετικά δηλαδή με τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικά και ως προς το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά ή από ποίο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεση και η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο αποδεικτικό μέσο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.
Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του.
Επίσης δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η εκτίμηση εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη χωριστής αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους κλπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 3724/2012 απόφασή του, αφού εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ’ αυτή, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά τα έτη 1996-2002 η ταμειακή διαχείριση και εξυπηρέτηση των δήμων ..., οι οποίοι δεν διέθεταν ταμειακή υπηρεσία, διενεργείτο σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2252/1952, του από 20-5-1953 Β.Δ.
και της 218761/1953 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.κ’ Δ.) και ειδικότερα το Γραφείο Παρακαταθηκών που λειτουργεί στη Δ.Ο.Υ. Δάφνης, δηλαδή τον διαχειριστή του Γραφείου Παρακαταθηκών και τους αρμόδιους ελεγκτές εσόδων - εξόδων Ο.Τ.Α., οι οποίοι έχουν (την ιδιότητα) του δημοσίου υπολόγου.
Για τη νομότυπη έκδοση και πληρωμή των χρηματικών ενταλμάτων των Δήμων έπρεπε να ακολουθηθεί η παρακάτω διαδικασία: Το λογιστικό γραφείο του Δήμου επιμελείτο της συγκεντρώσεως των νομίμων δικαιολογητικών που προβλέπονταν ανάλογα με το είδος της δαπάνης και αφού κατάρτιζε το σχετικό χρηματικό ένταλμα, επισύναπτε σε αυτό και τα διάφορα δικαιολογητικά βάσει των οποίων εκδιδόταν.
Στη συνέχεια γινόταν έλεγχος της εγκυρότητας και πληρότητας των δικαιολογητικών της δαπάνης του χρηματικού εντάλματος από τον αρμόδιο προϊστάμενο - Ελεγκτή εσόδων και εξόδων και αφού υπογραφόταν από τον Δήμαρχο και τον αρμόδιο Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών του Δήμου, ο ελεγκτής εσόδων - εξόδων έδινε εντολή για την πληρωμή του χρηματικού εντάλματος θέτοντας τη σφραγίδα ""πληρωθήτω" και την υπογραφή του.
Στη συνέχεια με ευθύνη του παρέδιδε τα προγραμματισμένα προς εξόφληση εντάλματα στο Διαχειριστή του γραφείου Παρακαταθηκών της Δ.Ο.Υ., ο οποίος, αφού διαπίστωνε την ύπαρξη σχετικής πίστωσης του τηρούμενου λογαριασμού του Δήμου στο Τ.Π.κ’ Δ. και αφού εξακρίβωνε τα στοιχεία της αστυνομικής ταυτότητας του δικαιούχου ή του έχοντος εξουσιοδότηση ή πληρεξουσιότητα ανάλογα με το ύψος του ποσού, προέβαινε στην εξόφληση του χρηματικού εντάλματος, χωρίς να έχει υποχρέωση να ελέγχει τη νομιμότητα ή πληρότητα των δικαιολογητικών που επισυνάπτονταν στο χρηματικό ένταλμα.
Η πληρωμή στο δικαιούχο έπρεπε να γίνεται με την έκδοση σχετικών επιταγών του Ταμείου Παρακαταθηκών και μόνον για μικρά ποσά "τοις μετρητοίς". Μετά το πέρας της ημερήσιας συναλλαγής ο διαχειριστής του Γραφείου Παρακαταθηκών παρέδιδε τα εξοφλημένα πλέον χρηματικά εντάλματα και πάλι στον ελεγκτή εσόδων και εξόδων του Δήμου, ο οποίος τα αρχειοθετούσε στο Δήμο και είχε την επιμέλεια και ευθύνη φύλαξης αυτών για κάθε κατασταλτικό έλεγχο και για τη σύνταξη μηνιαίων καταστάσεων με τα εξοφληθέντα χρηματικά εντάλματα καθώς, και για τη σύνταξη του ετήσιου απολογισμού του Δήμου.
Επίσης, κάθε μήνα ο διαχειριστής του γραφείου Παρακαταθηκών που έδρευε στη Δ.Ο.Υ., έπρεπε να υποβάλλει τα μηνιαία λογιστικά στοιχεία στο Τ.Π.κ’ Δ. και στο Ελεγκτικό Συνέδριο προκειμένου η αρμόδια Διεύθυνση Δ9 Καταθέσεων Κεφαλαίων Διαχείρισης και Λογαριασμών Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης στο Τ.Π.κ’ Δ.
να ενεργήσει τον κατασταλτικό έλεγχο και να πιστώσει τον οικείο λογαριασμό εισπράξεων και πληρωμών του Δήμου. Αρμόδιοι ελεγκτές Εσόδων και Εξόδων για τις εισπράξεις και πληρωμές, τόσο για τους Δήμους ..., όσο και για τα λοιπά νομικά πρόσωπα αυτών κατά τη χρονική περίοδο 1995-2002 ήταν οι υπάλληλοι: 2η κατηγορουμένη - Α.
Τ. και ο φυγόδικος κατηγορούμενος - Κ. Κ., που είχαν την έδρα τους στο Δήμο Δάφνης και Διαχειριστής του Γραφείου Παρακαταθηκών της Δ.Ο.Υ. ήταν ο 1ος κατηγορούμενος - υπάλληλος Δ. Κ.. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα διαδικασία, οι μεν ελεγκτές έπρεπε να ελέγχουν την εγκυρότητα και πληρότητα των χρηματικών ενταλμάτων και των λοιπών τίτλων βεβαίωσης και είσπραξης εσόδων, να τηρούν βιβλίο τρεχούμενων λογαριασμών για τη βεβαίωση εισπράξεων και πληρωμών, να καταχωρούν καθημερινά αυτές ώστε να είναι ενήμεροι κάθε στιγμή ως προς την ύπαρξη και το ύψος υπολοίπου στα ταμεία των Δήμων, έχοντας ευθύνη έναντι του Τ.Π.κ’ Δ., ο Διαχειριστής δε έπρεπε να διαπιστώσει την ύπαρξη σχετικής πίστωσης του τηρούμενου λογαριασμού του Δήμου στο Τ.Π.κ’ Δ.
και αφού εξακρίβωνε την ταυτότητα του δικαιούχου ή του προσώπου που είχε εξουσιοδοτηθεί, να προέβαινε στην εξόφληση του χρηματικού εντάλματος. Κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε από τη Διεύθυνση Επιθεώρησης του Τ.Π.κ’ Δ. από την επιθεωρήτρια Π. Γ. συνεπικουρούμενη και από τους υπαλλήλους Ρ. Χ., Π. Ά., Α. Ε., Α.
Κ. και Κ. Ζ., καθώς και του διαχειριστικού ελέγχου που διενεργήθηκε από τη Διεύθυνση Οικονομικής Επιθεώρησης Δ. Αττικής από τον Επιθεωρητή Φ. Κ., διαπιστώθηκαν πλήθος παραλείψεων και παράνομων ενεργειών εκ μέρους των κατηγορουμένων υπαλλήλων τις οποίες περιέλαβαν στις συνταχθείσες εκθέσεις τους. Ειδικότερα διαπιστώθηκε ότι η κατηγορουμένη Α.
Τ. από κοινού με τον φυγόδικο Κ. Κ., ως ελεγκτές εσόδων - εξόδων των Δήμων ... έδιδαν εντολή στον κατηγορούμενο - Δ. Κ., διαχειριστή του Γραφείου Παρακαταθηκών και Δανείων της Δ.Ο.Υ. Δάφνης να εξοφλεί και αυτός εξόφλησε χρηματικά εντάλματα που φέρονταν ότι εκδόθηκαν από τους πιο πάνω Δήμους και από τα νομικά πρόσωπα των ανωτέρω Δήμων σε διάφορα πρόσωπα μη δικαιούχα, ήτοι των συγκατηγορουμένων τους - άμεσου συνεργού", "(είναι ο Η.
Σ.) και απλών συνεργών, οι οποίοι δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με τις φερόμενες αυτές χρηματικές οφειλές των Δήμων προς αυτούς και πληρώθηκαν καθ’ υπέρβαση του πιστωτικού υπολοίπου του τηρουμένου λογαριασμού στο Τ.Π.κ’ ΔΤ. Από τους παραπάνω ελέγχους που διενεργήθηκαν διαπιστώθηκε επίσης ότι οι τίτλοι πληρωμής δαπανών των ως άνω Δήμων και των Νομικών Προσώπων, αλλά και τα δικαιολογητικά που συνόδευαν αυτούς δεν υπήρχαν στο αρχείο των Δήμων, όπου οι ανωτέρω κατηγορούμενοι - ελεγκτές Α.
