1196/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 311/2007 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδος). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-11-2008 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1196/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ 2, 118 παρ.4 και 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει με ποινή απαραδέκτου, εκτός άλλων στοιχείων, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Full text
Απόφαση 1196 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1196/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό Παναγιώτη Παππά, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Ευβοίας, το οποίο εδρεύει στη Χαλκίδα, νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι. Κ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 311/2007 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδος). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-11-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 12-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, η υπό κρίση από 30/11/2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 311/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, νομίμως εισάγεται προς συζήτηση , μετά την εμπρόθεσμη κατάθεση της υπ' αριθμ. 437/2009 θετικής γνωμοδοτήσεως του ΣΤ' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και το βάσιμο των περιεχομένων στην αίτηση αυτή αναιρετικών λόγων, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1, 2 του ν. 2298/1995, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και ακολούθως με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999 και ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009, αφού η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε πριν την έναρξη ισχύος αυτού (8-8-2009).
ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ 2, 118 παρ.4 και 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει με ποινή απαραδέκτου, εκτός άλλων στοιχείων, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως αρκεί για το ορισμένο και, κατά συνέπεια, το παραδεκτό της αγωγής, να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης ουσιαστικής διατάξεως, στα οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα.
Η αναγραφή των συγκεκριμένων περιστατικών των κατά νόμο παραγωγικών της αγωγικής αξιώσεως, καθώς και η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της δίκης, συνεχομένη με την υποβολή συγκεκριμένου και όχι αορίστου αιτήματος, είναι απαραίτητη, για να μπορέσει ο εναγόμενος να αμυνθεί κατά της αγωγής, το δε δικαστήριο να προβεί στον προσήκοντα υπαγωγικό συλλογισμό προς διάγνωση της διαφοράς και στην έκδοση αποφάσεως με συγκεκριμένο περιεχόμενο επιδεκτικής εκτελέσεως.
Εξ' άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 72 και 77 ΑΚ, που ορίζουν η πρώτη μεν ότι "μόλις το νομικό πρόσωπο διαλυθεί, βρίσκεται αυτοδικαίως σε εκκαθάριση. Ωσότου περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει" και η δεύτερη ότι "Η περιουσία νομικού προσώπου που διαλύθηκε, αν ο νόμος ή η συστατική πράξη ή το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά, ή το αρμόδιο όργανο δεν αποφάσισε διαφορετικά, περιέρχεται στο δημόσιο ...", συνάγεται ότι μετά από κάποιο νόμιμο τρόπο διαλύσεως του νομικού προσώπου, επακολουθεί το στάδιο της εκκαθαρίσεως προς το συμφέρον των δανειστών του και μέχρι της περατώσεώς της θεωρείται αυτό, κατά πλάσμα δικαίου, ως υφιστάμενο για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως.
Τα πρόσωπα, εξάλλου, στα οποία, από το νόμο ή το καταστατικό ή κατόπιν αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως, περιέρχεται η περιουσία του, έχουν ενοχική αξίωση κατά του υπό εκκαθάριση τελούντος νομικού προσώπου, μη έχοντος την ιδιότητα του οιονεί καθολικού αυτού διαδόχου, προς απόδοση των περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν το εναπομείναν, μετά την εκκαθάριση, ενεργητικού, ενώ το δημόσιο καθίσταται δανειστής προς απόδοση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, και η σχετική απαίτησή του τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της υπάρξεως των εν λόγω στοιχείων μετά το πέρας της εκκαθαρίσεως.
Εάν δε το ενεργητικό αποτελείται από ακίνητα, για την συντέλεση της προς το δημόσιο μεταβιβάσεως της κυριότητός των, απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033 και 1192 ΑΚ, η τήρηση του συστατικού τύπου του συμβολαιογραφικού εγγράφου και της μεταγραφής του. Εκ των ανωτέρω παρέπεται, ότι επί αναγνωριστικής της κυριότητος ακινήτου αγωγής του δημοσίου, στηριζομένης επί των ανωτέρω διατάξεων, για το ορισμένο αυτής, μεταξύ των άλλων στοιχείων, πρέπει να αναφέρεται η περάτωση της εκκαθαρίσεως μετά την για οποιοδήποτε νομικό λόγο διάλυση του νομικού προσώπου, καθώς και ότι το επίδικο ακίνητο που απετέλεσε το εναπομείναν στοιχείο του ενεργητικού, μετά το πέρας της εκκαθαρίσεως, μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα στο δημόσιο με την τήρηση των άνω διατυπώσεων, μη αρκούσης της μνείας στο δικόγραφο της αγωγής της διαλύσεως του νομικού προσώπου και μόνο, αφού μόνο το γεγονός αυτό δεν επάγεται αυτοδικαίως και μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου που ανήκε στην κυριότητα του διαλυθέντος νομικού προσώπου στο δημόσιο.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 21.6./10.7.1837 "περί διακρίσεων κτημάτων", σε συνδυασμό και με τα από 3 Φεβρουαρίου , 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου και ιδίως κατά τους ορισμούς του άρθρου 5 του πρώτου, του μοναδικού άρθρου του δευτέρου και του άρθρου 1 του τρίτου, με τα οποία Πρωτόκολλα αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη της Ελλάδος ως ανεξαρτήτου Κράτους και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου στο μέλλον ως προς τις πρώην ιδιοκτησίες στην Ελλάδα των Οθωμανών, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος", συνάγεται ότι στο Ελληνικό Δημόσιο, που δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, περιήλθαν μόνον εκείνα τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά την διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των παραπάνω τριών πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς πρώην κυρίους αυτών, οι οποίοι ανεχώρησαν από τα μέρη της Ελλάδος που απελευθερώθηκαν, και δεν είχαν καταληφθεί υπό τρίτων μέχρι την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και ακολούθως κατείχοντο από Έλληνες ιδιώτες, με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο.
