1195/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Στο σημείο αυτό η ανωτέρω δικηγόρος δήλωσε : α) η δεύτερη αναιρεσείουσα (Χ. Π.) τελεί σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και ορίστηκε προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια αυτής η Ε. Π. του Β., β) ότι παραιτείται από τους 4ο και 5ο λόγους της από 1-10-2009 αιτήσεως αναιρέσεως και γ) περί επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Legislator headnote
AI generated1195/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 216 § 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή του αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.
Full text
Απόφαση 1195 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1195/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Α. χας Γ. Α., το γένος Γ. Σ. και 2. Χ. χας Β. Π., το γένος Γ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευανθία Μεγκουσόγλου.
Στο σημείο αυτό η ανωτέρω δικηγόρος δήλωσε : α) η δεύτερη αναιρεσείουσα (Χ. Π.) τελεί σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και ορίστηκε προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια αυτής η Ε. Π. του Β., β) ότι παραιτείται από τους 4ο και 5ο λόγους της από 1-10-2009 αιτήσεως αναιρέσεως και γ) περί επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Σ. του Γ., 2. Γ. Σ. του Χ. και 3. Ε. συζ. Κ. Ν., το γένος Χ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Λακαφώση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24.705/2007 (που διορθώθηκε με την 41.046/2007) του ίδιου Δικαστηρίου και 1372/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 1-10-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 14-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ως προς τους τέταρτο και πέμπτο αυτής λόγους.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 291 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ιδίου Κώδικος, και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, και αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συμβεί μεταβολή στο πρόσωπο κάποιου διαδίκου ή του νομίμου αντιπροσώπου του, η οποία επηρεάζει την ικανότητα της δικαστικής παραστάσεώς του ή την εξουσία εκπροσωπήσεως του νομίμου αντιπροσώπου, ενώ η διακοπή αυτή επέρχεται από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει, το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη.
Μεταβολή δε στο πρόσωπο του διαδίκου, που επηρεάζει την ικανότητα της δικαστικής παραστάσεώς του, επέρχεται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 131 αρ. 2 του Αστικού Κώδικος και του άρθρου 63 του ΚΠολΔ, και στην περίπτωση της κηρύξεώς του σε κατάσταση πλήρους δικαστικής συμπαραστάσεως, στερούμενος εκ του λόγου τούτου της δικαιοπρακτικής του ικανότητος, εντεύθεν δε και της ικανότητος να παρίσταται στο δικαστήριο και να ενεργεί τις διάφορες διαδικαστικές πράξεις.
Επομένως, στην προκειμένη περίπωση, μετά την θέση της δεύτερης αναιρεσειούσης Χ. χήρας Β. Π. σε κατάσταση πλήρους διακαστικής συμπαραστάσεως με την υπ' αριθμ. 12265/2011 οριστική και ήδη τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ήτοι μετά την άσκηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, νομίμως επακολουθεί και συνεχίζεται η δίκη με την διά της ιδίας αποφάσεως διορισθείσης δικαστικής συμπαραστάτριας της εν λόγω διαδίκου Ε.
Π., αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, η τελευταία που παρέστη κατά την συζήτηση δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου εδήλωσε την εκ της θέσεως της άνω αναιρεσιβλήτου σε κατάσταση δικαστικής συμπαραστάσεως επελθούσα βιαία διακοπή της δίκης και την επανάληψή της, η οποία, έτσι, συνεχίζεται νόμιμα και στο όνομά της.
ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 & 1 του ιδίου Κώδικος και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρ. 495 & 1 του ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της εκτάσεώς της) κατάργηση της δίκης. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, η παραίτηση των ήδη αναιρεσειουσών από τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εφ' όσον έγινε με δήλωση του πληρεξουσίου των δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της παρούσης δίκης, πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως, είναι νόμιμη και επιφέρει κατάργηση της δίκης μόνον ως πος το μέρος που αφορά τους δύο ανωτέρω αναιρετικούς λόγους, οι οποίοι θεωρούνται ότι δεν ασκήθηκαν (άρθρ. 295 & 1 και 299 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 216 § 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή του αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.
Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεικτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε και με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε επίσης, με αναφορά απλή στη σχετική διάταξη του νόμου ή απλή μνεία αυτής, ούτε και με δικαστική ομολογία του εναγομένου, η οποία, ως αποδεικτικό μέσο με δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, αποκλείει μόνο τη διεξαγωγή των αποδείξεων και απαλλάσσει τον αντίδικο από το βάρος της αποδείξεως του ομολογουμένου ισχυρισμού.
Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.
Δεν απαιτείται όμως, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου και ο καθ' όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων. Η ακριβής, εξ' άλλου, περιγραφή του ακινήτου, η οποία μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, είναι αναγκαία, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει ο εναγόμενος να αμυνθεί και από το δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις.
Περαιτέρω, η μεν νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεομένη δηλαδή με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου ουσιαστικού κανόνος δικαίου, ελέγχεται αναιρετικώς ως παραβίαση από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της νομικής επαρκείας της αγωγής αξίωσε περισσότερα πραγματικά στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε ολιγότερα, ενώ αντιθέτως η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος αυτής, ελέγχεται ως παραβίαση από το εδάφιο 8 ή 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ..
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκοπούμενο δικόγραφο της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, το επίδικο εδαφικό τμήμα, περιγράφεται σε αυτή ως ευρισκόμενο στην περιοχή του Δήμου Θεσσαλονίκης, στην διασταύρωση των οδών ... και ..., εμβαδού, μετά την ρυμοτόμηση, 422,08 τ.μ., συνορεύον γύρωθεν, βορείως με οδό ...
επί πλευράς 25,21 μέτρων, νοτίως με νεόδμητη πολυκατοικία αγνώστων συνιδιοκτητών, επί πλευράς 27,88 μέτρων, ανατολικώς με οδό ... επί πλευράς 27,00 μέτρων και δυτικώς με πολυκατοικία αγνώστων ιδιοκτητών επί πλευράς 17,30 μέτρων, μετά των εντός αυτού ευρισκομένων πεπαλαιωμένων κτισμάτων, ήτοι μιας ισογείου κατοικίας 50 τ.μ.
εκ δύο δωματίων, σαλονιού και βοηθητικών χώρων, ενός φούρνου 35 τ.μ. ιδίου εμβαδού, μιας ισογείου κατοικίας 50- 55 τ.μ. εξ' ενός δωματίου, χωλλ, κουζίνας και βοηθητικών χώρων, μιας ισογείου κατοικίας 50-55 τ.μ. εξ' ενός δωματίου χώλλ, κουζίνας και βοηθητικών χώρων και μιας αποθήκης 10 τ.μ., με ειδική μάλιστα αναφορά στο προσαρτημένο στην αγωγή από 25/6/2003 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π.
Ζ., σε βαθμό ώστε να μην ανακύπτει καμία αμφιβολία περί της ταυτότητός του και να είναι δυνατή η άμυνα των αναιρεσειουσών, εναγομένων, καθώς και η έκδοση και εκτέλεση της αποφάσεως. Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής ως προς την περιγραφή του επιδίκου, και η μνεία της συγκεκριμένης θέσεως, στην οποία ευρίσκονται τα προαναφερόμενα κτίσματα επί του επιδίκου για τον προσδιορισμό της ταυτότητός του.
Επομένως, η περί του αντιθέτου προβαλλομένη αιτίαση διά του δευτέρου λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, -και όχι από τον αριθμό 1 του ιδίου Κώδικος, κατ' ορθή υπαγωγή του στον λόγο αυτό διαλαμβανομένου σφάλματος -, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω ποσοτικής αοριστίας, ως προς την περιγραφή του επιδίκου, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον περί αοριστίας με λόγο εφέσεως προβληθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειουσών εναγομένων, είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
ΙV. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1051 και 974 ΑΚ συνάγεται, ότι, επί ακινήτων δια την επ' αυτών κτήση της κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται συνεχής εικοσαετής νομή, εκείνος δε που απέκτησε την νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.
