Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to propose new claims before the first instance court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Thessaloniki's decision regarding inheritance distribution. The appellant argued that the lower court improperly dismissed claims about inter vivos gifts and currency devaluation, which were allegedly proven by documents. The court ruled these arguments inadmissible because they were raised after the first instance proceedings concluded without proper justification under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 no. 8; Art. 562 para. 2; Art. 269 para. 2 no. 3 of the Code of Civil Procedure: New factual claims raised after the first instance must be substantiated by documents or court admission to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1195 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1195/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ερασμία Τσελεντάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: .....2. ......και 3. ...... . Ο 2ος και ο 3ος ως μοναδικοί κληρονόμοι του αρχικού αναιρεσίβλητου αποβιώσαντος ..... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-1983 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης και της αρχικής διαδίκου (αποβιωσάσης) ...., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, το οποίο εξέδωσε την 149/1984 απόφαση ερήμην του αναιρεσείοντος ..... ο οποίος άσκησε την από 14-9-1984 ανακοπή ερημοδικίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/1999 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και 709/2000 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-5-200 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 1-3-2006 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη και ήδη Προέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Νικόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, η οποία συνίσταται στο ότι δεν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ελέγχεται από τον αριθ. 8 του άρθρ.559 ΚΠολΔ. Και ναι μεν η αοριστία της αγωγής ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και επομένως για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, άλλως είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα.
Συνακόλουθα, ο από την προαναφερόμενη διάταξη πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ποσοτική αοριστία της αγωγής ,η οποία συνίσταται στο ότι δεν αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο τα μνημονευόμενα σ' αυτόν πραγματικά στοιχεία, αναγκαία για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής για συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι ο σχετικός ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, που αποτελεί τον λόγο αυτό της αναίρεσης, προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο, με λόγο έφεσης (άρθρ. 520ΚΠολΔ), από τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα.
Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ.2ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας , β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, πρώτο και δεύτερο μέρος, προβάλλονται ,αντίστοιχα, οι αιτιάσεις α) της μη κήρυξης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ακυρότητας για τους αναφερόμενους λόγους των αποδείξεων που διατάχθηκαν συμπληρωματικά με "πράξη" όχι του δικαστηρίου, αλλά του εισηγητή-Δικαστή που ορίσθηκε για τη διεξαγωγή αυτών και β) της από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μη διατάξεως αποδείξεων μετά την από εκείνο παραδοχή της ανακοπής ερημοδικίας που άσκησε ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων, κατά προηγούμενης απόφασης αυτού, που εκδόθηκε ερήμην του τελευταίου. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρ.14 και 10περ.β ΚΠολΔ, που δεν εμπίπτουν στις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τόσο η ακυρότητα όσο και η παράλειψη πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου να διατάξει αποδείξεις προτάθηκαν στο Εφετείο.
Επειδή, με το τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το αρθρ. 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο δικαστικής ομολογίας των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, η οποία περιεχόταν στις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, περί του ισχυρισμού του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, ότι ο διαθέτης πατέρας του τελευταίου και της πρώτης αναιρεσίβλητης, θείος δε των λοιπών αναιρεσιβλήτων, ..... , προέβη εν ζωή σε παροχές προς τις ενάγουσες που έπρεπε να υπολογιστούν στην νόμιμη μοίρα τους. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι επικαλέσθηκε την oμoλoγία αυτή ενώπιον του Εφετείου, με τις προτάσεις του ενώπιον αυτού κατά τη συζήτηση που προηγήθηκε της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης του.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 παρ.1,577 παρ.3 ΚΠολΔ, στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, στον οποίο αναφέρονται οι περί υπολογισμού της νόμιμης μοίρας διατάξεις των άρθρων 1534, 1895, 1899 ΑΚ και οι όροι εφαρμογής αυτών, χωρίς καμία απολύτως άλλη αναφορά σε κάποια αναιρετική πλημμέλεια του δικαστηρίου της ουσίας, ούτε σ' αυτήν του αριθ.1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού δεν αναφέρονται οι παραδοχές του δικαστηρίου εκείνου, το σφάλμα αυτού και σε τι ακριβώς συνίσταται τούτο, η επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης και γενικώς κανένα απολύτως από τα στοιχεία που απαιτούνται για να είναι ορισμένος ο από την ως άνω διάταξη προβλεπόμενος λόγος, που ίσως ήθελε να προβάλει ο αναιρεσείων, είναι απορριπτέος ως αόριστος.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρ. 269 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρ. 11 του ν. 2915/2001 και τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν κατά την πρώτη συζήτηση, εκτός ορισμένων περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη που προβλέπεται από την παράγραφο 2 περ.
