Supreme Court dismisses appeal against insurance denial due to driver's license lapse, upholding lower court ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision denying insurance coverage. The appellant, a deceased driver, sought to reverse the ruling that the insurance company was legally justified in refusing claims because the driver held an invalid license at the time of the accident. The court found the insurance company's reliance on the contract's exclusion clause valid and the appellant's arguments regarding the renewal process legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 527, 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The court held that an insurance company may validly deny coverage based on a contractual exclusion for driving without a valid license, and that procedural defects in license renewal do not invalidate the insurer's right to rely on such exclusions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1194 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1194/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, διατηρεί υποκατάστημα στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χριστοδούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Α. Α., ο οποίος, αφού έλαβε τον λόγο, δήλωσε στο ακροατήριο ότι: ο αναιρεσείων απεβίωσε στις 2-5-2021, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου ... του Νομού Θεσσαλονίκης και κληρονομήθηκε από τον ίδιο, Α. Α., την Κ. Τ. και τον Π. Α., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και ο μεν πρώτος παρίσταται αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου, οι δε δεύτερη και τρίτος εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2017 αγωγή του αρχικού διαδίκου Α. Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17158/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1620/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 22-3-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς κληρονόμος του αρχικού διαδίκου για τον εαυτό του και ως πληρεξούσιος των λοιπών κληρονόμων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 287 § 1 ΚΠολΔ, "η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η γνωστοποίηση γίνεται από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη", ενώ κατά το άρθρο 290 του ίδιου Κώδικα, "η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή." Στην προκειμένη περίπτωση οι Α.
Α., Κ. Τ. και Π. Α. με προφορική δήλωση, που έγινε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, και με τις προτάσεις τους, νομίμως γνωστοποιούν τη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, του αρχικού αναιρεσείοντος Α. Α., συζύγου της δεύτερης και πατέρα των πρώτου και τρίτης από αυτούς, και την επανάληψή της στα πρόσωπά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, περιστατικά που πράγματι προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα από αυτούς:
α) ...2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου ... Θεσσαλονίκης, β) ...2021 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δημάρχου Θεσσαλονίκης, και γ) 11468/15-4-2024 και 3316/15-4-2024 πιστοποιητικά της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης περί μη δημοσίευσης διαθήκης του αποβιώσαντος και περί μη αποποίησης της κληρονομίας του εκ μέρους των δηλούντων, αντίστοιχα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 573 § 1 και 577 §§ 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο (μετέπειτα) αναιρεσείων μπορεί να αποδεχθεί την προσβαλλόμενη απόφαση, η αποδοχή δε αυτή έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της μετά ταύτα ασκηθείσας αίτησης αναιρέσεως λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος και υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης αυτής, χωρίς να απαιτείται γι' αυτό η τήρηση ορισμένου τύπου.
Επομένως, η αποδοχή μπορεί να γίνει είτε με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 του ΚΠολΔ, δηλαδή με δήλωση η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο το οποίο επιδίδεται στον αντίδικο ή με δήλωση στις προτάσεις, είτε σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση.
Μετά όμως από την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως, δεν χωρεί σιωπηρή αποδοχή της απόφασης, αλλά μόνο ρητή, δηλαδή αυτή που γίνεται με κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο 297 ΚΠολΔ τρόπους, εφόσον η αποδοχή στην περίπτωση αυτή υποδηλώνει παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν μπορεί να γίνει σιωπηρά.
Εξάλλου, δεν συνιστά σιωπηρή αποδοχή της απόφασης η εκ μέρους του οφειλέτη και εν συνεχεία αναιρεσείοντος καταβολή του συνόλου των επιδικασθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικών ποσών στον δικαιούχο και μετέπειτα αναιρεσίβλητο, αφού η καταβολή των επιδικασθέντων, έστω και με αναγνωριστική διάταξη, χρηματικών ποσών, γίνεται προδήλως προς αποφυγή των συνεπειών από τη μη πληρωμή, ήτοι της αναγκαστικής εκτέλεσης (επί αναγνωριστικής απόφασης, μετά την έκδοση διαταγής πληρωμής) ή την επιβάρυνση με τόκους υπερημερίας (Α.Π. 1067/2021, Α.Π. 750/2020, Α.Π. 113/2016, Α.Π. 1306/2014, Α.Π. 1268/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την 17158/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έγινε δεκτή η αγωγή του αρχικού αναιρεσείοντος και υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει 8.082,47 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, κηρύχθηκε δε προσωρινά εκτελεστή η απόφαση για το ποσό των 6.806,22 ευρώ.
Σε εκτέλεση της διάταξης αυτής, η αναιρεσίβλητη την 20-2-2019 κατέβαλε στον αρχικό αναιρεσείοντα 6.806,22 ευρώ και 675,75 ευρώ για τόκους, συνολικά 7.481,97 ευρώ. Ακολούθως, με την αναιρεσιβαλλόμενη 1620/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε μετά από έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, απορρίφθηκε η αγωγή και υποχρεώθηκε ο αρχικός αναιρεσείων να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση με την επιστροφή στην αναιρεσίβλητη εντόκως του καταβληθέντος από αυτήν ποσού.
Ήδη η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις, που κατέθεσε εμπρόθεσμα κατ' άρθρο 570 § 1 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, επειδή ο αρχικός αναιρεσείων πριν από την άσκηση αυτής αποδέχτηκε την προσβαλλόμενη απόφαση με την καταβολή σε αυτήν (αναιρεσίβλητη) την 20-1-2021 του ποσού των 8.481,97 ευρώ χωρίς επιφύλαξη.
Εφόσον, όμως, η καταβολή έγινε σε εκτέλεση διάταξης της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνιστά σιωπηρή αποδοχή αυτής, αλλά θεωρείται ότι έγινε προς αποφυγή των συνεπειών από τη μη πληρωμή, και συγκεκριμένα της αναγκαστικής εκτέλεσης και της επιβάρυνσης με τόκους υπερημερίας, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, επομένως ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως δεν είναι νόμιμος.
Με τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ., που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 3, 174, 178, 179 Α.Κ., που δεν επιτρέπουν αντίθετες συμφωνίες (Α.Π. 117/2023, Α.Π. 138/2022, Α.Π. 49/2021, Α.Π. 845/2019) και, επίσης, να μη προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων (Ολ.Α.Π. 33/2002, Α.Π. 117/2023).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 17 § 1 εδ. γ' του ν. 3557/2007, η ισχύς του οποίου άρχισε από 14-5-2007, καταργήθηκε η Κ4/585/5-4-1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (Φ.Ε.Κ. 795, τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β' στο π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε τον νόμο 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης"), το οποίο ορίζει τα ακόλουθα: "1.
Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, Φ.Ε.Κ. 57 Α'), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος ..., γ) από αυτοκίνητο όχημα, του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος." Οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις που απαρτίζουν, περιοριστικά πλέον, τους τρεις λόγους εξαιρέσεως από την ασφάλιση, αποτελούν λόγους απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του, με την επισήμανση ότι επιτρέπεται με τη σύμβαση ασφάλισης να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων αυτών, και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη (άρθρο 6β' § 2 του ίδιου π.δ/τος).
Από το συσχετισμό αυτών των τριών περιπτώσεων εξαιρέσεως προκύπτει ότι ο νόμος προβλέπει την ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας ως περαιτέρω προϋπόθεσης για τη στοιχειοθέτηση των λόγων εξαίρεσης, μόνο στις περιπτώσεις β' και γ', όχι όμως και στην περίπτωση α', δηλαδή στην πρόκληση ατυχήματος από οδηγό που στερείται άδειας ικανότητας οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί.
Ειδικότερα, από τη γραμματική διατύπωση των τριών περιπτώσεων εξαίρεσης συνάγεται ότι στην πρώτη περίπτωση δεν εξετάζεται και δεν ερευνάται κατά πόσον η έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης επηρέασε ή όχι την πρόκληση του ατυχήματος, αφού πρόκειται τυπικά για περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, ενώ η ανάγκη συνδρομής της αιτιώδους συνάφειας ερευνάται μόνο στις δύο άλλες περιπτώσεις.
Η διατύπωση αυτή στο νόμο, δηλαδή η μη αναφορά, σε αντίθεση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις, της αιτιώδους συνάφειας της έλλειψης άδειας οδήγησης με την πρόκληση του ατυχήματος, αποτελεί συνειδητή ρύθμιση του νομοθέτη, διαφοροποιημένη σε σχέση με τις δύο άλλες περιπτώσεις, και δεν πρόκειται για απλή παράλειψή του.
Μέχρι την κατάργηση της Κ4/585/1978 υπουργικής απόφασης, η νομολογία θεωρούσε και τους λόγους αυτούς απαλλαγής ή εξαίρεσης (που αποτελούσαν συμβατικές εξαιρέσεις της κάλυψης του ασφαλισμένου), ως καλυμμένα ασφαλιστικά βάρη (Α.Π. 1016/2013, Α.Π. 1451/2009, Α.Π. 1357/2008, Α.Π. 1517/2006), δηλαδή, η απαλλαγή του ασφαλιστή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν επερχόταν απλώς και μόνο συνεπεία της έλλειψης άδειας οδήγησης στο πρόσωπο του οδηγού που είχε εμπλακεί στο ατύχημα, αλλά εφόσον συνέτρεχε υπαιτιότητα και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους, δηλαδή της έλλειψης άδειας ικανότητας οδήγησης, και του ατυχήματος, πλην όμως τούτο δεν σημαίνει ότι ο νομοθέτης είναι δεσμευμένος να ακολουθήσει οπωσδήποτε την παραδοχή αυτή.
Αντίθετα, έχει την ευχέρεια να αποκλίνει, εφόσον, βέβαια, εκφράζεται σαφώς, όπως συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση του εδαφίου α' της παραγράφου 1 του άρθρου 6β' του π.δ. 237/1986, στην οποία, σε αντίθεση με τις άλλες δύο ρυθμιζόμενες περιπτώσεις ασφαλιστικών βαρών, δεν θέτει ως προϋπόθεση του λόγου απαλλαγής ή εξαίρεσης του ασφαλιστή την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ανωτέρω παράβασης και του ατυχήματος, χωρίς, περαιτέρω, να είναι υποχρεωμένος, όταν προβλέπει λόγους εξαίρεσης για τη ρύθμιση κάποιου θέματος, να θέτει είτε μόνο λόγους εξαίρεσης, είτε μόνο καλυμμένα ασφαλιστικά βάρη, αλλά έχει τη δυνατότητα να κάνει συνδυασμό μεταξύ τους.
Συνεπώς, με βάση την προπαρατιθέμενη ρύθμιση του νόμου, δεν έχει νομική επιρροή ο ισχυρισμός του οδηγού, που έχει εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα και δεν έχει άδεια ικανότητας οδήγησης, ότι γνωρίζει να οδηγεί ή ότι λείπει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της έλλειψης της άδειας αυτής και του ατυχήματος (Α.Π. 379/2021, Α.Π. 628/2019, Α.Π. 450/2018, Α.Π. 474/2017, Α.Π. 71/2017, Α.Π. 324/2016).
Τα ανωτέρω εφαρμόζονται στις σχέσεις ασφαλιστή και ασφαλισμένου στη δίκη αναγωγής του πρώτου κατά του δεύτερου, κατά την οποία παρέχεται το δικαίωμα στον ασφαλιστή να εναγάγει τα αναφερόμενα στο άρθρο 11 § 1 του π.δ. 237/1986 πρόσωπα και να ζητήσει από αυτά ό,τι κατέβαλε ή θα καταβάλει σε εκείνον που ζημιώθηκε από το τροχαίο ατύχημα, όμως για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζονται και στις σχέσεις μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ενάγει τον ασφαλιστή, επικαλούμενος την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης κάλυψης της ζημίας του από προαιρετικούς κινδύνους (Α.Π. 379/2021).
Επίσης, κατά τις σχετικές διατάξεις του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο του ατυχήματος (14-12-2012), που ενδιαφέρουν στην εξεταζόμενη υπόθεση, ορίζονται τα εξής: α) στο άρθρο 13 § 2 εδ. α', "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει την, κατά τις σχετικές διατάξεις, προβλεπόμενη άδεια οδήγησης και την αναγκαία σωματική και διανοητική ικανότητα και να βρίσκεται σε κατάλληλη κατάσταση για να οδηγεί, οφείλει δε κατά το χρόνο της οδήγησης να είναι σε θέση να ελέγχει το όχημά του ή τα ζώα του", β) στο άρθρο 94 § 3, "απαγορεύεται η οδήγηση αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους του παρόντος άρθρου", η οποία (άδεια), κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, απαιτείται να είναι κατηγορίας Β' για την οδήγηση επιβατηγού αυτοκινήτου, του οποίου ο μέγιστος αριθμός θέσεων καθημένων (χωρίς τη θέση του οδηγού) δεν υπερβαίνει τις οκτώ, γ) στο άρθρο 95 § 1, εδάφ.
