Legislator Case Law & Legislation
1196/2013 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court for admitting evidence without specific citation in second instance.

Case Number 1196/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Regional Court of Dodecanese's decision regarding property ownership. The appellant argued that the appellate court improperly considered specific evidence without citing the exact sections of the first-instance submissions where these documents were referenced. The court ruled that general references to all documents in the first instance do not constitute a legal citation of evidence. Consequently, the appellate court committed a procedural error by admitting evidence without proper citation, leading to the case being remanded for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1710, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 of the Civil Code; Article 224, paragraph 2, letter b of the Code of Civil Procedure; Article 240 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 1, item 11 of the Code of Civil Procedure; Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure; Article 176 of the Code of Civil Procedure; Article 183 of the Code of Civil Procedure: An appellate court commits a procedural error if it considers specific evidence without a clear and specific citation to the relevant parts of the first-instance submissions where such evidence was explicitly invoked.

Keywords

AI generated
appellate procedural error specific citation of evidence general reference invalidity remand for retrial property ownership dispute code of civil procedure legal citation requirement

Cited Legislation

AI generated
Articles 1710, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 of the Civil Code
Article 224, paragraph 2, letter b of the Code of Civil Procedure
Article 240 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1, item 11 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1196 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1196/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ά. Κ. συζ. Κ., το γένος Σ. Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Στεφόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αυγερινό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 7/8/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 162/2009 ιδίου Δικαστηρίου και 287/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/1/2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 8/2/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατ' αποδοχή των δευτέρου και τρίτου λόγων της.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί από το νόμο (εξ' αδιαθέτου) είτε από διαθήκη από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του ή αν εκδοθεί και μεταγραφεί κληρονομητήριο.

Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. Έτσι, αν η διεκδικητική κυριότητας αγωγή ακινήτου, με την οποία ο ενάγων ζητεί την προστασία της κυριότητάς του επί ακινήτου πράγματος, στηρίζεται σε κτήση της κυριότητας με κληρονομική διαδοχή πρέπει να αναφέρονται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση που τη δέχεται ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ότι ο αποβιώσας ήταν κύριος του επίδικου ακινήτου.

Αν δε αμφισβητηθεί ειδικά ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε το δικαίωμα, οφείλει ο ενάγων, κατά παραδεκτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης (άρθρο 224εδ.β Κ.Πολ.Δ.) να ισχυριστεί και να αποδείξει τα περιστατικά που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος από το δικαιοπάροχο και ανάλογα με την έκταση της αμφισβήτησης και των απώτερων δικαιοπαρόχων μέχρι τη συμπλήρωση πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητας αυτών (χρησικτησία).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.

Με την έννοια αυτή σε περίπτωση διεκδικητικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής, στην οποία ο ενάγων θεμελιώνει την απόκτηση της κυριότητας του στο ακίνητο σε παράγωγο τρόπο, ζητήματα αποτελούν τα περιστατικά τα αναγκαία προς θεμελίωση της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του, εφόσον αυτή την αμφισβήτησε ο εναγόμενος.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο είναι οικόπεδο μετά της επ' αυτού οικίας στην περιοχή "..." ή "..." του Δήμου Σύμης, έκτασης 135,30 τ.μ, εμφαινόμενο με τα στοιχεία Γ-Γ-Δ-Ε-Ε'-Ζ-Η-Θ-Λ- Κ-Γ στο από Ιουλίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Φ.Κ., συνορευόμενο ανατολικά με πρώην ιδιοκτησία Μ.

Σ. και ήδη Σ. Χ., δυτικά με πρώην ιδιοκτησία Ε. Σ. και ήδη M. F., βόρεια με δημόσια οδό και εν μέρει με πρώην ιδιοκτησία Ε. Τ. και ήδη Φ. Φ. και νότια με πρώην ιδιοκτησία Ο. Χ. - Ρ. και ήδη Ν. Ρ.. Η οικία αποτελείται από ισόγειο δύο δωματίων εμβαδού 26,155 τ.μ και ανώγειο δύο δωματίων εμβαδού 32,05 τ.μ, μετ' αυλής και μίας δεξαμενής 4,10 τ.μ..

