1195/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1195/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω. σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. 3554/2007 ορίζεται ότι "στους υπαλλήλους του Υπουργείου Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής χορηγείται μηνιαία πάγια αποζημίωση, ως κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής στον χώρο ευθύνης του Υπουργείου Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής, όπως αυτός καθορίζεται με το άρθρο 2 του π.δ. 1/1986.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1195 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1195 /2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Βασιλική Παπαλόη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., χωρίς να κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Α. του Γ., 2)Σ. Β. του Β., 3)Α. Γ. του Γ., 4)Μ. - Ε. -Χ. Κ. του Γ., 5)Α. Κ. του Δ., 6)Σ. Κ. του Χ., 7)Ν. Μ. του Μ., 8)Π. Μ. του Μ., 9)Σ. Ν. - Α. του Σ., 10)Α. Π. του Γ., 11)Ε. Π. του Η., 12)Γ. Π. του Α. και 13)Ε. - Μ. Π. του Π., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τσακίρη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3654/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 129/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/4/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι 'Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Έλλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπούς δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων είτε διαφοροποιεί την κατηγορία των προσώπων ή των πραγμάτων στα οποία αφορά, είτε καθιστά καταχρηστική και άρα αντίθετη στο άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος την άσκηση του εκ της ισονομίας ατομικού δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Επομένως, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για μία κατηγορία προσώπων και αποκλειστεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή άλλη κατηγορία, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικής λόγος ευνοϊκής μεταχειρίσεως, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας, πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση και σε εκείνη την κατηγορία προσώπων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής (Ολ AΠ 19/2004).
Περαιτέρω. σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. 3554/2007 ορίζεται ότι "στους υπαλλήλους του Υπουργείου Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής χορηγείται μηνιαία πάγια αποζημίωση, ως κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής στον χώρο ευθύνης του Υπουργείου Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής, όπως αυτός καθορίζεται με το άρθρο 2 του π.δ. 1/1986.
Το ύψος της μηνιαίας αποζημίωσης, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια στην χορήγηση του θα καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής".
Το ανωτέρω προεδρικό διάταγμα, όπως ισχύει, ορίζει -στο άρθρο 1 αυτού και όχι στο άρθρο 2, όπως από προφανή παραδρομή αναγράφεται στην προμνησθείσα διάταξη του άρθρου 3 ν. 3554/ 07- ότι στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Αιγαίου που εδρεύει στη Μυτιλήνη, υπάγονται οι νομοί Λέσβου, Χίου, Σάμου Δωδεκανήσου και Κυκλάδων.
Συνεπώς, οι ως άνω νομοί ορίζονται και ως "χώρος ευθύνης" του Υπουργείου Αιγαίου, όπως τον εννοεί η διάταξη του άρθρου 3 του ν. 3554 2007. Εξάλλου, με, το άρθρο 2 του ίδιου π.δ. καθορίστηκαν οι αρμοδιότητες του Υπουργείου αυτού, στις οποίες ανήκουν η ενεργοποίηση και εναρμόνιση της κυβερνητικής πολιτικής στην περιφέρεια, του και ο συντονισμός των φορέων κρατικής δραστηριότητας για την άμεση και αποτελεσματική εφαρμογή της, η μελέτη και εισήγηση στην Κυβέρνηση των αναγκαίων μέτρων για την επίλυση των προβλημάτων που συνδέονται με τον χώρο του Αιγαίου, ανάδειξη και προβολή της αιγαιοπελαγίτικης πολιτιστικής παράδοσης, η κατάρτιση περιφερειακών προγραμμάτων με σκοπό την ανάπτυξη και αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών και γενικά την προώθηση της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτιστικής και πνευματικής ανάπτυξης της περιφέρειας του Υπουργείου, η κατάρτιση αυτοτελών ετήσιων ή πολυετών προγραμμάτων δημοσίων επενδύσεων, η παροχή κατευθύνσεων και οδηγιών για την εκπόνηση τουριστικών προγραμμάτων και η μελέτη.
οργάνωση και συντονισμός της δράσης των υπηρεσιών για την ασφάλεια του θαλάσσιου χώρου του Αιγαίου. Με την ακολουθήσασα υπ' αριθμ. 2/38272/0022/28-6-2007 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής (ΦΕΚ ΕΓ 1277/24.7.2007). με τίτλο "Καθορισμός ύψους μηνιαίας πάγιας αποζημίωσης του άρθρου 3 του ν. 3554/2007 στους υπαλλήλους του Υπουργείου Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής" και το άρθρο μόνο αυτής, ορίστηκαν τα ακόλουθα: "1.
