Supreme Court allows hospital and patients to appeal insurance company decisions on medical expenses.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by a hospital and three patients against insurance company decisions denying medical expense claims. The court found that the lower court's refusal to admit the appeal was legally flawed and ordered the case to be remanded for unified retrial. Consequently, the insurance companies were held liable for the legal costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580, 176, and 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may order the joining and joint trial of related appeals to ensure a unified judgment, and the losing party in the appeal must bear the legal costs of the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1194 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1194/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α) Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2) αυτοτελούς κοινωφελούς και μη κερδοσκοπικού νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γεωργιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Σ. (S.) του Β., 2) Β. Σ. του Ν. και 3) Μ. Σ. (S.) του Ν., όλων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσαγκαλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Κοινοποιουμένη προς: 1) ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρόνη Χατζημιχαήλ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Β) Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Κ. του Α., κατοίκου ... και 2) αυτοτελούς κοινωφελούς και μη κερδοσκοπικού νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γεωργιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρόνη Χατζημιχαήλ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Κοινοποιουμένη προς: 1) Ν. Σ. (S.) του Β., 2) Β. Σ. του Ν. και 3) Μ. Σ. (S.) του Ν., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Γ) Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Σ. του Β., 2) Μ. Σ. του Ν. και 3) Β. Σ. του Ν., όλων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσαγκαλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Α., κατοίκου ... και 2) νομικού προσώπου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκαν δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γεωργιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., 3) Α.Α.Α.Ε. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και 4) Α.Α.Α.Ε. με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Α.Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2014 αγωγή των Ν. Σ. και Μ. Σ., την από 14-2-2014 ανακοίνωση δίκης, προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή του αυτοτελούς κοινωφελούς και μη κερδοσκοπικού νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου", την από 14-2-2014 ανακοίνωση δίκης, προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή του Ι. Κ., την από 23-7-2014 πρόσθετη παρέμβαση της Α.Α.Α.Ε. με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Α.Α.Ε." και την ασκηθείσα με τις από 11-12-2014 προτάσεις ανταγωγή των Ι. Κ. και του αυτοτελούς κοινωφελούς και μη κερδοσκοπικού νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1950/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1906/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 20-9-2018, 17-1-2019 και 7-1-2019 αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η 1) από 7-1-2019 αίτηση αναιρέσεως των εναγόντων της κυρίας αγωγής : Ν. Σ., Μ. Σ. και Β. Σ. κατά των: Ι. Κ., του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" και των ασφαλιστικών εταιρειών "ΕΘΝΙΚΗ ΑΑΑΕ" και "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ" για αναίρεση της 1906/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η 2) από 20-9-2018 (αντίθετη) αίτηση αναιρέσεως του πρώτου και δεύτερου των εναγομένων της από 10-2-2014 κυρίας αγωγής (ήδη αναιρεσιβλήτων της παραπάνω αναιρέσεως) και 3) η από 17-1-2019 (επικουρική) αίτηση αναιρέσεως των αυτών ως άνω εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων της δεύτερης ως άνω αναιρέσεως) κατά των προμνημονευομένων ασφαλιστικών εταιρειών για αναίρεση της ίδιας αποφάσεως πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες στην πρώτη ως άνω αίτηση αναιρέσεως άσκησαν κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων στην ίδια αναίρεση, την από 10-2-2014 αγωγή με την οποία ζήτησαν να τους επιδικασθούν τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης κατά τις εκεί διακρίσεις για το θάνατο της συζύγου και μητέρας τους, προκληθέντα από αμέλεια του πρώτου αναιρεσίβλητου (εναγόμενου), που είχε προστηθεί από το δεύτερο αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) ν.π.ι.δ.
Τόσο ο πρώτος εναγόμενος όσο και το δεύτερο εναγόμενο (νοσοκομείο) άσκησαν ανταγωγή για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που επικαλούνται ότι υπέστη η τιμή και το κύρος του πρώτου και η φήμη του δεύτερου εναγόμενου-αντενάγοντος από τους διαλαμβανόμενους στην άνω αγωγή συκοφαντικούς σε βάρος τους ισχυρισμούς.
Αμφότεροι επίσης, (άσκησαν) προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσες αγωγές κατά των ασφαλιστικών εταιρειών στις οποίες είχαν ασφαλίσει την αστική τους ευθύνη έναντι τρίτων, η δε ασφαλιστική εταιρεία του πρώτου εναγόμενου άσκησε υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού συνεκδίκασε την αγωγή, την ασκηθείσα από τους εναγομένους με τις προτάσεις τους ανταγωγή, τις προσεπικλήσεις- παρεμπίπτουσες αγωγές και την πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε με την 1950/2016 απόφασή του την πρόσθετη παρέμβαση και απέρριψε την κύρια αγωγή, την ανταγωγή και τις προσεπικλήσεις με τις σωρευόμενες παρεμπίπτουσες αγωγές.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από τους ενάγοντες και τους εναγομένους -αντενάγοντες της κυρίας αγωγής. Εφέσεις ασκήθηκαν επίσης από τους τελευταίους ως προσεπικαλούντες-παρεμπιπτόντως ενάγοντες υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της παραδοχής της εφέσεως των αντιδίκων τους (εναγόντων της κυρίας αγωγής) καθώς και πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του πρώτου κυρίως εναγομένου - προσεπικαλούντος- εφεσίβλητου-επικουρικώς εκκαλούντος) από την ασφαλιστική του εταιρεία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ".
Το Εφετείο με την 1906/2018 απόφασή του, κατόπιν συνεκδίκασης, ερήμην του υπερ ού η πρόσθετη παρέμβαση και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, απέρριψε την έφεση των κυρίως εναγόντων ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης και τρίτης εφεσίβλητης (των ασφαλιστικών εταιρειών), δέχθηκε την πρόσθετη υπέρ του πρώτου κυρίως εναγόμενου- εφεσίβλητου παρέμβαση, απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των εναγομένων- αντεναγόντων της κυρίας αγωγής και των εναγόντων αυτής, καθώς και τις (επικουρικώς ασκηθείσες) εφέσεις του πρώτου και δεύτερου κυρίως εναγόμενου (προσεπικαλούντων τις ασφαλιστικές τους εταιρείες- και παρεμπιπτόντως εναγόντων) για έλλειψη εννόμου συμφέροντος μετά την απόρριψη της εφέσεως των κυρίως εναγόντων.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ασκήθηκαν οι ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως, εκ των οποίων η από 7-1-2019 αίτηση είναι απαράδεκτη καθ' ο μέρος στρέφεται κατά της τρίτης και τέταρτης αναιρεσίβλητης, καθόσον οι τελευταίες δεν υπήρξαν αντίδικοι των αναιρεσειόντων - κυρίως εναγόντων στην ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δίκη.
Α)). Επί της από 7-1-2019 αιτήσεως αναιρέσεως των : Ν. Σ. κ.λ.π Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της ένδικης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε.
Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του, απαιτείται δηλαδή παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας") (ΑΠ693/2020, ΑΠ237/2016).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 "περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, "Ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρώντας τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεων της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών".
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη ιατρού προς αποζημίωση ή και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης θεμελιώνεται και εάν ο ιατρός ενεργήσει από αμέλεια, η οποία υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.
Δηλαδή, θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία ο μέσος εκπρόσωπος του κύκλου του (ΑΠ 687/2013, ΑΠ 1009/2013, ΑΠ 181/2011), θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος.
Κατ' εφαρμογή των ανωτέρω, στο χώρο της ιατρικής ευθύνης γίνεται κάθε φορά αναγωγή στην ειδικότητα του κάθε ιατρού για την ανεύρεση του προτύπου επιμέλειας, το οποίο σχηματίζεται από τα κατά κοινή συνείδηση και αντικειμενική κρίση, δεοντολογικώς κρατούντα σε ορισμένη ειδικότητα ιατρού. Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι, εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας, απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια (ΑΠ 1598/2017, ΑΠ 237/2016).