α' ως ε', "οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 ισχύουν χρονικά μέχρι να συμπληρώσουν οι κάτοχοί τους το εξηκοστό πέμπτο (65) έτος της ηλικίας τους. Οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Β+Ε, Γ, Γ+Ε, Δ, Δ+Ε και της κατηγορίας Β, όταν αυτή χρησιμοποιείται για την οδήγηση επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, ισχύουν για πέντε (5) χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης ή της προηγούμενης ανανέωσής τους.
Με τη λήξη πενταετούς ισχύος των αδειών αυτών λήγει συγχρόνως και η ισχύς των αδειών οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 που είναι ενσωματωμένες στο έντυπο της άδειας οδήγησης. Μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας των εξήντα πέντε (65) ετών οι άδειες οδήγησης ανανεώνονται κάθε τρία (3) χρόνια από την έκδοση ή την προηγούμενη ανανέωσή τους.
Η ανανέωση των αδειών οδήγησης γίνεται μετά από ιατρική εξέταση", δ) στο άρθρο 95 § 3: "η ανανέωση της άδειας οδήγησης μπορεί να γίνει οποτεδήποτε όχι όμως προ του διμήνου, το οποίο προηγείται της ημερομηνίας λήξης της. ... Η ανανέωση γίνεται χωρίς θεωρητική και πρακτική εξέταση, έπειτα από ιατρική εξέταση, κατά την οποία πρέπει να κριθεί ότι ο ενδιαφερόμενος πληροί τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις υγείας" και ε) στο άρθρο 95 § 5, "η άδεια οδήγησης επιτρέπεται να ανανεωθεί και μετά τη λήξη της ισχύος της, αν υπάρχουν οι νόμιμες, προς τούτο, προϋποθέσεις.
Η άδεια οδήγησης θεωρείται ότι δεν ισχύει: α. αν έληξε ο χρόνος ισχύος της, β. αν έχει φθαρεί ή αλλοιωθεί, σε τέτοιο βαθμό που να είναι δυσχερής ο έλεγχός της και γ. αν έπαψαν να ισχύουν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε ή ανανεώθηκε". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ανανέωση της άδειας οδήγησης, που έληξε λόγω της συμπλήρωσης της ηλικίας των 65 ετών, δεν καλύπτει τον ενδιάμεσο χρόνο, δηλαδή αυτόν από τη λήξη μέχρι την ανανέωση, κατά τον οποίο ο οδηγός, που στερείται της άδειας, προκάλεσε το τροχαίο ατύχημα (Α.Π. 379/2021, Α.Π. 628/2019, Α.Π. 474/2017, Α.Π. 911/2002).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Περαιτέρω, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (Ολ.Α.Π. 26/2004) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.Α.Π. 26/2004), ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, παρόλο που δέχεται ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (Α.Π. 849/2017).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (Α.Π. 630/2021, Α.Π. 1399/2019).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).
Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει και όταν το δικαστήριο, έχοντας προβεί στην εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή όταν παραθέτει συναφώς ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες (Α.Π. 155/2023, Α.Π. 766/2019, Α.Π. 705/2019, Α.Π. 518/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 14-12-2012 ο εφεσίβλητος [αρχικός αναιρεσείων], οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, επί της επαρχιακής οδού Θεσσαλονίκης - ..., προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση με έτερο όχημα που εκινείτο επ' αυτής, επιχειρώντας ελιγμό, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο αρχικά επέπεσε σε φρεάτιο νεροσυλλέκτη της οδού και ακολούθως προσέκρουσε σε τσιμεντένιο πυλώνα φωτισμού του δρόμου, με αποτέλεσμα το ως άνω όχημα να υποστεί εκτεταμένες ζημιές.
Μετά το ατύχημα, ο ενάγων ενημέρωσε την εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία [αναιρεσίβλητη], στην οποία είχε ασφαλίσει το αυτοκίνητο με μεικτή ασφάλεια (ήτοι, πέραν της αστικής ευθύνης προς τρίτους από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου του και την κάλυψη των ιδίων ζημιών του οχήματός του), προκειμένου η τελευταία, σε εκτέλεση της ασφαλιστικής σύμβασης, να καλύψει τη δαπάνη για την αποκατάσταση των ζημιών.
Προς το σκοπό αυτό, πραγματογνώμονες της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, αφού είδαν τις ζημίες του οχήματος, εκτίμησαν το κόστος αποκατάστασης αυτών. Τελικά, κατόπιν της επιθυμίας του εφεσιβλήτου για την επισκευή του οχήματός του σε άλλο συνεργείο, στις 20-12-2012 το παραπάνω αυτοκίνητο μεταφέρθηκε στο συνεργείο της εταιρείας ...
ΑΤΕΕ, μετά από υπόδειξη της εκκαλούσας, η οποία διατηρούσε συνεργασία με αυτό και ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει απευθείας στο συνεργείο τη δαπάνη επισκευής του αυτοκινήτου του εφεσιβλήτου, αντί να καταβάλει το ποσό στον εφεσίβλητο και ακολούθως αυτός να το καταβάλει στο συνεργείο. Η παραπάνω εταιρεία, μετά από κάποια χρονική καθυστέρηση, επισκεύασε το αυτοκίνητο και στις 15-2-2013 το παρέδωσε πλήρως επισκευασμένο στον εφεσίβλητο, εκδίδοντας την ...
απόδειξη παροχής υπηρεσιών - δελτίο αποστολής, συνολικού ποσού 6.806,22 ευρώ ... Όμως, η εκκαλούσα δεν κατέβαλε ούτε στην επισκευάστρια εταιρεία ούτε στον εφεσίβλητο το παραπάνω ποσό, διότι, όπως προέκυψε, ο εφεσίβλητος δεν διέθετε κατά το χρόνο του ατυχήματος άδεια ικανότητας οδηγού σε ισχύ και, ως εκ τούτου, θεώρησε ότι δεν ήταν υπόχρεη στην κάλυψη της δαπάνης επισκευής του αυτοκινήτου.
Μετά την άρνησή της αυτή, η επισκευάστρια εταιρεία άσκησε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 11-2-2015 ... αγωγή κατά του εφεσιβλήτου, η οποία με την υπ' αριθμ. 10886/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έγινε δεκτή και υποχρεώθηκε ο εφεσίβλητος να, καταβάλει στην ως άνω εταιρεία το αιτούμενο ποσό.