Καθορίζουμε το ύψος της μηνιαίας πάγιας αποζημίωσης, που θα καταβάλλεται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής (ως πάγια έξοδα κίνησης σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3554/2007 στο ποσό των 300.00 ευρώ. 2. Δικαιούχοι του ανωτέρω ποσού, είναι όλοι οι υπάλληλοι που υπηρετούν με οποιαδήποτε σχέση εργασίας (εξαιρουμένων αυτών με μίσθωση έργου) καθώς και οι αποσπασμένοι υπάλληλοι στο Υπουργείο Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων και των Ειδικών Συμβούλων -Συνεργατών, των μετακλητών υπαλλήλων των Γραφείων Υπουργού Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και Γενικού Γραμματέα, αντίστοιχα, των Δημοσιογράφων, του Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού του άρθρου 33 του ν. 2190/1994 και των υπαλλήλων που υπηρετούν με απόσπαση στα ανωτέρω Γραφεία. 3.
Η ανωτέρω αποζημίωση καταβάλλεται με τους περιορισμούς της παρ. Β1 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003, το οποίο ορίζει ότι "Τα Επιδόματα των παραγράφων 4,5,6,7,11,12,13,14,15,16,17,19 και 21 καταβάλλονται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χοίρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή τους
....... Σε περίπτωση απομάκρυνσης των υπαλλήλων, για οποιονδήποτε λόγο (όπως ενδεικτικά, μετακίνηση, απόσπαση, μετάθεση, μετάταξη, διάθεση) από τα καθήκοντα, τις θέσεις και τις συνθήκες, οι οποίες δικαιολογούν τη χορήγησή τους, διακόπτεται ισοχρόνως η καταβολή τους με, ευθύνη του οικείου προϊσταμένου, με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του όρθρου 22 του Ν. 3156/2003 (ΦΕΚ 157 Α) 4.
Η πληρωμή της αποζημίωσης θα γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 26 του ν. 2362/1995 και με απαιτούμενο δικαιολογητικό αναλυτική κατάσταση των δικαιούχων. 5. Η παρούσα αποζημίωση δεν συμψηφίζεται με την προσωπική διαφορά της παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 3205/2003. 6. Η παρούσα απόφαση ισχύει από 1 Μαΐου 2007". Περαιτέρω με την από 8/3/2007 Εισηγητική Έκθεση που αφορά το ανωτέρω άρθρο 3 του ν. 3554/2007 και υπογράφεται από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και από την υπ' αριθμ. 56/ 9/ 2007/7-3-2007 'Εκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους προκύπτει ότι η ανωτέρω) νομοθετική διάταξη (άρθρο 3 του ν. 3554 2007) αποσκοπεί στην κάλυψη τον ιδιαίτερα αυξημένων εξόδων που καλούνται να καλύψουν οι υπάλληλοι του άλλοτε Υπουργείου Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και νυν Γενικής Γραμματείας Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής του Υπουργείου Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, κατά τις εκτός έδρας μετακινήσεις τους που πραγματοποιούνται στα νησιά του Αιγαίου, τα οποία αποτελούν χώρο ευθύνης του πρώην αυτού Υπουργείου με τις γνωστές ιδιαιτερότητες δεδομένου ότι οι πολύ συχνές μετακινήσεις τους στο νησιωτικό χώρο του Αιγαίου έχουν ως αποτέλεσμα αυξημένα έξοδα διαμονής και διατροφής στους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες, έλλειψη καταλυμάτων προσιτών στις οικονομικές δυνατότητες των υπαλλήλων, έλλειψη δημοσίων μαζικών συγκοινωνιών που αναγκάζει τους υπαλλήλους να καταβάλλουν μεγάλα ποσά σε ταξί και συγκοινωνιακούς αποκλεισμούς λόγω καιρικών συνθηκών ιδίως τους χειμερινούς μήνες.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το προαναφερόμενο επίδομα δεν συνάπτεται με το είδος των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στους υπαλλήλους του Υπουργείου αυτού -δεδομένου ότι αυτά ποικίλλουν, ανάλογα με τις ειδικότερες αρμοδιότητες εκάστης επιμέρους υπηρεσίας- αλλά με τη γεωγραφική ευρύτητα του τόπου άσκησής τους επακόλουθες της οποίας είναι οι αναλυόμενες στην ως άνω Εισηγητική 'Εκθεση δυσχέρειες των αντιστοίχων εργαζομένων, οι οποίες και οδήγησαν στη χορήγηση του επιδόματος αυτού.
