Legislator Case Law & Legislation
1195/2016 AI generated

1195/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1195/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1195/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά.

Keywords

AI generated
missing case documents declaration of false identity uncredible testimony right to know one's parentage immigration law fraud production of identity documents
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1195 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1195/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Άννας Ζαϊρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βαλσάμου.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Άννας Ζαΐρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γερασίμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, Σ. Γ. του Κ., κατοίκου ... (οδός ...), που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Σκούτα, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 19550/2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Σ. Ο. (S. O.) που δεν παρέστη.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουνίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 696/2015.

Αφού άκουσε

Tον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών." Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης που στρέφεται κατά της περιουσίας απαιτούνται:

α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά.

Η παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη και προκαλεί, διατηρεί ή ενισχύει την πλάνη.

Οι ψευδείς δε παραστάσεις πρέπει να είναι πρόσφορες να παραπλανήσουν τον παθόντα. Η απλή έλλειψη της παραστάσεως ενός αληθινού γεγονότος δεν αποτελεί πλάνη, ενώ δεν παραπλανάται εκείνος που τελεί σε γνώση της αναλήθειας των παραστάσεων ή που διέγνωσε την αναλήθειά τους. Εντεύθεν, έπεται, ότι απάτη δύναται να διαπραχθεί και με παραπλάνηση, όταν ο δράστης παραλείπει να ανακοινώσει σε αυτόν αληθινά γεγονότα, τούτου συνιστώντος αθέμιτη παρασιώπηση, αν από το νόμο ή τη σύμβαση τάσσεται αντίθετη υποχρέωση ανακοινώσεως αυτών και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της ζημίας (και αυτός που την προκάλεσε είναι απόλυτα αξιόχρεος.

Εξάλλου, περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή και άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος. Περαιτέρω, η περιουσιακή βλάβη, που υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, θα πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διαθέσεως, ήτοι της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη.

Θα πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του δράστου και της πλάνης του άλλου που προκλήθηκε από αυτή, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της εξ αυτής πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του πλανηθέντος ο οποίος δεν απαιτείται να είναι το ίδιο πρόσωπο με τον ζημιωθέντα.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 αρ. 1 του Π.Κ., "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση." Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη, και, περαιτέρω, σκοπός του δράστη (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και η απάτη συρρέουν αληθώς (και ουδεμία απορροφά την άλλη), διότι καθεμία είναι αυτοτελής, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλανήσεως και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανωμένου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υποστάσεως ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο διαπράξεως της πλαστογραφίας.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: 1) αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά.

Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, 2) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως (Ολ.

ΑΠ 2/2011, 3/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 19550/2015 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, ήτοι της ανομωτί κατάθεσης της πολιτικώς ενάγουσας, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, των εγγράφων και της απολογίας του κατηγορουμένου, (δέχθηκε), κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ότι απεδείχθησαν, κατά λέξη τα εξής: "Ο κατηγορούμενος τέλεσε την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των άδικων πράξεων για τις οποίες κατηγορείται.

Συγκεκριμένα, από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό με την αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρο 177 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) προέκυψε, ότι αυτός παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στην πολιτικώς ενάγουσα Ο. Σ. και στη μητέρα αυτής Ρ. Ο., στην Αθήνα, στις αρχές Ιουλίου 2007, ότι αναλαμβάνει την έκδοση νόμιμων αδειών παραμονής αλλοδαπών, συνεργαζόμενος με δικηγόρο, ότι τα έγγραφα της πολιτικώς ενάγουσας δικαιολογούν την έκδοση νόμιμης άδειας διαμονής, καθώς και ότι λόγω γνωριμιών που διέθετε στο Δήμο Ηλιούπολης Αττικής είχε τη δυνατότητα να εκδώσει σε σύντομο χρονικό διάστημα νόμιμη άδεια διαμονής γι’ αυτήν από τον εν λόγω Δήμο, αντί του ποσού των 3.000 ευρώ.