Ακολούθως, στις 27-10-2017, ο εφεσίβλητος κατέβαλε στην ως άνω εταιρεία το συνολικό ποσό των 8.082,47 ευρώ σε εξόφληση της απαίτησης που της επιδικάστηκε. Όπως αποδείχθηκε, η ισχύς της υπ' αριθμ. ... άδειας οδήγησης του εφεσιβλήτου, που γεννήθηκε στις 21-2-1936, καταρχήν, έληξε με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, ήτοι το Φεβρουάριο του 2001 και στη συνέχεια ανανεώθηκε διαδοχικά (ανά τριετία) από τον εφεσίβλητο μέχρι τις 20-7-2009, οπότε έληξε.
Η ίδια άδεια, πολύ αργότερα, ανανεώθηκε για το χρονικό διάστημα από 12-7- 2013 μέχρι 12-07-2016. Επομένως, κατά το χρόνο του ατυχήματος (14-12-2012) η άδεια οδήγησης, του εφεσιβλήτου, που είχε λήξει προ πολλού, δεν ήταν σε ισχύ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, με το υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο και το υπ' αριθμ. ... ανανεωτήριο αυτού που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, το προαναφερόμενο υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο είχε ασφαλιστεί στην εκκαλούσα, με μεικτή ασφάλεια, για το χρονικό διάστημα από 11-8-2012 μέχρι 11-2-2013, που περιλαμβάνει και τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος. Στο άρθρο 10 των γενικών όρων ασφάλισης της αστικής ευθύνης του προαναφερόμενου ασφαλιστηρίου ορίζεται ότι: "Δεν καλύπτονται με το ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν:... 1.
Από οδηγό που δεν έχει την από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, προβλεπόμενη άδεια οδήγησης....". Ακολούθως, στο άρθρο 21 του Παραρτήματος των γενικών όρων ασφαλίσεως κινδύνων, επί των προαιρετικών καλύψεων του κλάδου αυτοκινήτων, που εφαρμόζονται και επί ασφάλισης ιδίων ζημιών, προβλέπεται ότι: "Αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν:... 6.
Από οδηγό που δεν έχει την άδεια οδήγησης που προβλέπει ο νόμος για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί ....". Όπως προεκτέθηκε, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής ασφάλισης της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων για ατυχήματα από αυτοκίνητο, στην περίπτωση της πρόκλησης ατυχήματος από οδηγό που στερείται άδειας ικανότητας οδήγησης για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, επέρχεται η απαλλαγή του ασφαλιστή με μόνη τη διαπίστωση της έλλειψης άδειας οδήγησης στο πρόσωπο του οδηγού, που είχε εμπλακεί στο ατύχημα και δεν ασκεί έννομη επιρροή ο ισχυρισμός του εμπλεκόμενου στο ατύχημα οδηγού, που δεν έχει άδεια ικανότητας οδήγησης, ότι γνωρίζει να οδηγεί ή ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της έλλειψης της άδειας αυτής και του ατυχήματος.
Αυτό ισχύει βέβαια και στην προκειμένη περίπτωση (όσον αφορά στην ασφάλιση της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων), καθόσον μάλιστα, όπως προεκτέθηκε, η ως άνω πρόβλεψη του νόμου για εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη αποτέλεσε και (δηλωτικό) όρο της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, ο όρος αυτός, που είναι σαφέστατος, τέθηκε, με ταυτόσημο περιεχόμενο, ως συμβατική ρήτρα απαλλαγής της εκκαλούσας και στην πρόσθετη ασφαλιστική σύμβαση για την κάλυψη ιδίων ζημιών του εφεσίβλητου.
Ασφαλώς, ο όρος αυτός και στην προκείμενη περίπτωση έχει την ίδια ως άνω έννοια με αυτήν του νόμου και του ασφαλιστηρίου συμβολαίου μεταξύ των διαδίκων για την κάλυψη της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων για ατυχήματα από αυτοκίνητο. Επομένως, δεν ασκεί έννομη επιρροή και είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου ότι, μολονότι, κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν ήταν σε ισχύ η άδεια οδήγησής του, ο ίδιος ήταν ικανός γα την οδήγηση του ασφαλισμένου οχήματος και ότι περαιτέρω δεν απαλλάσσεται η αντίδικός του από την υποχρέωση προς ασφαλιστική κάλυψή του.
Προσθέτως, ο εφεσίβλητος, επιχειρηματολογώντας για τη μη απαλλαγή της εκκαλούσας, ισχυρίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος της τελευταίας ασκείται καταχρηστικά, διότι αυτή, τόσο κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, όσο και μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, αν και γνώριζε τη λήξη της ισχύος της άδειας οδήγησής του, εφόσον κάθε φορά την επιδείκνυε στην αντίδικό του, εντούτοις, προέβη στη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, στην ανανέωσή της μετά το ατύχημα, στην υπόδειξη του ως άνω συνεργείου για την αποκατάσταση των βλαβών του οχήματός του, επιπλέον δε, ουδόλως προέβαλε αντιρρήσεις για την ασφαλιστική του κάλυψη και μόλις στις 6-2-2014 ενημέρωσε το προαναφερόμενο συνεργείο για την άρνησή της να καταβάλει τη δαπάνη της επισκευής, προβάλλοντας τη μη ισχύ της άδειας οδήγησής του κατά το χρόνο του ατυχήματος.
Ως προς τον ισχυρισμό αυτό, πρέπει καταρχήν να επισημανθεί ότι η ενδεχόμενη γνώση εκ μέρους της εκκαλούσας της λήξης της ισχύος της άδειας οδήγησης του εφεσιβλήτου, σε σχέση με την αποδοχή από την εκκαλούσα σύναψης ασφαλιστικής σύμβασης μ' αυτόν, αλυσιτελώς προβάλλεται. Πράγματι, στο πλαίσιο της ασφάλισης της αστικής ευθύνης του π.δ. 237/1986, έχει μεν ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου, που κυκλοφορεί την υποχρέωση να καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη (άρθρο 2 παρ. 1), πλην όμως, η ασφάλιση αυτή καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου, και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ? υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου (άρθρο 6 παρ. 1).
Επομένως, ο κύριος ή ο κάτοχος του αυτοκινήτου, που συνάπτει τη σύμβαση ασφάλισης, μπορεί να μην έχει αποκτήσει ποτέ άδεια οδήγησης, ή να έχει λήξει η ισχύς αυτής που κατείχε, αρκεί ο επιλαμβανόμενος στην οδήγηση του οχήματος να κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης. Τα ίδια ισχύουν, στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά και στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ασφάλισης ιδίων ζημιών.