Δεδομένου δε, ότι στην προαναφερόμενη υπουργική απόφαση δεν προσδιορίζεται ειδικότερα η έννοια των συνθηκών με, τις οποίες προσφέρουν την εργασία, τους οι ανωτέρω υπάλληλοι ούτε αναφέρεται ότι η τελευταία παρέχεται υπό ιδιαίτερες συνθήκες, το επίδομα αυτό χορηγήθηκε αποκλειστικά ως κίνητρο για την προσέλκυση και εγκατάσταση υπαλλήλων στις περιοχές ευθύνης του Υπουργείου Αιγαίου, όπως αυτές αναφέρθηκαν πιο πάνω.
Λεκτέον ότι, υπό την ισχύ της παλαιότερης υπ' αρ. 2031795/3603/0022/31-5- 1994 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 440/1994). η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 2 της 88555/30-9-1988 κοινής απόφασης των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Εσωτερικών, Οικονομικών και Εργασίας "Υγιεινή και ασφάλεια του Προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ" (ΦΕΚ Β' 721/4-10-1988) που κυρώθηκε με το άρθρο 39 του ν. 1836/1989 και άρχισε να ισχύει από 1-6-1994 το αντίστοιχο μηνιαίο επίδομα, ορίστηκε ότι θα καταβάλλεται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Αιγαίου, εφόσον και για όσο χρόνο υπηρετούν στην έδρα του Υπουργείου αυτού (Μυτιλήνη), περιορισμός όμως που δεν διατηρήθηκε στη μεταγενέστερη ΚΥΑ, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, η οποία επεξέτεινε τη χορήγηση της παροχής στους εργαζομένους σε ολόκληρο το χώρο ευθύνης του Υπουργείου (ήτοι στους υπηρετούντες σε όλους τους νομούς που αναφέρει το άρθρο 1 του π.δ. 1/1986).
όπως ήδη εκτέθηκε. Επομένως, η μη χορήγησή του στους υπαλλήλους της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, οι οποίοι διέπονται από το ίδιο με τους υπαλλήλους του Υπουργείου Αιγαίου μισθολογικό καθεστώς του Ν. 1505/1984 και υπηρετούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες, δηλαδή σε περιοχές ευθύνης του Υπουργείου Αιγαίου, συνιστά άνιση μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις ίδιες συνταγματικές εγγυήσεις.
Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3833/2010. "Μείωση αποδοχών-Έκτακτη οικον. Εισφορά κλπ", που άρχισε να ισχύει από 1-1-2010. ορίστηκε ότι: "Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.).
των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος μειώνονται κατά ποσοστό δώδεκα τοις εκατό (12%)" ενώ τέλος. με το άρθρο 3 παρ. του ν. 3845/2010 "Μνημόνιο 1 - Μέτρα Στήριξης Ελληνικής Οικονομίας από το Δ.Ν.Τ.", που άρχισε να ισχύει από 1-6-2010. "Τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε, άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική η ειδική διάταξη προβλεπόμενα των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 (ΦΕΚ 40 Α), καθώς και τα έξοδα παράστασης των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου και νόμου, μειώνονται κατά ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8 ο/ο).........>>.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (αορίστου χρόνου που καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων κατά το χρονικό διάστημα από 28/ 5/ 2003 έως 4 /11/ 2006, οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου.
Οι εξ αυτών 1ος, 2ος και 10η υπηρετούν στη Διεύθυνση Αυτοδιοίκησης και Αποκέντρωσης της ανωτέρω Περιφέρειας, οι 3ος και 5ος στην περιφέρεια Δασών Δωδεκανήσου της ανωτέρω Περιφέρειας, οι 4η και 8η στο Τμήμα Αστικής Κατάστασης Αλλοδαπών & Μετανάστευσης Ν. Δωδεκανήσου της ανωτέρω Περιφέρειας, η 6η στη Διεύθυνση Διοίκησης της ανωτέρω Περιφέρειας, ο 7ος ενάγων στο γραφείο του Γενικού Γραμματέα της ανωτέρω Περιφέρειας, η 9η στην Διεύθυνση Υδάτων της ανωτέρω Περιφέρειας, η 11η στην Διεύθυνση Δασών της ανωτέρω Περιφερείας και η 13η στην Διεύθυνση Δασών Κυκλάδων της ανωτέρω Περιφέρειας.