Τ. και Κ. Κ. ως υπόλογοι είχαν την ευθύνη τήρησης και φύλαξης αυτών ενώ δεν είχε δηλωθεί από αυτούς απώλεια ή κλοπή αυτών. Για να διαπιστώσουν το μέγεθος των πληρωμών οι επιθεωρητές προέβησαν σε παραβολή μεταξύ αφ’ ενός των ημερησίων καταστάσεων εξοφληθέντων χρηματικών ενταλμάτων των Δήμων και των Νομικών Προσώπων αυτών, που επισυνάπτονταν στα χρηματικά εντάλματα του Γραφείου Παρακαταθηκών της Δ.Ο.Υ.
Δάφνης και είχαν υποβληθεί από τον διαχειριστή στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, και αφ’ ετέρου των καταστάσεων των εξοφληθέντων χρηματικών ενταλμάτων που τηρούνται στους ανωτέρω Δήμους και τα Νομικά Πρόσωπα αυτών. Από την παραβολή αυτή διαπιστώθηκε ότι στις καταστάσεις των εξοφληθέντων χρηματικών ενταλμάτων που είχαν υποβληθεί στο, Τ.Π.κ’ Δ.
περιλαμβάνονταν εντάλματα με ανύπαρκτους αριθμούς ενταλμάτων των Δήμων, ότι στις ίδιες καταστάσεις περιλαμβάνονταν εξοφληθέντα χρηματικά εντάλματα των Δήμων ή των Νομικών Προσώπων αυτών, που έφεραν μεν αντίστοιχο αριθμό με εκείνα που υπήρχαν στους Δήμους, αλλά ήταν με διαφορετικό ποσό και μάλιστα κατά πολύ μεγαλύτερο αυτού για το οποίο είχε εκδοθεί το χρηματικό ένταλμα.
Επιπλέον διαπιστώθηκε ότι τα ποσά των ανωτέρω εξοφληθέντων ενταλμάτων ήταν συνήθως χαρακτηριστικά πολύ μεγάλα και σε ακέραιο αριθμό, όπως προκύπτει από τους πίνακες καταλογισμού, πράγμα το οποίο δεν ήταν σύνηθες για δαπάνες των Δήμων. Ακόμα στις μηνιαίες συγκεντρωτικές καταστάσεις των Δήμων και των Ν.Π.Δ.Δ.
αυτών, όπου εμφανίζονταν οι συγκεντρωτικές κινήσεις των Ο.Τ.Α., καθώς και το προηγούμενο και το τρέχον υπόλοιπο του μήνα, οι κατηγορούμενοι Κ. Κ. και Α. Τ., που ήσαν από κοινού υπόχρεοι για την ορθή σύνταξή τους, όταν τις συνέτασσαν με μεγάλη καθυστέρηση, όχι μόνο δεν μετέφεραν το σωστό υπόλοιπο από μήνα σε μήνα, αλλά παρατηρήθηκαν πολλές περιπτώσεις όπου, ενώ το υπόλοιπο του προηγούμενου μήνα ήταν αρνητικό, μετέφεραν άλλο ποσό θετικό, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται αλλοιωμένη η πραγματική οικονομική κατάσταση των Δήμων και με υπόλοιπο μεγαλύτερο του πραγματικού, το οποίο εμφάνιζε έλλειμμα.
Τα χρηματικά ποσά που καταβλήθηκαν στους μη δικαιούχους βάσει των μη ευρεθέντων χρηματικών ενταλμάτων των Δήμων ... και των Νομικών Προσώπων αυτών δεν περιλαμβάνονταν στις ετήσιες καταστάσεις των εξοφληθέντων χρηματικών ενταλμάτων των Δήμων, αφού ποτέ δεν είχαν καταχωρηθεί σε αυτές καθ’ όσον δεν αφορούσαν σε πραγματικές δαπάνες.
Όπως διαπίστωσε ο επιθεωρητής Φ. Κ., για τις παράνομες πληρωμές εκδόθηκαν επιταγές, οι οποίες αναφέρονται στην έκθεση του διαχειριστικού ελέγχου με τα ονόματα του κατηγορουμένου - Η. Σ., ως άμεσου συνεργού, και των κατηγορουμένων : Ν. Σ., Η. Μ., Σ. Κ. και Σ. Α., ως απλών συνεργών", "(μη εδώ αναιρεσειόντων) οι οποίοι τις εισέπραξαν και όπως ισχυρίσθηκαν παρέδωσαν τα ποσά στον κατηγορούμενο - Κ.
Κ." "μη εδώ αναιρεσείοντα) "και όταν αυτός απουσίαζε από το γραφείο του στην κατηγορουμένη Α. Τ., σύμφωνα με τις υποδείξεις του. Οι κατηγορούμενοι Α. Τ., ο φυγόδικος Κ. Κ. και ο Δ. Κ., επινόησαν τη δημιουργία χρηματικών ενταλμάτων των Δήμων, με δικαιούχους άτομα, τα οποία δεν είχαν καμία σχέση και τα οποία, με επιμέλεια του Κ.
Κ. μέσω του συγκατηγορουμένου τους Η. Σ., επέλεξαν και χρησιμοποίησαν για τη διεκπεραίωση του σκοπού τους. Τα άτομα αυτά ανέγραφαν ως δικαιούχους των επιταγών του Τ.Π.κ’ Δ. που εκδίδονταν σε αντιστοιχία προς τα χρηματικά εντάλματα των Δήμων, τους παρέδιδαν τις επιταγές και τους έδιναν εντολή να προσέλθουν στο Τ.Π.κ’ Δ., να εισπράξουν τα αναγραφόμενα σε αυτές μεγάλα χρηματικά ποσά ως δήθεν δικαιούχοι, τα οποία στη συνέχεια παρέδιδαν στον Κ.
Κ. ή στην Α. Τ., όταν ο τελευταίος απουσίαζε, ελάμβαναν δε ως αμοιβή το ποσό των 50.000 δραχμών. Χρησιμοποίησαν δε περισσότερα πρόσωπα, για την έκδοση των επιταγών ώστε να μην γίνονται αντιληπτές οι ενέργειές τους και επιπλέον σκόπιμα ο Κ. Κ. καθυστερούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα την αποστολή μηνιαίων καταστάσεων στο Τ.Π.κ’ Δ.
με τα εξοφληθέντα χρηματικά εντάλματα, ώστε να μην μπορεί να γίνει έγκαιρα ο έλεγχος και να δημιουργείται σύγχυση ως προς την πραγματική κατάσταση. Ο κατηγορούμενος - Δ. Κ. εξοφλούσε τα εντάλματα πληρωμής των Δήμων χωρίς να υπάρχει υπόλοιπο στο σχετικό λογαριασμό τους, πράγμα που απαγορεύεται ρητά από τις κείμενες διατάξεις, δεδομένου μάλιστα ότι ήταν γνωστό ότι τουλάχιστον ο Δήμος … εμφάνιζε "κόκκινο", γεγονός που είχε επισημανθεί από την επιθεωρήτρια κ.
Π. Γ., η οποία έδωσε εντολή να πραγματοποιούνται μόνο οι εντελώς απαραίτητες πληρωμές όπως η μισθοδοσία κλπ. και επιπλέον αφού έπαιρνε την επιταγή από τον Κ., την οποία προηγουμένως είχε συμπληρώσει με τα στοιχεία των συγκατηγορουμένων του: Σ., Σ., Μ., Κ. και Σ., έλεγχε τα στοιχεία της αστυνομικής τους ταυτότητας με τα στοιχεία των δικαιολογητικών των δαπανών, την έδινε (επιταγή) στη συνέχεια σε αυτούς προς είσπραξη.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι τα στοιχεία αυτών στα σώματα των επιταγών ήσαν διάφορα με τα αναγραφόμενα στοιχεία των δικαιούχων στα χρηματικά εντάλματα, γεγονός που το διαπίστωνε ο ίδιος καθ’ όσον αυτός συμπλήρωνε τις επιταγές και έλεγχε τις αστυνομικές τους ταυτότητες. Εξ άλλου εκδόθηκαν στο όνομα του κατηγορουμένου - Η.
Σ. (20) επιταγές, Ν. Σ. (15) επιταγές, Η. Μ. (13) επιταγές, Σ. Κ. (3) επιταγές και Α. Σ. (3) επιταγές. Για τα εξοφλούμενα χρηματικά εντάλματα πληρωμής των Δήμων και των νομικών προσώπων αυτών, κάθε ημέρα, μετά το πέρας της συναλλαγής, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, εκδίδετο ένταλμα πληρωμής του Γραφείου Παρακαταθηκών κατά λογαριασμό, το οποίο συνοδευόταν από συγκεντρωτική κατάσταση υπογραφόμενη από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ.