Περαιτέρω όμως, όπως αποδείχθηκε, ο εφεσίβλητος άρχισε να ασφαλίζει στην εκκαλούσα το ως άνω καινούργιο αυτοκίνητό του από τα τέλη του 2009, όταν το αγόρασε. Ήδη δε, πριν από την αρχική ασφάλισή του, όπως προαναφέρθηκε, είχε λήξει η ισχύς της άδειας οδήγησής του (20-7-2009). Η εκκαλούσα ούτε ζήτησε την άδεια οδήγησής του (αφού τέτοια προϋπόθεση δεν τίθεται στο νόμο), ούτε έλαβε γνώση της ως άνω λήξης της ισχύος της, ούτε εξάρτησε τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης από την ισχύ της ή τη λήξη της ισχύος της, αφού αυτό είναι νομικά αδιάφορο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.
Το ίδιο συνέβη και με της ανανεώσεις της ασφαλιστικής σύμβασης, που επακολούθησαν. Εξάλλου, μετά το προαναφερόμενο ατύχημα, στις 14-12-2012, ο εφεσίβλητος καταρχήν προέβη στη μεταφορά του οχήματός του στο συνεργείο της εταιρείας "...", πλην όμως, στη συνέχεια, επιθυμώντας την επισκευή του σε άλλο συνεργείο, ζήτησε από την εκκαλούσα να του υποδείξει κάποιο.
Πράγματι, η εκκαλούσα του υπέδειξε το παραπάνω συνεργείο της εταιρείας ... ΑΤΕΕ, με το οποίο συνεργαζόταν, στο οποίο ο εφεσίβλητος μετέφερε το όχημά του την 20-12-2012. Συγκεκριμένα, στο συνεργείο αυτό, όπως και σε πολλά άλλα ανά την Ελλάδα, σε περίπτωση μη αμφισβήτησης της υπαιτιότητας και υποχρέωσης της ασφαλιστικής εταιρείας προς πληρωμή, μπορούσε να γίνει επισκευή του πληγέντος οχήματος και στη συνέχεια, μετά από προηγούμενη σύμβαση εκχώρησης του ιδιοκτήτη του προς την ως άνω εταιρεία ...
ΑΤΕΕ, να πληρωθεί απευθείας στην τελευταία το ποσό της δαπάνης επισκευής από την ασφαλιστική εταιρεία. Ο εφεσίβλητος, κατά την παραμονή του οχήματός του στο δεύτερο αυτό συνεργείο, υπέβαλε υπεύθυνη δήλωση για το ατύχημα, μαζί με αντίγραφα της άδειας κυκλοφορίας του οχήματός του και της άδειας οδήγησής του, που, όπως προεκτέθηκε, είχε λήξει στις 20-7-2009, έγγραφα που περιήλθαν στην εκκαλούσα στις 28-12-2012.
Κατόπιν αυτού, διαπιστώθηκε από τον αρμόδιο, για το χειρισμό της συγκεκριμένης υπόθεσης, υπάλληλο της εκκαλούσας η μη ισχύς της άδειας οδήγησης του εφεσιβλήτου κατά το χρόνο του ατυχήματος. Θεωρώντας δε (εσφαλμένα) ο ανωτέρω υπάλληλος της εκκαλούσας ότι, με την επικείμενη αναθεώρηση της άδειας οδήγησής του, όπως βεβαίωσε ο εφεσίβλητος ότι θα προέβαινε, θα καλυπτόταν ασφαλιστικά και το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα (από τη λήξη της ισχύος της μέχρι την αναθεώρησή της), έθεσε την υπόθεση σε εκκρεμότητα.
Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, ο εφεσίβλητος, δυνάμει του απ? 13-2-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, που κατάρτισε με την ως άνω εταιρεία ... ΑΤΕΕ, συμφώνησε την εκχώρηση της απαίτησής του κατά παντός υποχρέου σε αποζημίωσή του (περιλαμβανομένης και της εκκαλούσας) προς την ως άνω εταιρεία ... Τον Ιανουάριο του 2014, η ως άνω εταιρεία ...
προσκόμισε στην εκκαλούσα αντίγραφο της αναθεωρημένης άδειας οδήγησης του εφεσιβλήτου, που της είχε παραδώσει ο εφεσίβλητος, με ισχύ από 12-7-2015 μέχρι 12-7-2016, αιτούμενη την πληρωμή της δαπάνης επισκευής του παραπάνω οχήματος, βάσει της ως άνω σύμβασης εκχώρησης. Κατόπιν αυτού, ζητήθηκε η γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας της εκκαλούσας, εάν, ενόψει των ανωτέρω, υπήρχε υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας προς πληρωμή της δαπάνης επισκευής.
Η απάντηση της νομικής υπηρεσίας, που αντιμετώπισε ορθά το ζήτημα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ήταν ότι η εκκαλούσα δεν ήταν υπόχρεη προς πληρωμή, διότι το ατύχημα είχε γίνει ενόσω η ισχύς της άδειας οδήγησης του εφεσιβλήτου είχε λήξει, η δε ανανέωσή της είχε γίνει μετά το ατύχημα. Ενόψει αυτού, η εκκαλούσα αρνήθηκε την πληρωμή της δαπάνης επισκευής στην ως άνω εταιρεία ..., η οποία, στη συνέχεια, όπως προαναφέρθηκε, στράφηκε δικαστικά κατά του εφεσιβλήτου, προς είσπραξη της απαίτησής της.
Ενόψει των ανωτέρω, η άρνηση της εκκαλούσας να καταβάλει τη δαπάνη επισκευής του οχήματος του εφεσιβλήτου, δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, όπως διατείνεται ο εφεσίβλητος. Πράγματι, όπως προεκτέθηκε, η αρχικά θετική διάθεση της εκκαλούσας προς αποζημίωση του εφεσιβλήτου, εφόσον αυτός προσκόμιζε εκ των υστέρων αναθεωρημένη άδεια οδήγησης, οφειλόταν σε εσφαλμένη κρίση του επιληφθέντος υπαλλήλου της ως προς το συγκεκριμένο νομικό ζήτημα και όχι βέβαια σε πρόθεση της εκκαλούσας να αποζημιώσει τον εφεσίβλητο, μολονότι δεν συνέτρεχαν οι προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις.
Επιπλέον, το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο υπήρξε η ως άνω εκκρεμότητα δεν ήταν μεγάλο, ενώ ο εφεσίβλητος δεν υπέστη δυσμενείς συνέπειες, καθόσον αυτός, σε κάθε περίπτωση, θα προέβαινε στην επισκευή του οχήματός του, που, όπως προαναφέρθηκε, είχε αγοράσει καινούργιο μόλις προ τριετίας.
