Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling substantive claims cannot override procedural rules on joinder.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision, rejecting the appellants' arguments that the lower court erred in allowing contradictory claims. The appellants claimed the joinder of their claims violated substantive property law, while the respondents argued the joinder complied with procedural rules. The court held that the joinder of contradictory claims is governed by procedural law, not substantive law, and that the lower court correctly applied the rule requiring separation of such claims rather than declaring them inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 218, 560 of the Code of Civil Procedure; The joinder of contradictory claims is governed by procedural law, and substantive violations cannot override procedural rules requiring the separation of such claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1196 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1196/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ε. Κ. του Χ., 2)Ι. Κ. του Χ., 3)Α. Κ. του Χ., 4)Χ. Κ. του Β., και 5)Α. Ι., συζ. Χ. Κ., κατοίκων ..., του 4ου ατομικά και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος Φ. - Α. Κ. και της 5ης ως κληρονόμου του ως άνω αποβιώσαντος. Οι 1η, 2η, 3ος και 5η εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αντώνιο Φούσα και Κωνσταντίνο Ρήγο και ο 4ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Σ. του Δ., 2)Ε. Μ. του Γ., 3)Ε. Μ. του Γ., και 4)Ε. Σ. του Ι., χήρας Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μίνη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/9/2008 αγωγή των ήδη 1ης, 2ης, 3ου και 4ου των αναιρεσειόντων και του αρχικού διαδίκου Φ. - Α. Κ. και την από 14/2/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Βόλου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 156/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 8/1/2014 αίτησή τους και τους από 31/7/2014 προσθέτους λόγους τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 9/9/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτή την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.
Προκειμένου για ακίνητο άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ’ αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ειδικότερα η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής.
Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί και ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει την κυριότητα. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 976 και 977 ΑΚ συνάγεται ότι οι προϋποθέσεις για την απόκτηση της νομής παραγώγως με ειδική διαδοχή, που συντελείται με απλή παράδοση της νομής είναι: 1) η ύπαρξη της ιδιότητας του νομέα κατά το χρόνο παράδοσης της νομής σ’ αυτόν που μεταβιβάζει τη νομή 2) η κτήση της φυσικής εξουσίας του πράγματος από τον αποκτώντα και 3) η μετάθεση της φυσικής εξουσίας από τον μέχρι τώρα νομέα στον αποκτώντα να γίνεται με την θέληση και των δύο δηλαδή και αυτού που μεταβιβάζει τη νομή.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος. Έτσι εναγόμενος στη διεκδικητική αγωγή είναι εκείνος ο οποίος από οποιαδήποτε αιτία βρίσκεται στη νομή ή την κατοχή του επιδίκου κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ώστε είναι αδιάφορο αν κατέχει τούτο στο δικό του όνομα ή στο όνομα άλλου, αν απέκτησε τη νομή με παράδοση ή κατάληψη καθώς και αν νέμεται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου ή ως οιονεί, νομέας.
Εξάλλου η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από τις διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ’ αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος αντίστοιχα. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Αν όμως ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως σύμφωνα με το νόμο η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναιρέσεως από την άποψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. (Ολ ΑΠ 25/2008). Κατά το άρθρο 560 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν τις παραδοχές της. Ο ίδιος λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οπότε ο σχετικός λόγος θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα περιστατικά: "Με το με αριθμό .../13-3-1997 συμβόλαιο της συμβ/φου ..., που μεταγράφηκε νόμιμα ..., η πρώτη των εφεσίβλητων απέκτησε με γονική παροχή την ψιλή κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του Δήμου Ν.
Ιώνιας Μαγνησίας στην ειδικότερη θέση "..." ή "...". Περαιτέρω με το με αριθμό .../13-3-1997 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου μεταβιβάστηκε στη δεύτερη εφεσίβλητη λόγω δωρεάς η ψιλή κυριότητα αγροτεμαχίου στην ίδια παραπάνω θέση και με το με αριθμό .../13-3-1997 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου μεταβιβάστηκε στην τρίτη εφεσίβλητη λόγω δωρεάς εν ζωή η ψιλή κυριότητα αγροτεμαχίου στην ίδια παραπάνω θέση Η επικαρπία και των τριών ως άνω ακινήτων παρακρατήθηκε εφόρου ζωής από την αρχική ιδιοκτήτρια αυτών και συγκεκριμένα από την τέταρτη των εφεσίβλητων.