Αντιθέτως, ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός, αν ενήργησε σύμφωνα με τους ως άνω κανόνες (lege artis), και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός (ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 1343/2017). Μάλιστα, οφείλει ο ιατρός να παρέχει την ιατρική του συνδρομή όχι μόνο, όπως ορίζει το άρθρον 330 ΑΚ, δηλαδή κατά το μέτρο της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, αλλά με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της πείρας που έχει αποκτήσει(ΑΠ1683/2014).
Η αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού ρυθμίζεται ως προς ορισμένα ζητήματα και από το άρθρο 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 ν. 3587/2007 που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή.
Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο" (παρ. 1) ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.
α), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα, μεταξύ άλλων, η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητας της, η ελευθερία δράσης που αφήνεται στο πλαίσιο της υπηρεσίας, το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων" και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5).
Από τις διατάξεις αυτού του άρθρου προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών (ασθενούς), αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.
Ενόψει δε της νόθου αντικειμενικής ευθύνης, που καθιερώνεται συναφώς, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 1598/17, ΑΠ 1187/2017, ΑΠ 1067/2015, ΑΠ 657/2014).
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 299, 330 εδ. β, 914 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, σε περίπτωση προκλήσεως σωματικής βλάβης από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση της ζημίας και της ηθικής βλάβης του παθόντος ή της ψυχικής οδύνης της οικογένειας του θύματος προϋποθέτει:
α) σχέση προστήσεως, β) παράνομη και υπαίτια (άρα και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος, τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση της σωματικής βλάβης ή θανάτωσης προσώπου και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτελέσεως της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας.
Σχέση προστήσεως υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσεως, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών, κοινωνικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.
Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, ως προς τον οποίο άλλωστε ο κύριος της υποθέσεως, ελλείψει των σχετικών γνώσεων, δεν είναι σε θέση να τα ελέγξει, αλλά μπορεί και αρκεί (ο έλεγχος) να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων.
Ειδικότερα, στην περίπτωση νοσηλείας ασθενούς από ιατρό σε νοσηλευτικό ίδρυμα, αρκεί, για τον χαρακτηρισμό του τελευταίου ως προστήσαντος, η εκ μέρους του παροχή γενικών μόνο οδηγιών στον ιατρό, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του τελευταίου. Και τούτο, γιατί η παροχή ειδικών οδηγιών στον ιατρό για τον τρόπο διενέργειας των ιατρικών πράξεων (διαγνωστικών ή θεραπευτικών) δεν είναι δυνατή, αφού, όπως προκύπτει από το άρθρο 24 του α.
ν. 1565/1939 "περί κωδικός ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", ο ιατρός είναι υποχρεωμένος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να ενεργεί όχι σύμφωνα με τις τυχόν ειδικές αυτές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, ήτοι τα διδάγματα της εν λόγω επιστήμης και την αποκτηθείσα συναφώς ειδική πείρα (ΑΠ 1988/2013, AΠ 181/2011, Α.Π. 1362/2007, Α.Π. 1226/2007).
Η έννοια της προστήσεως είναι νομική και υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου η κρίση για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά συνιστούν την έννοια αυτής (Α.Π. 639/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "...Η Μ. Σ., που γεννήθηκε στις 11-12-1964, σύζυγος του πρώτου ενάγοντος και μητέρα των λοιπών εναγόντων της κυρίας αγωγής, προσήλθε για πρώτη φορά στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία του Γ.Π.Ν.
ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ'' στις, 11-11-2011, όπου κατά την κλινική ωτορινολαρυγγολογική εξέταση, στην οποία υποβλήθηκε στην ΩΡΛ Κλινική του ανωτέρω Νοσοκομείου, διευθυντής της οποίας ήταν ο πρώτος εναγόμενος της κύριας αγωγής, διαγνώστηκε μόρφωμα οροφάρυγγα (προβολή δεξιάς αμυγδαλής), εκτεινόμενο ως το ρινοφάρυγγα. Η ασθενής έφερε μαζί της εξέταση αξονικής τομογραφίας σπλαχνικού κρανίου και εγκεφάλου, που διενεργήθηκε στις 9-11-2011 στο ιδιωτικό διαγνωστικό κέντρο Euromedica Αλεξάνδρειο από τον ιατρό ακτινολόγο Κ.
Μ., κατά την οποία διαπιστώθηκε παρουσία ευμεγέθους εξεργασίας μαλακών μορίων στο δεξιό τοίχωμα του οροφάρυγγα, εκτεινόμενης και προς το σύστοιχο τοίχωμα του ρινοφάρυγγα και επεκτεινόμενης εξωτοιχωματικά στον παραφαρυγγικό xώρο και στον υποκροτάφιο βόθρο, ο ως άνω δε ιατρός θέτει με ερωτηματικό τρόπο διαφορική διάγνωση μεταξύ διαφόρων εξεργασιών και δη ηeο-εξεργασίας, ήτοι καλοήθους ή κακοήθους όγκου, ή λεμφώματος.
Σημειώνεται ότι ο φάρυγγας χωρίζεται σε τρία κύρια μέρη, ήτοι α) το ρινοφάρυγγα ή επιφάρυγγα, το τμήμα, δηλαδή, του φάρυγγα που εντοπίζεται πίσω από τη ρινική κοιλότητα και πίσω και άνω της μαλακής υπερώας. Προς τα πάνω αφορίζεται από τα οστά της βάσης του κρανίου, ενώ προς τα πίσω από τους πρώτους αυχενικούς σπονδύλους.
Το κατώτερο τοίχωμά του (έδαφος) σχηματίζεται από την επάνω επιφάνεια της μαλακής υπερώας. Το πρόσθιο τοίχωμα σχηματίζεται από τις ρινικές χοάνες και το οπίσθιο τοίχωμα σχηματίζει επικλινή επιφάνεια με την οροφή, β) τον οροφάρυγγα ή μεσοφάρυγγα ή στοματοφάρυγγα, το τμήμα, δηλαδή, του φάρυγγα που εντοπίζεται πίσω από τη στοματική κοιλότητα.
Το πρόσθιο τοίχωμά του σχηματίζεται από τη βάση της γλώσσας, το πλευρικό τοίχωμα σχηματίζεται από τις αμυγδαλές και το ανώτερο τοίχωμα αποτελείται από τη μαλακή υπερώα και τη σταφυλή και γ) τον υποφάρυγγα ή λαρυγγική μοίρα του φάρυγγα, το κατώτερο, δηλαδή, τμήμα του φάρυγγα πριν μεταπέσει στο λάρυγγα και στον οισοφάγο, ο δε παραφαρυγγικός χώρος εντοπίζεται στο πλάγιο τοίχωμα του ρινοφάρυγγα μέχρι τη βάση του κρανίου, το τμήμα, δηλαδή, εκείνο του κρανίου, που βρίσκεται ακριβώς πίσω από το ρινοφάρυγγα.
οι θεράποντες ιατροί στο ανωτέρω Νοσοκομείο συνέστησαν άμεσα τη διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας και επανέλεγχο της κατάστασής της το συντομότερο δυνατό με τα αποτελέσματα της εξέτασης. Η μαγνητική τομογραφία σπλαχνικού κρανίου και εγκεφάλου, που διενεργήθηκε στις 17-11-2011, στο ίδιο ως άνω ιδιωτικό διαγνωστικό κέντρο, κατέδειξε ευμεγέθη ασαφώς οριζόμενη εξεργασία, που εξορμάται από το δεξιό τοίχωμα του ρινοφάρυγγα και του οροφάρυγγα και επεκτείνεται στον παρακείμενο παραφαρυγγικό χώρο, καθώς και στον υποκροτάφιο βόθρο, ενώ δόθηκε η εντύπωση διήθησης του σύστοιχου λιθοειδούς οστού, του αποκλίμματος και πιθανόν της βάσης του σύστοιχου μέσου κρανιακού βόθρου δίχως, όμως, ενδοεγκεφαλική επέκταση.