Συνεπώς, ουδόλως προκύπτει ότι η άρνηση της εκκαλούσας να καταβάλει τη δαπάνη επισκευής του οχήματος του εφεσιβλήτου, επικαλούμενη την απαλλαγή της απ? την ασφαλιστική υποχρέωση, συνιστά υπέρβαση, και μάλιστα προφανή, των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθιστώντας μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη 17158/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχτεί την αγωγή, και απέρριψε αυτήν.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή κατά τον όρο 21 περ. 6 του παραρτήματος της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, που εφαρμόζεται επί των προαιρετικών καλύψεων του κλάδου αυτοκινήτων και ειδικότερα επί ασφάλισης ιδίων ζημιών, αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν από οδηγό που δεν κατέχει νόμιμη άδεια οδήγησης, ότι ο όρος αυτός είναι σαφής και αποτελεί αυτούσια μεταφορά της σχετικής πρόβλεψης του άρθρου 6β' § 1 περ.
α' του π.δ. 237/1986, όπως ισχύει μετά το ν. 3557/2007, έχοντας την ίδια έννοια με τη διάταξη αυτή, και ότι κατά συνέπεια δεν ασκεί έννομη επιρροή και είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός του αρχικού αναιρεσείοντος ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ο ίδιος ήταν ικανός για την οδήγηση του οχήματός του και επομένως η αναιρεσίβλητη δεν απαλλάσσεται από την ασφαλιστική κάλυψη, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, δεν διαπίστωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενό, ασάφεια ή αμφιβολία ως προς την έννοια των διαλαμβανόμενων στον ανωτέρω συμβατικό όρο δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων, τον οποίο αντιθέτως έκρινε σαφή, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης των διαδίκων, ούτε από τη χρήση της έκφρασης "ο όρος αυτός και στην προκείμενη περίπτωση έχει την ίδια ως άνω έννοια με αυτήν του νόμου και του ασφαλιστηρίου συμβολαίου μεταξύ των διαδίκων για την κάλυψη της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων" προκύπτει ότι το Εφετείο διέγνωσε ασάφεια και προσέφυγε στη χρήση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, συνακόλουθα δε, η προαναφερόμενη κρίση του για το περιεχόμενο του όρου 21 περ. 6 του παραρτήματος δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των παραπάνω δηλώσεων βουλήσεως, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατ' άρθρο 561 §1 ΚΠολΔ.
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αρχικός αναιρεσείων παραπονείται για εκ πλαγίου και ευθεία, αντίστοιχα, παράβαση κατ' αρ. 559 αρ. 19 και 1 ΚΠολΔ των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι.
Με σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως ο αρχικός αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Α.Κ. με την αιτίαση ότι κατά παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 6β' § 1 περ. α' του π.δ. 237/1986 δέχτηκε ότι, κατά τη διάταξη αυτή, δεν ερευνάται κατά πόσον η έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης επηρέασε ή όχι την πρόκληση του ατυχήματος και απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό του ότι ήταν ικανός να οδηγεί και συνεπώς η αναιρεσίβλητη δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη, επειδή η διάταξη αυτή αποτελεί καλυμμένο ασφαλιστικό βάρος και η απαλλαγή του ασφαλιστή επέρχεται μόνο όταν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης αυτού, δηλαδή της οδήγησης χωρίς άδεια ικανότητας, και του ατυχήματος, όπως γινόταν δεκτό κατά την ερμηνεία του σχετικού όρου της καταργηθείσας Υ.Α.
Κ4/585/1978. Ως προς το σκέλος του αυτό, ο λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι το Εφετείο, προκειμένου να απορρίψει τον ανωτέρω ισχυρισμό του αρχικού αναιρεσείοντος, δεν προέβη σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 6β' § 1 περ. α' του π.δ. 237/1986, η οποία άλλωστε έχει εφαρμογή μόνο στην περίπτωση της ασφάλισης για ζημίες έναντι τρίτων και όχι στην ένδικη περίπτωση της ασφάλισης για ίδιες ζημίες, αλλά σε εφαρμογή του όρου 21 περ. 6 του παραρτήματος της ασφαλιστικής σύμβασης, που εφαρμόζεται επί των προαιρετικών καλύψεων και ειδικότερα επί ασφάλισης ιδίων ζημιών, δεχόμενο ότι ο όρος αυτός συνιστά επιτρεπτή κατ' άρθρο 361 Α.Κ.
συνομολόγηση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη με περιεχόμενο ταυτόσημο με αυτό της διάταξης του άρθρου 6β' § 1 εδ. α' του π.δ. 237/1986, και δεχόμενο περαιτέρω ορθώς ότι κατά τη διάταξη αυτή ο ασφαλιστής απαλλάσσεται από την ευθύνη όταν ο οδηγός δεν κατέχει νόμιμη άδεια ικανότητας οδήγησης, χωρίς να ασκεί επιρροή τυχόν ικανότητά του να οδηγεί, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, και ότι κατά συνέπεια ο σχετικός συμβατικός όρος έχει το ίδιο περιεχόμενο.
Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (Ολ.Α.Π. 6/2016, Α.Π. 28/2017). Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (Ολ.Α.Π. 10/2012, Α.Π. 267/2021).
Η ως άνω αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου για την παραγραφή της σχετικής αξίωσης, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.Α.Π. 6/2016).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 § 2 ν. 2496/1997, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 278 § 7 του ν. 4364/2016, "η ασφαλιστική σύμβαση περιλαμβάνει τουλάχιστον τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι διαφορετικό πρόσωπο, τη διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο και τη χρηματική αξία του ή την περιουσία που απειλούνται ή σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό), τις τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό", ενώ κατά το άρθρο 2 § 1 του π.δ. 237/1986, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 26 § 1 ν. 4141/2013, " ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.
Η κυκλοφορία επί γηπέδου προσιτού στο κοινό ή σε κάποιο αριθμό προσώπων που δικαιούται να συχνάζουν σε αυτό, εξομοιώνεται με την κυκλοφορία επί οδού", και κατά το άρθρο 6 § 1 του ίδιου π.δ., "η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου.
Εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως." Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η ασφαλιστική εταιρία, κατά τη σύναψη και την ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης, δεν έχει υποχρέωση να γνωρίζει ή να πληροφορηθεί αν ο ασφαλισμένος είναι κάτοχος νόμιμης άδειας ικανότητας οδήγησης, προβαίνοντας στην κατάλληλη γι' αυτό προληπτική έρευνα, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το νόμο, δεν ασφαλίζεται η ευθύνη συγκεκριμένου προσώπου, οπότε θα είχε νομική αξία η κατοχή εκ μέρους αυτού άδειας ικανότητας οδήγησης και, συνακόλουθα, της σχετικής έρευνας της ασφαλιστικής εταιρείας, αλλά η ευθύνη από την κυκλοφορία του οχήματος, ανεξάρτητα ποιος το οδηγεί (Α.Π. 474/2017).
Η ασφαλιστική εταιρία δεν έχει την ανωτέρω υποχρέωση, όχι μόνο κατά τη σύναψη της υποχρεωτικής ασφάλισης για ζημίες έναντι τρίτων, αλλά και κατά τη σύναψη μικτής ασφάλισης, που καλύπτει και τις ίδιες ζημίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο με τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές του και ακολούθως δέχθηκε, ότι δεν είναι καταχρηστική η επίκληση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του συμβατικού όρου περί απαλλαγής της από την υποχρέωση αποζημίωσης λόγω μη κατοχής αδείας ικανότητας οδήγησης από τον αρχικό αναιρεσείοντα και η συνακόλουθη άρνησή της να τον αποζημιώσει, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 § 2 ν. 2496/1997 και 2 § 1 και 6 § 1 π.δ. 237/1986, και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., η οποία δεν ήσαν εφαρμοστέα στη ένδικη υπόθεση, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, αφού, κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) η αναιρεσίβλητη κατά την ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης δεν γνώριζε τη λήξη της ισχύος της άδειας ικανότητας οδήγησης του αρχικού αναιρεσείοντος, ούτε εξάρτησε συμβατικά τη σύναψη ή ανανέωσή της από την ισχύ της άδειας οδήγησης του ασφαλισμένου, επειδή αυτό ήταν νομικά αδιάφορο, δεδομένου ότι δεν υφίσταται νόμιμη υποχρέωση του ασφαλισμένου να κατέχει άδεια οδήγησης, όχι μόνο στην ασφάλιση για ζημίες έναντι τρίτων, αλλά και στην ασφάλιση ιδίων ζημιών, και β) η αρχική θέση σε εκκρεμότητα της υπόθεσης από τον αρμόδιο υπάλληλο της αναιρεσίβλητης μέχρι την προσκόμιση της ανανέωσης της άδειας οδήγησης του αρχικού αναιρεσείοντος, πριν από την τελική άρνησή της να τον αποζημιώσει, που εκδηλώθηκε όταν αυτός προσκόμισε την ανανέωση και μετά από γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας της, οφειλόταν στο γεγονός ότι ο υπάλληλος θεωρούσε εσφαλμένα ότι η αναθεώρηση θα είχε ως αποτέλεσμα την αναδρομική ισχυροποίηση της ασφαλιστικής κάλυψης, το δε χρονικό διάστημα της εκκρεμότητας δεν ήταν μεγάλο, ούτε από την άρνηση προξενήθηκαν ιδιαιτέρως επαχθείς συνέπειες για τον αρχικό αναιρεσείοντα, ο οποίος σε κάθε περίπτωση θα προέβαινε σε επισκευή του αυτοκινήτου του.
Τα αποδειχθέντα αυτά πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής επίκλησης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της απαλλαγής της από την ασφαλιστική κάλυψη και δεν δικαιολογούν την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ., αφού δεν τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, ούτε έχουν ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες για τον αρχικό αναιρεσείοντα, επομένως δεν αρκούν για να καταστήσουν μη ανεκτή την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.
Επομένως είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αρχικός αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 559 αρ. 1 και 560 αρ. 1β' ΚΠολΔ).
Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε, κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα πραγματικά γεγονότα ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 10/2005, Α.Π. 72/2021, Α.Π. 233/2020).
Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1112/2021, Α.Π. 842/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αρχικός αναιρεσείων με σκέλος του τέταρτου λόγου αναιρέσεως πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, επειδή εσφαλμένα δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη κατά τη σύναψη και τις ανανεώσεις της ασφαλιστικής σύμβασης δεν ζήτησε την άδεια οδήγησής του, ενώ έχει καθιερωθεί ως πρακτική από τις ασφαλιστικές εταιρίες σε περίπτωση μικτής ασφάλισης να προβαίνουν σε έλεγχο της άδειας.
Ως προς το σκέλος αυτό, ο λόγος είναι απαράδεκτος, επειδή δεν γίνεται επίκληση παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την ανεύρεση της έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου και της εξειδίκευσης αόριστων νομικών εννοιών, ούτε για την υπαγωγή ή μη σε αυτόν των κρίσιμων περιστατικών, αλλά για τη διάγνωση και διαπίστωση της συνδρομής ή μη των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών.
Κατά το άρθρο 2 § 1 ν. 2251/1994 "Προστασία των καταναλωτών", που αποτελεί ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007, "όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξη τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους", ενώ κατά την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το ν. 3587/2007, "γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι.
Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται." Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 § 4 περ.
α' του ιδίου ως άνω ν. 2251/1994, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το ν. 3587/2007 και πριν από την αντικατάστασή της με το ν. 4512/2018, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.
Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνο του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (Α.Π. 1138/2020, Α.Π. 368/2019, Α.Π. 999/2019, Α.Π. 828/2018).
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η καταχρηστικότητα γενικού όρου συναλλαγών, που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις, δεν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, αφού προϋποθέτει ανυπαίτια άγνοια του καταναλωτή, ιδίως όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή του ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου του.
Επίσης, ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου στη σύμβαση, κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη, εκτός των άλλων, και το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Κατά συνέπεια, η ανυπαίτια άγνοια του καταναλωτή, καθώς και οι ειδικές συνθήκες κατά τη σύναψη της σύμβασης, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά ανάγονται σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία ο καταναλωτής βαρύνεται να επικαλεσθεί κατά τρόπο δικονομικά παραδεκτό και να αποδείξει (Α.Π. 441/2023).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο αναιρετικός λόγος είναι αόριστος, όταν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων πρότεινε με τρόπο παραδεκτό στο Εφετείο τον παραπάνω ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (Ολ.Α.Π. 43/1990, Α.Π. 1185/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αρχικός αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω παράβασης του άρθρου 2 §§ 1 και 6 ν. 2251/1994, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα έλαβε υπόψη του τον όρο 21 § 6 του παραρτήματος των γενικών όρων ασφαλίσεως κινδύνων, κατά τον οποίο αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν από οδηγό που δεν έχει την προβλεπόμενη από τον νόμο άδεια ικανότητας οδήγησης, επειδή ο όρος αυτός αποτελεί προδιατυπωμένο γενικό όρο συναλλαγών, που περιορίζει τα δικαιώματά του και δεν του είχε υποδείξει η αναιρεσίβλητη κατά την κατάρτιση της σύμβασης, συνεπώς είναι άκυρος ως καταχρηστικός.