Τα ανωτέρω ακίνητα είχαν περιέλθει σε αυτήν από τον πατέρα της Ι. Μ., με το με αριθμό .../31-10-1953 προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου .... που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο συστήθηκε προίκα υπέρ αυτής και προς τον σύζυγο της Δ. Σ. του Α.. Και τα τρία αυτά αγροτεμάχια συνορεύουν στη βορειοδυτική τους πλευρά με ιδιοκτησία των εκκαλούντων.....
Επίδικα στην από 14-2-2008 αγωγή των εφεσίβλητων είναι: 1) από το αγροτεμάχιο με το στοιχείο Ε3 (της πρώτης εφεσίβλητης) τμήμα, εμβαδού 435 τμ....., 2) από το αγροτεμάχιο με το στοιχείο Ε2 της δεύτερης εφεσίβλητης τμήμα, εμβαδού 398 τμ....., και 3) από το αγροτεμάχιο με το στοιχείο Ε1 της τρίτης εφεσίβλητης τμήμα, εμβαδού 126 τμ.....
Συνολικό εμβαδό των τριών επιδίκων που είναι συνεχόμενα, όπως εμφαίνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, είναι 959 τμ. Περαιτέρω, στον τέταρτο εκκαλούντα (μοναδικό εναγόμενο της από 14-2-2008 αγωγής των εφεσίβλητων και πέμπτο ενάγοντα της από 3-9-2008 αγωγής των εκκαλούντων) είχε περιέλθει από αγορά από τον Δ.
Σ. του Α., ήτοι τον σύζυγο της τέταρτης, πατέρα της πρώτης και παππού της δεύτερης και τρίτης των εφεσίβλητων δυνάμει του υπ’ αρ. .../25-11-1982 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου .........νομίμως μεταγραφέντος ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 4.320 τμ κείμενο στη θέση "..." της Κοινότητας ... τέως Δήμου Μακρυνίτσας και νυν περιφέρειας Νέας Ιωνίας συνορευόμενο βορείως με αγροτικό δρόμο, νοτίως με ιδιοκτησία πωλητή (Σ.
Δ.) που συνιστά και το ακίνητο που μεταγενέστερα κατατμήθηκε και μεταβιβάστηκε στις εφεσίβλητες, ανατολικά με ιδιοκτησία Κ. Μ. και δυτικώς με ιδιοκτησία πωλητή (Δ. Σ.), που πωλήθηκε στον τρίτο - μη διάδικο, Α. Π.. Σύμφωνα δε το συμβόλαιο αυτό το πωληθέν στον τέταρτο εκκαλούντα ακίνητο ήταν τμήμα μείζονος ελαιοπεριβόλου του Δ.
Σ., συνολικού εμβαδού 32.329 τμ, που περιήλθε σε αυτόν από προίκα συσταθείσα με το αναφερόμενο σε προηγούμενο σημείο της παρούσας σκέψης υπ’ αρ. .../1953 προικοσυμβόλαιο. Στο ανωτέρω πωλητήριο συμβόλαιο δεν επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα. Εν συνεχεία, ο τέταρτος εκκαλών με το υπ’ αρ. .../10-1-2006 συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας του συμβολαιογράφου ........., μεταβίβασε στα τέκνα του, πρώτη, δεύτερη, τρίτη των εκκαλούντων και τον αποβιώσαντα μετά την άσκηση της από 3-9-2008 αγωγής και αρχικώς τρίτο ενάγοντα, Φ. - Α.
Κ. (στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν ήδη πριν την έκδοση της εκκαλουμένης οι υπόλοιποι ενάγοντες και η Α. Ι., άπαντες εκκαλούντες της υπό κρίση έφεσης), την ψιλή κυριότητα ενός αγρού, εμβαδού 5.182,50 τ.μ, στο οποίο υπάρχει διώροφη οικία κείμενο στην ίδια παραπάνω θέση. Παρατηρείται ότι συγκριτικά με το εμβαδό του ιδίου αγροτεμαχίου που αρχικά ο τέταρτος εκκαλών είχε αποκτήσει από τον δικαιοπάροχο του, Δ.