Για τον συνυπολογισμό αυτό στην νομή του χρησιδεσπόζοντος και της νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να συμπληρωθεί η εικοσαετία της εκτάκτου χρησικτησίας, δεν απαιτείται ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητος επί του πράγματος, αλλ' απλώς διαδοχή στη νομή, που επέρχεται με άτυπη, αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια η νομή που είχε αυτός που μεταβιβάζει και παραδίδει το πράγμα (ΟλΑΠ 1594/1979).
Κατά δε τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητος αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό από τον νομέα, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού κατά τρόπο διαρκή και σταθερό με διάνοια κυρίου, δηλαδή με την θέληση να το έχει ιδικό του.
Τέλος, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).
Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, ή στάθμιση, ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του με αριθμ. .../4-5-1946 προσυμφώνου συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Βαφειάδη ο πωλητής Α. Π. υποσχέθηκε στον Γ.
Σ. του Κ., πατέρα του πρώτου των εφεσίβλητων και των εκκαλουσών και πάππου εκ πατρός του δεύτερου και τρίτου των εφεσίβλητων, την μεταβίβαση ενός διαιρετού τμήματος, εκτάσεως 500 τ.μ., από το με αριθμό 783 Δ κατηγορίας τεμάχιο, συνολικής εκτάσεως 4.640 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο Πολίχνης, το οποίο δυνάμει του με αριθμό .../29-12-1951 τίτλου κυριότητας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στο τόμο 160 και αριθμό ...
το έτος 1952, παραχωρήθηκε στον εκ προσυμφώνου πωλητή Αριστείδη Παπαδόπουλο για την αγροτική του αποκατάσταση. Ο τελευταίος πωλητής παρέδωσε τη νομή αυτού στον πιο πάνω αγοραστή με τη σύνταξη του προσυμφώνου. Με το διάταγμα ρυμοτομίας 23-11-1962/ΦΕΚ 16 Δ/8-2-1963, όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια με τα 10-3-1965/ΦΕΚ 54 Δ/3-4-1965 και 10-3-1971/ΦΕΚ 73 Δ/1-4-1971 διατάγματα, ολόκληρο το αγροτεμάχιο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης του Δήμου Πολίχνης.
Με την εν λόγω ένταξη στο σχέδιο πόλης η έκταση του τμήματος, που είχε αγοράσει ο παραπάνω, μειώθηκε σε 422,08 τ.μ., ήδη αυτό βρίσκεται εντός του Συνοικισμού Πολίχνης Θεσσαλονίκης και συνορεύει βόρεια με οδό ... επί πλευράς 25,21 μέτρων, νότια με νεόδμητο πολυκατοικία αγνώστων συνιδιοκτητών επί πλευράς 27,88 μέτρων, ανατολικά με οδός ...
επί πλευράς 27,00 μέτρων και δυτικά με πολυκατοικία αγνώστων ιδιοκτητών, κατά δε την 8572/1994 πράξη τακτοποίησης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης προσκυρώνονται σ' αυτό τρία τμήματα έκτασης 102,70 το πρώτο, 42,70 το δεύτερο και 50,30 το τρίτο, που ανήκουν στον Δήμο Πολίχνης. Σημειώνεται ότι για τις εν λόγω προσκυρώσεις δεν έχει συντελεσθεί η απαλλοτρίωση, αφού δεν καθορίσθηκε και δεν παρακατατέθηκε η αποζημίωση, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο τέλος της νομικής σκέψης, και ως εκ τούτου τα εν λόγω τμήματα δεν αφορούν την προκείμενη δίκη, αντικείμενο της οποίας είναι, όπως προαναφέρθηκε, τα αμφισβητούμενα ποσοστά επί της έκτασης του οικοπέδου που απέμεινε μετά τη ρυμοτόμηση του, στην οποία έκταση δεν περιλαμβάνονται τα προαναφερθέντα προσκυρούμενα τμήματα, όπως αβάσιμα διατείνονται οι εκκαλούσες με τον τρίτο λόγο της έφεσης τους και για τα οποία αλυσιτελώς ισχυρίζονται ότι είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας.