Ο λόγος είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, επειδή στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, που έπρεπε να προταθεί με τρόπο δικονομικά παραδεκτό στο δικαστήριο της ουσίας κατ' άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, και ο αρχικός αναιρεσείων δεν επικαλείται με το αναιρετήριο ότι πρότεινε αυτόν, ούτε άλλωστε προκύπτει κάτι τέτοιο από την παραδεκτή επισκόπηση των δικογράφων της από 20-9-2017 αγωγής του και των από 12-3-2020 προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, A.Π. 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 512/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (Α.Π. 862/2020), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.
Πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1431/2017). Δεν αποτελούν πράγματα, όμως, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 189/2023, ΑΠ 2070/2022, Α.Π. 1692/2017).
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1383/2021).
Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 480/2020, Α.Π. 175/2019, Α.Π. 1496/2017).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π. 927/2019, Α.Π. 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχονται, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (Α.Π. 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Α.Π. 1206/2019, Α.Π. 2081/2018).
Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αρχικός αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παρά τον νόμο αφενός έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, που προτάθηκαν το πρώτον με το εφετήριο χωρίς να συντρέχουν οι όροι του άρθρου 527 ΚΠολΔ και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και αφετέρου δεν κήρυξε απαράδεκτους τους ισχυρισμούς αυτούς, και συγκεκριμένα τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης α) ότι κατά το χρόνο της ανανέωσης της ασφαλιστικής σύμβασης αυτή δεν γνώριζε ότι είχε λήξει η ισχύς της άδειας οδήγησης του αρχικού αναιρεσείοντος, ενόψει του ότι το γεγονός αυτό κατά τον νόμο και τους όρους της σύμβασης δεν ασκούσε επιρροή στην ανανέωσή της, β) ότι δεν γνώριζε ότι είχε λήξει η ισχύς της άδειας οδήγησης κατά το χρόνο της υπόδειξης εκ μέρους των υπαλλήλων της στον αρχικό αναιρεσείοντα του συνεργείου επισκευών της ..., γ) ότι ο αρχικός αναιρεσείων προέβη σε εκχώρηση των απαιτήσεών του προς την ανωτέρω επιχείρηση χωρίς η αναιρεσίβλητη να έχει δώσει εντολή προς αυτήν για την επισκευή του αυτοκινήτου, υπήρξε δε ρητή δήλωση των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης ότι αυτή θα αναλάβει την αποκατάσταση των βλαβών υπό τον όρο ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, δ) ότι τον μήνα Ιούνιο 2013 η αναιρεσίβλητη προέβη σε νέα έρευνα των συνθηκών του ατυχήματος και ζήτησε την προσκόμιση αναθεωρημένης άδειας οδήγησης, ε) ότι μέχρι τον μήνα Ιανουάριο 2014 αυτή δεν είχε λάβει γνώση του χρόνου της ανανέωσης της άδειας, στ) ότι παρέλαβε την αναθεωρημένη άδεια την 22-1-2014, ζ) ότι υπάλληλός της απηύθυνε ερώτημα προς τη νομική υπηρεσία της σχετικά με την κάλυψη της επίδικης ζημίας την 20-1-2014 και έλαβε αρνητική απάντηση την 22-1-2014, και η) ότι η συμπεριφορά της ήταν σύννομη και δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, επειδή κατά τον χρόνο της ανανέωσης της ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά και της υπόδειξης εκ μέρους των υπαλλήλων της του συνεργείου της ...
για την επισκευή του αυτοκινήτου, αγνοούσε τη λήξη της ισχύος της άδειας οδήγησης του αρχικού αναιρεσείοντος, επειδή μετά την ανανέωση παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στον αρχικό αναιρεσείοντα, ανεξαρτήτως της λήξης της ισχύος της αδείας του, για τις ζημίες έναντι τρίτων και για ορισμένους από τους κινδύνους της προαιρετικής κάλυψης, επειδή δεν υπήρξε εκ μέρους της έγγραφη απαλλαγή του αναιρεσίβλητου από τις εξαιρέσεις της ασφαλιστικής κάλυψης, επειδή είχε αφήσει την υπόθεση σε εκκρεμότητα μέχρι την προσκόμιση εκ μέρους του άδειας οδήγησης που να ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο του ατυχήματος, αρνήθηκε δε να τον αποζημιώσει μόνο όταν περιήλθε σε γνώση της ότι η ανανέωση έγινε καθυστερημένα, και ότι η άρνησή της ήταν σύμφωνη με τον νόμο και το σχετικό όρο της ασφαλιστικής σύμβασης περί εξαίρεσης από την κάλυψη λόγω μη κατοχής άδειας οδήγησης σε ισχύ.
Καθ' όσον αφορά την επίκληση του συμβατικού όρου περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη ιδίων ζημιών όταν ο οδηγός δεν είναι κάτοχος νόμιμης άδειας οδήγησης, η οποία (επίκληση) έγινε το πρώτον από την αναιρεσίβλητη με το από 30-4-2019 εφετήριό της, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση αυτού και των από 28-11-2017 πρωτόδικων προτάσεών της, οι λόγοι είναι αβάσιμοι, δεδομένου ότι ο ανωτέρω όρος αποδεικνύεται εγγράφως από το ...
ασφαλιστήριο και τους συνημμένους σε αυτό γενικούς και ειδικούς όρους ασφάλισης, που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα η αναιρεσίβλητη κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, επομένως παραδεκτώς προτάθηκε και ελήφθη υπόψη από το Εφετείο κατ' άρθρο 527 περ. 6 ΚΠολΔ. Καθ' όσον αφορά τους υπόλοιπους ως άνω ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά συνιστούν εν μέρει αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και εν μέρει επουσιώδη περιστατικά και επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, οι λόγοι είναι αβάσιμοι, επειδή οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν πράγματα με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, και επομένως παραδεκτώς προτάθηκαν το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη και σύμφωνα με το νόμο δεν κηρύχθηκαν απαράδεκτοι.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, καθώς και το παρεμπίπτον αίτημα του αρχικού αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού αιτήματός της, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-3-2021 αίτηση του αρχικού αναιρεσείοντος Α. Α. για αναίρεση της 1620/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