και τον ελεγκτή εσόδων - εξόδων Ο.Τ.Α., η οποία εμφάνιζε τον αριθμό και τη χρονολογία εντάλματος, το ποσό, το Δήμο, τον κωδικό αριθμό και οποιοδήποτε αναγκαίο στοιχείο για την ακριβή τήρηση και παρακολούθηση των λογαριασμών. Οι συντασσόμενες αυτές καταστάσεις από τους υπόλογους ελεγκτές εσόδων - εξόδων Ο.Τ.Α.
Κ. Κ. και Α. Τ., δεν ήταν συμπληρωμένες κατά τους νόμιμους τύπους, αφού δεν έφεραν όνομα, σφραγίδα, και υπογραφή του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. και αυτές - καταστάσεις - ο Δ. Κ. τις επισύναπτε στο εκδιδόμενο από αυτόν ημερήσιο χρηματικό ένταλμα, στο οποίο ανέγραφε το συνολικό ποσό με την προσάρτηση της συγκεντρωτικής κατάστασης των ΧΕΠ των Δήμων.
Εξ άλλου οι ισχυρισμοί της κατηγορουμένης - Α. Τ., ότι δεν είχε πρόσβαση και τις απαιτούμενες γνώσεις χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή για την παρακολούθηση των λογαριασμών των Δήμων ... και ότι απουσίαζε από την υπηρεσία της λόγω αδειών λοχείας και είχε μειωμένο ωράριο ως μητέρα, δεν κρίνονται πειστικοί καθ’ όσον η ίδια έχει υπογράψει ημερήσιες καταστάσεις χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής και λόγω της θέσης της ήταν υπεύθυνη για τη φύλαξη αυτών.
Επίσης και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Κ. ότι δεν μπορούσε να συγκρατεί φυσιογνωμίες λόγω του φόρτου εργασίας του δεν κρίνεται πειστικός καθ’ όσον ορισμένοι εξ αυτών (Η. Σ. - Ν. Σ.) είχαν κατ’ επανάληψη εισπράξει μεγάλα χρηματικά ποσά, οπότε έπρεπε να προβληματιστεί ότι τα ίδια άτομα εφέροντο ως δικαιούχοι των επιταγών λόγω των έργων που προσέφεραν στο Δήμο.
Συνακόλουθα οι ως άνω κατηγορούμενοι σύμφωνα με όσα, αναφέρθηκαν παραπάνω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της κακουργηματικής απάτης, η οποία αποδίδεται με το κατηγορητήριο πλην των περιπτώσεων που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας, για τις οποίες πρέπει να κηρυχθούν αθώοι, διότι ενεργώντας από κοινού και κατ’ εξακολούθηση με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος παρέστησαν ψευδώς, η Α.
Τ. με την ιδιότητα του ελεγκτή εσόδων - εξόδων, αρμόδια για τις εισπράξεις και πληρωμές των Δήμων ... και των νομικών αυτών προσώπων και ο Δ. Κ. με την ιδιότητα του διαχειριστή του γραφείου Παρακαταθηκών της Δ.Ο.Υ. Δάφνης, ότι δήθεν είχαν εκδοθεί τα αναλυτικά αναφερόμενα στο κατηγορητήριο χρηματικά εντάλματα πληρωμής δαπάνης από τους ανωτέρω κατά περίπτωση Δήμους και νομικά πρόσωπα αυτών, συνοδευόμενα από τα απαραίτητα δικαιολογητικά, και ότι δήθεν είχαν εκδοθεί νομίμως με βάση τα παραπάνω Χ.Ε.Π.
αντίστοιχα χρηματικά εντάλματα πληρωμής ημερήσιας εξόφλησης του Γραφείου Παρακαταθηκών της Δ.Ο.Υ. Δάφνης και κατά περίπτωση επιταγές από τον Δ. Κ., ενώ στην πραγματικότητα την οποία γνώριζαν, ήταν ότι τα παραπάνω χρηματικά εντάλματα πληρωμής δεν ανταποκρινόντουσαν σε πραγματικές δαπάνες, τα δε δικαιολογητικά που έπρεπε να τα συνοδεύουν δεν υφίστανται στα αρχεία των Δήμων και ακολούθως τα ΧΕΠ ημερήσιας εξόφλησης του Γραφείου Παρακαταθηκών της Δ.Ο.Υ.
Δάφνης δεν είχαν εκδοθεί νόμιμα αφού στηρίχθηκαν επί χρηματικών ενταλμάτων μη ανταποκρινομένων στην πραγματικότητα και επί ανύπαρκτης δαπάνης. Με τον τρόπο αυτό έπεισαν τον ταμία του Τ.Π.κ’ Δ. και κατέβαλε τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, ώστε το συνολικό όφελος που πέτυχαν οι κατηγορούμενοι και η αντίστοιχη ζημία σε βάρος του Τ.Π.κ’ Δ.
ανέρχεται στο ποσόν των 1.612.831.974 δραχμών ή 4.733.182,61 Ευρώ. Με βάση τα ως άνω περιστατικά προκύπτει ότι πρόκειται για περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και διαπράττουν τις απάτες κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση των στο διατακτικό αναφερομένων μερικοτέρων πράξεων και από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, προκύπτει σκοπός για μόνιμο πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή προς διάπραξη του εγκλήματος της απάτης, συντρεχουσών των επιβαρυντικών περιστάσεων του ν. 1608/1950, επειδή εξακολούθησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα την εκτέλεση του εγκλήματος αυτού και το αντικείμενο τούτου είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, καθ’ όσον το όφελος που επιτεύχθηκε και η ζημία που προξενήθηκε σε βάρος του Τ.Π.κ’ Δ.
υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 150.000 Ευρώ.... Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος Η. Σ. ήταν το πρόσωπο στο οποίο απευθύνθηκε ο Κ. Κ.ς για να τον βοηθήσει να εκτελέσει το σχέδιο το οποίο είχε επινοήσει με τους συγκατηγορουμένους του: Δ. Κ. και Α. Τ.. Ο εν λόγω κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που εισέπραξε κατ’ επανάληψη είτε ο ίδιος είτε ως συνοδός των λοιπών συγκατηγορουμένων του μεγάλα χρηματικά ποσά από την Κεντρική Υπηρεσία του Τ.Π.κ’ Δ.
με τις εκδοθείσες επιταγές στο όνομά τους ως δικαιούχων, τα οποία ποσά μετέφεραν στη συνέχεια στη Δ.Ο.Υ. Δάφνης και παρέδιδαν στον Κ. Κ. και όταν απουσίαζε κατ’ εντολή του στην Α. Τ.. Αυτός καθώς και τα πρόσωπα τα οποία ανεύρισκε από το συγγενικό ή το φιλικό του περιβάλλον, πήγαιναν στον Κ. Κ., ο οποίος ελάμβανε τα στοιχεία της αστυνομικής τους ταυτότητας και στη συνέχεια εξέδιδε επιταγές σε διαταγή τους ως δικαιούχων των αναγραφομένων σε αυτές χρηματικών ποσών, τα οποία μετά την είσπραξή τους τα παρέδιδαν στον Κ.
Κ. και ελάμβαναν ως αμοιβή το χρηματικό ποσό των 50.000 δραχμών. Ούτω συνέβαλαν αποτελεσματικά ώστε να εξαπατηθούν οι υπάλληλοι της Κεντρικής Υπηρεσίας του Τ.Π.κ’ Δ. ότι ήσαν οι πραγματικοί δικαιούχοι των ποσών των επιταγών και να εισπράξουν τα χρηματικά ποσά αχρεωστήτως, ενώ ουδεμία ή άλλη σχέση τους συνέδεε με τους Δήμους ..., ζημιώνοντας με τον τρόπο αυτό το Τ.Π.κ’ Δ.
Δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος αυτός ήταν έμπειρος επαγγελματικά σε θέματα που σχετίζονταν με τον τρόπο μεταφοράς χρημάτων και της αμοιβής της κάθε χρηματαποστολής και δεν δικαιολογείται εκ μέρους του άγνοια και παραπλάνηση από τον Κ. Κ., ο οποίος τους διαβεβαίωνε ότι πρόκειται περί νομίμων χρηματαποστολών μεταξύ δημοσίων υπηρεσιών.
Αν πράγματι πίστευε ότι πραγματοποιούνται τέτοιες αποστολές για ποιο λόγο δεν κατέθετε τα χρήματα στο ταμείο της Δ.Ο.Υ. Δάφνης εκδίδοντας σχετική απόδειξη για την αμοιβή τους. Πρέπει να σημειωθεί ότι στο όνομα του εν λόγω κατηγορουμένου - Η. Σ. - είχαν εκδοθεί (20) επιταγές, στο όνομα του κατηγορουμένου - Ν.