Σημειωτέον δε ότι, ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική και την περιοχή Ευβοίας Οθωμανικά κτήματα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού οι περιοχές αυτές δεν κατακτήθηκαν με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκαν στο Ελληνικό Κράτος στις 31/3/1833, με βάση την από 27.6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των Ελληνικών και των Τουρκικών Αρχών.
Εξ' άλλου, κατά τους ν. 1,23 πανδ. (47.1) εισηγ.47(2.1), εφαρμοζομένους εν προκειμένω, κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, λόγω του χρόνου, κατά τον οποίο φέρεται κτηθείσα η κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου υπό του αναιρεσείοντος, προϋπόθεση περιελεύσεως κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδεσπότων, δηλαδή των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν δεκτικά ανθρωπίνης εξουσιάσεως, αλλά δεν υπάρχει ο κύριος αυτών, ανηκόντων, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 16 του ν.
της 21.6/10.7.1837 στο δημόσιο κατά κυριότητα, είναι όχι μόνον η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος αδιαφόρως κινητού ή ακινήτου, αλλά και η βούληση του κυρίου περί παραιτήσεως από της επ' αυτού κυριότητος, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεως του πράγματος προς συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν.
της 17.11/1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα περί ανεξαρτησίας ανήκαν σε ιδιώτες, και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήθελαν αναγνωρισθεί από το Υπουργείο των Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από την δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, το οποίο έχει ισχύ νόμου.
Ως δάσος δε, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, νοείται η έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη βλάστηση, ήτοι από φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, προορισμένη προς παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων (άρθρο 1 ν. ΑΧΝ/1888). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι υπάρχει τεκμήριο της κυριότητος του Δημοσίου επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους κατά τον χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, υπό την προϋπόθεση ότι κατά την διαδικασία του διατάγματος αυτού δεν αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του ιδιώτου, προϋπόθεση, όμως, της λειτουργίας του τεκμηρίου αυτού είναι η ύπαρξη, κατά την ανωτέρω έννοια, δάσους κατά τον ίδιο χρόνο.
Επομένως, για να είναι ορισμένη η αγωγή του Δημοσίου, με αντικείμενο την αναγνώριση της κυριότητός του επί εδαφικής εκτάσεως, έχουσα ως ιστορική και νομική βάση τις ανωτέρω διατάξεις του δ/τος της 17.11/1.12.1836, πρέπει να αναφέρονται σε αυτή τα περιστατικά που συγκροτούν την βάση του τεκμηρίου και ειδικότερα η ύπαρξη του δασικού χαρακτήρος της εν λόγω εκτάσεως, κατά την ανωτέρω έννοια, πριν την έναρξη εφαρμογής του, μη αρκούσης της μνείας ότι απέκτησε την κυριότητα με βάση τις ειδικές αυτές διατάξεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο επισκοπούμενο, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικόγραφο της ενδίκου αγωγής του αναιρεσείοντος, όπως εκτιμάται, διά της οποίας διώκεται η αναγνώριση της κυριότητός του επί του σε αυτή περιγραφομένου ακινήτου, στηρίζει το τελευταίο το εν λόγω δικαίωμα, α) στις διατάξεις των άρθρων 72 και 77 του ΑΚ, ισχυριζόμενο, προς θεμελίωση της επί των διατάξεων αυτών βάσεως της αγωγής, την διάλυση του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου υπό την επωνυμία "ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ", ιδρυθέντος στα πλαίσια της λειτουργίας Νυχτερινής Σχολής Μηχανικών Χαλκίδος, κατά τις διατάξεις περί Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως και κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, χωρίς όμως να αναφέρεται, ότι περατώθηκε η εκκαθάριση και ότι το επίδικο μεταβιβάσθηκε στο αναιρεσείον με συμβολαιογραφικό έγγραφο, νομίμως μεταγραφέν, προς συντέλεση της μεταβιβάσεως της κυριότητος, β) στις άνω διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 21.6./10.7.1837 "περί διακρίσεων κτημάτων", στα από 3 Φεβρουαρίου, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, στις διατάξεις της από 27.6/9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και στις διατάξεις του δ/τος της 17.11/1.12.1836, χωρίς όμως να αναφέρεται ότι το επίδικο ανήκε σε Οθωμανούς, οι οποίοι το εγκατέλειψαν, δημευθέν από το Δημόσιο, και δεν είχε καταληφθεί υπό τρίτων μέχρι την έναρξη ισχύος του άνω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, ούτε ο τρόπος κατά τον οποίο το επίδικο κατέστη αδέσποτο, γενομένης γενικής αναφοράς στις διατάξεις των αμέσως ανωτέρω νομοθετημάτων, χωρίς μνεία των στοιχείων που συνθέτουν το πραγματικό τους γ) στις διατάξεις του ν/τος της 17.11/1.12.1836, χωρίς αναφορά στον δασικό χαρακτήρα της επιδίκου εκτάσεως πριν από την έναρξη ισχύος του.