Το επίδικο είχε μεταβιβασθεί αιτία δωρεάς δυνάμει του υπ' αριθ. .../25.9.1970 συμβολαίου του πρώην συμβ/φου Ρόδου Γ.Παπανικήτα, νομίμως μεταγεγραμμένου στην Ά. συζ. Α. Μ., το γένος Σ. Α., από την μητέρα της, Ε. χήρα Σ. Α., το γένος Ο. Χ., η οποία δήλωσε ότι το είχε στην κυριότητα της από προίκα δυνάμει του από 28.12.1908 προικοσυμφώνου.

Μετά τον αιφνίδιο θάνατο της Ά. συζ. Α. Μ., το έτος 1971, το επίδικο περιήλθε στο μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της, υιό της, Π. Μ. (ενάγοντα -εναγόμενο), αναγνωρισθέντος του κληρονομικού του δικαιώματος με την υπ' αριθμ 7.300/1972 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, βάσει της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθμ. .../1972 κληρονομητήριο, που μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης στις 13 Μαΐου του έτους 2005.

Το έτος 1972 ο Π. Μ. επισκέφθηκε για πρώτη φορά το επίδικο και, μετά από συνεννόηση, ανέθεσε την επίβλεψη του και παραχώρησε τη χρήση του στον μακρινό συγγενή του Σ. Χ., πατέρα της εναγόμενης-ενάγουσας, ο οποίος το χρησιμοποιούσε έκτοτε ως αποθήκη για ζωοτροφές, δεδομένου ότι σε γειτονικό ακίνητο διατηρούσε στάβλο.

Πλην όμως, το έτος 1986 ο Σ. Χ. μεταβίβασε το επίδικο στη θυγατέρα του, εναγόμενη- ενάγουσα Ά. συζ. Κ. Κ., αιτία γονικής παροχής, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου (στις 23/12/1986) υπ' αριθμ. .../16.5.1986 συμβολαίου της συμβ/φου Ρόδου Μ. Γεωργίου. Έκτοτε η εναγόμενη- ενάγουσα πήρε στην κατοχή της το επίδικο και άρχισε να το νέμεται με βάση τον παραπάνω νομίμως μεταγεγραμμένο νόμιμο τίτλο, που φέρει όλα τα εξωτερικό για το κύρος του στοιχεία, επιτηρώντας και επιβλέποντας αυτό, επιτρέποντας στον πατέρα της να διαμένει σ' αυτό κατά τα τελευταία έτη της ζωής του και μέχρι το θάνατο του το έτος 1997, προβαίνοντας σε εκτεταμένες εργασίες ανακαίνισης του και χρησιμοποιώντας το για την διαμονή της κατά τις εορτές Χριστουγέννων, Πάσχα και κατά τους θερινούς μήνες.

Τούτο διαπίστωσε το πρώτον ο ενάγων - εναγόμενος κατά το έτος 2004, δεδομένου ότι κατοικεί μόνιμα στην Αθήνα και επισκεπτόταν το επίδικο κατά αραιά χρονικά διαστήματα (μεγαλύτερα και της δεκαετίας), οπότε και προέβη στην έγερση της υπό κρίση αγωγής του, που επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 28.6.2005. Κατά το χρόνο που η εναγόμενη- ενάγουσα απέκτησε τη νομή του επιδίκου είχε την πεποίθηση ότι απέκτησε με το ανωτέρω συμβόλαιο την κυριότητα του, πιστεύοντας ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας της ήταν κύριος του δυνάμει άτυπης δωρεάς οπό τον πατέρα του κατά το έτος 1945, όπως δήλωσε ο ίδιος κατά την κατάρτιση του προαναφερθέντος συμβολαίου.

Ωστόσο η πεποίθηση της αυτή οφείλεται σε βαριά της αμέλεια, αφού, όπως συνομολογεί και η ίδια, παρέλειψε να ελέγξει προηγουμένως τα οικεία βιβλία μεταγραφών. Εάν είχε προβεί προηγουμένως, ως όφειλε, στο σχετικό έλεγχο, θα είχε διαπιστώσει ότι το έτος 1970 είχε μεταγραφεί το ανωτέρω αναφερόμενο δωρητήριο συμβόλαιο, με το οποίο απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου η μητέρα του ενάγοντος - εναγομένου.

Συνεπώς, με τη μεταγραφή του προαναφερθέντος κληρονομητηρίου, η κυριότητα του επιδίκου μεταβιβάσθηκε στον ενάγοντα -εναγόμενο αναδρομικά από το χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης μητέρας του, ήτοι από 15/8/1971 κι αυτός το νεμόταν διαμέσου του πατέρα της εναγόμενης - ενάγουσας στον οποίο κατά τα προαναφερθέντα είχε παραχωρήσει την κατοχή του.