Σ. (15) - επιταγές, στο όνομα του κατηγορουμένου - Η. Μ. - (13) επιταγές, στο όνομα του κατηγορουμένου - Σ. Κ. - (3) επιταγές και στο όνομα του κατηγορουμένου -Α. Σ. - (3) επιταγές. Κατά συνέπεια πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά το κατηγορητήριο, απορριπτομένου του ισχυρισμού του περί πραγματικής πλάνης και της μετατροπής της κατηγορίας από άμεση σε απλή συνδρομή, αφού παρέσχε άμεση συνέργεια στους αυτουργούς κατά τη διάρκεια της πράξης της κακουργηματικής απάτης με τις επιβαρυντικές περιπτώσεις του v. 1608/ 1950, αλλά και στην εκτέλεση της κύριας πράξης (Οι λοιποί κατηγορούμενοι" (μη εδώ αναιρεσείοντες) "πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι απλής συνδρομής σε απάτη κακουργηματική κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού απέβλεπαν στον πορισμό εισοδήματος, με την απάλειψη όμως των επιβαρυντικών περιστάσεων του α.ν. 1608/1950 δηλαδή της επί μακρό χρόνο τέλεσης της πράξης και του ιδιαίτερα μεγάλου ποσού, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, όπως καθορίζεται στο διατακτικό, καθ’ όσον η συμμετοχή τους στις επίμαχες χρηματαποστολές και το συνολικό χρηματικό ποσό για το οποίο εκδόθηκαν οι επιταγές δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο σε σχέση με το ελάχιστο όριο των 50.000.000 δραχμών (ή 150.000 Ευρώ) που θέτει ο v. 1608/1950, δεκτού γενομένου ως ουσία βασίμου σχετικού ισχυρισμού τους.
Τέλος, οι λοιποί ισχυρισμοί τους περί πραγματικής πλάνης ελέγχονται απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι).
Ακολούθως, το άνω Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους - αναιρεσείοντες, Δ. Κ. και Α. Τ., για την πράξη της απάτης από κοινού (μεταξύ τους και με τον φυγόδικο Κ. Κ.), κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και συνήθεια με σκοπούμενο περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία σε βάρος του Τ.Π. & Δανείων ανώτερη των 15.000 και των 150.000 ευρώ με εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 1608/1950 και με τις ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις της εξακολούθησης της πράξης για μακρό χρόνο και της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας συνολικού ποσού 4.030.096,31 ευρώ, τον δε κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, Η.
Σ., κήρυξε ένοχο άμεσης συνέργειας κατ’ εξακολούθηση στην παραπάνω πράξη, της απάτης από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και συνήθεια με σκοπούμενο περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη ζημία σε βάρος του Τ.Π.& Δανείων συνολικού ποσού 4.030.096,31 ευρώ και με τις προαναφερόμενες ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις του ν. 1608/1950, όπως οι μερικότερες πράξεις των εγκλημάτων αυτών περιγράφονται αναλυτικά, ως προς τον τρόπο, τόπο, χρόνο και τις λοιπές ιστορικές περιστάσεις τέλεσής τους στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και βρίσκονται σε πλήρη αντιστοίχιση και εναρμόνιση με τις ουσιαστικές παραδοχές του σκεπτικού της.
Επίσης αναγνωρίστηκε υπέρ των κατηγορουμένων η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α’ ΠΚ και επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο Δ. Κ. ποινή κάθειρξης δεκαοκτώ ετών (18), στην κατηγορουμένη Α. Τ. ποινή κάθειρξης δεκαοκτώ (18) ετών και στον κατηγορούμενο Η. Σ. ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών.
Με αυτά που δέχτηκε, το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία, αφού διαλαμβάνονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στηρίζουν την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της εγκληματικής πράξης, για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, οι αποδείξεις από τις οποίες προήλθαν τα σχετικά περιστατικά και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ.
α’ , 26 παρ. 1α, 27, 45, 46 παρ. 1β’ , 98, 263α, 386 ΠΚ, 1 παρ. 1 ν. 1608/1950, όπως ισχύει και 16 παρ. 2 ν.δ. 2576/1953, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με ευθύ ή πλάγιο τρόπο, στερώντας δηλαδή την απόφασή του από νόμιμη βάση. Με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιολογούνται πλήρως όλα τα ουσιώδη αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία τέλεσης της κακουργηματικής πράξης της απάτης από κοινού κατ’ εξακολούθηση κατ’ επάγγελμα και συνήθεια με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 1608/1950, της εξακολουθητικής τέλεσης της πράξης για μακρό χρόνο και της ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας ανώτερης των 150.000 ευρώ από τους αναιρεσείοντες, Δ.
Κ. και Α. Τ., και της άμεσης συνέργειας κατ’ εξακολούθηση στην πράξη της απάτης από τον αναιρεσείοντα Η. Σ.. Επίσης αιτιολογούνται πλήρως ο συναυτουργικός και απατηλός τρόπος, με τον οποίο ενήργησαν οι κατηγορούμενοι Δ. Κ. και Α. Τ., από κοινού και με τον φυγόδικο Κ. Κ. και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς τους και της ζημίας που προκλήθηκε από αυτή στους Δήμους ....
Αιτιολογείται ο άμεσος δόλος και ο σκοπός αυτών να αποκομίσουν από την εγκληματική τους δράση παράνομο περιουσιακό όφελος οι ίδιοι, ο άμεσος συνεργός στην τέλεση της απάτης κατηγορούμενος - αναιρεσείων Η. Σ. (και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί τους και μη αναιρεσείοντες (Ν. Σ., Η. Μ., Σ. Κ. και Σ. Α.) που καταδικάστηκαν ως απλοί συνεργοί στην πράξη της απάτης).
Επίσης αιτιολογούνται πλήρως ο τρόπος και οι όροι τέλεσης της άμεσης συνέργειας του αναιρεσείοντος Η. Σ. στην απάτη που τέλεσαν από κοινού οι Δ. Κ., Α. Τ. (και Κ. Κ.). Αναφέρονται αναλυτικά όλες οι περιπτώσεις χρηματικών ενταλμάτων που εξοφλήθηκαν, με παραπλάνηση του ταμία του Τ.Π. & Δανείων, στους προαναφερόμενους συνεργούς δήθεν εργολήπτες, χωρίς να συνοδεύονται από νόμιμα παραστατικά και για ανύπαρκτα έργα.
Και προσδιορίζεται η συνολική ζημία που επήλθε στους δήμους ... από τις εγκληματικές πράξεις των κατηγορουμένων.
Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, για τη θεμελίωση της καταδικαστικής κρίσης, οι παρακάτω ουσιώδεις και κρίσιμες παραδοχές: 1) Ότι από τον Αύγουστο 1996 έως τον Δεκέμβριο 2001, όταν ακόμη την ταμειακή υπηρεσία των δήμων ... και άλλων ΟΤΑ διεξήγε το Τ.Π & Δανείων, η αναιρεσείουσα Α. Τ. και ο μη αναιρεσείων - φυγόδικος Κ.
Κ. ήταν υπάλληλοι (ενταγμένοι οργανικά στον Δήμο Δάφνης και διοικητικά στη Δ.Ο.Υ. Δάφνης) και υπεύθυνοι ελεγκτές εσόδων - εξόδων των Δήμων ... και αρμόδιοι για τον έλεγχο της νόμιμης έκδοσης των σχετικών ενταλμάτων πληρωμής (που κανονικά υπέγραφε ο οικείος δήμαρχος) και για την καθημερινή καταχώριση εισπράξεων - πληρωμών σε σχετικό βιβλίο, ώστε να είναι διαρκώς ενήμεροι για το υπόλοιπο (πιστωτικό ή χρεωστικό) του διαχειριστικού λογαριασμού, που τηρούσε κάθε δήμος στο Γραφείο του Τ.Π. &Δανείων στη Δ.Ο.Υ Δάφνης. 2) Ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ο αναιρεσείων Δ.
Κ., ήταν υπάλληλος - ταμίας της Δ.Ο.Υ. Δάφνης και διαχειριστής του Γραφείου του Τ.Π. & Δανείων, που λειτουργούσε στη Δ.Ο.Υ. Δάφνης για τη διεξαγωγή της ταμειακής υπηρεσίας των εν λόγω δήμων, και υπεύθυνος να ενεργεί την εξόφληση των χρηματικών ενταλμάτων των Δήμων ..., αφού προηγουμένως διαπίστωνε ότι υπήρχε πιστωτικό υπόλοιπο στον λογαριασμό, τη συμπλήρωση ακολούθως επιταγών του Τ.Π. & Δανείων, που του έδινε ο Κ.