Επομένως, η ένδικη αγωγή, ως προς τις ανωτέρω ιστορικές και νομικές της βάσεις, είναι αόριστη, το δε Εφετείο που εξέφερε όμοια με την του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κρίση, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, με το να κηρύξει παρά το νόμο απαράδεκτο, και οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Η στον τέταρτο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος, περιεχομένη αιτίαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή ως προς την επί των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του δ/τος της 17.11/1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών" στηριζομένη βάση της, δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό ότι το επίδικο είχε δασικό χαρακτήρα πριν από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω δ/τος, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, ως ερειδομένη επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί όπως και ανωτέρω ελέχθη, στην αγωγή δεν περιέχεται τέτοιος ισχυρισμός, του αναιρεσείοντος περιοριζομένου μόνο στην αναφορά του εν λόγω νομοθετήματος, χωρίς την οποιαδήποτε μνεία στα στοιχεία του πραγματικού της εν λόγω ουσιαστικής διατάξεως.
Η στον ίδιο, τέταρτο, κατά το τρίτο μέρος, προβαλλομένη αιτίαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για έλλειψη νομίμου βάσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά στην απόρριψη της αγωγής κατά τις προαναφερόμενες βάσεις της, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, γιατί ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ως αόριστες ή μη νόμιμες και δεν υπεισήλθε στην έρευνα της ουσιαστικής αυτών βασιμότητος.
ΙΙ. Επειδή, για την κτήση κυριότητος επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται κατά μεν τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 και 1παρ.1 Κωδ.(7.39), 9 παρ.1 (Βασ. 50.14), αδιάλειπτος νομή του πράγματος με καλή πίστη επί τριακονταετία, την οποία (καλή πίστη), όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20παρ. 12 πανδ.(5.8),27 πανδ.(18.1), 10, 17 και 48 πανδ. (41.3), 3 πανδ. (41.10) και 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση, ότι δια της κτήσεως της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητος άλλου, κατά δε την διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ, ο χρόνος αυτός περιωρίσθη στην εικοσαετία, συνυπολογιζομένου, κατ' αμφότερα τα δίκαια, και του χρόνου νομής χρησικτησίας του προκατόχου του νομέως.
Προκειμένου δε περί εκτάκτου χρησικτησίας που άρχισε υπό το κράτος του προϊσχύοντος δικαίου και συμπληρώθηκε υπό τον Κώδικα, που δεν απαιτεί το στοιχείο της καλής πίστεως του νομέως, είναι απαραίτητη η ύπαρξη της καλής πίστεως για τον μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο (23/2/1946). Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 64 και 65 του Εισ.Ν.ΑΚ., οι περί χρησικτησίας διατάξεις του ΑΚ εφαρμόζονται από της εισαγωγής του και επί προαρξαμένης χρησικτησίας, μη συμπληρωθείσης μέχρι τότε.
Στην περίπτωση αυτή η απαιτουμένη εικοσαετία προς συμπλήρωση του χρόνου της εκτάκτου χρησικτησίας αρχίζει από της εισαγωγής του ιδίου κώδικος, εκτός εάν ο μακρότερος του προϊσχύσαντος δικαίου χρόνος συμπληρώνεται ενωρίτερα, οπότε η χρησικτησία συμπληρώνεται με την παρέλευση του χρόνου αυτού. Κατά τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, επίσης άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητος αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και είναι, κατά τις αντικειμενικές συναλλακτικές αντιλήψεις, δηλωτικές της βουλήσεως του κατόχου να εξουσιάζει το πράγμα ως ιδικό του.
Τέλος, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, εδέχθη, μετ' ανέλεγτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα περιστατικά: Σύμφωνα με το προαναφερθέν .../22-6-1950 συμβόλαιο ο Ι. Α. του Α. αγόρασε ποσοστό συγκυριότητας 23/32 εξ' αδιαιρέτου του περιγραφομένου στο συμβόλαιο ακινήτου "ενεργών ως πρόεδρος της Διοικούσης Επιτροπής της ενταύθα εδρεύουσας Σχολής Μηχανικών "Ο ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ" και υπό την ιδιότητά του αυτή νομίμως εκπροσωπών την ειρημένην Σχολήν Μηχανικών άτε και ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτημένος υπό της διοικούσης επιτροπής της ...