Σ., εμβαδού κατά τον τίτλο κτήσης του 4.320 τμ, υπάρχει απόκλιση 862,50 τμ. Στο συμβόλαιο γονικής παροχής αυτή η απόκλιση εξηγείται ως εξής: το τμήμα των 4.320 τμ που εμφαίνεται με τα γράμματα Β-Δ-Ζ-Κ-Β στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ι. Ε. περιήλθε στον τέταρτο εκκαλούντα από αγορά δυνάμει του προαναφερόμενου υπ’ αρ. .../1982 πωλητηρίου συμβολαίου και το υπόλοιπο τμήμα που εμφαίνεται με τα γράμματα Κ-Λ-Μ-Ζ στο ίδιο τοπογραφικό, εμβαδού 862,50 τμ, περιήλθε με έκτακτη χρησικτησία του τέταρτου εκκαλούντα βάσει εικοσαετούς και πλέον νομής που ασκούσε σε αυτό.
Ωστόσο, στην από 3-9-2008 αγωγή των εκκαλούντων το τμήμα αυτό που κατά τους ισχυρισμούς τους περιήλθε στον τέταρτο εκκαλούντα λόγω χρησικτησίας αναφέρεται να έχει εμβαδό 856,70 τ.μ......... Επομένως επίδικο στην από 3-9-2008 αγωγή των εκκαλούντων είναι το τμήμα αυτό των 856,70 τμ, αλλά η κρίση του Δικαστηρίου θα αφορά επιπλέον α) το συνολικό εμβαδό των τριών επιδίκων (Ε1, Ε2 και Ε3) των 959 τμ της από 14-2-2008 αγωγής των εφεσίβλητων και β) το εμβαδό των 862,50 τμ (όπως περιγράφεται ανωτέρω), καθώς ο τέταρτος εκκαλών για την απόκρουση της από 14-2-2008 αγωγής των εφεσίβλητων προέβαλε ένσταση έκτακτης χρησικτησίας και ιδίας κυριότητας για αυτήν την έκταση, ισχυρισμοί που επαναφέρονται με τους πέμπτο και έκτο λόγους έφεσης.
Δεν καταλείπεται δε αμφιβολία ότι όλα τα εμβαδά αφορούν το ίδιο ακίνητο, αφού προσδιορίζεται γύρωθεν από τα ίδια όμορα ακίνητα. Ο βασικός ισχυρισμός του τέταρτου εκκαλούντος για την απόκρουση της αγωγής των εφεσίβλητων όσο και απάντων των εκκαλούντων για την υποστήριξη της δικής τους αγωγής είναι ότι ο Δ.
Σ. το έτος 1982 συγχρόνως με τη συμβολαιογραφική μεταβίβαση με το .../1982 συμβόλαιο μεταβίβασε άτυπα το επίδικο στον τέταρτο εκκαλούντα, ο οποίος έκτοτε και μέχρι το 2006 το νεμόταν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από κανέναν. Η άτυπη μάλιστα μεταβίβαση έγινε, επειδή κατά τους ισχυρισμούς τους το ακίνητο που μεταβιβάστηκε συμβολαιογραφικά ήταν στην πραγματικότητα μικρότερο από το αναφερόμενο στο συμβόλαιο, το οποίο έγινε αντιληπτό από τον τέταρτο εκκαλούντα αργότερα, οπότε η άτυπη μεταβίβαση του επιδίκου έγινε ανταποδοτικά και προς αποκατάσταση των πραγμάτων.
Στις από 27-11-2009 προτάσεις του τέταρτου εκκαλούντος, Χ. Κ., ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βόλου για την απόκρουση της αγωγής των εφεσίβλητων επικαλείται ότι αυτό στην πραγματικότητα και παρά τον τίτλο είχε έκταση ,4.033 τμ και πλευρά προς βορρά (με αγροτικό δρόμο) 53,50 μ, προς νότο (με υπόλοιπη ιδιοκτησία Ε., Σ.) 55,50 μ και προς ανατολή (με ιδιοκτησία Κ.