Άρα δεν απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου η εναγόμενη -ενάγουσα, ούτε κατά τρόπο παράγωγο, ήτοι με την επικαλούμενη από αυτήν (μεταγενέστερη) γονική παροχή του έτους 1986, εφόσον δεν την είχε ο επικαλούμενος ως δικαιοπάροχος πατέρας της. Ο τελευταίος δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ούτε με έκτακτη χρησικτησία, γιατί δεν αποδείχτηκε ότι τις ασκούμενες σ' αυτό διακατοχικές πράξεις ασκούσε με διάνοια κυρίου αλλά τις ασκούσε ως αντιπρόσωπος του εφεσίβλητου, ο οποίος σε κάθε περίπτωση δεν έχασε τη νομή του πριν την κατά το 2004 από μέρους του γνώση της αντιποίησης της.

Αλλά ούτε και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι την επικαλούμενη τακτική χρησικτησία απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ,διότι, αν και νεμήθηκε το επίδικο για χρόνο μεγαλύτερο της δεκαετίας, ωστόσο κατά τα προεκτεθέντα, κατά την έννοια του νόμου δεν ήταν καλόπιστη κατά το χρόνο κτήσης της νομής, αφού η σχετική πεποίθησή της, όπως προαναφέρθηκε, οφειλόταν σε βαριά αμέλειά της.

Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχθηκε και ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή του αναιρεσιβλήτου που στηριζόταν στον παράγωγο τρόπο και ειδικότερα σε εξ' αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή και απέρριψε ως αβάσιμη την αντίθετη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσείουσας που στηριζόταν τόσον σε παράγωγο τρόπο (γονική παροχή) όσον και σε πρωτότυπο (τακτική χρησικτησία) και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση της τελευταίας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., η εναγόμενη, και ήδη αναιρεσείουσα, ρητώς αμφισβήτησε την κυριότητα τόσον της άμεσης όσον και της απώτερης δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου ακινήτου.

Συνεπώς, κρίνοντας το Εφετείο ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος έγινε κύριος του πιο πάνω ακινήτου με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) χωρίς να αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα περιστατικά που στηρίζουν την κτήση κάποτε του δικαιώματος από την απώτερη δικαιοπάροχό του παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 και 1033 ΑΚ, αφού αρκέστηκε σε λιγότερες προϋποθέσεις από αυτές που απαιτούνται για την κτήση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), και αφετέρου, διέλαβε σ' αυτήν (απόφαση) ασαφείς και, συνεπώς, ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της απόκτησης κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την προαναφερθείσα απώτερη δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση της παραβίασης των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, αντίστοιχα.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ που αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμού" έχει όμως εφαρμογή και για επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου.

Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου.

Ειδικότερα η αναφορά στις προτάσεις της πρωτόδικης δίκης και η ενσωμάτωση αυτών στις προτάσεις της δευτεροβαθμίου δίκης, δεν συνιστά νόμιμη επίκληση αποδεικτικών μέσων.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, και τα εξής ειδικώς αναφερόμενα: 1) την 7300/1972 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 2) το .../1972 κληρονομητήριο, 3) το 6809/2005 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Σύμης και 4) την .../2008 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Ρόδου Μ. Καρποδίνη. Εξάλλου, από τις από 23-8-2010 προσκομιζόμενες προτάσεις, που ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, τις οποίες ως διαδικαστικό έγγραφο παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), για να ελέγξει τη βασιμότητα του λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος στη σελίδα 1 αυτών αναφέρει ότι προσάγει και επικαλείται κεκυρωμένο αντίγραφο των κατατεθεισών ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεων και στη συνέχεια προβαίνει σε αντιγραφή αυτών, στις οποίες αναφέρονται και τα προσαγόμενα στην πρωτοβάθμια δίκη έγγραφα, χωρίς περαιτέρω, με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου να επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένο μέρος των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων.

Συνεπώς, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του χωρίς νόμιμη επίκληση τα ανωτέρω προσκομισθέντα υπό του αναιρεσιβλήτου αποδεικτικά μέσα, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 287/2010 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Δωδεκανήσου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