Κ., με τα στοιχεία των δικαιούχων και την παράδοση των επιταγών στους δικαιούχους για είσπραξη από τον ταμία της Κεντρικής Υπηρεσίας του Τ.Π. & Δανείων. 3) Ότι η αναιρεσείουσα Α. Τ. και ο Κ. Κ., εκτελώντας κοινό σχέδιο με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος οι ίδιοι και οι συνεργοί τους στην πράξη της απάτης, προωθούσαν με εντολή εξόφλησης εντάλματα πληρωμών των Δήμων ...
και των νομικών προσώπων των εν λόγω δήμων προς τον αναιρεσείοντα - διαχειριστή Δ. Κ., ο οποίος εξοφλούσε τα εντάλματα πληρωμής, χωρίς να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο στους τηρούμενους διαχειριστικούς λογαριασμούς των Δήμων στο Τ.Π. & Δανείων, συμπληρώνοντας και παραδίδοντας παράλληλα τις αντίστοιχες, συνολικά 54, επιταγές του Τ.Π. & Δανείων στους αναγραφόμενους σαν δικαιούχους, δηλαδή στον άμεσο συνεργό Η.
Σ. και στους παραπάνω απλούς συνεργούς, τους οποίους οι συναυτουργοί προσέγγισαν μέσω του Η. Σ.. 4) Ότι οι δήθεν εργολήπτες και δικαιούχοι προσκόμιζαν και εισέπρατταν την αξία των επιταγών σε χαρτονομίσματα από τον ταμία της κεντρικής Υπηρεσίας του Τ.Π. & Δανείων και ακολούθως παρέδιδαν τα σχετικά ποσά στον Κ.
Κ. ή στην Α. Τ., κρατώντας για δική τους αμοιβή ποσό 50.000 δρχ.. 5) Ότι, με τις προαναφερόμενες συντονισμένες και εξακολουθητικές ενέργειές τους, οι αναιρεσείοντες Δ. Κ. και Α. Τ., από κοινού και με τον φυγόδικο Κ. Κ., παρέπειθαν τον ταμία της Κεντρικής Υπηρεσίας του Τ.Π. & Δανείων στην καταβολή των σχετικών χρηματικών ποσών και εξέδιδαν, με βάση τα εξοφλούμενα χρηματικά εντάλματα, συνολικό ημερήσιο χρηματικό ένταλμα πληρωμής του Γραφείου Τ.Π. & Δανείων της Δ.Ο.Υ.
Δάφνης, κατά τηρούμενο λογαριασμό, συνοδευόμενο από σχετική συγκεντρωτική κατάσταση εξοφλημένοι χρηματικών ενταλμάτων, που συνέτασσε παράτυπα, χωρίς σφραγίδα και υπογραφή του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Δάφνης, η Α. Τ. ή ο Κ. Κ. και υπέβαλλε ο Δ. Κ. στο Τ.Π. & Δανείων και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, στις οποίες περιλαμβάνονταν εντάλματα πληρωμής ανύπαρκτα ή με ποσά πολύ μεγαλύτερα από εκείνα που ανέφεραν υπαρκτά χρηματικά εντάλματα των δήμων .... 6) Ότι όλοι οι κατηγορούμενοι, συναυτουργοί και άμεσος συνεργός, γνώριζαν α) ότι τα επίμαχα χρηματικά εντάλματα των Δήμων ...
δεν παριστούσαν πραγματικές δαπάνες και υπαρκτές οφειλές και β) ότι τα χρηματικά εντάλματα ημερήσιας εξόφλησης του Γραφείου του Τ.Π. & Δανείων στη Δ.Ο.Υ.Δάφνης δεν είχαν εκδοθεί νόμιμα, αφού στηρίζονταν σε χρηματικά εντάλματα ανύπαρκτων δαπανών. 7) Ότι με την πράξη της απάτης, η οποία δεν θα ήταν δυνατή με τον τρόπο που τελέστηκε χωρίς της συμμετοχή του Η.
Σ., αφού αυτός εισέπραξε ως δήθεν εργολήπτης και δικαιούχος είκοσι επιταγές και μέσω αυτού βρέθηκαν οι λοιποί τέσσερις δήθεν εργολήπτες και δικαιούχοι -απλοί συνεργοί, οι συναυτουργοί, Δ. Κ., Α. Τ. και Κ. Κ., επιδίωξαν και πέτυχαν για τον εαυτό τους και τους συνεργούς τους παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού 4.030.096, 31 ευρώ με πρόκληση αντίστοιχης ζημίας (παράλληλης με τη ζημία των Δήμων ...) και στο Τ.Π. & Δανείων.
Σημειώνεται ότι η ζημία αυτή του Τ.Π. & Δανείων δεν είναι έμμεση, αλλά άμεση, όπως ορθά δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, αφού με την εκτέλεση δικών του επιταγών και την εκταμίευση των σχετικών ποσών για εξόφληση χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής, που δεν παριστούσαν υπαρκτές δαπάνες, ούτε συνιστούν πραγματικό διαχειριστικό έλλειμμα των Δήμων ..., χωρίς αντίστοιχο πιστωτικό υπόλοιπο στον διαχειριστικό λογαριασμό που αυτοί διατηρούσαν στο Τ.Π.& Δανείων, επέρχεται ευθεία και άμεση μείωση των ταμειακών διαθεσίμων του και αντίστοιχο διαχειριστικό έλλειμμα άσχετο με τον σκοπό της διαχείρισης, που ασκούσε το Γραφείο του Τ.Π. & Δανείων στη Δ.Ο.Υ.
Δάφνης και απότοκο της απατηλής δράσης των αναιρεσειόντων Δ. Κ. και Α. Τ. και του φυγόδικου Κ. Κ., την οποία αυτοί από κοινού ανέπτυξαν με συντονισμένη και καταχρηστική εκμετάλλευση των ιδιοτήτων τους ως μελών του Γραφείου του Τ.Π.& Δανείων στη Δ.Ο.Υ. Δάφνης, επιφορτισμένων με τη σύννομη άσκηση της ταμειακής υπηρεσίας των εν λόγω δήμων και των Ν.Π.Δ.Δ.
αυτών. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης του αναιρεσείοντος Δ. Κ. με στοιχεία Β’ , Γ’ και Δ’ , και οι όμοιοι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης της αναιρεσείουσας Α. Τ. με στοιχεία Β’ , Γ’ και Δ’ , από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την κρίση της ενοχής αυτών για την πράξη που καταδικάστηκαν.
Ειδικότερα οι αιτιάσεις που περιέχονται στον πρόσθετο λόγο αναίρεσης με στοιχ. Γ’ , ότι δεν προσδιορίζεται ποίον παρέπεισε καθένας από τους αναιρεσείοντες, με ποία ψευδή παράσταση και σε ποία ζημιογόνο πράξη στις μερικότερες πράξεις απάτης, είναι αβάσιμες, αφού τα ουσιώδη και κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση της απάτης, για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, καλύπτονται πλήρως από τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ, όπως σημειώθηκε στην οικεία νομική σκέψη, δεν ήταν αναγκαίο καθένας από τους συναυτουργούς να συμπράττει, ούτε να προσδιορίζεται ο συγκεκριμένος τρόπος σύμπραξής του σε όλες τις ενέργειες πραγμάτωσης κάθε μερικότερης πράξης απάτης.
Επίσης αβάσιμες είναι και οι αιτιάσεις που περιέχονται: 1) Στον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης του αναιρεσείοντος Η. Σ. για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και νόμιμης βάσης, επειδή α) δεν αιτιολογείται η κρίση για άμεση συνέργεια αυτού στην απάτη των λοιπών αναιρεσειόντων και η ίδια εγκληματική συμπεριφορά χαρακτηρίζεται αντιφατικά ως άμεση συνέργεια για τον ίδιο και ως απλή συνέργεια για τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του και β) δεν αιτιολογούνται καθόλου οι ισχυρισμοί που είχε προβάλει αα) για συνδρομή πραγματικής πλάνης στο πρόσωπό του (πίστευε ότι έκανε νόμιμες μεταφορές χρημάτων από την είσπραξη των επιταγών από μία δημόσια υπηρεσία σε άλλη) και ββ) μετατροπής της κατηγορίας σε απλή συνέργεια.
Και 2) Στον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης του ίδιου αναιρεσείοντος για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 46 παρ. 1β ΠΚ και για έλλειψη νόμιμης βάσης. Στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούν την κύρια πράξη της απάτης και της συνδρομής του αναιρεσείοντος Η.