Μ.) 74 μ, το οποίο αντιλήφθηκε όταν ξεκίνησε τις διαδικασίες για την έκδοση οικοδομικής άδειας για την ανέγερση οικίας, οπότε για να καταστεί εφικτή η έκδοση της συμφώνησε με τον Δ. Σ. να του δώσει δια λόγου το επίδικο. Οι διαστάσεις των πλευρών του ακινήτου κατά τον άνω υπολογισμό εμφαίνονται στο προσκομιζόμενο από τους εκκαλούντες από Νοέμβριο 1982 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ.
Β. Σε αυτό ο μηχανικός δηλώνει υπεύθυνα ότι τα αγρόκτημα ΒΔΖΚΒ (δηλαδή αυτό που απέκτησε ο τέταρτος εκκαλών με συμβόλαιο), εμβαδού 4.320 τμ, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Επιπλέον, στην υπ’ αρ. ...6-4-1983 οικοδομική άδεια που προσκομίζουν οι εκκαλούντες, της οποίας η έκδοση κατέστη κατά τους ισχυρισμούς του τέταρτου εξ αυτών εφικτή μόνο μετά την άτυπη μεταβίβαση σε αυτόν του επιδίκου, υπάρχει τοπογραφικό σκαρίφημα του οικοπέδου.
Σε αυτήν ως εμβαδά πλευρών του οικοπέδου αναφέρονται τα εξής: προς βορρά (με αγροτικό δρόμο) 52 μ (24 μ +28 μ), προς νότο (με υπόλοιπη ιδιοκτησία Σ.) 55,50 μ, προς ανατολή (με ιδιοκτησία Κ. Μ.) 71 μ και προς δύση (με ιδιοκτησία Α. Π.) 87 μ. Από τη σύγκριση των πλευρών, όπως αποτυπώνονται στην ως άνω οικοδομική άδεια με τις πλευρές που οι εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι ήταν μικρότερες από τα συμφωνηθέντα και συνεπάγονταν μικρότερο εμβαδό, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει καμία απολύτως διαφοροποίηση.
Οι κατά τους εκκαλούντες μικρότερες πλευρές του ακινήτου ήταν αυτές που λήφθηκαν υπόψη και βάσει των οποίων εξεδόθη οικοδομική άδεια. Εάν όμως ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός τους, θα έπρεπε με δεδομένες αυτές τις πλευρές να απορριφθεί το αίτημα έκδοσης αδείας. Επιπλέον στο τοπογραφικό σκαρίφημα της ως άνω οικοδομικής άδειας η προς ανέγερση οικία τοποθετείται σε απόσταση 15μ από έκαστη πλευρά του ακινήτου και το εμβαδό του υπογείου υπολογίζεται στα 141,50 τμ, του ισογείου στα 125 τμ και του ορόφου στα 82 τμ, δηλαδή όση αναφέρεται και στο μεταγενέστερο υπ’ αρ. .../10-1-2006 συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας.
Επομένως, δεν αποδείχθηκε ούτε ότι το ακίνητο που αγόρασε ο τέταρτος εκκαλών είχε στην πραγματικότητα έκταση 4.033 τμ ούτε η επικαλούμενη συμφωνία του με τον Δ. Σ. για επέκταση του πωληθέντος ακινήτου προς την ιδιοκτησία του τελευταίου και η άτυπη μεταβίβαση τμήματος αυτής. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος εκκαλών ανήγειρε την προαναφερόμενη οικία σε πολλή μικρή απόσταση από το σύνορο της ιδιοκτησίας του με την ιδιοκτησία των εφεσίβλητων, όπως εμφαίνεται σαφώς τόσο στο επισυναπτόμενο στην αγωγή των εφεσίβλητων από Δεκέμβριο 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του Γ.
Δ. όσο και στο επισυναπτόμενο στην αγωγή των εκκαλούντων από Φεβρουάριο 2007 τοπογραφικό του Δ. Ν. κατά παράβαση της οικοδομικής άδειας που απαιτούσε απόσταση 15 μ........ Οι εκκαλούντες προσκομίζουν την από Ιανουαρίου 2013 τεχνική έκθεση του μηχανικού Χ. Κ., ο οποίος διαπιστώνει ακριβώς τα ανωτέρω, δηλαδή ότι το επίδικο αποτελούσε για τον τέταρτο εκκαλούντα την απαραίτητη και προβλεπόμενη ζώνη ασφαλείας πλάτους 15 μέτρων από τη διώροφη οικοδομή.