Το ιδανικό μερίδιο επί του ακινήτου πωλείται και μεταβιβάζεται κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή "προς την εν Χαλκίδι εδρεύουσαν Σχολήν Μηχανικών "Ο ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ". Περαιτέρω αναφέρεται ότι "ο δε Ι. Α. Α. υπό την εκτεθείσαν ιδιότητα του απεδέχθη την αγοράν ταύτην και πάντα τα ως άνω εκτιθέμενα και κατέβαλε εις τας πωλήτριας το ανωτέρω τίμημα κατά τον εκτεθέντα τρόπο αφ' ου υπέμνησα εις αυτόν τον περί μεταγραφής νόμον και τας συνεπείας της παραλείψεώς της.
Ενταύθα ο Ι. Α. και υπό την ιδιότητα του Προέδρου και εκπροσώπου του ενταύθα Εμποροβιομηχανικού Επιμελητηρίου εδήλωσεν ότι συναινεί εις την παρούσαν πώλησιν". Στο ακολουθούν, επίσης προαναφερθέν, .../17- 11-1950 συμβόλαιο, η αγορά των 9/32 εξ' αδιαιρέτου του περιγραφόμενου στο συμβόλαιο ακινήτου έγινε και πάλι από τον Ι.
Α., υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου της Διοικούσας Επιτροπής της Σχολής και δυνάμει ειδικής εξουσιοδοτήσεως της τελευταίας. Στο συμβόλαιο αυτό δεν γίνεται καμία αναφορά στο Επιμελητήριο. Διαφορετική είναι η διατύπωση του υπ' αριθμ. .../22-7-1957 συμβολαίου, με το οποίο αγοράστηκε γειτονικό ακίνητο. Στην αγορά αυτή προβαίνει "ο Δ.
Κ. Σ. ... ενεργών επί του προκειμένου ως Πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής της Σχολής Μηχανικών "Ο ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ" και ως Πρόεδρος και εκπρόσωπος του ενταύθα Εμποροβιομηχανικού Επιμελητηρίου ... και υπό τας ιδιότητας του ταύτας ως νομίμως εκπροσωπών την ειρημένην Σχολήν Μηχανικών άτε και ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτημένος υπό της Διοικούσης Επιτροπής".
Το ακίνητο πάντως πωλείται και μεταβιβάζεται στην Σχολή Μηχανικών "Ο ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ" και ο Δ. Σ., "υπό τας εκτεθείσας ιδιότητάς του αποδέχεται την πώληση και την μεταβίβαση". Εδέχθη περαιτέρω το Εφετείο ότι οι Ι. Α. και Γ. Σ. κατέστησαν γνωστό στις πωλήτριες των ακινήτων ότι ενεργούν ως αντιπρόσωποι άλλων, πλην όμως από πλάνη τους περί το δίκαιο παρουσιάστηκαν ως εκπρόσωποι ανυπάρκτου νομικού προσώπου, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, η Σχολή "Ο ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ" δεν απέκτησε νομική προσωπικότητα, δεν είναι υποκείμενο δικαίου και δεν μπορεί ως εκ τούτου να είναι φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Αν το γεγονός αυτό ήταν αδιάφορο στις αντισυμβαλλόμενες - πωλήτριες, το πρόβλημα της περιελεύσεως της αποκτηθείσας ακίνητης περιουσίας θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με τη νομική κατασκευή της δικαιοπραξίας "υπέρ ούτινος ανήκει".
Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως, η, ως άνω, νομική κατασκευή δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αφού, αφενός, οι πωλήτριες δεν ανέλαβαν τον κίνδυνο της συναλλαγής με άγνωστο πρόσωπο - αφού είχε αναφερθεί το όνομα του αγοραστή, έστω και αν ήταν εσφαλμένο - και, αφετέρου, είναι δύσκολο να γίνει δεκτό ότι αυτές (πωλήτριες) δεν ενδιαφέροντο για το πρόσωπο του αγοραστή, και συνεπώς για την φερεγγυότητά του, καθώς σε δύο από τρία συμβόλαια έχει πιστωθεί το τίμημα.
Συγκεκριμένα, στο υπ' αριθμ. .../22-7- 1957 συμβόλαιο συμφωνήθηκε η καταβολή του τιμήματος σε δόσεις, ενώ το υπ' αριθμ..../22-6-1950 συμβόλαιο καταρτίστηκε σε εκτέλεση του υπ' αριθμ. ... προσυμφώνου του ιδίου Συμβολαιογράφου, με το οποίο είχε συμφωνηθεί η τμηματική καταβολή του τιμήματος. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την καλή πίστη και τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας σε τέτοιου είδους συναλλαγές, αλλά και την κατάσταση συμφερόντων των διαδίκων, καθώς και τον δικαιοπρακτικό σκοπό της καταρτίσεώς των, ως άνω, συμβολαίων, κρίνει ότι, αν οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν ότι η Σχολή "Ο ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ" δεν είναι υποκείμενο δικαίου και δεν έχει ικανότητα κτήσεως δικαιωμάτων και αναλήψεως υποχρεώσεων, δεν θα κατήρτιζαν τις συμβάσεις στο όνομα και για λογαριασμό αυτής (ως άνω, σχολής), αλλά στο όνομα και για λογαριασμό του Επιμελητηρίου.