Ο 12ος ενάγων, υπηρέτησε, αρχικά στη Διεύθυνση σχεδιασμού και ανάπτυξης στον κλάδο Διοικητικών-Γραμματέων, ενώ από την 21-1-2008 και εφεξής αποσπάσθηκε στο Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης της ανωτέρω Περιφέρειας. Το εναγόμενο, από την 1/5/ 2007 και εφεξής, χορηγεί σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους που υπηρετούν με οποιαδήποτε σχέση εργασίας (εξαιρουμένων αυτών με μίσθωση έργου), καθώς και στους αποσπασμένους υπαλλήλους στο Υπουργείο Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής συμπεριλαμβανομένων και των Ειδικών Συμβούλων-Συνεργατών.
των μετακλητών υπαλλήλων των Γραφείων Υπουργών Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και Γενικού Γραμματέα, αντίστοιχα, των δημοσιογράφων, του Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού του άρθρου 33 του ν. 2190/1994 και των υπαλλήλων που υπηρετούν με απόσπαση στα ανωτέρω) γραφεία, τη μηνιαία πάγια αποζημίωση (που καταβάλλεται ως πάγια έξοδα κίνησης) που προβλέπει το άρθρο 3 του ν. 3554/2007.
όπως αυτή καθορίστηκε με την υπ' αρ. 2/38272/0022/28-6- 2007 Κ Υ Α. αρχικού ποσού 300 ευρώ). ως κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής στο χώρο ευθύνης του Υπουργείου Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής. H χορήγηση της ανωτέρω πάγιας μηνιαίας αποζημίωσης δεν συνδέεται με οποιοδήποτε, τρόπο με ειδικούς όρους και προϋποθέσεις (π.χ.
παροχή πρόσθετης εργασίας), αντιθέτως παρέχεται ως σταθερό και πάγιο επίδομα, το οποίο αυξάνει τους μισθούς των δικαιούχων, με μοναδικό απαιτούμενο δικαιολογητικό την αναλυτική κατάσταση των υπηρετούντων στο χώρο ευθύνης του Υπουργείου (ήδη Γ.Γ.) Αιγαίου υπαλλήλου, όπως ήδη αναλύθηκε στη νομική σκέψη.
Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι όλες οι διευθύνσεις της ανωτέρω Περιφέρειας και του Περιφερειακού Ταμείου, όπου υπηρετούν οι ενάγοντες, εδρεύουν στην Ερμούπολη Σύρου και στην Ρόδο και έχουν ως χώρο ευθύνης τους τα νησιά ολόκληρου του Νοτίου Αιγαίου, τα οποία περιλαμβάνονται στον χώρο ευθύνης του πρώην Υπουργείου Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής και νυν Γενικής Γραμματείας Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής του Υπουργείου Υποδομών.
Μεταφορών και Δικτύων. Όμως το εναγόμενο αρνείται να καταβάλει στους ενάγοντες την επίδικη παροχή, καίτοι όλοι απασχολούνται κατά πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, με τα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί, υπό το ίδιο ωράριο εργασίας, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, με τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι είναι υπάλληλοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και υπηρετούν στις αντίστοιχες Υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Αιγαίου.
Η μισθοδοσία τους εξάλλου, διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3205/2003. όπως και των προαναφερθέντων συναδέλφων τους, οι αποδοχές των ομοιοβάθμων υπαλλήλων των δύο υπηρεσιών, με εξαίρεση την επίδικη παροχή (την οποία δεν λαμβάνουν οι ενάγοντες), είναι κατά τα λοιπά ίσες.
Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα "επιλεκτικής συγκρίσεως" μεταξύ των εναγόντων και των συγκρινομένων, όπως αβάσιμα, ισχυρίστηκε το εναγόμενο και επαναφέρει με το τελευταίο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσής του, διατεινόμενο εσφαλμένα, αφ' ενός ότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν γίνεται συσχετισμός του ευρύτερου συνόλου των αποδοχών των εργαζομένων κάθε κατηγορίας, αφ' ετέρου ότι δεν αποδείχθηκε η συνολικά υψηλότερη αμοιβή των αντιστοίχων συγκρινομένων υπαλλήλων της Γεν.
