Legislator Case Law & Legislation
1195/2020 AI generated

Supreme Court remands labor dispute to lower court regarding employer's right to withhold work for unpaid wages.

Case Number 1195/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece remanded a labor dispute to the Athens Court of First Instance for further examination. The employer argued that the employee's right to withhold work was exercised without proper notice and without sufficient evidence of the employer's financial inability to pay. The court found the appeal admissible because the lower court failed to address critical facts regarding the timing of the withholding, the employer's financial status, and whether the employee provided adequate notice.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 325, 329, 353, 656 of the Civil Code; The right of an employee to withhold work is a defensive measure requiring the employer to have failed to pay wages, and its exercise must be justified by the employer's inability to pay and the employee's failure to provide reasonable notice.

Keywords

AI generated
right of retention unpaid wages employer liability labor dispute notice requirement financial inability remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 648 of the Civil Code
Article 325 of the Civil Code
Articles 329, 353, 656 of the Civil Code
Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1195 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1195/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ EUROSOFT" και το διακριτικό τίτλο, "EUROSOFT A.E." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Πεύκη Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χαράλαμπου Τσέλιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ο. Α. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Χορταρέα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1378/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2041/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο χρόνο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά.

Το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της απαίτησής του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ' αυτόν αντιπαροχής (ΑΠ 114/2017). Όμως, το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.

Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Τούτο δε διότι, ενώ, κατά κανόνα, η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης συνεπάγεται για το δανειστή τη μετάθεση του χρονικού σημείου εκπλήρωσης της οφειλόμενης προς αυτόν παροχής, χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται η αξίωσή του, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η παροχή εργασίας για όσο χρόνο διαρκεί η επίσχεση καθίσταται αδύνατη και ο εργαζόμενος απαλλάσσεται οριστικά.

Η συνέπεια αυτή δεν αποκλείει μεν την επίσχεση εργασίας, λόγω όμως της ιδιοτυπίας της παροχής πρέπει να ασκείται μέσα στα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.

Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 836/2019, 949/2019, 114/2017, 940/2015, 2094/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξ ετέρου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: " Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη - Ο.

Α. προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία EUROSOFT Α.Ε. την 5.7.2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει στη διατηρούμενη από την τελευταία επιχείρηση ανάπτυξης συστημάτων πληροφορικής τις υπηρεσίες υπαλλήλου αντί αμοιβής που καθορίζονταν συμβατικώς, η οποία κατά το μήνα Νοέμβριο 2011 ανέρχονταν μηνιαίως στο ποσόν των 900 ευρώ.

Ότι από τον μήνα Νοέμβριο 2011 η εναγομένη άρχισε να μη πληρώνει κανονικά τις αποδοχές της και κατά το διάστημα από 1.1.2012 έως 10.5.2012 της κατέβαλε μικρότερες από τις συμφωνηθείσες. Το συνολικώς οφειλόμενο στην ενάγουσα για την αιτία αυτή ποσό .... ανέρχεται σε 6.577,48 ευρώ, έναντι των οποίων η εναγομένη της κατέβαλε τμηματικώς μέχρι 5.8.2014 το συνολικό ποσό των 6.081 ευρώ, όπως προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες σχετικές αποδείξεις, και παραμένει ανεξόφλητο το υπόλοιπο ποσό των 496,68 ευρώ...

δεκτής γενομένης εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της παραδεκτώς προβληθείσας από την εναγομένη ένστασης εξόφλησης. Ότι περαιτέρω, προκειμένου η ενάγουσα να εξασφαλίσει τις ανωτέρω ληξιπρόθεσμες αξιώσεις της προχώρησε την 5.11.2012 (ορθόν: 11.5.2012) σε επίσχεση εργασίας μέχρι την καταβολή των οφειλόμενων ποσών.

Ζήτησε δε με την υπό κρίση αγωγή, όπως παραδεκτώς περιορίσθηκε, και την καταψήφιση αποδοχών υπερημερίας για το χρόνο της επισχέσεως (5.11.2012 έως 9.7.2013) ύψους 15.973,71 ευρώ συνολικώς, συμπεριλαμβανομένων των αποδοχών αδείας και των επιδομάτων εορτών και αδείας του ιδίου διαστήματος. Ότι η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα της επισχέσως ασκήθηκε από την εργαζόμενη ενάγουσα καταχρηστικά και άρα δεν περιήλθε σε υπερημερία, γιατί τα προς αυτή χρέη της οφείλονται όχι σε κακοβουλία αλλά σε οικονομική δυσπραγία της, η δε ενάγουσα γνώριζε την κακή οικονομική της κατάσταση και παρά ταύτα προέβη σε επίσχεση, αρνούμενη να επιστρέψει στην εργασία της, ακόμα και μετά την επίδοση σε αυτήν στις 21.5.2012 σχετικής εξώδικης πρόσκλησης της εναγομένης εργοδότριας της.

Ότι οι ισχυρισμοί της όμως είναι ουσιαστικά αβάσιμοι, διότι η επιχείρηση της εναγομένης συνέχισε να λειτουργεί και λειτουργεί μέχρι και σήμερα, έστω και με μειωμένο κύκλο εργασιών, η δε ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης για βάσιμες αξιώσεις, που εξοφλήθηκαν εν μέρει μετά δύο και πλέον έτη, όπως προαναφέρθηκε.