Η κοινή βούληση των συμβαλλομένων ήταν να μεταβιβαστούν τα ακίνητα στο υποκείμενο δικαίου που ήταν κατά νόμο φορέας της περιουσίας της σχολής, πλην όμως, από εσφαλμένη αντίληψη του νομικού καθεστώτος αυτής (Σχολής), οι δηλώσεις τους δεν συνέπεσαν με την βούλησή τους. Η πραγματική βούληση των μερών να περιέλθει το ακίνητο στο Επιμελητήριο συνάγεται τόσο από την έγκριση των μεταβιβάσεων από τους Προέδρους του Επιμελητηρίου και υπό την ιδιότητά τους αυτή, όσο και από το πρακτικό του Δ.Σ.
του Επιμελητηρίου της 13-11-1949, από το οποίο προκύπτει ότι το Επιμελητήριο αντιμετώπιζε την αγορά του οικοπέδου ως δική του υπόθεση. Άλλωστε από τις παραπάνω αναφερόμενες δηλώσεις των προέδρων του επιμελητηρίου και συγκεκριμένα την δήλωση του I. Α. στο .../22-6-1950 συμβόλαιο, ότι εγκρίνει τη μεταβίβαση του ακινήτου και υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου του Εμπορικού Επιμελητηρίου από την δήλωση του Δ.
Σ., ότι αγοράζει το ακίνητο και υπό την ιδιότητα του προέδρου του Εμπορικού Επιμελητηρίου, προκύπτει η αβεβαιότητα των μερών για το νόμιμο φορέα της περιουσίας της σχολής και η προσπάθειά τους να καλύψουν όλες τις δυνατές περιπτώσεις, ώστε το ακίνητο να περιέλθει τελικά στο τελευταίο. Και είναι μεν γεγονός ότι οι ανωτέρω αντιπρόσωποι - πρόεδροι του Επιμελητηρίου δεν είχαν την εκπροσωπευτική εξουσία να καταρτίσουν συμβάσεις αγοράς ακινήτων στο όνομα του τελευταίου, καθόσον εστερούντο σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου (η παραπάνω αναφερόμενη απόφαση του Δ.Σ.
της 13-11-1949 δεν περιεβλήθη τον συμβολαιογραφικό τύπο) και συνεπώς δεν είχαν την εξουσία να προβούν σε δήλωση βουλήσεως για την εκ μέρους του απόκτηση ακινήτου. Για το λόγο αυτό το Δ.Σ. του επιμελητηρίου ενέκρινε επιγενομένως την δια των ανωτέρω συμβολαίων γενομένη αγορά οικοπεδικής εκτάσεως με την υπ' αριθμ. .../23-3-2001 πράξη του Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Νικολάου Καραστάθη, που μετεγράφη νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας, στον τόμο 1889 και τον αριθμό 1, στην μερίδα του (επιμελητηρίου).
Έτσι, κατ' άρθρο 229 Α.Κ., ήρθη η, κατά τα ανωτέρω, εκκρεμότητα με την έχουσα αναδρομική δύναμη έγκριση του επιμελητηρίου ως αντιπροσωπευομένου, η οποία, ανατρέχει στον χρόνο συντελέσεως της δικαιοπραξίας (ΕφΑΘ 10340/1986 Ελλ.Δ/νη 1988.138 και παραπάνω αναφερόμενη γνωμοδότηση Ι. Κ.). Η τοιαύτη έγκριση δεν ήταν αναγκαίο να απευθυνθεί στις πωλήτριες (ή στους κληρονόμους τους) και πράγματι δεν απευθύνθηκε προς αυτές, καθώς η ανάγκη περιελεύσεως της εγκρίσεως στον αντισυμβαλλόμενο υφίσταται όταν η σύμβαση δεν έχει εκτελεστεί ως προς αυτόν και έχει ανάγκη για την άρση της αβεβαιότητας, προκειμένου να ασκήσει τα εκ του άρθρου 231 Α.Κ.
δικαιώματά του, προϋπόθεση όμως που δεν συντρέχει εν προκειμένω, καθόσον το τίμημα έχει καταβληθεί στις πωλήτριες και η σύμβαση έχει εκτελεστεί ως προς αυτές.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω τα ακίνητα που αγοράστηκαν με τα, ως άνω, συμβόλαια περιήλθαν κατά κυριότητα στο εναγόμενο Επιμελητήριο. Ειδικότερα το ακίνητο που περιγράφεται στα υπ' αριθμ..../1950 και .../1950 συμβόλαια του τότε Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ιωάννη Κουρία περιήλθε στις δικαιοπαρόχους του ως εξής: Στην Φ.