Δεν εξηγεί, όμως, το λόγο που ο τελευταίος δεν ανήγειρε την οικοδομή σύμφωνα με τα οριζόμενα στην οικοδομική άδεια. Ο τέταρτος εκκαλών, λοιπόν, έχοντας ανοικοδομήσει πλησίον του συνόρου του οικοπέδου που αγόρασε από τον Δ. Σ. και επειδή χρειαζόταν χώρο να εναποθέτει τα οικοδομικά υλικά πλησίον της ανεγερθεισόμενης οικοδομής, εναπόθετε οικοδομικά υλικά για την κατασκευή της οικίας του εντός του επίδικου ακινήτου με την άδεια και την ανοχή τόσο του δικαιοπαρόχου των εφεσίβλητων (Δ.
Σ.) όσο και των τελευταίων μετά τη μεταβίβαση σε αυτές του επίδικου εδαφικού τμήματος, όπως αυτό κατατμήθηκε κατά την μεταβίβαση του στις τελευταίες κατά τα ειδικότερα εδαφικά τμήματα που περιγράφονται παραπάνω. Οι εφεσίβλητες και πριν από αυτές, ο δικαιοπάροχος τους ασκούσαν επί του όλου επίδικου ακινήτου τις προσιδιάζουσες στην φύση του πράξεις νομής και συγκεκριμένα επιτηρούσαν το όλο ακίνητο και συνέλλεγαν τους καρπούς των υφιστάμενων ελαιοδένδρων και αμυγδαλιών μέχρι την 12-2-2007, οπότε αποβλήθηκαν παράνομα από τον τέταρτο εκκαλούντα.
Επέτρεπαν δε μόνο την προαναφερόμενη εναπόθεση των οικοδομικών υλικών και την χρήση του επιδίκου για τη διενέργεια οικοδομικών εργασιών από τον τέταρτο εκκαλούντα για την εξυπηρέτηση των αναγκών τις ιδιοκτησίας του, όπου κατασκεύαζε οικία, χωρίς όμως να αποβληθούν από την νομή των επίδικων εδαφικών τμημάτων έκαστης εξ αυτών και παρά το γεγονός ότι ο ανωτέρω δεν τήρησε τη ζώνη ασφαλείας από την οικοδομή του.
Μάλιστα αποδείχθηκε ότι στο παρελθόν και συγκεκριμένα το έτος 1996 ο τέταρτος εκκαλών ζήτησε από τον Δ. Σ. να πωλήσει σε αυτόν την επίδικη έκταση, πρόταση που επανέλαβε και τον Φεβρουάριο του 2007 λίγο πριν καταλάβει το επίδικο. Μέχρι την 12-2-2007 κανείς άλλος πλην των εφεσίβλητων και του δικαιοπαρόχου τους δεν ασχολήθηκε με την καλλιέργεια των δένδρων και την συλλογή των καρπών............
Οι εκκαλούντες προσκομίζουν την από 22-9-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του γεωπόνου Θ. Κ., στην οποία γίνεται εκτίμηση της ηλικίας των δέντρων (ελιών, αμυγδαλιών, πουρναριών κ.α.) που υπάρχουν στην επίδικη έκταση. Βάσει αυτής υφίστανται ελαιόδεντρα διαφόρων ηλικιών (από κάτω των 10 έως άνω των 20 ετών), πουρνάρια ηλικίας έως 20 ετών και σπάρτα αντίστοιχης ηλικίας, είναι δε περιποιημένα και βρίσκονται σε καλή φυσιολογική κατάσταση.
Επίσης προσκομίζουν και την από Μαρτίου 2008 τεχνική έκθεση του αγρονόμου, τοπογράφου - μηχανικού Π. Π., στην οποία γίνεται διαχρονική μελέτη της ιδιοκτησίας των εκκαλούντων με τη χρήση αεροφωτογραφιών. Βάσει αυτής το ακίνητο των εκκαλούντων από το έτος 1984 μέχρι το έτος 2003 φαίνεται, σε αντίθεση με τις αεροφωτογραφίες των προηγούμενων ετών, να έχει καθαριστεί από τη διάσπαρτη βλάστηση, να έχουν γίνει οι αναγκαίες υποδομές και να έχει κτιστεί οικία.