γ' της δεύτερης από αυτές, σύμφωνα με την οποία κατ' εξαίρεση η προβολή νέων ισχυρισμών μετά την πρώτη συζήτηση επιτρέπεται και όταν αυτοί αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία. Επομένως, ο διάδικος που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς μετά την πρώτη συζήτηση οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει την συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων, οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους και συγκεκριμένα στην ανωτέρω περίπτωση της παρ. 2 εδ.
γ' του άρθρ. 269 ΚΠολΔ πρέπει να επικαλεσθεί την ομολογία ή τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να προσκομίσει, από τα οποία αποδεικνύεται ο νέος πραγματικός ισχυρισμός. Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από το αριθ.559 αρ.14 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό του εναγομένου , ήδη αναιρεσείοντος, περί του ότι ο διαθέτης πατέρας του κατέλιπε τη νόμιμη μοίρα των εναγουσών και ήδη αναιρειβλήτων μεριδούχων με παροχές εν ζωή που προστίθενται στην κληρονομία κατά τα άρθρ. 1833, 1831 ΑΚ, και περί της νομισματικής υποτίμησης των παροχών που λήφθηκαν από τις ενάγουσες από του χρόνου που αυτές έγιναν μέχρι του θανάτου του κληρονομουμένου, για το λόγο ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε κατά παράβαση του αρθ.269 ΚΠολΔ, το πρώτον ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με τις προτάσεις τους κατά την δεύτερη συζήτηση της υπόθεσης, ενώ θα έπρεπε να τον λάβει υπόψη του, διότι αποδεικνυόταν με έγγραφα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται, ότι επικαλέσθηκε για το παραδεκτό της βραδείας προβολής του ισχυρισμού του τη συνδρομή των προϋποθέσεων παρ.2 περ. γ του αρθρ.269 ΚΠολΔ, ήτοι ότι επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα έγγραφα από τα οποία αποδεικνυόταν ο ανωτέρω ισχυρισμός του.
Επειδή, με τον έκτο λόγo αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, προβάλλονται οι από το αρθρ.559 αρ.11 περ. α και 1 0 περ. β' ΚΠολΔ, αντίστοιχα, αιτιάσεις, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπονται από το νόμο, δέχθηκε πράγματα χωρίς να διατάξει αποδείξεις και ειδικότερα έλαβε υπόψη του καταθέσεις μαρτύρων που διατάχθηκαν παρανόμως και αναρμοδίως από του ορισθέντα Εισηγητή- δικαστή και όχι από το ίδιο το δικαστήριο εκείνο, που παρέλειψε, μετά την παραδοχή της ανακοπής ερημοδικίας που άσκησε ο εναγόμενος κατά προηγούμενης ερήμην αυτού εκδοθείσας απόφασης εκείνου, να διατάξει αποδείξεις επί της υπόθεσης την οποία δίκασε εξ αρχής. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι, ενόψει του ότι οι με αυτούς προβαλλόμενες αιτιάσεις στρέφονται κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δε γίνεται μνεία στο αναιρετήριο, ότι αυτές προβλήθηκαν ενώπιον του Εφετείου, σύμφωνα με τον αναγραφόμενο στο άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ κανόνα, στις εξαιρέσεις του οποίου δεν εμπίπτουν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-5-2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της 709/2000 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20-5-2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4-6-2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