θυγ. Ι. Μ. περιήλθαν τα 16/32 εξ' αδιαιρέτου από κληρονομία του πατέρα της Ι. Μ., που απεβίωσε το 1919, άνευ διαθήκης, στην Α. ή Κ. χήρα Μ. Μ. περιήλθαν τα 7/32 εν μέρει και κατά ποσοστό 4/32 από κληρονομιά του συζύγου της Μ. Μ. που απεβίωσε άνευ διαθήκης το 1927 και εν μέρει κατά ποσοστό 3/32 από κληρονομιά της θυγατέρας της Χ.
Μ. που απεβίωσε άνευ διαθήκης το 1939, στην Α. θυγατέρα Μ. Μ. περιήλθαν τα 9/32 εν μέρει κατά ποσοστό 6/32 από κληρονομιά του πατέρα της Μ. Μ. που απεβίωσε άνευ διαθήκης το 1927 και εν μέρει κατά ποσοστό 3/32 από κληρονομιά της αδελφής της Χ. Μ. που απεβίωσε άνευ διαθήκης το 1939. Το ακίνητο που περιγράφεται στο υπ' αριθμ. .../1957 συμβόλαιο του, ως άνω, Συμβολαιογράφου είχε περιέλθει στις δικαιοπαρόχους του εναγομένου Επιμελητηρίου Φ.
θυγατέρα Ι. Μ. και Α. ή Κ. χήρα Μ. Μ. και στην Α. θυγατέρα Μ. Μ. ως εξής: στην Φ. θυγατέρα Ι. Μ. περιήλθαν το 1/2 ή 16/32 εξ' αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα της Ι. Μ., που απεβίωσε, όπως προαναφέρθηκε, το 1919 χωρίς να αφήσει διαθήκη, στην Α. ή Κ. χήρα Μ. Μ. περιήλθαν τα 7/32 εν μέρει και κατά ποσοστό 4/32 από κληρονομιά του συζύγου της Μ.
Μ., που απεβίωσε, όπως προαναφέρθηκε, το 1927, χωρίς να αφήσει διαθήκη και εν μέρει κατά ποσοστό 3/32 από κληρονομιά της θυγατέρας της Χ. Μ., που απεβίωσε, όπως προαναφέρθηκε, το 1939, χωρίς να αφήσει διαθήκη, στην Α. θυγατέρα Μ. Μ., περιήλθαν τα 9/32 εν μέρει κατά ποσοστό 6/32 από κληρονομιά του πατέρα της Μ. Μ. και εν μέρει κατά ποσοστό 3/32 από κληρονομιά της αδελφής της Χ..
Στον Μ. Μ. τα, ως άνω, 16/32 περιήλθαν από κληρονομιά του πατέρα του Ι. Μ.. Στον Ι. Μ. περιήλθε το ακίνητο αυτό σε μείζονα έκταση, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../13-12-1892 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ελευθερίου Αποστολίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο 42 με αριθμό ..., από την πωλήτρια Β.
σύζυγο Α. Α.. Στην τελευταία περιήλθε το ακίνητο κατά ποσοστό 1/2 εξ'αδιαιρέτου δυνάμει του υπ' αριθμ. .../20-12-1889 παραχωρητηρίου (αντικαταστατικού) συμβολαίου του αυτού, ως άνω, Συμβολαιογράφου Ελευθερίου Αποστολίδη και κατά ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου από πατρική κληρονομιά. Το ακίνητο αυτό περιγράφεται στο, ως άνω, συμβόλαιο ως εκτάσεως στρεμμάτων βασιλικών δεκαοκτώ (18) και τετρακοσίων πενήντα (450) μέτρων, κείμενο στην θέση "Κουρέντι" της πόλεως Χαλκίδας, συνορευόμενο γύρωθεν με πρώην ιδιοκτησία Π.
Ν.Π. και τότε Π. Κ., με δημόσια οδό, με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Α. και με κληρονόμους Ι. Ο.. Σημειώνεται ότι στο ανωτέρω πωλητήριο συμβόλαιο συμπράττουν από την πλευρά της πωλήτριας και ο σύζυγος της Α. Α. και ο αδελφός της Γ. Χ. Π., οι οποίοι ανεγνώρισαν την εν λόγω πώληση ως ισχυρή και εδήλωσαν ότι δεν έχουν επί του πωληθέντος κανένα δικαίωμα και καμία αξίωση.
Και τούτο διότι δια του, ως άνω, αντικαταστατικού συμβολαίου, που μετεγράφη νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Χαλκιδέων στον τόμο 38 και τον αριθμό ..., η Β. θυγ. Χ. Π. συζ. Α. Α. και ο σύζυγος της Α. Α. προέβησαν εις αντικατάσταση (δόση αντί καταβολής) και ο οφειλέτης σύζυγος της εις εξόφληση μεταβίβασε, πλην άλλων, σ' αυτήν το 1/2 εξ' αδιαιρέτου του προαναφερθέντος ακινήτου.