Από την οικία δε μέχρι το βόρειο και ανατολικό όριο του ακινήτου (εννοεί το επίδικο) διαπιστώνει ο ως άνω μηχανικός ότι το έδαφος είναι καθαρό και υπάρχουν ίχνη οικοδομικών εργασιών, ισοπέδωσης του εδάφους με τεχνικά μέσα και υλικών που έχουν εναποτεθεί. Στην ίδια δε περιοχή εμφανίζονται νέα δέντρα, των οποίων ο αριθμός αυξάνεται τα επόμενα έτη.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις αμφοτέρων δεν αμφισβητούνται από το Δικαστήριο. Ωστόσο, αναφορικά με τη φύτευση και καλλιέργεια δέντρων δεν αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος εκκαλών μέχρι το έτος 2007 προέβη σε αυτές........... Πρέπει να επισημανθεί δε ότι το επίδικο δεν είχε περίφραξη μέχρι το 2007 που έφτιαξε ο τέταρτος εκκαλών, οπότε από τις παραπάνω τεχνικές εκθέσεις δεν διαπιστώνεται ότι ο τέταρτος εκκαλών καλλιέργησε τα αναφερόμενα δέντρα...........
Οι δε οικοδομικές εργασίες και η χρήση του χώρου προσωρινά για τη διευκόλυνση αυτών γίνονταν με την ανοχή των εφεσίβλητων, οι οποίοι πάντα ήλεγχαν να μην ανεγερθεί κατασκεύασμα πέραν του κοινού ορίου των ιδιοκτησιών τους και να μην χάσουν την αποκλειστική χρήση του επιδίκου, όπως πράγματι δεν έγινε ποτέ.
Συνεπώς ο τέταρτος εκκαλών δεν κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία και είναι απορριπτέα η ένσταση ιδίας κυριότητας και η ένσταση έκτακτης χρησικτησίας (ως τρόπου κτήσης της κυριότητας) για το εδαφικό τμήμα των 862,50 τμ που προβλήθηκαν από τον τέταρτο εκκαλούντα προς απόκρουση της από 14-2-2008 αγωγής των εφεσίβλητων και επαναφέρονται με τον πέμπτο και έκτο λόγο έφεσης, οι οποίοι τυγχάνουν αβάσιμοι κατ’ ουσία.
Αποδέχθηκε περαιτέρω ότι ο τέταρτος εκκαλών στις 12-2-2007 κάνοντας εργασίες περίφραξης εισήλθε αυθαίρετα και παράνομα στα ακίνητα των εφεσίβλητων τοποθετώντας σιδερένιους πασσάλους και σίτα ύψους 1,60 μέτρων και απέβαλε με αυτόν τον τρόπο τις εφεσίβλητες από έκταση των ακινήτων τους, συνολικού εμβαδού 959 τμ..........
Εν όψει των ανωτέρω ο τέταρτος εκκαλών δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα στο επίδικο τμήμα των 856,70 τμ (σύμφωνα με την αγωγή των εκκαλούντων), το οποίο ανήκει στην ιδιοκτησία των εφεσίβλητων. Επομένως, δεν μεταβιβάστηκε στους λοιπούς εκκαλούντες η ψιλή κυριότητα αυτού επειδή απέκτησαν από μη κύριο. Αντιθέτως, η τέταρτη εφεσίβλητη κατέστη κυρία του επίδικου τμήματος των 959 τμ της από 14-2-2008 αγωγής με το με αριθμό .../31-10-1953 προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου ............, έκτοτε δε ασκούσε όλες τις πράξεις νομής που περιγράφονται ανωτέρω και προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του μέχρι την 13-3-1997, οπότε μεταβίβασε όπως αναλύεται πιο πάνω την ψιλή κυριότητα των τριών τμημάτων που προέκυψαν μετά την κατάτμηση της μείζονος ιδιοκτησίας της στην πρώτη, δεύτερη και τρίτη των εφεσίβλητων.