Έτσι οι ανωτέρω πείσθηκαν και κατέβαλαν σ’ αυτόν το ανωτέρω ποσό, σε δύο ισόποσες δόσεις τον Ιούλιο και Σεπτέμβριο του ιδίου έτους (2007), προκειμένου να εκδώσει για λογαριασμό της πολιτικώς ενάγουσας νόμιμη άδεια διαμονής στη χώρα. Όπως, όμως, εκ των υστέρων αποδείχθηκε αυτός, δεν είχε τη δυνατότητα να εκδώσει με νόμιμα μέσα νόμιμη άδεια παραμονής στη χώρα για την Ο.

Σ., και οι ανωτέρω αν γνώριζαν αυτό, δηλαδή την αλήθεια δεν θα προέβαιναν στην παράδοση σ’ αυτόν του ανωτέρω ποσού των 3.000 ευρώ. Το αποτέλεσμα των ανωτέρω ενεργειών του ήταν ν’ αποκομίσει αυτός παράνομο περιουσιακό όφελος κατά το ποσό αυτό, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας των ανωτέρω παθουσών, ως εξαρχής εσκόπευε.

Η πολιτικώς ενάγουσα και η μητέρα της πίστεψαν ότι όλα όσα τους είπε περί της έκδοσης νόμιμης άδειας παραμονής της Ο. Σ. ήταν αλήθεια και γι’ αυτό του έδωσαν τα χρήματα. Εξάλλου, αναμφίβολα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος φοβούμενος τις συνέπειες από την τυχόν αποκάλυψη της παράνομης πράξης του, αλλά και της δεύτερης πράξης που τέλεσε, της πλαστογραφίας εγγράφων μετά χρήσης αυτών, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί δεν υπέγραψε ο ίδιος τη σχετική αίτηση για έκδοση άδειας παραμονής προς τον Δήμο Ηλιούπολης, αλλά έδωσε ένα λευκό χαρτί το οποίο υπέγραψε η πολιτικώς ενάγουσα, χωρίς να έχει δηλαδή κάτι γραμμένο πάνω σ’ αυτό.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι αυτός στην Αθήνα, από αρχές Ιουλίου 2007 έως 12.9.2007, κατήρτισε τα αναφερόμενα στο διατακτικό έγγραφα ήτοι μια βεβαίωση αποφοίτησης, δήθεν προερχόμενη από το διευθυντή του ... Γενικού Λυκείου Αθηνών, μία ιατρική βεβαίωση δήθεν προερχόμενη από τον ιατρό Π. Κ., και ένα ατομικό βιβλιάριο υγείας ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, το οποίο δήθεν είχε εκδοθεί στο όνομα και για λογαριασμό της Ο.

Σ., ενώ τα έγγραφα αυτά ήταν πλαστά τα οποία κατήρτισε ο ίδιος, προκειμένου να παραπλανήσει οποιονδήποτε θα λάμβανε γνώση των εγγράφων αυτών. Εν συνεχεία δε έκανε χρήση όλων των ανωτέρω εγγράφων καταθέτοντας αυτά στις 12.9.2007 στο Δήμο Ηλιούπολης Αττικής, προκειμένου να χορηγηθεί στο όνομα και για λογαριασμό της Ο.

Σ. άδεια διαμονής στη χώρα, όπως εκτενέστερα εκτίθενται οι άδικες πράξεις που τέλεσε στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, το οποίο αποτελεί αναπόσταστο τμήμα του παρόντος σκεπτικού. Εξάλλου, προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις ανωτέρω πράξεις και σε άλλα πρόσωπα, αλλοδαπούς που ήθελαν να εκδώσουν νόμιμη άδεια παραμονής, εξαπατώντας τους και πλαστογραφώντας έγγραφα.

Το γεγονός δε ότι οι συναντήσεις της πολιτικώς ενάγουσας και της συγγενούς της λάμβανε χώρα σε χώρους έξω από το γραφείο που διατηρούσε επί της οδού ..., ως λογιστής, το οποίο στο παρελθόν είχε επισκεφθεί η μάρτυρας της πολιτικώς ενάγουσας Μ. T., δεν σημαίνει ότι η πολιτικώς ενάγουσα και η μητέρα της γνώριζαν ότι η άδεια διαμονής που αυτός θα βοηθήσει να εκδοθεί από το Δήμο Ηλιούπολης για λογαριασμό της Ο.