Η ανωτέρω ασθενής εισήχθη, στις 22-11-2011, στην παραπάνω κλινική του δεύτερου εναγόμενου της κύριας αγωγής. Με βάση τα ευρήματα της αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας, τέθηκε στα μέλη της Κλινικής και στον πρώτο εναγόμενο της κύριας αγωγής η υπόνοια για κάποια νεοπλασματική, καλοήθη ή κακοήθη, εξεργασία στην περιοχή του ρινοφάρυγγα και του δεξιού παραφαρυγγικού χώρου, Ενόψει δε του ότι οι απεικονιστικές εξετάσεις θέτουν απλώς την υπόνοια νεοπλάσματος, το οποίο μπορεί να είναι καλόηθες, προ-κακόηθες (νεόπλασμα ίη situ) ή κακόηθες (καρκινικό), καθορίζοντας τα όρια της επέκτασής του, ή κάποιας φλεγμονής στην πάσχουσα περιοχή, η δε διάγνωση της εξεργασίας, που μπορεί να είναι καλοήθης, κακοήθης, ή και φλεγμονώδους αιτιολογίας, γίνεται μόνο με βιοψία και ιστολογική εξέταση του υλικού, η οποία είναι επιβεβλημένη σε κάθε υπόνοια όγκου και θέτει την οριστική διάγνωση, η ασθενής υποβλήθηκε στην παραπάνω Κλινική, με τοπική αναισθησία, σε λήψη, που έγινε από τους ιατρούς Ι.
Κ. (συνεπώνυμο του πρώτου εναγομένου) και Ά. Χ., ιστοτεμαχίου προς βιοψία από τον οροφάρυγγα, εξήλθε δε από την Κλινική την επόμενη ημέρα, με διάγνωση εξόδου νεοπλασμάτων με αβέβαιη ή άγνωστη συμπεριφορά της στοματικής κοιλότητας και των οργάνων του πεπτικού σωλήνα, εν αναμονή των αποτελεσμάτων της ιστολογικής εξέτασης, τα οποία εκδόθηκαν στις 24-11-2011, χωρίς να καταδείξουν στοιχεία κακοήθειας.
Βάσει των αποτελεσμάτων αυτών, ο πρώτος εναγόμενος της κύριας αγωγής συνέστησε την εκ νέου εισαγωγή της ασθενούς στην Κλινική για τη λήψη νέας βιοψίας. Πράγματι, η τελευταία εισήλθε στις 2-12-2011 στην παραπάνω κλινική, με αιτία εισόδου την εξεργασία ρινοφάρυγγα και, στις 5-12-2011, υποβλήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο, υπό γενική αναισθησία, σε χειρουργική λήψη πολλαπλών ιστοτεμαχίων του μορφώματος του ρινοφάρυγγα και, συγκεκριμένα, πέντε ιστοτεμαχίων, μεγέθους από 0,5 έως 0,8 εκατοστών, στα οποία διενεργήθηκε ταχεία βιοψία, που ανέδειξε στοιχεία φλεγμονής και σε δεύτερο χρόνο σε αμυγδαλεκτομή, με αφαίρεση της δεξιάς αμυγδαλής, όλα δε τα ιστοτεμάχια και η αμυγδαλή εστάλησαν προς βιοψία, ενώ η ασθενής εξήλθε από την Κλινική στις 8-12-2011.
Η ιστοπαθολογική εξέταση, που διενεργήθηκε στις Ί 2-12-2011 στο εργαστήριο Παθολογικής Ανατομικής του ανωτέρω Νοσοκομείου, κατέδειξε φλεγμονώδεις διηθήσεις, χωρίς τεκμηρίωση στοιχείων κακοήθειας. Επί τη βάσει των ιστοπαθολογικών ευρημάτων των βιοψιών που δεν έθεσαν διάγνωση καρκίνου, η σύζυγος και μητέρα, αντίστοιχα, των εναγόντων της κύριας αγωγής νοσηλεύτηκε στην παραπάνω Κλινική από τις 21-12-2011 έως τις 27-12-2011, με διάγνωση ((εν τω βάθει φλεγμονή παραφαρυγγικού χώρου", όπου της χορηγήθηκε ενδοφλεβίως αντιβίωση, εξήλθε δε με βελτίωση και της συστήθηκε επανέλεγχος στις 9-1-2012.
Εισήχθη και πάλι στην κλινική του δευτέρου εναγομένου στις 16-1-2012 και παρέμεινε μέχρι τις 2-2-2012, όπου στα πλαίσια προγραμματισμένου επανελέγχου της κατάστασης της υγείας της υποβλήθηκε σε διάφορες εξετάσεις. Ειδικότερα, στις 19-1-2012 υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία σπλαχνικού κρανίου, η οποία κατέδειξε διάχυτο οίδημα στην περιοχή των παραφαρυγγικών μυών δεξιά και στους προσπονδυλικούς μύες (επιμήκης κεφαλικός) κυρίως δεξιά και στη μέση γραμμή, με χαρακτήρες διάχυτης φλεγμονώδους αντίδρασης, καθώς και διάχυτη φλεγμονή με πάχυνση του τοιχώματος του κατώτερου ρινοφάρυγγα και πάχυνση του στοματοφάρυγγα αριστερά.
Στην προσπάθεια του πρώτου εναγόμενου της κύριας αγωγής να καταλήξει σε διαφορική διάγνωση μεταξύ φλεγμονώδους ή νεοπλασματικής εξεργασίας, ως τέτοιας νοούμενης της διαγνωστικής εκείνης διαδικασίας, μέσω της οποίας ο εκάστοτε θεράπων ιατρός αποκλείει παθήσεις με παρόμοια συμπτώματα, ώστε να καταλήξει στην επικρατέστερη διάγνωση, η τελευταία υποβλήθηκε στις 24-1-' 2012 σε ολοσωματικό σπινθηρογράφημα οστών 3 φάσεων, με εύρημα αυξημένη αρτηριακή αιμάτωση και υπεραιμία στην περιοχή της βάσης του κρανίου, παραφαρυγγικά δεξιά και εστία αυξημένης οστεοβλαστικής δραστηριότητας στη βάση του κρανίου δεξιά, ο δε πυρηνικός Ιατρός, που διενήργησε την εξέταση, ανέφερε στα συμπεράσματά του μονήρη βλάβη στη βάση του κρανίου παραφαρυγγικά δεξιά, με αυξημένη αιμάτωση και οστική συμμετοχή, επισήμανε, όμως, ότι, με βάση τα ευρήματα, δεν ήταν δυνατή η διαφορική διάγνωση μεταξύ φλεγμονής και νεοπλασματικής εξεργασίας.
Ακολούθως, η ασθενής υποβλήθηκε στις 27-1-2012 σε SPECT σπινθηρογράφημα κρανίου με θάλιο, σύμφωνα δε με το πόρισμα της εξέτασης τα ευρήματα αυτής δεν συνηγορούν για παρουσία high - grade (υψηλού βαθμού) κακοήθειας, υψηλής κυτταροβρίθειας εξεργασίας, δεν μπορούν δε να αποκλειστούν χρονίζουσα φλεγμονή (φυματίωση, σαρκοείδωση) και Ιow - grade (χαμηλού βαθμού) κακοήθειας εξεργασία.
Τελικά, ο πρώτος εναγόμενος, ενόψει του ότι δεν είχε ανιχνευθεί ακόμη δια των ανωτέρω ιστοπαθολογικών και απεικονιστικών εξετάσεων, ούτε, όμως, μπορούσε να αποκλειστεί ένας χαμηλού βαθμού κακοήθης όγκος, κατά την έξοδο της ασθενούς από την Κλινική, με διάγνωση εξόδου εμμένουσα φλεγμονή παραφαρυγγικού χώρου με οστική συμμετοχή, αφού παρέμεινε νοσηλευόμενη κατά δεκαπέντε ημέρες πλέον του προβλεπόμενου από τον κανονισμό νοσηλείας χρόνου για μετεγχειρητική παρακολούθηση, λήψη ενδοφλέβιας αγωγής και υποβολή στους ανωτέρω απεικονιστικούς ελέγχους, την παρέπεμψε στο Νοσοκομείο "Άγιος Παύλος" για θεραπεία με υπερβαρικό οξυγόνο και παράλληλη αντιβιοτική θεραπεία.
