1195/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1056/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9579/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Ιουνίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και ο 2ος αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 15 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1195/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων αυτών, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν εκτίθεται όμως στο αναιρετήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά εντελώς σποραδικά και αποσπασματικά οι συγκεκριμένες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Full text
Απόφαση 1195 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1195/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: Χ1 , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θεοδοσίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2) Ψ2 , ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1056/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9579/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Ιουνίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και ο 2ος αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 15 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από την έκθεση επιδόσεως......του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......σε συνδυασμό: α) προς την από..... απόδειξη του ιδίου επιμελητού περί παραδόσεως του θυροκολληθέντος δικογράφου στα χέρια του Αξιωματικού Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Κυψέλης, όπου η κατοικία του πρώτου αναιρεσιβλήτου, β) την από ..... βεβαίωση του ιδίου δικαστικού επιμελητού περί ταχυδρομήσεως στον πρώτο αναιρεσίβλητο εγγράφου ειδοποιήσεως, στην οποία αναφέρεται το είδος του επιδοθέντος εγγράφου (αρθρ.128§4 εδ.α΄, β΄ και γ΄ ΚΠολΔ), που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 21.6.2006 αιτήσεως αναιρέσεως της 9579/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την πράξη ορισμού δικασίμου και την κλήση προς συζήτηση κατά την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκαν, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στον πρώτο αναιρεσίβλητο. Πλην όμως αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την συζήτηση, η οποία, επομένως, πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του, κατ' άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118§2, 566§1, 577§3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθμ. 1και 19), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως).
Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578). Το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παράβαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού.
Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. (ΟλΑΠ 32/96, 27/98). Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, που απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσειούσης κατά των αναιρεσιβλήτων με αίτημα την επιδίκαση αποζημιώσεως εκ του εις βάρος της τελεσθέντος αδικήματος της απάτης, ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων και ειδικότερα του άρθρου 26 του Ν.1882/1990, του άρθρου 2 παρ. 5 του Ν 2556/1997 και του άρθρου 1274 ΑΚ.
Επίσης, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων αυτών, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν εκτίθεται όμως στο αναιρετήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά εντελώς σποραδικά και αποσπασματικά οι συγκεκριμένες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως, οι προαναφερόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι.
ΙΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.13 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν δεν έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση οπότε δεν υπάρχει υποκειμενικό βάρος αποδείξεως, όπως συμβαίνει στην διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Εφετείου που δικάζει επί εφέσεως κατ' αποφάσεως του δικαστηρίου αυτού, (αριθμ. 524§1 ΚΠολΔ), κατά την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 270§§1 εδάφ.
β΄, 4 εδαφ. α΄ και 6 εδαφ. 1α ΚΠολΔ, οι διάδικοι είναι υποχρεωμένοι να προσκομίσουν προαποδεικτικώς στο ακροατήριο, όλα τα αποδεικτικά μέσα, η συζήτηση και διεξαγωγή των αποδείξεων ολοκληρώνεται σε μία δικάσιμο και η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο.
Κατ' εξαίρεση ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν εκδοθεί απόφαση για συμπλήρωση των αποδείξεων σύμφωνα με το αρθρ. 270§§1 εδαφ.β΄, 4 εδάφ.α΄ και εδαφ.1α του ΚΠολΔ (ΑΠ 1096/1993 ΕλΔ 35.1592). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, εκδοθείσα επί εφέσεως κατ' αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην εσφαλμένη κατανομή του βάρους της αποδείξεως μεταξύ των διαδίκων.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.06.2006 αίτηση αναιρέσεως της Χ1 για αναίρεση της 9579/2005 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Ψ2 , τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