Γραμματείας Αιγαίου. Ομοίως, οι ενάγοντες, όπως και οι συγκρινόμενοι συνάδελφοί τους που εργάζονται στις υπηρεσίες της Γ.Γ Αιγαίου, πρέπει επίσης, για υπηρεσιακούς λόγους, να μετακινούνται σε νησιά της τοπικής αρμοδιότητας της υπηρεσίας τους, ήτοι σε όλα τα νησιά της περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, αντιμετωπίζοντας τις ίδιες με τους συγκρινόμενους δυσκολίες και υποβαλλόμενοι στις ίδιες δαπάνες, ενώ το γεγονός ότι ο χώρος ευθύνης τον υπηρεσιών της Γ.Γ.
Αιγαίου είναι ευρύτερος από εκείνον της περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου (διότι περιλαμβάνει τα νησιά, ολοκλήρου του Αιγαίου, και όχι μόνον του Νοτίου Αιγαίου, όπως η οικεία Περιφέρεια και το Περιφερειακό Ταμείο, όπου απασχολούνται οι ενάγοντες), είναι ήσσονος σημασίας, καθ' όσον, αφ' ενός οι ενάγοντες, όπως προελέχθη, πραγματοποιούν σε κάθε περίπτωση μετακινήσεις εκτός της υπηρεσίας τους σε διάφορα νησιά, αφ' ετέρου, η ίδια η διάταξη του άρθρου 3 του ν. 3554/2007, προέβλεψε την πάγια αποζημίωση ως κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής οπουδήποτε εντός του χώρου ευθύνης του Υπουργείου, και συνεπώς και στο Νότιο Αιγαίο, όπου άλλωστε εδρεύουν και λειτουργούν και υπηρεσίες του Υπουργείου (ήδη Γεν.
Γραμματείας), με αντίστοιχες αρμοδιότητες μ' εκείνες των αντιστοίχων υπηρεσιών της Περιφέρειας, και της οποίας Γεν. Γραμματείας οι υπάλληλοι λαμβάνουν εξαρχής την επίδικη παροχή. Η χορήγηση, εξάλλου, της ως άνω πάγιας αποζημίωσης, δεν συναρτάται με τις αρμοδιότητες της αντίστοιχης υπηρεσίας, αλλά, όπως ήδη αναφέρθηκε, με τις συνθήκες και μόνον της παροχής της εργασίας, και ακόμη ειδικότερα με την ιδιαιτερότητα της θαλάσσιας μετακινήσεως καθ' όλες τις εποχές του έτους και τις δυσκολίες που αυτή συνεπάγεται, συνθήκες που συντρέχουν τόσο αναφορικά με τους συγκρινόμενους υπαλλήλους, όσο και με τους ενάγοντες. 'Αλλωστε, το γεγονός της παντελούς έλλειψης σύνδεσης της χορήγησης της παροχής με το είδος των καθηκόντων, προκύπτει και από το γράμμα της επίμαχης διάταξης, που δεν εξαιρεί κανένα απολύτως υπάλληλο του Υπουργείου από τη χορήγησή της, πλην των υπηρετούντων με μίσθωση έργου.
Υπό τις αυτές συνθήκες, εξάλλου, εξακολουθεί να παρέχει τις υπηρεσίες του και ο δωδέκατος ενάγων, παρά την απόσπασή του στην υπηρεσία του Περιφερειακού Ταμείου Ανάπτυξης. Ως εκ τούτου, είναι αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του εναγομένου, που περιλαμβάνονται στον πρώτο λόγο έφεσής του, ότι οι υπάλληλοι της Γεν.
Γραμματείας ασκούν επιτελικού χαρακτήρα αρμοδιότητες σε ευρύτερο χώρο ευθύνης, καθώς και ο ισχυρισμός του ότι ο δωδέκατος των εναγόντων δεν δικαιούται την επίδικη παροχή από την 21-1-2008 και εφεξής. Με βάση όσα αναλύονται ανωτέρω η εξαίρεση των εναγόντων από τη χορήγηση της ένδικης παροχής, συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείρισή τους έναντι των υπαλλήλων του εναγομένου που λαμβάνουν την παροχή αυτή, κι επομένως θα πρέπει, προς αποκατάσταση της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας, να εφαρμοστεί η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση (ήτοι για τους υπαλλήλους του τέως Υπουργείου Αιγαίου) και στους ενάγοντες, ώστε να λάβουν και οι τελευταίοι την ως άνω μηνιαία αποζημίωση, η οποία ανερχόταν σε 300 ευρώ από το χρόνο χορηγήσεώς της μέχρι την 31-12-2009, ενώ εφεξής μειώθηκε, όπως βάσιμα ισχυρίζεται το εναγόμενο με τον τελευταίο λόγο της έφεσης του, καθορισθείσα για το διάστημα από 1-1-2010 έως 31-5-2010 σε 242,88 ευρώ και εφεξής σε 242,88 ευρώ.