Στον απώτατο δικαιοπάροχο Α. Γ. Α. το ανωτέρω 1/2 εξ' αδιαιρέτου του προπεριγραφομένου ακινήτου είχε περιέλθει με το υπ' αριθμ. .../1883 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του αυτού, ως άνω, Συμβολαιογράφου, το οποίο έχει μεταγραφεί έκτοτε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Χαλκιδέων του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο 29 και αριθμό ..., εξ' αγοράς από τον Γ.
Χ. Π. ή Μ., επ' αδελφή γαμβρού του. Τέλος, στον Γ. Χ. Π. ή Μ. το 1/2 εξ' αδιαιρέτου του, ως άνω, ακινήτου περιήλθε, όπως και στην ανωτέρω αδελφή του Β. συζ. Α. Α., το γένος Χ. Π. ή Μ. το έτερο 1/2 εξ' αδιαιρέτου αυτού, από πατρική κληρονομιά του προ το έτος 1870 αποβιώσαντος, χωρίς να αφήσει διαθήκη, πατέρα τους Χ. Π. ή Μ.. Έκτοτε όλοι οι παραπάνω αναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του εναγομένου και το ίδιο το εναγόμενο κατείχαν το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, δηλαδή με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν την κυριότητα άλλου, ασκώντας αδιακόπως τις προσιδιάζουσες στον χαρακτήρα και την μορφολογία του εμφανείς διακατοχικές πράξεις, χωρίς ενόχληση από οποιονδήποτε.
Ειδικότερα οι απώτατοι δικαιοπάροχοι του εναγομένου καλλιεργούσαν την επίδικη έκταση, υπό την αρχική της μορφή ως αγρόκτημα, όπως και οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του, οι οποίοι, μετά την αλλαγή της χρήσεώς της σε αστικό ακίνητο, επέβλεπαν αυτό με συχνές αυτοπρόσωπες εμφανίσεις τους, προβαίνοντας στην φύλαξη, οριοθέτηση και στις συνεχείς μεταβιβάσεις του.
Το εναγόμενο αμέσως μετά την αγορά του πρώτου τμήματος του επιδίκου ακινήτου νεμήθηκε τούτο και το κατείχε για λογαριασμό του συνεχώς, ανεπιλήπτως και αδιαταράκτως, διανοία κυρίου και με καλή πίστη, ασκώντας επ' αυτού όλες τις διακατοχικές πράξεις που ταιριάζουν στην φύση του, οριοθετώντας, φυλάσσοντας, εποπτεύοντας και καταμετρώντας αυτό.
Συγκεκριμένα μετά την εκ μέρους του καταβολή στην αρμόδια οικονομική υπηρεσία του ενάγοντος των αναλογούντων φόρων μεταβιβάσεως, την έγκριση από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία του ενάγοντος των σχεδίων ανεγέρσεως και την έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας, το εναγόμενο προέβη στην τμηματική εντός του επιδίκου ανέγερση των κτιριακών εγκαταστάσεων για την στέγαση της Σχολής του "Ο ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ" - η οποία άρχισε να λειτουργεί το έτος 1950 - και στην αγορά του αναγκαίου εξοπλισμού της, αποκλειστικά και μόνον με δικά του χρήματα, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθεί από κανένα, ούτε και από το ενάγον, το οποίο, παρά τα αντιθέτως από αυτό υποστηριζόμενα, ουδεμία οικονομική συμμετοχή είχε στην ανέγερση των κτιριακών εγκαταστάσεων και τον εξοπλισμό της, ως άνω, σχολής, καθόσον η παρασχεθείσα σ' αυτήν (σχολή) οικονομική βοήθεια του "Σχεδίου Μάρσαλ" έγινε υπό μορφήν τοκοχρεωλυτικού δανείου (βλ.
το υπ' αριθμ. πρωτ. 56749/7005/4-3-1964 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους), το οποίο και κατόπιν ρυθμίσεων εξοφλήθηκε ήδη από το εναγόμενο (βλ. την από 27-4-94 αίτηση του εναγομένου προς την Δ.Ο.Υ Χαλκίδας σε συνδυασμό με το από 25-10-94 έγγραφο της τελευταίας). Αργότερα και μετά την αγορά και του δευτέρου τμήματος του επιδίκου το εναγόμενο προέβη σε ενοποίηση των δύο τμημάτων και στην οριοθέτησή τους, χρησιμοποιώντας το ενιαίο πλέον ακίνητο για την στέγαση και την λειτουργία της, ως άνω, σχολής του, η οποία λειτούργησε μέχρι και το έτος 1979, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθεί από κανένα, ούτε και από το ενάγον, το οποίο ουδέποτε αμφισβήτησε τα επί του επιδίκου ακινήτου δικαιώματα του εναγομένου, αντιθέτως μάλιστα κατά την απαλλοτρίωση για την διάνοιξη της Λ.
Χαϊνά, επί της οποίας κείται, όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο, αναγνωρίζοντας αυτό ως κύριο του επιδίκου ενέκρινε την από το εναγόμενο απόληψη της σχετικής αποζημιώσεως (βλ. την υπ' αριθμ. πρωτ. 13373/90 και υπ' αρ. πραξ. 1/91 πράξη αναλογισμού). Το έτος 1976 εκμίσθωσε μέρος των κτιριακών εγκαταστάσεων στο ενάγον για την εγκατάσταση της κατωτέρας Δημόσιας Τεχνικής Σχολής (βλ.
