Legislator Case Law & Legislation
1196/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for missing filing deadlines and improper service.

Case Number 1196/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, ruling the proceedings inadmissible due to procedural violations. The appellants argued that the appellate court improperly tried the case after the first-instance judgment was extinguished, violating their right to a first instance trial. However, the court found this argument did not constitute a valid ground for appeal under the Civil Procedure Code. Furthermore, additional appeal arguments were rejected because they were filed and served less than thirty days before the scheduled hearing, violating strict procedural timelines.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 569 of the Civil Procedure Code; An appeal is inadmissible if additional grounds are not filed and served thirty days prior to the hearing, and a ground is invalid if the appellate court's substantive trial after extinguishing the first-instance judgment does not constitute a jurisdictional error under Article 559.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal inadmissibility Procedural deadlines Service of documents First instance trial Jurisdictional error Additional appeal grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 5 of the Code of Civil Procedure
Article 535 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 569 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 6 of the European Convention on Human Rights

Cited Case Law

AI generated
Case 426/2008 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1196 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1196/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1) Ε. χήρας Ι. Κ., το γένος Η. Τ. ή Τ., 2) Θ. Κ. του Ι. και 3) Α. Κ. του Ι., συζ. Σ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/2/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13786/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 2022/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 20/1/2009 αίτηση και τους από 16/8/2011 πρόσθετους λόγους τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 493/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει το Ελληνικό Δημόσιο με την από 2/7/2013 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκε μόνο το αναιρεσίβλητο, όπως σημειώνεται παραπάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 7/4/2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20/1/2010 αιτήσεως αναιρέσεως της 2022/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και την από 20/9/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των προσθέτων λόγων για αναίρεση της 2022/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης με την 493/20.3.2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 20/1/2009 αίτηση και των από 16/8/2011 πρόσθετων λόγων για αναίρεση της 2022/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εξαιτίας της μη νομότυπης κλήτευσης των εκ των απολειπόμενων αναιρεσειόντων πρώτης και τρίτης αυτών από το επισπεύδον τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τη δικάσιμο της 9/1/2013.

η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση (η οποία είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 21/4/2010) με την από 2/7/2013 κλήση του αναιρεσιβλήτου, και ορίσθηκε δικάσιμος η σημειούμενη στην αρχή της παρούσας (5/2/2014), κατά την οποία όμως όλοι οι αναιρεσείοντες (Ε., Θ. και Α. Κ.), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με την οικεία σειρά του πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε κατέθεσαν δήλωση, κατ' άρθρον 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις 3530γ, 3529γ και 3528γ/25.10.2013 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... που επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον αναιρεσίβλητο, ακριβές αντίγραφο της από 2/7/2013 κλήσης με την κάτω από αυτή πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος για συζήτηση της υπόθεσης κατά την σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (5/2/2014) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσείοντες.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία των τελευταίων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ' αυτού που κατέχει το πράγμα. Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1, 3, 9, 10, 11 και 14 της από 30.1.1923 σύμβασης της Λωζάννης "περί ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών πληθυσμών", που κυρώθηκε με το από 25/25.8.1923 ν.δ., της από 21.6.1924 απόφασης της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής Πληθυσμών και του άρθρου 1 της Ελληνοτουρκικής από 10/6/1930 Συμφωνίας, που συνομολογήθηκε στην Άγκυρα, και κυρώθηκε με το ν. 4793/1930, όλα τα αγροτικά και αστικά ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα και ανήκουν στους υποκείμενους σε υποχρεωτική ανταλλαγή Έλληνες υπηκόους μουσουλμανικού θρησκεύματος, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι στα ελληνικά εδάφη και εγκατέλειψαν αυτά από 28/10/1912 ή πρόκειται να τα εγκαταλείψουν εξαιτίας της παραπάνω ανταλλαγής, χάνονται γι' αυτούς και παραμένουν στη διάθεση της ελληνικής κυβέρνησης, για να αποζημιωθούν από το τίμημα της εκποίησης τους οι ομογενείς Τούρκοι που υπόκεινται σε αντίστοιχη ανταλλαγή.