Στο εν λόγω ακίνητο ήδη από της αγοράς του ο Γ. Σ. ανήγειρε ισόγεια κατοικία, στην οποία διέμενε αρχικά με όλα τα μέλη της οικογένειας του (τη σύζυγο του Ε., τα τέκνα τους Α., Χ., Α. και Ε. και το γιο του από προηγούμενο γάμο του Χ.) και επ' αυτού ανηγέρθη και επαγγελματικός φούρνος, εμβαδού 35 τμ περίπου, τον οποίο εκμεταλεύονταν.
Στη συνέχεια και αφού κατά τη δεκαετία 1950-1960 οι κόρες του παραπάνω μετώκησαν από την πατρική κατοικία λόγω γάμου, συνέχισαν να διαμένουν σ' αυτή ο Γ. Σ. με τη δεύτερη σύζυγο του και τα δύο άρρενα τέκνα του. Ο Γ. Σ. πριν από το θάνατο του (12.2.1968) παραχώρησε άτυπα το επίδικο στους υιούς του Α. (πρώτο εφεσίβλητο-ενάγοντα) και Χ.
Σ., πατέρα του δεύτερου και τρίτης των εφεσίβλητων-εναγόντων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στη νομή του, ασκώντας με διάνοια κυρίου τις αναφερόμενες παρακάτω εμφανείς πράξεις νομής, ενδεικτικές της βούλησης τους να το νέμονται αποκλειστικά για τον εαυτό τους, με αδιάκοπη συνέχεια χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα, για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας.
Ειδικότερα κατά το έτος 1965 οι προαναφερόμενοι γιοί του ανήγειραν επί του εν λόγω ακινήτου δύο ισόγειες οικίες εμβαδού 50 τ.μ. περίπου η καθεμία, στις οποίες εγκατέστησαν τις οικογένειες τους, φρόντιζαν παράλληλα τους γονείς τους και συνέχισαν να εκμεταλλεύονται μέχρι το έτος 1970 το φούρνο. Στις εν λόγω κατοικίες οι Α.
και Χ. Σ. διέμεναν ο πρώτος έως το έτος 1981, οπότε μαζί με την οικογένεια του μετώκησε σε ιδιόκτητη οικία, ο δεύτερος έως το θάνατο του το έτος 2003, έκτοτε δε εγκαταστάθηκε εκεί ο εγγονός του, υιός της τρίτης των εναγόντων, Κ. Ν., όπως ρητά κατέθεσε η μάρτυρας αποδείξεως και αναφέρεται και στην αγωγή, επιβεβαιώνεται δε η κατάθεση της και από την μάρτυρα ανταποδείξεως (και όχι ο Γ.
Σ. που εσφαλμένα αναφέρεται στην εκκαλούμενη απόφαση). Επίσης αποδείχθηκε ότι ο Α. Σ. εξακολουθεί να χρησιμοποιεί την παλαιά κατοικία του ως αποθηκευτικό χώρο, έχει δε εγκαταστήσει και ένα σκύλο τον οποίο επισκέπτεται και φροντίζει καθημερινά, όπως επίσης ρητά κατέθεσε η μάρτυρας αποδείξεως. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του εν λόγω οικοπέδου, ο πρώτος κατά ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου και οι δεύτερος και τρίτη εξ αυτών κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής του άμεσου δικαιοπαρόχου τους Χ.
Σ., με έκτακτη χρησικτησία αφού από την 23-5-1968, που επετράπη η χρησικτησία επί κλήρων και εφόσον στο επίδικο τμήμα ήταν δυνατή η απόκτηση από τρίτο της κυριότητας με χρησικτησία μετά την ένταξη του όλου κληροτεμαχίου στο σχέδιο πόλης σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, και μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο της απαιτούμενης εικοσαετίας.
Το γεγονός ότι ο Γ. Σ. δώρισε άτυπα το επίδικο κατ' ισομοιρία στους υιούς του Α. και Χ., προκύπτει από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως, η οποία κατέθεσε "ότι ο παππούς και η γιαγιά έλεγαν ότι είναι του Α. και του Χ.", κατάθεση που δεν αποκρούεται κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, ούτε και από τη κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης που δε κατέθεσε τίποτε σχετικά.