Στις 29-3-2012 η ασθενής επανεισήχθη στην ανωτέρω Κλινική του δευτέρου εναγομένου και υποβλήθηκε σε νέα, δεύτερη κατά σειρά, στην ως άνω Κλινική, μαγνητική τομογραφία, η οποία κατέδειξε επιδείνωση της ακτινολογικής της εικόνας σε σχέση με την προηγούμενη, με αύξηση του μεγέθους της εμπλουτιζόμενης εξεργασίας στο δεξιό παραφαρυγγικό χώρο και αύξηση των επεκτάσεων αυτής προς τον αριστερό προσπονδυλικό χώρο και τον αριστερό παραφαρυγγικό χώρο, καθώς και επέκταση προς το ενδοκράνιο στην περιοχή του δεξιού σηραγγώδους κόλπου με εμπλουτισμό και πάχυνση της μήνιγγος σύστοιχα.
Στη συνέχεια υποβλήθηκε στις 2-4-2012 σε ακτινογραφία θώρακα, που κατέδειξε ότι οι πνεύμονές της είναι καθαροί, ενώ στις 3-4-2012 υποβλήθηκε, υπό γενική αναισθησία, από τον πρώτο εναγόμενο σε λήψη πολλαπλών επιπολής και εν τω βάθει ιστοτεμαχίων από το ρινοφάρυγγα -δεξιό παραφαρυγγικό χώρο και, συγκεκριμένα, δέκα ιστοτεμαχίων, μεγέθους από 0,3 έως 1 εκατοστά, χωρίς τεκμηρίωση για κακοήθεια.
Τα παρασκευάσματα εστάλησαν, για περαιτέρω έλεγχο, στο εργαστήριο Γενικής Παθολογίας και Παθολογικής Ανατομικής της Ιατρικής Σχολής του Α.Π.Θ., κατά δε το από 12-6-2012 πόρισμα της παθολογοανατομικής εξέτασής τους δεν ανευρέθηκαν στοιχεία κακοήθειας, αλλά, σύμφωνα και με το πόρισμα της εξέτασης, τα ευρήματα συνηγορούσαν υπέρ μίας χρόνιας αντιδραστικής λεμφοϋπερπλαστικής αλλοίωσης της περιοχής, Τελικά, η ασθενής εξήλθε στις 5-4-2012 σε καλή γενική κατάσταση, με διάγνωση εξόδου άλλων μορφών οστεομυελίτιδας βάσης κρανίου και σύσταση για επανέλεγχο στις 12-4-2Ο12 στα εξωτερικά ιατρεία ΩΡΛ του Νοσοκομείου.
Η ως άνω ασθενής επανήλθε τελικά στο Νοσοκομείο στις 21-5-2012, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενη στην παραπάνω Κλινική μέχρι τις 20-6-2012. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της υποβλήθηκε, στις 24-5-2012, σε νέα, τρίτη κατά σειρά στο ίδιο Νοσοκομείο, μαγνητική τομογραφία, στην οποία δεν παρατηρήθηκε αξιόλογη μεταβολή των απεικονιστικών ευρημάτων σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη μαγνητική.
Κατά το πόρισμα της εξέτασης, διαπιστώθηκε ότι οι χαρακτήρες και η έκταση της βλάβης - παθολογικής περιοχής, που εντοπιζόταν στο δεξιό παραφαρυγγικό χώρο με επέκταση στο δεξιό τοίχωμα του ρινοφάρυγγα και του στοματοφάρυγγα, ήταν παρόμοιας έκτασης, όπως παρόμοια ήταν η ενδοκρανιακή επέκταση, τα δε όρια της βλάβης παρέμεναν ασαφή και διάχυτα, ενώ εντοπίστηκε παρουσία παθολογικού σήματος και εμπλουτισμού στην περιοχή του αποκλίματος και παρουσία αέρα, εντός της βλάβης, λόγω προηγούμενου ελέγχου με βιοψία.
Επίσης, η ασθενής υποβλήθηκε στις 18-6-2012 σε αξονική τομογραφία τραχήλου, αξονική τομογραφία θώρακα, άνω και κάτω κοιλίας και οπισθοπεριτοναίου, χωρίς να ανευρεθούν παθολογικά ευρήματα ή ενδείξεις για μεταστάσεις πιθανής κακοήθους νόσου από την περιοχή του ρινοφάρυγγα και του παραφαρυγγικού χώρου. Εξήλθε στις 20-6-2012, με διάγνωση εξόδου εξεργασία δεξιού παραφαρυγγικού χώρου και σύσταση για επανέλεγχο σε δύο εβδομάδες, Στις 2-8-2012 η ασθενής εισήχθη νέου στην ως άνω Κλινική, λόγω αναφερόμενης επίτασης της κεφαλαλγίας της και υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία κρανίου - έσω ακουστικών πόρων λιθοειδών για έλεγχο της πορείας της κατάστασης της υγείας της και πιθανών νέων ευρημάτων, από την οποία δεν αναδείχθηκαν νέα ευρήματα σε σχέση με τις προηγούμενες μαγνητικές τομογραφίες.
Ειδικότερα, διαπιστώθηκε παρουσία μεγάλης έκτασης εμπλουτιζόμενου ιστού στο ρινοφάρυγγα που επεκτεινόταν και στο στοματοφάρυγγα με σχεδόν πλήρη κατάληψη των βοθρίων του Rosenmύller και των ευσταχιανών σαλπίγγων, επέκταση στα οστά της βάσης του κρανίου και στα μυϊκά στοιχεία και επέκταση στο δεξιό υποκροτάφιο βόθρο με διήθηση/πάχυνση/εμπλουτισμό της σκληράς μήνιγγας δεξιά.
Κατά το χρονικό διάστημα από 12-8-2012 έως 23-8-2012 η Μ. Σ. νοσηλεύθηκε στη Β' Νευρολογική Κλινική του Π.Γ.Ν,Θ. ΑΧΕΠΑ, με αιτιώμενη διπλωπία από πενθημέρου και πτώση βλεφάρου δεξιά. Στις 16-8-2012 η ασθενής υποβλήθηκε σε νέα μαγνητική τομογραφία στο Νοσοκομείο του δεύτερου εναγόμενου, ως εξωτερική ασθενής του ΑΧΕΠΑ, κατά την οποία διαπιστώθηκε παρουσία νεοεξεργασίας στην περιοχή του επιφάρυγγα κυρίως δεξιά με επέκταση, διήθηση του δεξιού παραφαρυγγικού χώρου, του προσπονδυλικού χώρου του ρινοφάρυγγα, στοματοφάρυγγα αριστερά και του οπίσθιου τοιχώματος της μαλακής υπερώας και τμήματος της σκληράς υπερώας, καθώς και επέκταση της βλάβης στα οστά της βάσης του κρανίου δεξιά που προκαλεί πάχυνση -διήθηση στη μάζα μαλακών μορίων κροταφικά δεξιά και στο σηραγγώδη κόλπο.
Σύμφωνα με το πληροφοριακό σημείωμα, που χορηγήθηκε στην ασθενή από τους θεράποντες ιατρούς της στο ΑΧΕΠΑ, ζητήθηκε η πραγματοποίηση σ' αυτήν οσφυονωτιαίας παρακέντησης, προς το σκοπό ανεύρεσης πιθανών νεοπλασματικών κυττάρων, πλην, όμως, αυτή αρνήθηκε. Επίσης, λόγω πιθανής κοκκιωμάτωσης κατά Wegener ή αυτοάνοσου νοσήματος, η ασθενής τέθηκε υπό κορτιζόνη, με αποτέλεσμα την υποχώρηση των συμπτωμάτων της, όπως της κεφαλαλγίας, που υπήρχε από την έναρξη της νόσου του Ηοrner, της διπλωπίας, πλην της θόλωσης στην ακραία βλεμματική θέση αριστερά και του αισθήματος βάρους στο ρινοφάρυγγα και οπισθοωτιαία.