Οι τελευταίες κατέστησαν πράγματι ψιλές κυρίες, η πρώτη του επιμέρους επίδικου τμήματος των 435 τμ, η δεύτερη του επιμέρους επίδικου τμήματος των 398 τμ και η τρίτη του επιμέρους επίδικου τμήματος των 126 τμ (συνολικά 959 τμ), καθώς απέκτησαν από πραγματικό κύριο του ακινήτου." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, διεκδικητική κυριότητας ακινήτου, θεμελιούμενη τόσον στον παράγωγο όσον και στον πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) αναγνώρισε ότι οι τρεις πρώτοι τούτων είναι ψιλοί κύριοι των επιδίκων εδαφικών τμημάτων και η τέταρτη επικαρπώτρια αυτών και υποχρέωσε σε απόδοση τούτων τον εναγόμενο, απέρριψε κατ’ ουσίαν τη συνεκδικασθείσα αναγνωριστική ψιλής κυριότητας και επικαρπίας αγωγή των αναιρεσειόντων, θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο και στην έκτακτη χρησικτησία και ακολούθως απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση των τελευταίων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 976, 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε ούτε τις διατάξεις των άρθρων 979 και 986 ΑΚ, τα οποία επικαλούνται επί πλέον οι αναιρεσείοντες, με την εφαρμογή των οποίων δεν ασχολήθηκε το δικαστήριο της ουσίας ούτε ήταν εφαρμοστέες με βάση τις παραδοχές του, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού χωρίς να αξιώσει λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα οι διατάξεις αυτές απαιτούν.
Ειδικότερα σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, Χ. Κ., εναγόμενος στη διεκδικητική αγωγή και ένας από τους ενάγοντες της αναγνωριστικής αγωγής, δεν απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων εδαφικών τμημάτων, με έκτακτη χρησικτησία, καθ’ όσον δεν παραδόθηκε σ’ αυτόν το 1982 η νομή τους από τον Δ.
Σ. προικολήπτη και επικαρπωτή τούτων και ουδέποτε άσκησε σ’ αυτά διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου, τις υλικές δε πράξεις επί των επιδίκων κατά το χρόνο ανέγερσης οικοδομής στο όμορο της αναμφισβήτητης κυριότητάς του ακίνητο, διενέργησε επειδή επέτρεψαν τούτο οι αναιρεσίβλητοι και όχι στα πλαίσια άσκησης νομής επί ακινήτου, που προσήκουν στον κύριο και συνεπώς δεν απέκτησαν οι λοιποί αναιρεσείοντες την ψιλή κυριότητα των επιδίκων παραγώγως με ειδική διαδοχή, με βάση δηλαδή συμβολαιογραφικώς καταρτισθείσα γονική παροχή και τη μεταγραφή του σχετικού εγγράφου, αφού ο μεταβιβάσας δεν υπήρξε κύριος.
Αντίθετα δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι τα επίδικα, ως τμήματα μείζονος προικώου ακινήτου, νεμήθηκε από το 1923 ο προαναφερθείς Δ. Σ.ς ως προικολήπτης και επικαρπωτής μέχρι το 1983 και έκτοτε μετά την ισχύ του Ν.1329/1983, οπότε αυτοδικαίως η τέταρτη των αναιρεσιβλήτων απέκτησε το πλήρες δικαίωμα κυριότητας στο προικώο ακίνητο, νεμήθηκε η τελευταία και από τη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας και οι λοιπές των αναιρεσιβλήτων με διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του δηλωτικές κατά τις αντικειμενικές συναλλακτικές αντιλήψεις της βούλησής τους να τα εξουσιάζουν όπως ο κύριος και έτσι οι τρεις πρώτες των αναιρεσιβλήτων απέκτησαν την ψιλή κυριότητα των επιδίκων παραγώγως με ειδική διαδοχή από τη προηγούμενη αληθή κυρία τούτων, τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, επικαρπώτρια με αιτία τη γονική παροχή και δωρεά, που καταρτίσθηκαν με συμβολαιογραφικά έγγραφα που μεταγράφηκαν νομοτύπως, η οποία κατά το χρόνο των σχετικών μεταβιβάσεων είχε καταστεί κυρία των επιδίκων παραγώγως και πρωτοτύπως, ως νεμηθείσα τούτα πλέον της εικοσαετίας και τέλος ο προαναφερόμενος Χ.