Ότι η οικονομική δυσπραγία της εναγομένης δεν αίρει την υπερημερία της, ενώ θα μπορούσε νόμιμα να καταγγείλει τη σύμβαση της ενάγουσας ικανοποιώντας συγχρόνως και τις απαιτήσεις της. Πρέπει λοιπόν η ανωτέρω ένσταση να απορριφθεί και να επιδικασθούν στην ενάγουσα οι εκζητούμενες αποδοχές υπερημερίας του ανωτέρω χρονικού διαστήματος (5.11.2012 έως 3.7.2013) ύψους 15.973,71 ευρώ, ο υπολογισμός των οποίων δεν αμφισβητείται ειδικώς.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή, κρίνοντας ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη άσκησε νόμιμα το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας της, το οποίο δεν υπερέβαινε τα όρια τα διαγραφόμενα στο άρθρο 281 ΑΚ, και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, αφού απέρριψε την προαναφερόμενη ένσταση, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά την κύρια βάση της εν μέρει.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648, 325, 329, 353 και 656 του ΑΚ, καθ' όσον διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας από μέρους της αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι από τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή ότι α) η εργοδότρια εταιρία, συνέχισε να λειτουργεί και λειτουργεί μέχρι και σήμερα, έστω και με μειωμένο κύκλο εργασιών, β) η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης για βάσιμες αξιώσεις, που εξοφλήθηκαν εν μέρει μετά δύο και πλέον έτη, γ) η οικονομική δυσπραγία της εναγομένης δεν αίρει την υπερημερία της, και δ) θα μπορούσε η εναγομένη νόμιμα να καταγγείλει τη σύμβαση της ενάγουσας ικανοποιώντας συγχρόνως και τις απαιτήσεις της, δεν δικαιολογείται η προαναφερόμενη κρίση της ότι η άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως της ενάγουσας δεν είναι καταχρηστική, ως μη υπερβαίνουσα προφανώς τα αντικειμενικά όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρο 281ΑΚ).

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον α) ενώ δέχεται την ύπαρξη οικονομικής δυσπραγίας της αναιρεσείουσας, στη συνέχεια δέχεται κατά τρόπο αντιφατικό ότι αυτή δεν αίρει την υπερημερία της και ότι θα μπορούσε η αναιρεσείουσα να καταγγείλει νόμιμα τη σύμβαση της αναιρεσίβλητης, ικανοποιώντας συγχρόνως και τις απαιτήσεις της, χωρίς ωστόσο να προκύπτει σαφώς τι δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ζήτημα της δυνατότητας εκπλήρωσης από την αναιρεσείουσα των σχετικών υποχρεώσεών της και ιδίως αν αυτή μπορούσε, παρά την οικονομική δυσπραγία της, να είναι εμπρόθεσμη στην εκπλήρωση αυτών, αλλά παρά ταύτα από κακοβουλία δεν κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη το σύνολο των αποδοχών της.

Η παραδοχή δηλαδή της οικονομικής δυσπραγίας για την αναιρεσείουσα αντιφάσκει με το γεγονός ότι αυτή δεν αίρει την υπερημερία της και ότι θα μπορούσε νόμιμα να καταγγείλει τη σύμβαση της αναιρεσίβλητης, ικανοποιώντας συγχρόνως και τις απαιτήσεις της, β) δέχεται ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε αποδοχές μικρότερες από τις συμφωνηθείσες στο χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 10.5.2012, χωρίς να διαλαμβάνει σαφή παραδοχή, αν το ανωτέρω γεγονός συνιστά ή όχι χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης της σχετικής υποχρέωσης της αναιρεσείουσας, που να δικαιολογεί την άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης την 11.5.2012 και επίσης, αν η αναιρεσείουσα βρισκόταν σε διαρκή ή πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία προς καταβολή των αποδοχών της αναιρεσίβλητης, εν όψει μάλιστα και της έτερης παραδοχής ότι η εργοδότρια εταιρεία συνέχισε να λειτουργεί και λειτουργεί μέχρι και σήμερα, έστω και με μειωμένο κύκλο εργασιών, γ) δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη προσέφερε τις υπηρεσίες της στην αναιρεσείουσα από 5.7.2006 και ότι η τελευταία άρχισε "να μη πληρώνει κανονικά" τις αποδοχές της από το μήνα Νοέμβριο 2011, καθυστερώντας, κατά τα ανωτέρω, μέρος μόνον των αποδοχών της από 1.1.2012, ποσού 6.577,48 ευρώ, έναντι των οποίων μάλιστα κατέβαλε σε αυτή μέχρι 5.8.2014 το ποσόν των 6.081 ευρώ, χωρίς να διαλαμβάνει αν η αναιρεσείουσα ήταν μέχρι την έναρξη της ως άνω καθυστέρησης αξιόπιστη και αξιόχρεη εργοδότρια ή αντιθέτως καθυστερούσε και στο παρελθόν την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών της, δ) δεν περιλαμβάνει παραδοχές σχετικά με το αν η αναιρεσίβλητη ειδοποίησε την αναιρεσείουσα για την πρόθεσή της να ασκήσει το δικαίωμα της επίσχεσης εργασίας πριν την ως άνω ημερομηνία, ώστε να δώσει στην αναιρεσείουσα εύλογο χρόνο να τακτοποιήσει τις οικονομικές της εκκρεμότητες, ούτε και αν η τελευταία καθυστερούσε να πληρώσει τις υποχρεώσεις της και έναντι άλλων οφειλετών της και ε) αν η στάση της αναιρεσίβλητης προκάλεσε ή όχι δυσανάλογη ζημία στην αναιρεσείουσα σε σχέση με το επιδιωκόμενο με την επίσχεση αποτέλεσμα.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, που αναφέρονται σε αιτιάσεις για ευθεία παραβίαση της προαναφερόμενης διάταξης και για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης από μέρους της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, είναι βάσιμοι.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 2041/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ. 3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή.

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2041/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