Ακόμη συστήθηκε στην ασθενή η ενημέρωση της ΩΡΛ Κλινικής του δεύτερου εναγόμενου, από την οποία και παρακολουθούταν. Στις 15-10-2012 προσήλθε στην ανωτέρω Κλινική ο πρώτος ενάγων της κύριας αγωγής, σύζυγος της ασθενούς, χωρίς την παρουσία της τελευταίας, αιτούμενος ιατρική γνωμάτευση για την κατάσταση της συζύγου του, της οποίας, όπως ανέφερε, θα έκανε χρήση στον ασφαλιστικό της φορέα.
Παράλληλα, ανέφερε ότι η τελευταία είχε νοσηλευθεί στην ανωτέρω Κλινική του ΑΧΕΠΑ, ενόψει συμπτωμάτων νευρολογικής φύσης, τα οποία παρουσιάστηκαν τον Αύγουστο του έτους 2012 και μολονότι του ζητήθηκε το εξιτήριο της νοσηλείας της, ώστε να συμπεριληφθούν και τα δεδομένα αυτά στη γνωμάτευση, δεν το προσκόμισε, δηλώνοντας ότι δεν ήταν απαραίτητο για τη σύζυγό του να συμπεριληφθούν στη γνωμάτευση.
Κατόπιν τούτων, ο ιατρός Ά. Χ., Επιμελητής Α' της Β' ΩΡΛ Πανεπιστημιακής Κλινικής του δεύτερου εναγόμενου, χορήγησε την από 15-10-2012 ιατρική γνωμάτευση, επί τη βάσει των στοιχείων του αρχείου της ασθενούς που τηρούταν στο Νοσοκομείο, σύμφωνα με την οποία η τελευταία παρουσίαζε ιστορικό ευμεγέθους εξεργασίας παραφαρυγγικού χώρου με προβολή στο στοματοφάρυγγα - υπερώα δεξιά, επέκταση στα οστά της βάσης του κρανίου, στα μυϊκά στοιχεία και στο δεξιό υποκροτάφιο βόθρο.
Επίσης, αναφερόταν ότι η μάζα έχει αυξητικές τάσεις και επεκτείνεται πέραν της μέσης γραμμής, διηθεί το μέσο ους προκαλώντας βαρηκοΐα και δομές του φάρυγγα με συνεπαγόμενη διαταραχή φώνησης και κατάποσης, οι δε επανέλεγχοι και λήψη βιοψιών, στις οποίες υποβλήθηκε, κατά τις νοσηλείες της στην Κλινική, δεν κατέστησαν διαγνωστικές, ενώ η αγωγή με αντιφλεγμονώδη και κορτικοστεροειδή δεν είχε επιτυχή αποτελέσματα, Ακόμη στον πρώτο ενάγοντα έγινε σύσταση για την κατά το δυνατόν άμεση προσέλευση της ασθενούς στην Κλινική για εκ νέου εισαγωγή και διερεύνηση.
Πράγματι η τελευταία προσήλθε στην Κλινική στις 23-10-2012, οπότε έγινε εισαγωγή της και διερεύνηση της κατάστασής της τόσο με κλινικό έλεγχο όσο και με απεικονιστικό, με τη διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας βάσης κρανίου - έσω ακουστικών πόρων λιθοειδών. Η νέα αυτή μαγνητική τομογραφία, σε σύγκριση με την προηγούμενη, που διενεργήθηκε στην ίδια κλινική στις 3-8-2Ο12(και όχι αυτή που πραγματοποιήθηκε στην ασθενή στις 16-8-2012, αφού δεν είχε καταγραφεί στα αρχεία της Κλινικής, δεδομένου ότι η ασθενής εξετάστηκε ως εξωτερική ασθενής του ΑΧΕΠΑ) δεν κατέδειξε οποιαδήποτε αξιόλογη μεταβολή των απεικονιστικών ευρημάτων, σε ό,τι αφορά στην έκταση, τους χαρακτήρες και τις επεκτάσεις της περιοχής παθολογικού ευρήματος - παθολογικού ιστού, στο δεξιό παραφαρυγγικό Χώρο, στο οπίσθιο τοίχωμα του ρινοφάρυγγα και στοματοφάρυγγα (κυρίως δεξιά), στους προσπονδυλικούς μύες και προσπονδυλικό χώρο και στην ενδοκράνια επέκταση παρά το δεξιό σηραγγώδη κόλπο και παραεφιππιακά δεξιά.
Η ασθενής εξήλθε από την Κλινική στις 24-10-2012, με διάγνωση εξόδου νεοπλάσματα με αβέβαιη ή άγνωστη συμπεριφορά στο φάρυγγα και σύσταση για επανέλεγχο, ενώ επισημάνθηκε στον πρώτο ενάγοντα η ανάγκη να υποβληθεί η σύζυγός του σε νέες βιοψίες. Λίγες εβδομάδες αργότερα, πριν το τέλος του έτους 2012, ο πρώτος ενάγων εμφανίστηκε και πάλι στην κλινική του δεύτερου εναγομένου ζητώντας να λάβει σχετική γνωμάτευση από τον πρώτο εναγόμενο, η οποία να δικαιολογεί τη μετάβαση της συζύγου του στο εξωτερικό και, συγκεκριμένα, στον Καναδά.
Ο τελευταίος, όμως, του συνέστησε να παραμείνει η ασθενής στην Ελλάδα και να υποβληθεί σε νέα βιοψία, τονίζοντας σ' αυτόν ότι δεν ήταν δυνατή η χορήγηση γνωμάτευσης για τη μετάβασή της στο εξωτερικό, προκειμένου να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης ιστού για βιοψία, ήτοι για ιατρική πράξη που μπορούσε να διενεργηθεί από αυτούς, πολλώ δε μάλλον ενόψει του ότι ο ασφαλιστικός της φορέας δεν δικαιολογούσε, για τέτοιου είδους επεμβάσεις, μεταβάσεις στο εξωτερικό και δη σε άλλη ήπειρο, Στις 29-11-2012 η ασθενής εισήχθη στη Β' Πανεπιστημιακή Νευρολογική Κλινική του ΑΧΕΠΑ, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενη μέχρι τις 6-12-2012, με διάγνωση εισόδου πάρεση απαγωγού αριστερού οφθαλμού σε έδαφος αταυτοποίητης χωροκατακτητικής εξεργασίας, στη βάση του κρανίου, κατά δε την έξοδό της συστήθηκε σ' αυτήν η επανεκτίμηση της κατάστασής της στην Κλινική του δεύτερου εναγόμενου από τον πρώτο εναγόμενο.
Ακολούθως, τον Ιανουάριο του έτους 2013 ο πρώτος ενάγων επανήλθε στην Κλινική του δεύτερου εναγόμενου διαμαρτυρόμενος ότι δεν εξυπηρετήθηκε η σύζυγός του για τη μετάβασή της στον Καναδά και μολονότι του συστήθηκε και πάλι να προσέλθει αυτή στην Κλινική για λήψη εκ νέου βιοψίας, διότι είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την τελευταία λήψη βιοψιών, ο ίδιος επέμεινε να μεταβεί η σύζυγός του στο εξωτερικό.