Τα παραπάνω ακίνητα περιέρχονται στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά πρωτότυπο τρόπο και όχι ως διάδοχο των μουσουλμάνων (ΑΠ 399/1985). Επίσης, από τα άρθρα 21 του ν.δ. Της 22/4-16/5/1926 και 4 του ν. 1539/1938, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, και το άρθρο 1 παρ.7 του ΒΔ της 21/31.10.1940, προκύπτει ότι στα ανταλλάξιμα ακίνητα νομέας, από τις 11/9/1939, θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμία πράξη νομής ενήργησε επ' αυτών, αποκλειόμενης της αναγνώρισης ως νομέα οποιουδήποτε τρίτου καθ' οιανδήποτε διαδικασία.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα περιστατικά: "Την 12 Νοεμβρίου 1926 καταλήφθηκε από την αρμόδια υπηρεσία και καταχωρήθηκε στο κτηματολόγιο το με αριθμό ΑΚ 4437 ανταλλάξιμο ακίνητο, για το οποίο συντάχθηκε το από 12-11-1926 πρωτόκολλο κατάληψης.

Έτσι, αυτό περιήλθε στη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως ανταλλάξιμη περιουσία, σύμφωνα με τις διατάξεις της με ημερομηνία 30 Ιανουαρίου 1923 Σύμβασης της Λωζάνης περί ανταλλαγής των Ελληνοτουρκικών πληθυσμών, που κυρώθηκε με το από 23/25-8-1923 ΝΔ και τα άρθρα 1 και 7 της σύμβασης της Άγκυρας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με το Ν 4793/1930 (ΑΠ 1334/1995 ΕΕΝ 1997. 242, ΑΠ 1392/1990 ΕΕΝ 1991. 580).

Το μείζον αυτό ανταλλάξιμο ακίνητο, που είχε συνολικό εμβαδόν 12.800 τετραγωνικά μέτρα, βρισκόταν στην περιοχή "Καραμπουρνάκι" της Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης και ανήκε στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Ν. Ε.. Ακολούθως, μετά την παρέλευση δεκαετίας από την κατάληψη και σε χρονολογία που δεν διακριβώθηκε, ο τρίτος Α.

Σ., ενεργώντας αυθαίρετα, χωρίς να αντλεί από πουθενά νόμιμο δικαίωμα, κατέλαβε ένα τμήμα εμβαδού 846 τετραγωνικών μέτρων από το μείζον ανταλλάξιμο ακίνητο, το επίδικο. Το καταληφθέν αυτό εδαφικό τμήμα βρίσκεται στην οδό ... 108-110 της Καλαμαριάς. Αφότου κατέλαβε το εδαφικό αυτό τμήμα του ανταλλάξιμου ακινήτου, ο Α.

Σ. το διατήρησε στην κατοχή του και ασκούσε επ' αυτού διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του και τον προορισμό του ως οικοπέδου, μέχρι την ημερομηνία του θανάτου του, που συνέβη σε μη διακριβωθείσα ημερομηνία του έτους 1962. Μετά το θάνατο του, το ίδιο ακίνητο εξακολούθησαν να το κατέχουν και να το χρησιμοποιούν με τον ίδιο τρόπο, μέχρι την 10 Οκτωβρίου 1972, οι κληρονόμοι του, δηλαδή η σύζυγος του Φ.

και τα τέκνα του Ι. Σ., Α. Σ. και Ε. Σ.. Την ημερομηνία αυτή (10-10-1972) οι αναφερθέντες κληρονόμοι του Α. Σ., δυνάμει του .../10-10-1972 προσυμφώνου συμβολαίου μεταβιβάσεως ποσοστών οικοπέδου μετά συμβάσεως εργολαβίας του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Νάσλα, συμφώνησαν με τον Ι. Κ., δικαιοπάροχο των εναγόντων, ν' αναγείρει στο ακίνητο πολυώροφη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής.

Την ίδια ημέρα παρέδωσαν στον εργολάβο την κατοχή του οικοπέδου.

Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι αφότου ο Ι. Κ. παρέλαβε την κατοχή του επίδικου οικοπέδου την 10 Οκτωβρίου 1972, έκτοτε μέχρι την ημερομηνία του θανάτου του, που συνέβη την 28-10-1994, κατείχε το οικόπεδο κατά τρόπο σταθερό και διαρκή. Το έθεσε υπό τη διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή του και το χρησιμοποιούσε με πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε το ακίνητο, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό, στη διάθεση του.

Ειδικότερα, αφού οριοθέτησε και περιέφραξε το οικόπεδο, ακολούθως το είχε υπό την εποπτεία του και είχε τη δυνατότητα να ασκεί τη φυσική εξουσία κάθε στιγμή. Επιπλέον, προέβη στη διαμόρφωση και ισοπέδωση του εδάφους και στο νοτιοδυτικό μέρος του κατασκεύασε μικρό πρόχειρο λυόμενο παράπηγμα εμβαδού 35 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο χρησιμοποιούσε ως γραφείο της επιχειρήσεως του.