Σ., θα εκδιδόταν με πλαστά έγγραφα και με μη νόμιμα μέσα. Το γεγονός δε ότι οι μάρτυρες υπερασπίσεως δεν γνώριζαν για την ανωτέρω παράνομη δραστηριότητα του κατηγορουμένου, δεν συνηγορεί υπέρ της αθωότητάς του.

Συνεπώς ο εκκαλών κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Στη συνέχεια, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο κατά πλειοψηφία για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης κατ’ εξακολούθηση και πλαστογραφίας με χρήση κατ’ εξακολούθηση και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως εννέα (9) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο ένοχο κατά πλειοψηφία, (μειοψηφούντος του εκ δεξιών μέλους της Συνθέσεως, ο οποίος έχει την άποψη ότι πρέπει να κηρυχθεί αθώος,) του ότι στην Αθήνα, στους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους, τέλεσε τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: 1) Με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών.

Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο, στις αρχές Ιουλίου του έτους 2007 παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στις εγκαλούσες Ρ. Ο. και Ο. Σ., οι οποίες ενδιαφέρονταν να εκδώσουν άδεια διαμονής για λογαριασμό της δεύτερης εξ αυτών, ότι αναλαμβάνει την έκδοση νομίμων αδειών παραμονής αλλοδαπών, ότι συνεργάζεται για το λόγο αυτό με εξειδικευμένο στα θέματα αυτά δικηγόρο, ότι τα έγγραφα της δεύτερης εγκαλούσας δικαιολογούν την έκδοση νόμιμης άδειας διαμονής και ότι λόγω γνωριμιών που διέθετε στο Δήμο Ηλιούπολης Αττικής είχε τη δυνατότητα να εκδώσει σε σύντομο χρονικό διάστημα άδεια διαμονής για αυτήν από τον εν λόγω Δήμο, αντί του συνολικού χρηματικού ποσού των 3.000 Ευρώ.

Συνεπεία των ως άνω περιγραφόμενων απατηλών παραστάσεων οι εγκαλούσες επείσθησαν και κατέβαλαν σε αυτόν σε δύο ισόποσες δόσεις τους μήνες Ιούλιο και Σεπτέμβριο του ιδίου έτους συνολικά το ποσό των 3.000 Ευρώ, προκειμένου αυτός να προβεί για λογαριασμό της δεύτερης εξ αυτών στην έκδοση νόμιμης άδειας διαμονής στη χώρα.

Όπως, όμως, εκ των υστέρων αποδείχθηκε αυτός, δεν είχε τη δυνατότητα να εκδώσει νόμιμη άδεια διαμονής, ούτε συνεργαζόταν με εξειδικευμένο στα θέματα αυτά δικηγόρο, ούτε διέθετε γνωριμίες στο Δήμο Ηλιούπολης προκειμένου να εκδοθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα η συγκεκριμένη άδεια για λογαριασμό της δεύτερης εγκαλούσας, οι εγκαλούσες δε εάν εγνώριζαν την αλήθεια αυτή δεν θα προέβαιναν στην παράδοση σε αυτόν του ανωτέρω χρηματικού ποσού, με αποτέλεσμα ν’ αποκομίσει αυτός παράνομο περιουσιακό όφελος κατά το ποσό αυτό, μ’ αντίστοιχη ζημία της περιουσίας των ως άνω παθουσών, ως εξαρχής εσκόπευε. 2) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε και χρήση των εγγράφων αυτών.

Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο, σε αδιευκρίνιστη κατά την προδικασία ημερομηνία του χρονικού διαστήματος από αρχές Ιουλίου 2007 έως 12.9.2007, κατήρτισε: α) μια βεβαίωση αποφοίτησης, ως δήθεν προερχόμενη από το διευθυντή του ... Γενικού Λυκείου Αθηνών, στην οποία ανέγραψε ότι η Σ. Ο. ήταν μαθήτρια κατά τα σχολικά έτη 2000-2001, 2001-2002 και 2002-2003 στις Α’ , Β’ και Γ’ , αντίστοιχα, τάξεις του ανωτέρω σχολείου με Α.Μ.