τις υπ' αριθμ. πρωτ. 17203/8-12-1976 και 2668/18-2-1982 σχετικές αποφάσεις του Νομάρχη Ευβοίας). Το έτος 1984 εκμίσθωσε μέρος των κτιριακών εγκαταστάσεων στο ενάγον για την στέγαση του Ε' Γυμνασίου Χαλκίδας (βλ. το από 10-9-84 μισθωτήριο), μίσθωση που συνεχίζεται ακόμη και σήμερα. Το έτος 1985 εκμίσθωσε μέρος των κτιριακών του εγκαταστάσεων και συγκεκριμένα στον Δήμο Χαλκιδέων για την λειτουργία κλειστού Γυμναστηρίου (βλ.
το από 30-12-1985 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως) και το έτος 1988 εκμίσθωσε μία αίθουσα στον Γυμναστικό Σύλλογο Χαλκίδας (βλ. το από 1-10- 1988 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως). Καθόλη την διάρκεια των προαναφερομένων μισθωτικών συμβάσεων το εναγόμενο επεδίωκε την αναπροσαρμογή των μισθωμάτων, ενίοτε και με την άσκηση σχετικών αγωγών κατά των μισθωτών του και συνεπώς και κατά του ήδη ενάγοντος και την συζήτηση αυτών, τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και κατ' έφεση, χωρίς ουδέποτε το ήδη ενάγον και τότε εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο - μισθωτής να αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο την επί του επιδίκου ακινήτου κυριότητά του (βλ.
την υπ' αριθμ. 89/1988 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και την υπ' αριθμ. 156/1989 απόφαση του Εφετείου Αθηνών).
Άλλωστε το ενάγον με την αγωγή του συνομολογεί την επί του επιδίκου ακινήτου άσκηση διακατοχικών πράξεων από το εναγόμενο και δη την εκ μέρους του εκμίσθωση σ' αυτό κτιριακών εγκαταστάσεων για την στέγαση της Μέσης Τεχνικής και της Κατώτερης Τεχνικής σχολής και του Ε' Γυμνασίου Χαλκίδας και αντιθέτως δεν προσδιορίζει, ούτε εξειδικεύει στο αγωγικό δικόγραφο της προσιδιάζουσες στην φύση του επιδίκου πράξεις νομής και διακατοχής, τις οποίες άσκησε το ίδιο, έστω και υπό σπερματική μορφή".
Ακολούθως, το Εφετείο, κατόπιν επικυρώσεως της εκκληθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και απορριπτέα την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, όσον αφορά στην επικουρική βάση της εκτάκτου χρησικτησίας, για την οποία κρίθηκε και ορισμένη. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές, ουδέποτε το αναιρεσείον άσκησε επί του επιδίκου διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου ούτε πριν την έναρξη ισχύος του Αστικού Κώδικος, ούτε και κατά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και μέχρι την άσκηση της αγωγής, για ν' αποκτήσει επ' αυτού κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο, ευρισκόμενο, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, υπό την αδιάλειπτη νομή του αναιρεσιβλήτου και των δικαιοπαρόχων του, αμέσων και απωτέρων.
Με αυτά που εδέχθη και έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα αναγκαία περιστατικά, διά των οποίων καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας των παρατεθεισών περί εκτάκτου χρησικτησίας διατάξεων και ο περί του αντιθέτου έβδομος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με τους πέμπτο και έκτο λόγους αναιρέσεως πλήσσεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια, επίσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ήτοι για έλλειψη νομίμου βάσεως, όσον αφορά στην κρίση του Εφετείου περί του παραγώγου τρόπου της υπό του αναιρεσιβλήτου κτήσεως της κυριότητος επί του επιδίκου ακινήτου με τα υπ' αριθμ. .../22.6.1950 και .../17.11.1950 πωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Χαλκίδος Ιωάννου Κουρία.
Η με τους λόγους αυτούς προβαλλόμενη αιτίαση είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, γιατί, η επαλλήλως εκπεφρασθείσα δικαιοδοτική κρίση του Εφετείου περί της κυριότητος του αναιρεσιβλήτου με έκτακτη χρησικτησία, που δεν θίγεται με βάσιμο λόγο αναίρεσης, παραδεκτώς στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
ΙΙΙ. Επειδή, με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 4 παρ.2 του ν. 3127/2003. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, στον οποίο δεν αναφέρεται το συγκεκριμένο υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, αναφορικώς με τα δεκτώς γενόμενα πραγματικά περιστατικά περί εκτάκτου χρησικτησίας, και σε τι επηρέασε το σφάλμα αυτό το διατακτικό της αποφάσεως, παραδεκτώς στηριζόμενο στην έκτακτη χρησικτησία, είναι αόριστος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30/11/2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 311/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