Κ., εναγόμενος στη διεκδικητική αγωγή, κατέλαβε χωρίς δικαίωμα τα επίδικα εδαφικά τμήματα και τα κατείχε κατά το χρόνο που ασκήθηκε η αγωγή. Επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείντες με το μοναδικό λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και με τους πρώτο και τρίτο πρόσθετους λόγους, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων με εσφαλμένη εφαρμογή, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.
σε σχέση με τη θεμελίωση του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας των εναγόντων στη διεκδικητική αγωγή, της παθητικής νομιμοποιήσεως του εναγομένου σ’ αυτήν και της έλλειψης συνδρομής των προϋποθέσεων για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία του δικαιοπαρόχου των εναγόντων στην αναγνωριστική αγωγή είναι αβάσιμα.
Οι ίδιοι λόγοι κατά το υπόλοιπο μέρος αυτών, στο οποίο διαλαμβάνονται αντίθετα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας προς στήριξη του βασικού ισχυρισμού τους ότι ο προαναφερόμενος Χ. Κ. κατέστη κύριος των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία και βρίσκονται κατ’ αυτούς σε αντίθεση με το αποδεικτικό υλικό, είναι απαράδεκτοι καθ’ όσον υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της ευθείας παραβίασης διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.
πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ. κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενος στο άρθρο αυτό λόγους, μεταξύ των οποίων είναι και ο προβλεπόμενος στο εδάφιο 1 αυτού, για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος δεν έχει εφαρμογή όταν πρόκειται για παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου.
Εξάλλου χαρακτήρα κανόνα δικονομικού δικαίου έχουν οι διατάξεις του άρθρου 218 Κ.Πολ.Δ. που ορίζουν τις προϋποθέσεις, με τις οποίες μπορεί περισσότερες από μία αιτιάσεις του ίδιου ενάγοντος εναντίον του ίδιου εναγομένου να ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο της αγωγής. Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυριζόμενοι ότι εσφαλμένως το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή διότι στο δικόγραφό της σωρεύονταν αντικειμενικώς διεκδικητική και αρνητική αγωγή που αφορούν το ίδιο ακίνητο και ως εκ τούτου αντιφάσκουν μεταξύ τους, προβάλλουν αιτιάσεις από τον αρ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.
της ευθείας παραβίασης των άρθρων 1108, 1094 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον υπό την επίφαση της παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παραβίαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 218 Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθ’ όσον για την περίπτωση της παρά το νόμο σώρευσης αγωγών που αντιφάσκουν μεταξύ τους δεν προβλέπεται από το άρθρο 218 Κ.Πολ.Δ.
ως κύρωση το απαράδεκτο ή η ακυρότητα του δικογράφου αλλά διατάσσεται ο χωρισμός. Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος καθ’ όσον το νομικό αντικείμενο αυτής της δίκης, σε σχέση με τους αναιρεσιβλήτους, που προσδιορίζεται από το περιεχόμενο της αγωγής τους συνίσταται, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, στην ένδικη προστασία της κυριότητάς τους από την καθολική προσβολή αυτής από τον εναγόμενο, που συντελέστηκε με την κατάληψη του επιδίκου και την εντεύθεν απώλειας της νομής και κατοχής τους και συνεπώς αφορά διεκδικητική αγωγή.
Το παρεπόμενο αίτημα της ίδιας αγωγής για την απαγόρευση κάθε μελλοντικής προσβολής της κυριότητας των εναγόντων στο επίδικο με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, χωρίς την επίκληση περιστατικών διατάραξης της κυριότητάς τους από τον εναγόμενο, δε θεμελιώνει αρνητική αγωγή και ήταν μη νόμιμο αφού σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή, η απόφαση θα εκτελεσθεί σύμφωνα με το άρθρο 943 Κ.Πολ.Δ.
και ως τέτοιο απορρίφθηκε ορθώς με την προσβαλλομένη απόφαση. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι από 31-7-2014 πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-1-2014 αίτηση αναίρεσης των Ε., Ι., Α., Χ. Κ. και Α. Ι. και τους από 31-7-2014 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της 156/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