Τελικά, ο πρώτος εναγόμενος χορήγησε στον πρώτο ενάγοντα την από 5-2-2013 ιατρική γνωμάτευση, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί, για την έγκριση της μετάβασης της συζύγου του στο εξωτερικό, από τον ασφαλιστικό της φορέα, στην οποία αφού ανέφερε το ιστορικό της νοσηλείας της στην Κλινική του και τα αποτελέσματα της λήψης βιοψιών, σημείωνε δε ότι τα κλινικά και απεικονιστικά ευρήματα, παρά τη θεραπεία που έλαβε η ασθενής, βαίνουν συνεχώς επιδεινούμενα, κατέληγε ότι λόγω της προϊούσας επιδείνωσης της κατάστασης της ασθενούς και της αδυναμίας τοποθέτησης τελικής διάγνωσης που θα μπορούσε να κατευθύνει τις θεραπευτικές του ενέργειες, κρινόταν αδύνατη η περαιτέρω ορθή αντιμετώπισή της στην Ελλάδα και σκόπιμη η διερεύνηση περαιτέρω σε ειδικό κέντρο στο εξωτερικό και δη στο προτεινόμενο από αυτόν "RοyαΙ National Throat, Nose and Ear Ηοspital" του Λονδίνου, Η Μ.
Σ. νοσηλεύθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από 26-4-2013 έως 12-5-2013, στο Κέντρο Κεφαλής και Λαιμού UCL Hospitals, κατόπιν αιτήματος του Καθηγητή S.. S. του ως άνω, προτεινόμενου από τον πρώτο εναγόμενο, Νοσοκομείου, ο οποίος διέγνωσε όγκο βάσης κρανίου ή πιθανώς ρινοφαρυγγικό όγκο. Υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία στο ανωτέρω Κέντρο, που κατέδειξε όγκο βάσης κρανίου ευρείας έκτασης, ο οποίος διερευνήθηκε περαιτέρω με λήψεις βιοψιών τεσσάρων δειγμάτων οπισθορινικού χώρου, υπό γενική αναισθησία, στις 2-5-2013, που τεκμηρίωσαν κακοήθεια του όγκου, επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη ρινοφαρυγγικού καρκινώματος μη κερατινοειδούς, αδιαφοροποίητου τύπου.
Η ιατρική ομάδα του Κέντρου συνέστησε στην ασθενή την υποβολή της σε εξέταση ΡΕΤ CT scan σώματος κα| σπλαχνικού κρανίου, προκειμένου να διερευνηθεί εάν η νόσος εντοπίζεται τοπικά στην περιοχή του λαιμού και της κεφαλής ή εάν αποδεικνύεται και απομακρυσμένη επέκτασή της, και πρότεινε την υποβολή της σε θεραπεία με συνδυαστική χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία στην Ελλάδα.
Μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα υποβλήθηκε στις 5-6-2013 στο Ιδιωτικό Θεραπευτήριο "Υγεία" σε ΡΕΤ CΤscan σώματος και σπλαχνικού κρανίου, που κατέδειξε υπερμεταβολική χωροκατακτητική εξεργασία ρινοφάρυγγα με επίκεντρο κυρίως το οπίσθιο και δεξιό οπισθοπλάγιο τμήμα του, εκτεινόμενη στις παραφαρυγγικές ανατομικές δομές, αλλά και στον προσπονδυλικό χώρο, καθώς και με ενδοκρανιακή επέκταση, δεξιά παραεφιππιακά και παρά το σύστοιχο σηραγγώδη κόλπο, και υπερμεταβολικούς λεμφαδένες στις πλάγιες τραχηλικές χώρες και τη δεξιά υπογνάθια χώρα, ενώ δεν παρατηρήθηκαν άλλα μεταστατικά ευρήματα σε λοιπά σημεία του σώματός της.
Ακολούθως, η ασθενής εισήχθη στις 18-6-2013 στην Πανεπιστημιακή Παθολογική Ογκολογική Κλινική του Νοσοκομείου του δεύτερου εναγόμενου για την ολοκλήρωση σταδιοποίησης της νόσου και έναρξη χημειοθεραπείας/ακτινοθεραπείας με διάγνωση καρκινώματος ρινοφάρυγγα. Στις 19-6-2013 υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία, κατά την οποία παρατηρήθηκε, συγκριτικά με την τελευταία μαγνητική στην οποία είχε υποβληθεί στις 23-10-2012 στο ίδιο Νοσοκομείο, αύξηση του μεγέθους της βλάβης και των επεκτάσεών της, στο παραφαρυγγικό χώρο δεξιά και αριστερά, στο δεξιό σηραγγώδη κόλπο, στην περιοχή του αποκλίματος, της δεξιάς γεφυροπαρεγκεφαλικής γωνίας, καθώς και επέκταση εντός του έσω ακουστικού πόρου σύστοιχα, ενώ στις 19-6-2013 εξετάστηκε στην ΩΡΛ Κλινική του πρώτου εναγόμενου, εξαιτίας δυσκολίας στην κατάποση και, προτάθηκε η τοποθέτηση γαστροστομίας για την πλήρη λήψη τροφής και συμπληρωμάτων διατροφής, πλην, όμως, η ασθενής αρνήθηκε, με αποτέλεσμα να συνεχιστεί η παρεντερική της σίτιση.
Στις 26-6-2013 έγινε έναρξη χημειοθεραπείας και ακτινοθεραπείας, με ταυτόχρονη υποστήριξη με παρεντερική σίτιση, η δε ασθενής ήταν αρχικά περιπατητική, ωστόσο η γενική της κατάσταση παρουσίασε επιδείνωση λόγω επιπλοκών. Στις 2-7-2012 (το ορθόν 2013), υποβλήθηκε σε ενυδάτωση, αφού εμφανιζόταν αφυδατωμένη και με υπόταση, εξαιτίας αδυναμίας σίτισης και συνεχίστηκε η υποστήριξή της με παρεντερική διατροφή.
Στις 23-7-2013 και 31-7-2013 εξετάστηκε από μέλη της ΩΡΛ Κλινικής, λόγω καύσου κατά την κατάποση και συστήθηκαν πλύσεις της στοματικής κοιλότητας και του φάρυγγα με φυσιολογικό ορό και αντιμυκητιασικά φάρμακα, λόγω της μυκητίασης, που συχνά προσβάλλει τέτοιους ασθενείς, κατά τη διάρκεια της ακτινοθεραπείας και χημειοθεραπείας.
Από τις 26-6-2013 μέχρι και τις 30-7-2013 υποβλήθηκε, υπό νοσηλεία για υποστήριξη λόγω μέτριας αντοχής, σε ταυτόχρονη τοπική ακτινοθεραπεία και χημειοθεραπεία, με εβδομαδιαία ενδοφλέβια έγχυση σισπλατίνης για συνολικά πέντε κύκλους, μετά την τελευταία, όμως, θεραπεία και, συγκεκριμένα, στις 3-8-2013 παρουσίασε λευκοπενία, ήτοι μείωση των λευκών αιμοσφαιρίων του αίματος και θρομβοπενία, ήτοι ελάττωση του αριθμού των αιμοπεταλίων στο αίμα, συνεπεία της ακτινοθεραπείας και χημειοθεραπείας που καταστρέφουν αδιακρίτως τόσο τα καρκινικά όσο και τα αναπτυσσόμενα κύτταρα, Της χορηγήθηκε αυξητικός παράγοντας για τη δημιουργία νέων κυτταρικών σειρών από το μυελό των οστών, όπου παράγονται τα κύτταρα του αίματος, και προφυλακτική αντιβιοτική και αντιμυκητιασική θεραπεία, αυτή δεν εμφάνισε πυρετό ή αιμορραγική διάθεση, αλλά στις 6-8-2013 παρουσιάστηκε επιδείνωση της πανκυτταροπενίας και βλεννογονίτιδα, η ασθενής εμφάνισε αιφνίδια απώλεια συνείδησης και καρδιοαναπνευστική ανακοπή, για την αντιμετώπιση της οποίας υποβλήθηκε σε καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση και μεταφέρθηκε διασωληνωμένη στη ΜΕΘ, όπου κατέληξε την επόμενη ημέρα, στις7-8-2013.
