Legislator Case Law & Legislation
1195/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision regarding inheritance dispute and costs.

Case Number 1195/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against the Athens Court of Appeal's decision in an inheritance dispute. The appellants argued the lower court accepted claims without evidence, but the court found the appellate court relied on sworn testimonies and documents. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 74, 80(3), 558 of the Code of Civil Procedure; An appeal cannot be filed against an additional intervener unless they actively participated in the trial, and an appeal based on lack of evidence is unfounded if the court explicitly cites the evidentiary basis for its findings.

Keywords

AI generated
appeal admissibility additional intervener lack of evidence court of appeal legal costs inheritance dispute Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 74, 80(3), 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22(1), 3 of Law 3693/1957
Article 52(18) of Law 3693/1957
Article 5(12) of Law 1738/1987
Article 2 of U.A. 134.423/1992
Article 181 of Law 3463/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1195 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1195/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση: 1) Π. Σ., χήρας Α., 2) Ι. Σ. του Α., 3) Ι. Σ. του Α., κατοίκων ..., 4) Α. Β. χήρας Γ. και 5) Ε. Β. του Γ., κατοίκων ... . Οι 1η, 2ος και 3η ως μοναδικοί κληρονόμοι του Α. Σ. του Ιωάννη, ο οποίος απεβίωσε όπως αναφέρεται στην από 30/5/2011 κλήση και οι 4η και 5η ως μοναδικοί κληρονόμοι του Γ. Β. του Σ., ο οποίος απεβίωσε όπως αναφέρεται στην από 30/5/2011 κλήση. Οι 1η, 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Ειρήνη Βαρδάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και οι 4η και 5η παραστάθηκαν αυτοπροσώπως με την ιδιότητά τους ως δικηγόροι, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Χρήστου Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου - η κλήση προς: Δήμου Κηφισιάς, με έχει έδρα την Κηφισιά και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του Δήμου Εκάλης Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Σταυρούλα Κεμπερά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: 1) από 10/11/1989 αγωγή του αρχικού διαδίκου Α. Σ., 2) από 2/3/1990 αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου, 3) από 24/4/1990 αγωγή του αρχικού διαδίκου Γ. Β. και 4) από 22/9/2000 πρόσθετη παρέμβαση του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης Εκάλης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5608/2001 του ιδίου Δικαστηρίου και 273/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/10/2002 αίτηση και τους από 24/9/2008 προσθέτους λόγους τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 8/12/2008 έκθεση ήδη αποχωρήσαντος Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 80 παρ.3, 558 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (Α.Π. 1049/2010, Α.Π. 1803/2011, Α.Π. 1075/2011, Α.Π. 1918/2009, Α.Π. 902/2002).

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του δεύτερου εφεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε κατά τη συζήτηση αυτής και είχε ασκήσει απλή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του πρώτου τούτων κατά την πρωτοβάθμια δίκη, η δε έφεση των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στράφηκε και κατ' αυτού ως εφεσιβλήτου στη δευτεροβάθμια δίκη, χωρίς να ασκήσει ο ίδιος αυτοτελή έφεση και να αναλάβει το δικαστήριο αγώνα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι δε λόγοι αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής δεν αφορούν την πρόσθετη παρέμβαση, είναι απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου, που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) γίνεται μόνο με δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου.

Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης στρέφεται τόσον κατά της 273/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 5608/2001 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσον και κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, καθώς και κατά της 2769/1990 πράξης του ίδιου πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Συνεπώς εφόσον οι μοναδικοί εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι των αναιρεσειόντων, οι οποίοι απεβίωσαν μετά την άσκηση της αναίρεσης, υπεισήλθαν νομίμως στη δικονομική θέση των τελευταίων και συνεχίζουν τη δίκη, με το από 24-9-2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του δικαστηρίου τούτου και κοινοποιήθηκε στους αναιρεσίβλητους, νομοτύπως και εμπροθέσμως παραιτούνται ρητώς του δικογράφου τηςαναίρεσης κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της παραπάνω απόφασης και πράξης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η παραίτηση αυτή είναι νόμιμη, επιφέρει την κατάργηση της δίκης ως προς το προαναφερόμενο μέρος, κατά το οποίο θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα ως προς μεν τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, δεν αρκεί να μνημονεύονται ή και να παρατίθενται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, και μάλιστα ενάριθμα, καθώς και η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοια αυτών, αλλά απαιτείται επί πλέον να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας και σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου (ΟλΑΠ 20/2005).

Ως προς δε τον εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει, εκτός της παραθέσεως των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (ΑΠ 57/1990, Α.Π 32/1996 Ολ, Α.Π. 1300/2007, Α.Π. 587/2007).

Διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως, κατ' αμφότερες τις ανωτέρω περιπτώσεις, είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Α.Π. 48/997). Κατά συνέπεια οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, καθώς και οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος των προσθέτων λόγων, κατά το μέρος που προσάπτονται αντίστοιχα με αυτούς στο Εφετείο, το οποίο επιλαμβανόμενο έφεσης των αναιρεσειόντων, την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που συνεκδίκασε διεκδικητικές κυριότητας ακινήτου αγωγές των τελευταίων κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και διεκδικητική κυριότητας, του ίδιου ακινήτου, του Ελληνικού Δημοσίου κατά των αναιρεσειόντων, και δέχθηκε κατ' ουσίαν την τελευταία αγωγή, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις λοιπές, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με πληρότητα, παρά μόνο αποσμασματικά και με επιλεκτικές αναφορές, τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τις απόψεις των αναιρεσειόντων, δέχτηκε το δικαστήριο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί συνδρομής των όρων' των διατάξεων που εφάρμοσε και δεν εξειδικεύται το σφάλμα του Εφετείου, αλλά παρατίθενται στο δικόγραφο της αναιρέσεως, ως και των προσθέτων λόγων, μόνο τα αποδεικνυόμενα, κατά την κρίση των αναιρεσειόντων πραγματικά περιστατικά και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως ούτε από την άποψη της ευθείας ούτε από την άποψη της εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του βυζαντινο-ρωμαϊκού δικαίου περί αδεσπότων ακινήτων που εφάρμοσε το δικαστήριο της ουσίας.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια ότι δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου του αναιρεσιβλήτου χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κλπ, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.

Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τρίτος των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 8 περ.

α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεχόμενο ότι "η ανώνυμη οικοδομική εταιρεία - Εκάλη Α.Ε.- εξέφρασε την δήλωση παραιτήσεως της από την κυριότητα του επιδίκου είτε η ίδια είτε κάποιος από του διαδόχους της", ενώ στο δικόγραφο της αγωγής αναφέρεται ότι η δήλωση παραιτήσεως έγινε μόνο από την πιο πάνω ανώνυμη εταιρεία, καθ' όσον τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ως άνω περιστατικά εκτίθενται εκ περισσού ως προκύψαντα από τις αποδείξεις και ως εκ τούτου δεν συνιστούν, μολονότι αυτά δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής, τον προβλεπόμενο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ.1, 3 του Ν. 3693/ 1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 εις.

Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987 και 2 της Υ.Α. 134.423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), σ'ότι αφορά το πρώτο τούτων Ελληνικό Δημόσιο και 181 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" σ'ότι αφορά το δεύτερο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-10-2002 αίτηση των Α. Σ. και Γ. Β. και τους από 24-9-2008 πρόσθετους λόγους αυτής περί αναιρέσεως της 273/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει για τον πρώτο τούτων στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ και για το δεύτερο στο ποσόν των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