Η παραπάνω κατοχή του ακινήτου διήρκεσε μέχρι την 25 Οκτωβρίου 1994. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα δεν εξουσίασε οποιοσδήποτε άλλος τρίτος το ίδιο ακίνητο. Όμως, όλες οι ανωτέρω εμφανείς υλικές πράξεις έγιναν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, χωρίς τη βούληση κτήσης και άσκησης νομής εκ μέρους του Ι. Κ. για λογαριασμό του, δηλαδή έγιναν χωρίς τη θέληση εξουσιάσεως του ακινήτου με διάνοια κυρίου.

Ο ίδιος γνώριζε τουλάχιστον από την 8 Ιουνίου 1978 ότι ολόκληρο το επίδικο ακίνητο αποτελούσε ανταλλάξιμο ακίνητο και ότι δεν ήταν δεκτικό χρησικτησίας. Γι' αυτό, με αλλεπάλληλες έγγραφες αιτήσεις που υπέβαλε την 8-6-1978, την 18-8-1980, την 23-9-1980, την 8-1-1981και την 23-7-1994 προς τον Υπουργό Οικονομικών και την Εφορία Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης, από την 8 Ιουνίου 1978, αναγνώριζε τη φύση του ακινήτου ως ανταλλάξιμου και ζητούσε ανεπιτυχώς την εξαγορά του με καταβολή τιμήματος.

Ο Ι. Κ. πέθανε την 25 Οκτωβρίου 1994. Κληρονομήθηκε από τη σύζυγο του Ε. και τα τέκνα του Θ. Κ. και Α. Κ.. Οι συγκληρονόμοι του, αμέσως μετά το θάνατο του, παρέλαβαν την κατοχή του ακινήτου και έκτοτε, μέχρι το χρόνο της αγωγής, το κατείχαν κατά το ποσοστό της κληρονομιάς ο καθένας και κατά τρόπο σταθερό και διαρκή. Το έθεσαν υπό την ενιαία, διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίασή τους και το χρησιμοποιούσαν όπως και οι δικαιοπάροχος τους, με πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του ως οικοπέδου. Μάλιστα, η Ε. χήρα Ι. Κ. χρησιμοποιούσε και το παραπάνω πρόχειρο παράπηγμα, ως γραφείο εργοταξίου. Γι' αυτό, εκδόθηκε σε βάρος της από τον προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης το 3/1997 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, ενώ μεταγενέστερα η ίδια Υπηρεσία προέβαινε σε πράξεις αποτύπωσης και εμβαδομέτρησης του ακινήτου. Η παραπάνω κατοχή του ακινήτου διήρκεσε μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (18-2-2004). Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα δεν κατείχε οποιοσδήποτε άλλος τρίτος το ίδιο ακίνητο.

Οι ενάγοντες, αρνούμενοι την ιδιότητα του επίδικου ακινήτου ως ανταλλαξίμου, ισχυρίζονται ότι αυτό αποτελούσε τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, έκτασης 4.940 τετραγωνικών μέτρων, που ανήκε στην συγκυριότητα κατ' ισομοιρίαν των Φ. Τ. Σ. και Π. Σ., περσίδων υπηκόων, ως κληρονόμων του πατέρα τους Μ. υιού Α., πέρση υπηκόου, ο οποίος πέθανε το έτος 1933 και ως κληρονόμων της μεταποβιωσάσης μητέρας τους Ρ.

χήρα Μ. υιού Α., στην κληρονομιά των οποίων υπεισήλθαν με ενεργό ανάμειξη. Ακόμη ισχυρίζονται ότι το ακίνητο περιήλθε στον μη ανταλλαγέντα Μ. υιό Α. το έτος 1906, με αγορά από τους Ε. υιό Μ. Α. και την μητέρα του Α. Χ. θυγ. Χ. Α. και ότι ο αγοραστής άσκησε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως επί του ακινήτου μέχρι το έτος 1917 χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, με αποτέλεσμα να καταστεί κύριος του ακινήτου.

Τέλος, ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι και ο δικαιοπάροχος τους νεμήθηκαν αδιάκοπα ολόκληρο το επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από το έτος 1972 μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (18-2-2004). Από τα αποδεικτικά στοιχεία, όμως, που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών.