Εξάλλου, αποδείχτηκε ότι οι ενάγοντες είχαν υποβάλει άπαντες, μεταξύ πολλών άλλων συναδέλφων τους, την από 30-4-2009 αίτησή τους, απευθυνόμενη προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, ζητώντας την αναγνώριση και καταβολή των ενδίκων χρηματικών απαιτήσεών τους από 1-5-2007 έως 30-4-2009. Η αίτηση αυτή, η οποία κατατέθηκε την 4-5-2009 με αρ.
πρωτ. .../4-5- 2009, διέκοψε την παραγραφή των απαιτήσεών τους του χρονικού διαστήματος από 1-5-2007 έως 30-4-2009, καθ' όσον η επίδικη παροχή ήταν καταβλητέα μαζί με το μηνιαίο μισθό των εναγόντων κατά το τέλος εκάστου δεδουλευμένου μηνός. Ακολούθως, οι ενάγοντες άσκησαν την ένδικη, από 1-10-2010 (αυξ. αρ. κατά .../2010) αγωγή τους, που επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 18-1-2011 (βλ.
την …/18-1-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Σ.), προ της παρόδου διετίας, διακοπείσης εκ νέου της παραγραφής, τόσο των παλαιοτέρων (μέχρι την 30-4-2009), όσο εκείνων που γεννήθηκαν μεταγενέστερα και μέχρι την 18-1-2011. Η αγωγή αυτή, που προσδιορίστηκε για την 4-10-2012, οπότε και ματαιώθηκε, επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την από 7-1-2013 (αυξ.
αρ. καταθ. …/2013) κλήση των εναγόντων, επιδοθείσα στο εναγόμενο στις 14-1-2013 (βλ. την …/14-1- 2013 έκθεση επιδόσεως του ίδιου δικαστικού επιμελητή), για τη δικάσιμο της 9ης- 10-2013 και μετ' αναβολήν για την 17-10-2014, οπότε και συζητήθηκε, διακοπείσης εκ νέου της παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων με τις ανωτέρω) διαδικαστικές πράξεις, χωρίς μεταξύ τούτων να έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας.
Ακολούθως δημοσιεύτηκε η εκκαλουμένη απόφαση στις 3-12-2014, επιδοθείσα στο εναγόμενο στις 16-2-2015 (βλ. την …/16-2-15 έκθεση επιδόσεως του ίδιου δικαστικού επιμελητή) και εν συνεχεία ασκήθηκε κατ' αυτής η ένδικη έφεση, επιδοθείσα στο εναγόμενο την 3-9-15 και συζητηθείσα ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου την 24-11-2015.
Κατά τον τρόπο αυτό, η παραγραφή των επιδίκων αξιώσεων διακόπηκε εκ νέου με κάθε μία από τις μεσολαβήσασες διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ενώ η νέα παραγραφή θα αρχίσει και πάλι μετά την έκδοση της παρούσας τελεσίδικης απόφασης (άρθρ. 261 παρ. 1 Α.Κ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από την παρ. 1 του άρθρ. 101 ν. 4139 /12-3-13 και καταλαμβάνει και την παρούσα υπόθεση, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου).
Ως εκ τούτου, οι αγωγικές αξιώσεις στο σύνολο τους, δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή, απορριπτόμενης της (αυτεπαγγέλτως άλλωστε εξεταζομένης) ένστασης παραγραφής (άρθρ. 93 του ν. 2362/95) και της επαντένστασης παραγραφής εν επιδικία, που προέβαλε το εναγόμενο, και γενομένης δεκτής της αντένστασης διακοπής της παραγραφής που νόμιμα προέβαλαν οι ενάγοντες, τόσο πρωτοδίκως, όσο και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου.