Σ. στην τέλεσή της, αναφέρεται ο χρόνος τέλεσης της κύριας πράξης και της συνέργειας σ’ αυτή και περιέχεται ρητή παραδοχή ότι αυτός παρέσχε τη συνδρομή του κατά την τέλεση της κύριας πράξης, ότι η συνδρομή του ήταν αναγκαία για την τέλεση της κύριας πράξης και ότι γνώριζε, όταν παρείχε τη συνδρομή του, ότι οι συναυτουργοί τελούσαν την κύρια πράξη της απάτης.
Ειδικότερα και επιπλέον όσων προαναφέρθηκαν, περιγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα στοιχεία της άμεσης συνέργειας σε κάθε μερικότερη πράξη και διαλαμβάνονται σ’ αυτή οι σαφείς παραδοχές: Ότι με την τέλεση της απάτης από τους τρεις φυσικούς συναυτουργούς, την οποία γνώριζε ο αναιρεσείων Η. Σ. και της οποίας η τέλεση δεν θα ήταν δυνατή με τον τρόπο που τελέστηκε, χωρίς τη δική του συμμετοχή, ο οποίος εισέπραξε ως δήθεν εργολάβος - δικαιούχος είκοσι επιταγές, επιδίωξαν και πέτυχαν για τον εαυτό τους και για τους συνεργούς τους στην απάτη παράνομο περιουσιακό όφελος ποσού 4.030.096,31 ευρώ με αντίστοιχη άμεση ζημία του Τ.Π. & Δανείων.
Ότι ο Κ. Κ., μέσω του Η. Σ., επέλεγε τους λοιπούς φερόμενους σαν δικαιούχους - απλούς συνεργούς για τη διεκπεραίωση του σκοπού τους. Ότι ο τελευταίος, εκτός από τις είκοσι επιταγές που εκδόθηκαν στο όνομά του, εισέπραξε κατ’ επανάληψη ως συνοδός των λοιπών κατηγορουμένων -απλών συνεργών, οι οποίοι προέρχονταν από το συγγενικό ή το φιλικό του περιβάλλον, μεγάλα χρηματικά ποσά από το ταμείο της Κεντρικής Υπηρεσίας του Τ.Π. & Δανείων με τις επιταγές που είχαν εκδοθεί στο όνομά τους, τα οποία μετέφεραν και παρέδιδαν στον Κ.
Κ. ή στην Α. Τ., όταν ο πρώτος απουσίαζε. Και ότι ο αναιρεσείων Η. Σ. ήταν έμπειρος επαγγελματικά σε ζητήματα μεταφοράς χρημάτων και αμοιβών για κάθε χρηματαποστολή, ώστε να μην δικαιολογείται ο ισχυρισμός του, ότι είχε άγνοια της εγκληματικής δράσης των αυτουργών της απάτης και ότι παραπλανήθηκε από τον Κ.
Κ., ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι πρόκειται για νόμιμες χρηματαποστολές μεταξύ δημοσίων υπηρεσιών. Υπό τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η συνδρομή του αναιρεσείοντος Η. Σ. δόθηκε κατά τη διάρκεια τέλεσης της πράξης της απάτης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, και ιδίως στην πράξη της παραπλάνησης του ταμία της Κεντρικής Υπηρεσίας του Τ.Π. & Δανείων με την προσκομιδή από αυτόν για είσπραξη των είκοσι επιταγών που εκδόθηκαν στο όνομά του, έχοντας πλήρη γνώση για τη μη νόμιμη έκδοση των ενταλμάτων πληρωμής και για την συντελεστικότητα της δικής του συνδρομής στην τέλεση της απάτης.
Επομένως, ορθά και αιτιολογημένα κρίθηκε η συμμετοχική πράξη αυτού ως άμεση συνέργεια στην απάτη των φυσικών αυτουργών και απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός του για μη καταλογισμό της πράξης λόγω πραγματικής πλάνης, ενώ ο ισχυρισμός μεταβολής της κατηγορίας σε απλή συνέργεια δεν είναι αυτοτελής αλλ’ αρνητικός της κατηγορίας και δεν απαιτεί ειδική αιτιολόγηση η απόρριψή του.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ.
Με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης του αναιρεσείοντος Δ. Κ. με στοιχ. Ε’ και ΣΤ’ προβάλλονται οι αιτιάσεις της σιωπηρής και χωρίς ειδική αιτιολογία απόρριψης των ισχυρισμών που προβλήθηκαν κατά τη δίκη ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου α) μη εφαρμογής της επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 1608/1950 για όσες μερικότερες πράξεις απάτης και άμεσης συνέργειας σ’ αυτή τελέστηκαν πριν θεσπιστεί, με το άρθρο 14 του ν. 2721/1999, η παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ (3-6-1999) και επέφεραν ζημία κατώτερη των 150.000 ευρώ και β) μεταβολής της κατηγορίας σε πλημμεληματική και παραγραφής για τριάντα μερικότερες πράξεις, οι οποίες τελέστηκαν πριν από τις 3-6-1999 και προκάλεσαν καθεμία ζημία κατώτερη των 15.000 ευρώ.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, καθόσον, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 ν.δ. 2576/1953, η οποία αφορά μόνο τα εγκλήματα του άρθρου 1 ν. 1608/1950, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η απάτη και κατά την οποία για τον κακουργηματικό χαρακτήρα του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος λαμβάνεται υπόψη το συνολικό περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, δεν καταργήθηκε ρητά ή σιωπηρά από καμία διάταξη νόμου και, ως ειδική, κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, που προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ν. 2721/1999, κατά την οποία η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνεται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο συνολικό αποτέλεσμα.
Συνεπώς, η ένδικη απάτη κατ’ εξακολούθηση, από την οποία προκλήθηκε συνολική ζημία ανώτερη των 150.000 ευρώ και η άμεση συνέργεια κατ’ εξακολούθηση του αναιρεσείοντος σ’ αυτή, με βάση την εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 ν.δ. 2576/1953, έχει κακουργηματικό χαρακτήρα, οι δε προαναφερόμενοι ισχυρισμοί δεν ήταν νόμιμοι και ορθά απερρίφθηκαν σιωπηρά. Εξάλλου δεν υπήρχε υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του ισχυρισμού μεταβολής της κατηγορίας, ο οποίος είναι αρνητικός αυτής, και όχι αυτοτελής. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ.
Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης του αναιρεσείοντος Η. Σ., προβάλλεται η αιτίαση για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, επειδή δεν λήφθηκαν υπόψη για την κρίση ενοχής ως προς αυτόν τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, η απολογία του και οι απολογίες δύο συγκατηγορουμένων του), ούτε έγινε συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων, αλλά λήφθηκαν επιλεκτικά υπόψη για τη θεμελίωση ενοχής ορισμένα μόνο αποδεικτικά μέσα (που δεν προσδιορίζονται). Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι κατά το ένα σκέλος του απαράδεκτος, αφού, με επίφαση την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και την έλλειψη νόμιμης βάσης, αμφισβητείται η στάθμιση της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων από το Πενταμελές Εφετείο και πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του για την ουσία της υπόθεσης, ενώ, κατά το άλλο σκέλος του είναι αβάσιμος αφού από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει καμία αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο θεμελιώθηκε η καταδικαστική κρίση για όλους τους αναιρεσείοντες.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει, για να θεμελιώσει την κρίση του ως προς την ενοχή ή την επιβλητέα ποινή, έγγραφο που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα και στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α’ ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠΔ, επειδή παραβιάζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου (από το άρθρο 358 ΚΠΔ) να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας ποινικής συζήτησης δεν είναι αναγκαίο να σημειώνεται σε ποιό αποδεικτέο ζήτημα αφορά το έγγραφο που αναγνώστηκε, ούτε να καταχωρίζεται σ’ αυτά το περιεχόμενο του εγγράφου.
Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν επαρκώς την ταυτότητα του εγγράφου (χρόνος σύνταξης, όνομα συντάκτη ή αναφορά εκδότριας αρχής κλπ.), ώστε να μπορεί να διαγνωστεί ότι αναγνώστηκε πράγματι το περιεχόμενό του και ότι ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας την ταυτότητα του εγγράφου, είχε τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμά του από το άρθρο 358 ΚΠΔ, πράγμα που εξαρτάται από την πραγματοποίηση της ανάγνωσης του εγγράφου, και όχι από τον τρόπο καταχώρισής του στα πρακτικά.
Όταν δε το έγγραφο προσκομίστηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο προσδιορισμός της ταυτότητάς του δεν ασκεί έννομη επιρροή ως προς αυτόν, ο οποίος, αφού γνωρίζει το περιεχόμενό του, μπορεί να προβαίνει σε σχετικές δηλώσεις και εξηγήσεις, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ. Επίσης δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αναγνωστέου εγγράφου, εάν δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ή δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι αναγνώστηκε άλλο έγγραφο με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό.