Αντίθετα, πλήρως αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ανταλλάξιμο και ανήκε στον ανταλλαγέντα τούρκο υπήκοο Ν. Ε.. Την ίδια άποψη διατύπωσε το παρόν Δικαστήριο δυνάμει της 152/1989 αμετάκλητης αποφάσεως του, που επικυρώθηκε με την 38/1996 απόφαση του Αρείου Πάγου, σε δίκη που ανοίχθηκε μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των κληρονόμων του Α.

Σ., που το κατέλαβε αρχικά, σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε σχετική αγωγή διεκδίκησης του ακινήτου με την παραδοχή της ανταλλαξιμότητάς του και της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτό. Αυτό, ότι δηλαδή το ακίνητο ήταν ανταλλάξιμο, το γνώριζε τουλάχιστον από την 8 Ιουνίου 1978 και ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Ι.

Κ., ο οποίος, τελώντας στην πεποίθηση αυτή, ζητούσε την εξαγορά του ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο που αναγνώριζε πως είχε την κυριότητά του. Γι' αυτό, δεν νεμήθηκε το οικόπεδο με διάνοια κυρίου, όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω. Αλλά και οι ενάγοντες κληρονόμοι του, εξαιτίας της φύσεως του ακινήτου ως ανταλλαξίμου, δεν μπορούσαν οι ίδιοι από την 25 Οκτωβρίου 1994 και ο δικαιοπάροχος τους νωρίτερα, να χρησιδεσπόσουν το επίδικο ακίνητο, διότι αυτό δεν ήταν δεκτικό χρησικτησίας (βλ.

άρθρο 21 του ΝΔ της 22 Απριλίου - 16 Μαΐου 1926 και το άρθρο 4 του Ν 1539/1938 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ αλλά και άρθρο 1 παρ.7 του ΒΔ της 21/31 Οκτωβρίου 1940 σύμφωνα με το οποίο στα ανταλλάξιμα νομέας από 11-9-1939 θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν ουδεμία πράξη νομής ενήργησε επ' αυτών, αποκλεινομένης της αναγνώρισης μόνο ως νομέα οποιουδήποτε τρίτου καθ' οιανδήποτε διαδικασία).

Συνακόλουθα, δεν μπορούσαν να έχουν νομή στο επίδικο. Έτσι, μόνη η κατοχή του επίδικου ακινήτου από τους ενάγοντες ή τον δικαιοπάροχό τους Ι. Κ. δεν μπορούσε να οδηγήσει σε κτήση της κυριότητας του με έκτακτη χρησικτησία, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται. Άλλωστε, χρησικτησία σε βάρος του Δημοσίου δεν είναι δυνατή.

Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, οι ενάγοντες δεν κατέστησαν οποτεδήποτε συγκύριοι του επίδικου ανταλλάξιμου οικοπέδου. Όμως, η ύπαρξη της κυριότητας στο πρόσωπο τους αποτελεί τη βάση της κρινόμενης αρνητικής αγωγής που άσκησαν και αναγκαίο στοιχείο για την ευδοκίμησή της, διότι από την κυριότητα πηγάζει και για την προστασία της παρέχεται η αγωγή αυτή." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αρνητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσειόντων είναι ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο κατ' ουσία την ένσταση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, ως ανεπίδεκτο χρησικτησίας από τρίτους, εξαιτίας της φύσης του ως ανταλλαξίμου, ακολούθως δε εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της μη απόδειξης της κτήσης συγκυριότητας των αναιρεσειόντων στο επίδικο ανταλλάξιμο ακίνητο, που είναι αναγκαίο στοιχείο της βάσης της ένδικης αγωγής και της απόδειξης της κτήσης κυριότητας του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου στο πιο πάνω ακίνητο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την περιέλευση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου στην κυριότητα κ αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου με την ιδιότητα αυτού ως ανταλλάξιμου, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσιμης, που συνίσταται στο ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διέλαβε όλως ανεπαρκή αιτιολογία, αφού ουδόλως κρίνει αιτιολογημένα ότι επίδικο δεν ενέπιπτε ποτέ και δεν εμπίπτει εντός του αρ ΑΚ 4437 ανταλλαξίμου κτήματος και ουδέποτε είχε καταληφθεί το επίδικο από το Ελληνικό Δημόσιο, αφού τούτο ανήκε στον αγοραστή ..., όπως καταθέτει ο μάρτυράς μας τοπογράφος μηχανικός και απέδειξε με την τεχνική έκθεση εφαρμογής τίτλων ιδιοκτησίας ότι το επίδικο εμπίπτει στο ΑΚ 4437 ανταλλάξιμο ακίνητο, αλλά τούτο αποτελούσε ανέκαθεν καθαρή ιδιοκτησία ιδιώτη ...