Επίσης επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι όσο ζούσε ο δωρητής και δικαιοπάροχος όλων Γ. Σ., μόνο οι υιοί του ανέγειραν τις ως άνω κατοικίες στο επίδικο οικόπεδο όπου για πολλά έτη διέμεναν με τις οικογένειες τους, ενώ οι κόρες του διέμεναν αλλού μετά το γάμο τους, όπως προαναφέρθηκε και ενώ είχαν λάβει από τον πατέρα τους, όπως κατέθεσε η μάρτυρας αποδείξεως, άλλα ακίνητα ως προίκα, ενώ οι αντίθετες για το γεγονός της άτυπης μεταβίβασης καταθέσεις των μαρτύρων στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούσες, δεν κρίνονται πειστικές.
Οι εκκαλούσες - εναγόμενες αμφισβητούν το δικαίωμα συγκυριότητας των εφεσίβλητων - εναγόντων κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά στο επίδικο ισχυριζόμενες ότι είναι συγκυρίες του επιδίκου με ποσοστό 3/16 η καθεμία με παράγωγο τρόπο και συνολικά σε 6/16 ή 12/32. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι κατέστησαν συγκυρίες τούτου κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά από τη μεταγραφή στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, της με αριθμό 1247/1977 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης περί επικυρώσεως ανωμάλου δικαιοπραξίας, δηλαδή του προαναφερθέντος προσυμφώνου προς τον πατέρα τους Γ.
Σ.. Πλην, όμως, από τη μεταγραφή της απόφασης αυτής και για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας ο πρώτος εφεσίβλητος-ενάγων και ο δικαιοπάροχος των λοιπών ασκούσαν τις προαναφερόμενες πράξεις νομής στο επίδικο αποκλειστικά για τον εαυτό τους, με αποτέλεσμα αυτές να απολέσουν το σχετικό δικαίωμα συγκυριότητας, που απέκτησαν παραγώγως με την μεταγραφή της ως άνω απόφασης, αφού ποτέ οι ίδιες δεν άσκησαν εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο, αλλά αντίθετα οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα ολοκλήρου του επίδικου και συνεπώς και των ιδανικών μεριδίων των εκκαλουσών επ' αυτού λόγω έκτακτης χρησικτησίας (αρ. 1045 ΑΚ), όπως παραπάνω εκτέθηκε.
Εξάλλου και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη σχετική νομική σκέψη δεν απαιτείτο γνωστοποίηση στους λοιπούς συγκυρίους-συγκληρονόμους ότι ο πρώτος ενάγων και ο δικαιοπάροχος των λοιπών νέμονται για λογαριασμό τους περισσότερα από το ιδανικό τους μερίδιο ποσοστά στο επίδικο οικόπεδο, αφού κατά τα προααποδειχθέντα ο Γ.
Σ. πριν από το θάνατο του μεταβίβασε το επίδικο με άτυπη σύμβαση στου δύο γιους του, οι οποίοι το νέμονταν έκτοτε για δικό τους λογαριασμό, δηλαδή σε χρόνο που δεν υπήρχε ακόμη κοινωνία των κληρονόμων αυτού επί των κληρονομιαίων αντικειμένων, η οποία λαμβάνει ύπαρξη από το θάνατο του κληρονομουμένου, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι εκκαλούσες, ισχυριζόμενες ότι δεν υφίσταται η εν λόγω προϋπόθεση, ενώ πρέπει να λεχθεί ότι το Δικαστήριο αναφέρεται και στα περιστατικά κατοχής του επιδίκου πριν από την 23-5-1968 καθόσον η άτυπη μεταβίβαση αυτού από τον πιο πάνω κοινό αρχικό δικαιοπάροχο των διαδίκων έλαβε χώρα πριν από την ως άνω ημεροχρονολογία.