Εξάλλου, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας εγγράφου που δεν αναγνώστηκε δεν επιφέρει την προαναφερόμενη απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν πρόκειται για αποδεικτικό έγγραφο, που το περιεχόμενό του, κατά την απόφαση, έχει προκύψει από άλλο αποδεικτικό μέσο ή αναφέρεται στην απόφαση μόνο διηγηματικά, και όχι για τη θεμελίωση ενοχής και την επιμέτρηση ποινής ή πρόκειται για έγγραφο διαδικαστικό ή για έγγραφο που αποτελεί το σώμα (υλικό αντικείμενο) ή τη βάση του εγκλήματος και θεμελιωτικό στοιχείο της κατηγορίας που αποδόθηκε και γνωστοποιήθηκε στον κατηγορούμενο, ο οποίος, αφού γνώριζε την κατηγορία, ήταν σε θέση να αντιτάξει σχετική υπεράσπιση.
Με τους λόγους αναίρεσης πρώτο και δεύτερο του αναιρεσείοντος Η. Σ., προβάλλονται οι αιτιάσεις για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή λήφθηκαν υπόψη για τη θεμελίωση ενοχής σε βάρος του έξι (6) έγγραφα, που φέρονται ως αναγνωστέα και προσδιορίζονται στα πρακτικά ατελώς, ώστε να μην προκύπτει η ταυτότητά τους, με συνέπεια α) να στερηθεί ο αναιρεσείων το δικαίωμά του από το άρθρο 358 ΚΠΔ για παρατηρήσεις κλπ. και β) να παραβιάζεται το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και τα υπερασπιστικά δικαιώματά του από το άρθρο 2 παρ. 1 του Έβδομου Πρωτοκόλλου αυτής, που κυρώθηκε με τον ν. 1705/1978, καθώς και η αρχή της δημοσιότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων επικαλείται τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία αναφέρονται ως αναγνωστέα και είναι καταχωρισμένα στα πρακτικά (σελ. 109, 110, 115, 119 και 120) ως εξής: ".... 6) Φάκελος με εντάλματα πληρωμής.... 26) Το με αριθμ. πρωτ. .../1-9-2009 έκθεση εξέτασης του κατηγορουμένου από το Νοσοκομείο της φυλακής Κορυδαλλού.... 125) Λογαριασμός ασφαλισμένου από 1 έως 1/2002.... 131) Γνωστοποίηση όρων ατομικής συμβάσεως εργασίας....) Αντίγραφο λογαριασμού της....) Δύο (2) φωτοτυπίες έξι συναλλαγματικών...". Ο προσδιορισμός των συγκεκριμένων αναγνωστέων εγγράφων με τα παραπάνω στοιχεία είναι επαρκής, ενώ δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό.
Συνεπώς, δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά τους και για την ανάγνωσή τους στη συγκεκριμένη δίκη, ο δε αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα, αφού αναγνώστηκαν, να ασκήσει τα δικαιώματά του από το άρθρο 358 ΚΠΔ. Ούτε παραβιάστηκαν, με τη συνεκτίμηση των εν λόγω εγγράφων από το Εφετείο για την κρίση ενοχής του αναιρεσείοντος, η αρχή της δημοσιότητας της ακροατηριακής διαδικασίας, η διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠΔ, η αρχή της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και τα υπερασπιστικά δικαιώματά του από το άρθρο 2 παρ. 1 του Έβδομου Πρωτοκόλλου αυτής. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ.
Η προαναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται να καλύπτει τόσο την κρίση για την ενοχή όσο και την κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής κλπ., ενώ δεν είναι αυτοτελείς όσοι ισχυρισμοί συνιστούν απλώς νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή αρνούνται ή αποκρούουν στοιχεία της κατηγορίας, οι οποίοι, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της ακροατηριακής διαδικασίας και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλον λόγο, ούτε έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία γι’ αυτόν.
Ακόμη, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, ελαφρυντικές περιστάσεις, που επισύρουν μείωση της ποινής στο μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83 ΠΚ, θεωρούνται ιδίως: α) ........... ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την αναγνώριση της σχετικής ελαφρυντικής περίστασης, απαιτείται, καταρχήν, να αποδεικνύεται θετική ατομική και κοινωνική συμπεριφορά του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης.
Αντίθετα, η ύπαρξη καλής διαγωγής, η έλλειψη πειθαρχικής καταδίκης, η εργασία και γενικά η τυπική και συνήθης συμμόρφωση, του καταδίκου στο εξαναγκαστικό ρυθμιστικό πλαίσιο των σωφρονιστικών καταστημάτων αξιολογούνται και αξιοποιούνται, καταρχήν, για την παροχή των ευεργετημάτων, που προβλέπει ρητά ο νόμος (συνυπολογισμός χρόνου εργασίας κατά την έκτιση της ποινής, λήψη αδειών κλπ.), στην εξασφάλιση των οποίων προδήλως αποβλέπει ο κρατούμενος και δεν αρκούν για τη χορήγηση του σχετικού ελαφρυντικού.
Όμως, ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού θέσπισης της οικείας διάταξης, που διατρέχει την όλη (και όχι μόνο την ελεύθερη εκτός φυλακής) διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξης, δεν μπορεί να αποκλειστεί η συνδρομή όρων χορήγησης του σχετικού ελαφρυντικού και υπό σχετικά μακρόχρονο καθεστώς κράτησης, στις εξαιρετικές και διακριτές εκείνες περιπτώσεις που η στάση και συμπεριφορά του υπαιτίου υπερβαίνει κατά πολύ τη συνήθη στάση και συμπεριφορά συμμόρφωσης του μέσου κρατουμένου για την απόλαυση των προβλεπομένων σωφρονιστικών ευεργετημάτων και αντανακλά, με διαπιστωμένη βεβαιότητα, την ειλικρινή ψυχοβουλητική μεταστροφή αυτού, τη σταθερή εναρμόνισή του προς τις επιταγές της έννομης τάξης και την ουσιαστική σωφρονιστική βελτίωση της προσωπικότητάς του.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά (σελ. 644 επ.), οι κατηγορούμενοι, Δ. Κ. και Α. Τ., μετά την απαγγελία της απόφασης για την ενοχή τους, υπέβαλαν μέσω των συνηγόρων τους σε γραπτό κείμενο τους εξής αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι καταχωρίστηκαν στα πρακτικά και αναπτύχτηκαν και προφορικά:
Ι]. Ο Δ. Κ.. "1. Να αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο Δ. Κ. η ελαφρυντική περίσταση του άρθρ. 84 2α Π.Κ., ήτοι του ότι έζησε έως το χρόνο (1997-2001), που τελέστηκε το αδίκημα, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή... 2. Να αναγνωρισθεί επίσης, στον ίδιο κατηγορούμενο, η ελαφρυντική περίσταση του άρθρ. 84-2ε Π.Κ., ήτοι του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη. Συγκεκριμένα, από το έτος 2001, που έλαβαν χώρα τα διωκόμενα αδικήματα, μέχρι την ημέρα της προφυλάκισής του (2008), ήτοι επί επτά (7) ολόκληρα χρόνια, επέδειξε άριστη διαγωγή, τόσο ως δημόσιος υπάλληλος, όσο και ως άνθρωπος και οικογενειάρχης. Επίσης, από το έτος 2008 μέχρι σήμερα (2012) που κρατείται στη Φυλακή, ήτοι επί 4 ολόκληρα χρόνια, επέδειξε άριστη διαγωγή, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. .../10-9-2012 βεβαίωση της Δ/νσης του Νοσοκομείου Φυλακών Κορυδαλλού. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι ο κατηγορούμενος Δ. Κ., μετά την αποκάλυψη της απάτης κ.λ.π. του Κ., συνεργάστηκε άριστα με τις διωκτικές αρχές, προκειμένου να διαλευκανθεί η όλη υπόθεση. Ειδικότερα, παρέδωσε τα σχετικά έγγραφα, που νομίμως τηρούσε στο γραφείο του και με αυτά απεκαλύφθη η όλη υπόθεση. Επίσης, όποτε του ζήτησαν οι Υπηρεσιακές, Αστυνομικές και Δικαστικές αρχές, ήταν παρών και συνεργάστηκε μαζί τους κατ’ άριστο τρόπο.".