δεν εξήγησε η απόφαση πως είναι δυνατό η μισή περιουσία Πέρση υπηκόου να είναι καθαρή ιδιοκτησία και η άλλη μισή ανταλλάξιμο κτήμα ...", είναι απορριπτέα ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της ως άνω πλημμέλειας πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Εξάλλου απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως πλήττων αποκλειστικά την εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι και ο τρίτος λόγος, αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 19 και 20 πλημμέλειες α) της έλλειψης νόμιμης βάσης και β) της παραμόρφωσης του περιεχομένου αποδεικτικών εγγράφων, που συνίστανται, αντίστοιχα, στο ότι: 1) η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε με ανεπαρκή αιτιολογία ότι ο ιδιώτης Α.

Σ. κατέλαβε αυθαίρετα μετά 10ετία (από το έτος 1926) και το επίδικο, παραβλέποντας, άλλως παρερμηνεύοντας την προϋπάρξασα αντιδικία μεταξύ του ως άνω ιδιώτη και του Ελληνικού Δημοσίου, μολονότι όλα τα σχετικά δικόγραφα τέθηκαν υπόψη του Εφετείου, και 2) έκρινε εσφαλμένα ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, ως εργολάβος, με το .../1972 προσύμφωνο συμφώνησε την ανέγερση πολυόροφης οικοδομής στο επίδικο, εκτιμώντας εσφαλμένα και παραμορφώνοντας το περιεχόμενο του προσυμφώνου αφού το συμφωνηθέν προς δόμηση ακίνητο δεν ταυτίζεται με το επίδικο, το οποίο .ουδεμία σχέση έχει με την εργολαβία.

Περαιτέρω, και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αρ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του 53/2.6.1937 πιστοποιητικού του μεταφραστικού γραφείου του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που προσκόμισε το αναιρεσίβλητο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατά το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσης ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ως ανταλλάξιμη περιουσία, που καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο με αριθμό ΑΚ 4437 και συντάχθηκε το από 12/11/26 πρωτόκολλο κατάληψης, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο πιο πάνω πιστοποιητικό, αλλά το συνεκτίμησε μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. -Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.5 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο, σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 47, ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του εξαφάνισε μεν την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, στη συνέχεια όμως κράτησε την υπόθεση και τη δίκασε κατ' ουσία, αντί να την παραπέμψει στο πρωτόδικο δικαστήριο, στερώντας έτσι από τους αναιρεσείοντες τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, κατ' αναφαίρετο συνταγματικό και δικονομικό της δικαίωμα.

Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα της αβασιμότητάς του (αφού σύμφωνα με το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ το Εφετείο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν), είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν ιδρύει τον επικαλούμενο από τον αριθ. 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ούτε κάποιον άλλο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Από άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και ότι για το παραδεκτό των προσθέτων αυτών λόγων απαιτείται όχι μόνο η κατάθεση αλλά και η επίδοση του σχετικού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο να γίνεται τριάντα ημέρες πριν τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικά οριστεί, στις οποίες δεν υπολογίζονται η ημέρα κατάθεσης και επίδοσης και η ημέρα της συζήτησης (ΑΠ 426/2008). Η άποψη ότι ως συζήτηση νοείται η αρχικώς ορισθείσα δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της δίκαιης δίκης, που θεσπίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, αφού δεν παρακωλύεται το δικαίωμα του αναιρεσείοντος για την άσκηση εμπροθέσμως των πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Τυχόν μη εμπρόθεσμη κατάθεση, μη επίδοση ή μη εμπρόθεσμη επίδοση του δικογράφου καθιστά απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους και το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 16-8-2011 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης, αυτό κατατέθηκε εκπροθέσμως στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 16-8-2011 (βλ. με αριθ. 136/2011 έκθεση κατάθεσης του αρμόδιου γραμματέα), δηλαδή δεν κατατέθηκε τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν τη συζήτηση της αναίρεσης που αρχικώς είχε οριστεί για τις 21-4-2010. Επομένως οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20/1/2009 αίτηση και τους από 16/8/2011 πρόσθετους λόγους των Ε. Κ. κλπ. για αναίρεση της 2022/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