Τέλος μόνο το γεγονός ότι κατά την πολεοδομική τακτοποίηση του εν λόγω ακινήτου οι εκκαλούσες-εναγόμενες κατέβαλαν, όπως ισχυρίζονται, την αναλογούσα στη μερίδα τους χρηματική εισφορά, δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση περί του ότι αποκλειστικοί νομείς του επιδίκου ήταν ο πρώτος εφεσίβλητος-ενάγων και ο δικαιοπάροχος των λοιπών, αφού και οι ίδιες δεν επικαλούνται πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της συγκυριότητας τους επί του επιδίκου παρά μόνο την κατά παράγωγο τρόπο κτηθείσα συγκυριότητά τους, η οποία όμως απωλέσθηκε λόγω της έκτακτης χρησικτησίας των εφεσίβλητων, όπως προαναφέρθηκε, ενώ είναι προφανές ότι υφίστατο κατά την άσκηση της αγωγής το απαιτούμενο έννομο συμφέρον των εφεσίβλητων-εναγόντων ενόψει της ως άνω αμφισβήτησης της συγκυριότητας τους από τις εκκαλούσες-εναγόμενες.
Ακολούθως, κατ' επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως, έκρινε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ερειδομένη επί της εκτάκτου χρησικτησίας". Με αυτά που εδέχθη και έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις όλα τα κατά νόμο παραγωγικά του επιδίκου δικαιώματος κυριότητος περιστατικά από τους αναιρεσιβλήτους, κτηθείσης κατά τρόπο πρωτότυπο, δι' εκτάκτου χρησικτησίας, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής και ερμηνείας των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια όλες οι επί μέρους υλικές και εμφανείς διακατοχικές πράξεις από τους αναιρεσιβλήτους επί του επιδίκου, προσήκουσες στην φύση και τον προορισμό του, συνεχώς πλέον της εικοσαετίας με προσμέτρηση, όσον αφορά τους δεύτερο και τρίτη εκ των αναιρεσιβλήτων, και της νομής χρησικτησίας του αμέσου δικαιοπαρόχου τους Χ.
Σ.. Ειδικώς δε αιτιολογείται στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι στο επίδικο δεν περιλαμβάνεται και δημοτική έκταση, που είναι ανεπίδεκτη χρησικτησίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η με τον ίδιο αναιρετικό λόγο προβαλλομένη αιτίαση για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, διότι το Εφετείο εσφαλμένως εδέχθη ότι δεν περιλαμβάνεται και δημοτική έκταση, ως πλήττουσα, υπό την επίκληση της ελλείψεως νομίμου βάσεως της αποφάσεως, δηλαδή της παραβιάσεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, την περί των πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα.
Y. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό δύναται να χρησιμεύσει ως βάση για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 12 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, που προβλέπονται από το άρθρο 339 ΚΠολΔ, θεωρείται η προβλεπομένη από τον νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσεως του δικαστού ως προς την απόδειξη, με το μέσο αυτό, του αποδεικτέου θέματος. Επομένως, μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς την δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η αναγνώριση αποδεικτικής δυνάμεως σε αποδεικτικό μέσο μεγαλυτέρας ή μικροτέρας από αυτή που του αποδίδει ο νόμος, ιδρύει λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ.
Έτσι, δεν επιτρέπεται αναίρεση για παραβίαση των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ, αναφορικώς με την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων, όταν αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη για άμεση απόδειξη, αλλ' εκτιμώνται ελεύθερα με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία με άσκηση νομής πλέον της εικοσαετίας, προσέδωσε στις καταθέσεις των μαρτύρων μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προβλέπει γι' αυτές ο νόμος, ενώ δεν προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη σε δημόσια έγγραφα, που προσήγαγον μετ' επικλήσεως οι αναιρεσείουσες στα πλαίσια της ανταποδείξεως. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν προσέδωσε επηυξημένη αποδεικτικη δύναμη στις καταθέσεις των μαρτύρων, που έλαβε υπόψη, συνεκτιμώντας αυτές με τις λοιπές αποδείξεις, ενώ τα διάφορα έγγραφα, με γενική αναφορά σε αυτά έλαβε υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως, δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη ως άνω πλημμέλεια, και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ
Κηρύσσει κατηργημένη την δίκη ως προς τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 1/10/2009 αίτηση της Α. χήρας Γ. Α. κ.λ.π. για αναίρεση της 1372/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τις και ήδη αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εκ δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