… και ότι αποφοίτησε στις 21.6.2003, έθεσε δε σε αυτήν ημερομηνία 24.6.2007, στρογγυλή σφραγίδα του ανωτέρω σχολείου και κατ’ απομίμηση την υπογραφή διευθυντή αυτού, Α. Μ.. Η ανωτέρω όμως βεβαίωση ήταν πλαστή, διότι δεν είχε εκδοθεί από το διευθυντή του ανωτέρω σχολείου, καθώς n αναφερόμενη σε αυτό δεύτερη εγκαλούσα ουδέποτε είχε φοιτήσει στο ανωτέρω σχολείο, β) μία ιατρική βεβαίωση δήθεν προερχόμενη από τον ιατρό Π.

Κ., στην οποία ανέγραψε ότι η Σ. Ο. μετά από κλινική εξέταση, ακτινολογικό έλεγχο πνευμόνων και δερμοαντίδραση mantoux διαπιστώθηκε ότι δεν πάσχει από ενεργό φυματίωση, ούτε από νόσημα, το οποίο, σύμφωνα με τα Διεθνή Επιδημιολογικά Δεδομένα και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, δύναται να αποτελέσει κίνδυνο για την Δημόσια Υγεία, ενώ ακολούθως έθεσε σ’ αυτό ημερομηνία 4.9.2007, καθώς και την σφραγίδα και κατ’ απομίμηση την υπογραφή του ανωτέρω ιατρού, προκειμένου να παραπλανήσει οποιονδήποτε θα ελάμβανε μελλοντικά γνώση του εγγράφου αυτού, περί του αναληθούς και έχοντος έννομες συνέπειες γεγονότος, ότι η αναφερόμενη σ’ αυτό δεύτερη εγκαλούσα, είχε υποβληθεί στις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις με θετικά αποτελέσματα, ενώ το αληθές ήταν ότι η ιατρική αυτή βεβαίωση ήταν πλαστή, γιατί δεν είχε εκδοθεί από τον ανωτέρω ιατρό, ούτε είχε υποβληθεί η αναφερόμενη σε αυτό δεύτερη εγκαλούσα στις συγκεκριμένες εξετάσεις και γ) ένα ατομικό βιβλιάριο υγείας ασφαλισμένου στο Ι.Κ.Α., το οποίο είχε δήθεν εκδοθεί στο όνομα και για λογαριασμό της Σ.

Ο. από το υποκατάστημα της Πλατείας Ομονοίας, στο οποίο ανέγραψε ότι έχει θεωρηθεί για το χρονικό διάστημα από 1.3.2007 έως 29.2.2008, ότι ο A.M. Ασφ/νου είναι ..., ενώ έθεσε ημερομηνία 18.4.2007 και κατ’ απομίμηση σφραγίδα και υπογραφή της υπαλλήλου του ανωτέρω υποκαταστήματος Ε. Ρ., προκειμένου να παραπλανήσει οποιονδήποτε θα ελάμβανε μελλοντικά γνώση του εγγράφου αυτού, περί του αναληθούς και έχοντος έννομες συνέπειες γεγονότος, ότι η αναφερόμενη σ’ αυτό δεύτερη εγκαλούσα ήταν ασφαλισμένη στο Ι.Κ.Α.

και για τον λόγο αυτό είχε εκδοθεί από την εν λόγω υπηρεσία για λογαριασμό της το συγκεκριμένο βιβλιάριο υγείας, ενώ το αληθές ήταν ότι το συγκεκριμένο βιβλιάριο υγείας ήταν πλαστό, γιατί, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, δεν είχε εκδοθεί από το ανωτέρω υποκατάστημα, ούτε είχε υπογραφεί από την υπάλληλο που εφέρετο ότι το υπέγραψε.

Στη συνέχεια δε έκανε και χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων, καταθέτοντας τα στις 12.9.2007 στο Δήμο Ηλιούπολης Αττικής, προκειμένου να χορηγηθεί στο όνομα και για λογαριασμός της εγκαλούσης, άδεια διαμονής." Με αυτά που δέχθηκε, το δικάσαν δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ.

απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων της απάτης κατ’ εξακολούθηση και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ’ εξακολούθηση, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά, που έγιναν δεκτά, στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 386 παρ. 1 και 216 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, αναφέρει, καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ’ εξακολούθηση: α) την εξ ολοκλήρου κατάρτιση από τον κατηγορούμενο των ως άνω τριών εγγράφων (βεβαίωσης αποφοίτησης, ιατρικής βεβαίωσης και ατομικού βιβλιάριου υγείας ασφαλισμένου στο Ι.Κ.Α.) και συνακόλουθα το δόλο του, απαρίθμηση, περιγραφή και εξατομίκευση των τριών πλαστών εγγράφων και σε τι συνίσταται η πλαστότητα ενός εκάστου εξ αυτών, β) τη γνώση του ότι τα δικαιολογητικά αυτά ήταν πλαστά, γ) το σκοπό [υπερχειλή δόλο] του, που ήταν η παραπλάνηση των αρμόδιων [για παροχή άδειας διαμονής] υπαλλήλων του Δήμου Ηλιούπολης και δ) την χρήση των εν λόγω πλαστών εγγράφων από τον ίδιο, ήτοι την προσκόμιση των πλαστών αυτών εγγράφων ως απαιτούμενων δικαιολογητικών στις 12.9.2007 στους αρμόδιους υπαλλήλους του γραφείου αλλοδαπών του Δήμου Ηλιούπολης Αττικής, με σκοπό να παραπλανήσει αυτούς παριστώντας ότι είναι γνήσια.

Επίσης, αναφέρει, καθόσον αφορά την αξιόποινη πράξη της απάτης: α) τις απατηλές ενέργειες [ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις] του ήδη αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου: 1) ότι αναλαμβάνει την έκδοση νόμιμων αδειών διαμονής αλλοδαπών στην Ελλάδα, 2) ότι συνεργάζεται με εξειδικευμένο στα θέματα αυτά δικηγόρο, 3) ότι τα έγγραφα που διέθετε η δεύτερη εγκαλούσα (πολιτικώς ενάγουσα) δικαιολογούσαν την έκδοση νόμιμης άδειας διαμονής, καθώς και 4) ότι έχει γνωριμίες στο Δήμο Ηλιούπολης Αττικής και ως εκ τούτου έχει τη δυνατότητα της έκδοσης νόμιμης άδειας διαμονής της εγκαλούσας σε σύντομο χρονικό διάστημα από τον εν λόγω Δήμο, β) τη γνώση του κατηγορουμένου, ότι οι διαβεβαιώσεις και παραστάσεις αυτές ήταν ψευδείς, γ) τον σκοπό να προσπορισθεί περιουσιακό όφελος από την πολιτικώς ενάγουσα και δ) την ζημία, ύψους 3.000 ευρώ, που προκάλεσε στην εγκαλούσα, που πείσθηκε από τις ως άνω διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου.

Οι λοιπές αιτιάσεις του, αρνούμενου τις κατηγορίες, αναιρεσείοντος, ο οποίος επικαλείται περαιτέρω εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες, διότι, υπό την επίφαση ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.

Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγοι (πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έβδομος και όγδοος) της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, ότι δηλαδή η αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, και έγινε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.

Τέλος με τον έκτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ Κ.Ποιν.Δ.), υποστηρίζων ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, διότι άσκησε δικαιοδοσία που δεν είχε, συνισταμένη στο ότι ήχθη στην καταδίκη του, ενώ με βάση τα αποδεικτικά μέσα που συνεκτίμησε έπρεπε να αχθεί σε αθωωτική γι’ αυτόν κρίση. Ο λόγος αυτός, τον οποίο ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως υπέρβαση εξουσίας είναι απαράδεκτος, διότι δεν εντάσσεται σε καμία από τις ενδεικτικά αναφερόμενες περιπτώσεις της ανωτέρω διατάξεως, αλλά βάλλει κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας που δεν στοιχειοθετεί αναιρετικό λόγο αυτό.

Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αρ. πρωτ. 55/15.6.2015 αίτηση - δήλωση του Σ. Γ. του Κ., κατοίκου ... (οδός ...), περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 19550/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