ΙΙ]. Η Α. Τ.. "Αυτοτελής ισχυρισμός περί της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84, παρ. 2, εδ. α’ Π Κ... Αυτοτελής ισχυρισμός περί της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84, παρ. 2, εδ. ε’ ΠΚ .... Αντιθέτως, αναφορικά με τη συνδρομή της δεύτερης αιτούμενης ελαφρυντικής περιστάσεως, το Δικαστήριο (πρωτοβάθμιο) ομοφώνως περιορίστηκε στην εξέταση του γεγονότος ότι ο οιοσδήποτε κατηγορούμενος, όντας φυλακισμένος, είναι αναγκασμένος να επιδείξει καλή συμπεριφορά.
Όμως, θα πρέπει να διαλάβετε υπ’ όψιν Σας, αξιότιμοι κύριοι Εφέτες, το γεγονός ότι φερόμενος χρόνος τελέσεως των πράξεων της εκκαλουμένης αποφάσεως είναι μεταξύ των ετών 1997 - 2001. Η προσωρινή μου κράτηση και συνακόλουθα το καθεστώς ανελευθερίας μου επήλθε το 2008. Επτά (7) ολόκληρα χρόνια, δηλαδή, μετά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων! Αν αυτό το χρονικό διάστημα δεν είναι αρκετό για την κατάδειξη της καλής μου συμπεριφοράς και την αναγνώριση της συνδρομής της προκείμενης ελαφρυντικής περιστάσεως, τότε, ειλικρινώς, δεν θα έπρεπε να αναγνωρίζεται σε ουδεμία των περιπτώσεων.
Μάλιστα, όχι μόνον δεν απασχόλησα τις διωκτικές αρχές της Χώρας, αλλά ακόμη και οι προϊστάμενοι μου ζήτησαν την αρωγή μου στη διαλεύκανση της προκείμενης υποθέσεως, χωρίς επ’ ουδενί να αιτηθούν ούτε καν την μετάταξη ή απόσπασή μου. Το χρονικό αυτό διάστημα των επτά ετών, αλλά και το διάστημα εντός των φυλακών, κατά το οποίο έχω επιδείξει υποδειγματική συμπεριφορά έναντι των συγκρατουμένων μου, αλλά και των σωφρονιστικών υπαλλήλων, γεγονός που καταδεικνύεται και από το μη πειθαρχικό έλεγχο μου, είναι υπέρ του δέοντος ικανό για να πιστοποιήσει αν η συμπεριφορά μου υπήρξε υποδειγματική ή όχι, αν, τελικά, συντρέχουν οι προϋποθέσεις, ώστε να αναγνωριστεί στο πρόσωπό μου ότι συντρέχουν οι όροι που επιβάλλει ο Νόμος και ειδικότερα εκείνοι του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
ε’ ΠΚ... Επίσης ουδέποτε κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού μου στο δύσκολο και πιεστικό περιβάλλον των φυλακών υπέπεσα σε οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, ουδέποτε δημιούργησα οιοδήποτε πρόβλημα, αντιθέτως, υπομένω καρτερικά την ημέρα που θα αφεθώ ελεύθερη να επιστρέψω στην οικογένειά μου και στην εργασία μου.
Η συμπεριφορά μου υπήρξε άψογη όλο αυτό το χρονικό διάστημα, από εσωτερική ανάγκη και όχι εξαιτίας του φόβου που θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι προξενεί η μικροκοινωνία των φυλακών και οι ιδιαίτερες σχέσεις με συγκρατούμενους και σωφρονιστικό προσωπικό. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα πειθάρχησα στους κανόνες των φυλακών και δεν δημιούργησα το παραμικρό πρόβλημα.
Επειδή οι ανωτέρω ισχυρισμοί προβάλλονται σύννομα, καθώς αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που έχουν ως συνέπεια την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ....". Στη συνέχεια, αφού πρότεινε ο εισαγγελέας και ακούστηκαν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, το Πενταμελές Εφετείο, αναγνώρισε ότι συντρέχει υπέρ αυτών η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
α’ ΠΚ, και απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση και της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ με την 3724/2012 απόφασή του, η οποία έχει το εξής περιεχόμενο: "Από τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία και συγκεκριμένα τα ποινικά μητρώα των κατηγορουμένων: Δ. Κ., Α. Τ. και Η. Σ., προκύπτει ότι κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι δεν είχαν καταδικασθεί για οποιαδήποτε άλλη πράξη, και δεν προέκυψε οτιδήποτε αξιόμεμπτο για την οικογενειακή, ατομική, επαγγελματική και γενικά κοινωνική τους ζωή, γι’ αυτό και θα πρέπει να τους αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α’ του ΠΚ κατά την επιμέτρηση της ποινής.
Όσον αφορά στο αίτημα αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ του ΠΚ πρέπει να απορριφθεί διότι αυτοί μετά την τέλεση της πράξης τους παρέμειναν φυλακισμένοι και δεν μπορεί να κριθεί ότι η καλή διαγωγή που επέδειξαν στη φυλακή αποτελεί λόγο αναγνωρίσεως ελαφρυντικών. Τούτο, διότι οι κατηγορούμενοι το χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξης τους το πέρασαν, όχι υπό καθεστώς ελευθερίας, έτσι ώστε η επιλογή τους για ομαλή συμβίωση να αντανακλά τη γνήσια ψυχική τους στάση και να παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους τους και της κοινωνικής τους προδιάθεσης, αλλά υπό το αυστηρό καθεστώς των κανόνων του σωφρονιστικού κώδικα, η δε χωρίς παραπτώματα διαβίωση των κατηγορουμένων, κατά το διάστημα του εγκλεισμού τους στη φυλακή, δεν είναι απότοκη ελεύθερης επιλογής τους αλλά παθητικής συμπεριφοράς, σαφώς επηρεαζόμενη από την ποινική δίκη (ΑΠ 50/2011 ΝΟΜΟΣ".
Όμως, όπως προβλήθηκαν και καταχωρίστηκαν στα πρακτικά, οι προαναφερόμενοι αυτοτελείς ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων για χορήγηση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ ΠΚ είναι αόριστοι. Ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά που αυτοί επικαλέστηκαν για τη χρονική περίοδο μέχρι την θέση τους υπό κράτηση, δεν στοιχειοθετούν καλή συμπεριφορά υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, και κυρίως δεν συνιστούν ατομική και κοινωνική συμπεριφορά δηλωτική επίγνωσης από αυτούς των συνεπειών της πράξης τους και σταθερού εναρμονισμού τους προς τις επιταγές της έννομης τάξης.
Ενώ, τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκαν για τη χρονική περίοδο που βρίσκονται έγκλειστοι στη φυλακή, δεν στοιχειοθετούν, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, καλή συμπεριφορά υπό καθεστώς κράτησης. Δηλαδή δεν συνιστούν εξαιρετική και διακριτή περίπτωση, κατά την οποία η στάση και συμπεριφορά του υπαιτίου υπερβαίνει κατά πολύ τη συνήθη στάση και συμπεριφορά συμμόρφωσης του μέσου κρατούμενου και αντανακλά με βεβαιότητα την ειλικρινή ψυχοβουλητική μεταστροφή του, τη σταθερή εναρμόνισή του προς τις επιταγές της έννομης τάξης και την ουσιαστική σωφρονιστική βελτίωση της προσωπικότητάς του.
Επομένως και αφού οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί δεν είχαν προβληθεί κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψή τους. Συνακολούθως, είναι αβάσιμοι ο σχετικός δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης του κατηγορουμένου Δ.
Κ. και οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης, δεύτερος της αίτησης αναίρεσης και πέμπτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, της κατηγορουμένης Α. Τ., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
ε’ ΠΚ.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι συνεκδικαζόμενοι μ’ αυτές πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να καταδικαστεί καθένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Επίσης πρέπει να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες, να καταβάλουν τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης στο πολιτικώς ενάγον Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο είναι Ν.Π.Δ.Δ. και η νομική υπηρεσία του διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-12-2013 αίτηση - δήλωση του Δ. Κ. του Ό., που επιδόθηκε την ίδια ημέρα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και το από 22-10-2014 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης αυτού κατά της απόφασης 3724/2012 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 17-12-2013 αίτηση - δήλωση της Α. Τ. του Κ., που επιδόθηκε την ίδια ημέρα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και το από 22-10-2014 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης αυτής κατά της απόφασης 3724/2012 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 17-12-2013 αίτηση - δήλωση του Η. Σ. του Α., που επιδόθηκε στις 18-12-2013 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και το από 29-4-2015 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης αυτού κατά της απόφασης 3724/2012 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει καθέναν από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Υποχρεώνει τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν τα δικαστικά έξοδα του πολιτικώς ενάγοντος, Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, κατά την αναιρετική δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