Επομένως, οι ενάγοντες δικαιούνται, για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, που αφορά, η αγωγή την ένδικη παροχή, και δη, οι εξ αυτών 7ος, 10η και 12ος από 1-5-2007 έως 30-6-2011, οι δε λοιποί από 1- 5-2007 έως 31-10- 2011." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η μη χορήγηση στους αναιρεσίβλητους της ένδικης αξίωσης συνιστά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση έναντι των υπαλλήλων του πρώην Υπουργείου Αιγαίου και Νησιώτικης Πολιτικής και για την άρση της ανισότητας αυτής πρέπει και αυτοί να λάβουν την ως άνω μηνιαία αποζημίωση.
Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή α) τις διατάζεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 3 του ν. 3554 2007, της υπ' αριθμ. 2/ 38272/0022/28-6-2007 κ.υ.α. των υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής των άρθρων 2 του π. δ/τος 1/1986, και β) τις διατάξεις των άρθρου 8 παρ.Β 1 του ν. 3208/2003 και 53 παρ.1 και επόμενα, περί σύστασης 1 Περιφερειακών Ταμείων Ανάπτυξης του ν. 2218/1994, όσον αφορά τον 12ο αναιρεσίβλητο ενόψει του α) ότι κατά τη διάρκεια της απόσπασης δεν διακόπτεται ο υπηρεσιακός δεσμός του υπαλλήλου με την οργανική του θέση και με την υπηρεσία από την οποία αποσπάται και β) της παραδοχής της προσβαλλόμενης ως προς αυτόν, ότι υπό τις αυτές συνθήκες εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες του παρά την απόσπασή του στο Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης που δικαιολογούν τη χορήγηση της ένδικης παροχής.
Επομένως είναι αβάσιμος στο σύνολο του ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο, το αναιρεσείον, αιτιάται την προσβαλλόμενη για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αμέσως παραπάνω υπό στοιχείο α και β διατάξεων.
Ο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 λόγος αναίρεσης της προσβαλλόμενης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η ένδικη αγίογή όσον αφορά το 12ο ενάγοντα - αναιρεσίβλητο για τις ένδικες αξιώσεις του που αφορούν, από το αιτούμενο χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως 30-6-2011 το διάστημα από 21-1-2008 έως 31-12-2010, κατά το οποίο αυτός είχεν αποσπασθεί στο Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης Νοτίου Αιγαίου έπρεπε, να απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης αυτού, είναι αβάσιμος ενόψει των (ως άνω) παραδοχών του Εφετείου και ως εκ τούτου ορθά δεν κήρυξε η προσβαλλόμενη το απαράδεκτο της ένδικης αγωγής όσον αφορά το 12ο ενάγοντα αναιρεσίβλητο για τις αξιώσεις του από την ένδικη παροχή του χρονικού διαστήματος από 21-1 -2008 έως 31-12-2010.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγος για αναίρεση αποφάσεως επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχτηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, τα οποία εκτέθηκαν κατά λέξη παραπάνω, αφενός μεν διέλαβε επαρκή αιτιολογία και σαφή αιτιολογία σχετικά με το ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, της ομοιότητας των συνθηκών άσκησης των καθηκόντων των αναιρεσιβλήτων με αυτές των συγκρινόμενων υπαλλήλων του Υπουργείου Αιγαίου, αφ' ετέρου δε δεν παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση του αντιφατικές αιτιολογίες, που να καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε, απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι αυτά (ΑΠ 379/2006). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η παραπάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα, ότι δέχτηκε : α) ότι οι συνθήκες άσκησης των καθηκόντων των αναιρεσιβλήτων είναι όμοιες με αυτές των συγκρινόμενων υπαλλήλων του Υπουργείου Αιγαίου, με κύριο χαρακτηριστικό την ιδιαιτερότητα των συχνών θαλασσίων μετακινήσεων στο χώρο ευθύνης του Υπουργείου Αιγαίου, και β)ότι η ένδικη παροχή χορηγείται σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του Υπουργείου Αιγαίου (ήδη) Γ.Γ) ως πάγιο και σταθερό επίδομα, προσαυξάνων τους μισθούς αυτών δηλαδή ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη σε αποδεικτικά μέσα που στηρίζουν την κρίση του αυτή.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αυτή δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και τα ανωτέρω περιστατικά από τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους με επίκληση έγγραφα.
Κατ' ακολουθίαν ων ως άνω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση για αναίρεση της 129/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, όπως αυτή ισχύει μετά την 134423/8-12-1993 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 κατ' αποδοχή του σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-4-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριμ. 129/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