Οι κυρίως ενάγοντες επικαλούνται με την αγωγή τους, ισχυρισμό που επαναφέρουν με την υπό στοιχείο Β' έφεσή τους, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του θανάτου της Μ. Σ. είναι ο πρώτος εναγόμενος της κύριας αγωγής, ο οποίος από έλλειψη της δέουσας προσοχής και επιμέλειας, που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, σύμφωνα με τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, λόγω του επαγγέλματός του, αλλά και των κλινικών συμπτωμάτων που παρουσίαζε η ασθενής, ενώ είχε τη δυνατότητα να διαγνώσει άμεσα τη νόσο, από την οποία έπασχε η τελευταία, ήτοι καρκίνο του ρινοφάρυγγα, αφού είχαν διενεργηθεί όλες οι ενδεδειγμένες διαγνωστικές εξετάσεις, απέτυχε να ερμηνεύσει τα ευρήματά τους και προέβη σε εσφαλμένη διάγνωση της ασθένειάς της, υποβάλλοντάς την σε εσφαλμένη αντιφλεγμονώδη και αντιβιοτική αγωγή, με συνέπεια αυτή να λάβει καθυστερημένα την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή και να αποβιώσει.
Ειδικότερα, επικαλούνται ότι, ενώ βάσει των ανωτέρω απεικονιστικών εξετάσεων, στις οποίες υποβλήθηκε η σύζυγος και μητέρα τους, αντίστοιχα, ήδη από το Νοέμβριο του έτους 2011, ήταν εμφανής η ύπαρξη καρκίνου του ρινοφάρυγγα, ο πρώτος εναγόμενος προέβη στη λήψη ιστοτεμαχίων για βιοψία από εσφαλμένο σημείο και με εσφαλμένο τρόπο, ήτοι δια στόματος από τον παραφαρυγγικό χώρο και όχι από το ακριβές σημείο της βλάβης και με την ενδεδειγμένη μέθοδο, ήτοι από την περιοχή του ρινοφάρυγγα, ενδορινικά, σύμφωνα με τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης, με συνέπεια οι βιοψίες να μην καταδείξουν στοιχεία κακοήθειας.
Ακολούθως δε μολονότι διαπίστωσε ότι ο όγκος, όχι μόνο δεν υποχωρούσε, παρά τη συνεχή χορήγηση αντιβιοτικής αγωγής, αλλά, αντιθέτως, επεκτεινόταν, ουδόλως προβληματίστηκε από τα συμπτώματα που εμφάνιζε, ούτε, άλλωστε, αντιλήφθηκε ότι η λήψη ιστοτεμαχίων γίνεται από λάθος σημείο, με συνέπεια να μην προχωρήσει σε ορθή λήψη ιστοτεμαχίων από την περιοχή του ρινοφάρυγγα είτε τυφλά, μέσω της ρινός, είτε προσπελάζοντας τον όγκο χειρουργικά σε μεγαλύτερο ή βαθύτερο σημείο του παραφαρυγγικού χώρου από την εξωτερική πλευρά, δηλαδή από τον τράχηλο και ότι ο πρώτος εναγόμενος την τελευταία φορά που συνέστησε βιοψία ήταν τον Απρίλιο του έτους 2012 και έκτοτε, παρότι η Μ.
Σ. νοσηλεύθηκε στην κλινική του δευτέρου εναγομένου, τον Ιούνιου 2012, τον Αύγουστο 2012 και τον Οκτώβριο 2012, αυτός δεν συνέστησε νέα βιοψία και γενικά δεν επέμεινε μέχρι να διαγνώσει τη νόσο, από την οποία έπασχε η σύζυγος και συγγενής τους, αντίστοιχα. Επί των ανωτέρω, αποδιδόμενων στον πρώτο εναγόμενο της κύριας αγωγής, παράνομων και υπαίτιων πράξεων και παραλείψεων, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:
Ο πρώτος εναγόμενος της κύριας αγωγής, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από την πρώτη εισαγωγή, στις 22-11-2011, της Μ. Σ. στην ΩΡΛ Κλινική του δεύτερου εναγόμενου Ν.Π.l.Δ. μέχρι την 7-8-2013, που αυτή απεβίωσε, παρείχε τις ιατρικές του υπηρεσίες ως Διευθυντής της εν λόγω Κλινικής του δεύτερου εναγόμενου, ευρισκόμενος πλέον σε οργανική σχέση με αυτό, υπαγόμενος στη δικαιοδοσία και τον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμόδιων οργάνων του.
Η ένταξή του ως ιατρού στο ιατρικό προσωπικό του δεύτερου εναγόμενου, θεμελιώνουν σχέση πρόστησης, στα πλαίσια της οποίας το δεύτερο, προστήσαν, ανέθεσε στον πρώτο, προστηθέντα, την εκτέλεση ιατρικών υπηρεσιών και καθηκόντων προς διεκπεραίωση των υποθέσεών του και εξυπηρέτηση του σκοπού του, καθορίζοντας τον τόπο, το χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας του.
Το δεύτερο εναγόμενο, δηλαδή, δια των αρμόδιων οργάνων του ανέθεσε στον πρώτο εναγόμενο, ως ιατρό και διευθυντή της ανωτέρω Κλινικής του, την περίθαλψη της ανωτέρω ασθενούς δια της υποβολής της στις ενδεδειγμένες, με βάση τα συμπτώματα και την κλινική της εικόνα, διαγνωστικές εξετάσεις, προς το σκοπό διάγνωσης της ασθένειάς της και υποβολή της στην κατάλληλη θεραπευτική αγωγή, παρέχοντάς του οδηγίες γενικού περιεχομένου ως προς τον τόπο, το χρόνο και τους όρους εργασίας του, οι οποίες και αρκούν για να θεμελιώσουν την, κατ' άρθρο 922 ΑΚ, σχέση πρόστησης, δεδομένου ότι ο προστηθείς πρώτος εναγόμενος είναι πρόσωπο με εξειδικευμένες επιστημονικές γνώσεις και δη τακτικός καθηγητής του Τομέα Αισθητηρίων Οργάνων Της ιατρικής Σχολής του Α,Π,Θ., ως εκ τούτου δε ο έλεγχος από μέρους του προστήσαντος δεύτερου εναγόμενου δεν ήταν απαραίτητο, ούτε, άλλωστε, ήταν δυνατό, να εκτείνεται και στον τρόπο ενέργειάς του, ήτοι στην επιλογή θεραπευτικών ενεργειών, διαγνωστικών μεθόδων, φαρμακευτικών αγωγών κλπ.
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όμως, ουδόλως αποδείχθηκε οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου κατά την εκ μέρους του παροχή των προαναφερόμενων ιατρικών υπηρεσιών του στη σύζυγο και μητέρα, αντίστοιχα, των εναγόντων. Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από τις,11-11-2011 έως τις 24-10-2012, η ασθενής βρισκόταν υπό τη συνεχή ιατρική παρακολούθηση του πρώτου εναγόμενου και των ιατρών μελών της ανωτέρω Κλινικής του δεύτερου εναγόμενου, υποβλήθηκε δε σε πολλαπλές βιοψίες, απεικονιστικές και εργαστηριακές εξετάσεις και παρά το γεγονός ότι τα αποτελέσματα των ιστολογικών εξετάσεων ήταν αρνητικά για κακοήθεια και ότι την ίδια ακτινολογική εικόνα και κλινική πορεία, με αυτή της ασθενούς, προκαλούν και χρόνια φλεγμονώδη νοσήματα στην περιοχή, όπως ψευδοόγκοι, οστεομυελίτιδα της βάσης του κρανίου, καθώς και άλλα συστηματικά νοσήματα, όπως η Κοκκιωμάτωση κατά wegener, η φυματίωση και η σαρκοείδωση, προέβη σε διάφορες εξετάσεις προς το σκοπό να θέσει την ορθή διαφορική διάγνωση, όχι κατ' αποκλεισμό του καρκινώματος, αλλά προς την κατεύθυνση της τεκμηρίωσής του.
Συγκεκριμένα, ο πρώτος εναγόμενος, παρά τα αρνητικά αποτελέσματα της πρώτης βιοψίας για την ύπαρξη κακοήθειας, που διενεργήθηκε το Νοέμβριο του έτους 2011, προέβη στις 8-12-2011, υπό γενική αναισθησία της ασθενούς, στην εκ νέου λήψη ιστοτεμαχίων από το μόρφωμα του ρινοφάρυγγα δεξιά προς βιοψία, καθώς, επίσης, και σε αμυγδαλεκτομή για τον αποκλεισμό τυχόν εστίας όγκου στη δεξιά αμυγδαλή, ο άνω πόλος της οποίας συνορεύει με το ρινοφάρυγγα.
Μολονότι η ιστοπαθολογική εξέταση δεν τεκμηρίωσε στοιχεία κακοήθειας, αντιθέτως κατέδειξε μόνο φλεγμονώδεις διηθήσεις με έντονα φλεγμονώδη στοιχεία, ο πρώτος εναγόμενος την υπέβαλε, στις 19-1-2012, σε νέα μαγνητική τομογραφία σπλαχνικού κρανίου, για τη διερεύνηση τυχόν επιδείνωσης της ακτινολογικής της εικόνας, στη δε προσπάθειά του να θέσει διαφορική διάγνωση μεταξύ φλεγμονής και νεοπλασματικής εξεργασίας, την υπέβαλε σε ολοσωματικό σπινθηρογράφημα οστών 3 φάσεων και στη συνέχεια σε SPECT σπινθηρογράφημα κρανίου με θάλιο, ήτοι σε διαγνωστικές εξετάσεις που συντείνουν στην επαλήθευση της διαφορικής διάγνωσης κακοήθειας.
Από τα ευρήματα των εν λόγω εξετάσεων, βάσει των οποίων δεν κατέστη δυνατή η διαφορική διάγνωση, χωρίς βεβαίως να τεθεί, από το πόρισμα της δεύτερης ως άνω εξέτασης, διάγνωση low grade κακοήθειας εξεργασία, όπως, αντίθετα, αβάσιμα υπολαμβάνουν οι ενάγοντες της κύριας αγωγής, καθόσον ο πυρηνικός ιατρός, που διενήργησε την εξέταση, στα συμπεράσματα του πορίσματός του επισημαίνει ότι δεν μπορούν να αποκλειστούν χρονίζουσα φλεγμονή και low grade κακοήθειας εξεργασία, με την έννοια ότι δεν δύναται να τεθεί με ακρίβεια, ούτε, όμως, να αποκλειστεί διάγνωση κάποιας εκ των ανωτέρω νόσων, ο πρώτος εναγόμενος εν συνεχεία παρέπεμψε την ασθενή, στο Νοσοκομείο "Άγιος Παύλος", για θεραπεία με υπερβαρικό οξυγόνο, η οποία προτείνεται για την αντιμετώπιση της οστεομυελίτιδας της βάσης κρανίου, που συνιστά μη νεοπλασματική εξεργασία και παρουσιάζει τα ίδια απεικονιστικά ευρήματα με τον καρκίνου, τον οποίο και μιμείται.
Ακολούθως, και μετά από νέα μαγνητική τομογραφία, που κατέδειξε επιδείνωση της ακτινολογικής της εικόνας, ο πρώτος εναγόμενος προέβη, στις 3-4-2012, υπό γενική αναισθησία της ασθενούς, στη λήψη πολλαπλών και εν τω βάθει ιστοτεμαχιών από το ρινοφάρυγγα - δεξιό παραφαρυγγικό χώρο, στα οποία δεν τεκμηριώθηκαν στοιχεία κακοήθειας κατά την ιστοπαθολογική εξέτασή τους.
Στη συνέχεια νοσηλεύτηκε για ένα περίπου μήνα στην ανωτέρω κλινική, από τις 21-5-2012 μέχρι τις 20-6-2012, όπου υποβλήθηκε σε νέα μαγνητική τομογραφία, χωρίς αξιόλογη μεταβολή των απεικονιστικών ευρημάτων σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη μαγνητική. Ενόψει δε των αρνητικών για κακοήθεια αποτελεσμάτων της παθολογοανατομικής εξέτασης των παραπάνω ιστοτεμαχίων, που εκδόθηκαν στις 12-6-2012 από το προαναφερόμενο εργαστήριο του Α.Π,Θ., όπου ο πρώτος εναγόμενος τα απέστειλε προς συμβουλευτική αξιολόγηση, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο λάθους και αστοχίας στην αξιολόγηση του υλικού της βιοψίας και δεδομένης της σταθερής απεικονιστικής της εικόνας, υπέβαλε την ασθενή σε αξονική τομογραφία τραχήλου, αξονική τομογραφία θώρακα, άνω και κάτω κοιλίας και οπισθοπεριτοναίου, για τη διερεύνηση ύπαρξης τυχόν μεταστάσεων ή αλλοιώσεων της εξεργασίας στα όργανα αυτά, ώστε να ληφθούν ιστοτεμάχια προς βιοψία και από τα εν λόγω όργανα, εφόσον προέκυπταν συγκεκριμένα ευρήματα από την εξέταση, καθόσον δεν μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο καρκινώματος αγνώστου πρωτοπαθούς εστίας της κεφαλής.
Ο καρκίνος αγνώστου πρωτοπαθούς εστίας χαρακτηρίζεται από την παρουσία ιστολογικά επιβεβαιωμένων μεταστάσεων και τη μη ανεύρεση πρωτοπαθούς εστίας παρά τον ενδελεχή κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο, σύμφωνα δε με κάποιες από τις θεωρίες που έχουν αναπτυχθεί στην προσπάθεια ερμηνείας του φαινομένου, αυτό μπορεί να οφείλεται στο μικρό μέγεθος της πρωτοπαθούς εστίας, που διαφεύγει του ελέγχου, στην παρουσία νεοπλασίας με πρώιμη ικανότητα μετάστασης, που στη συνέχεια υποστρέφει ή παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση στην αρχική εστία, χωρίς να δίνει άλλη συμπτωματολογία, αλλά και στη συμμετοχή ανοσολογικών μηχανισμών που επιτίθενται στον όγκο καταστρέφοντάς τον, ενώ διαφεύγουν οι μεταστάσεις.
Η ασθενής, καθ' όλη τη διάρκεια της νοσηλείας της στην ΩΡΛ Κλινική του δεύτερου εναγόμενου δεν εμφάνισε στοιχεία μεταστατικής νόσου από την προσβληθείσα περιοχή, της οποίας θα ήταν δυνατή η λήψη υλικού για ιστολογική εκτίμηση. Ο πρώτος εναγόμενος, δηλαδή, στην προσπάθειά του να θέσει τελική διάγνωση, ουδέποτε απέστη της διερεύνησης αρχόμενης κακοήθειας του ρινοφάρυγγα, πολλώ δε μάλλον ουδέποτε έθεσε οριστική διάγνωση φλεγμονής, όπως, αντίθετα, αβάσιμα επικαλούνται οι ενάγοντες, παρά το γεγονός της χορήγησης στην ασθενή αντιφλεγμονώδους και αντιβιοτικής αγωγής, δοθέντος ότι στα μέχρι τότε πορίσματα του συνόλου των απεικονιστικών και ιστολογικών εξετάσεων καταγράφονταν ευρήματα φλεγμονώδους αλλοίωσης της υπό εξέταση περιοχής, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί από τη διαφορική διάγνωση και η χρονίζουσα φλεγμονή, ενώ αποκλειόταν η χορήγηση στην ασθενή αντικαρκινικής θεραπείας, χωρίς την προηγούμενη ιστολογική τεκμηρίωση καρκινώματος, Εξάλλου, μετά την τελευταία εισαγωγή της στην Κλινική του δεύτερου εναγομένου, στις 23-10-2012, οπότε υποβλήθηκε και πάλι σε μαγνητική τομογραφία κρανίου - έσω ακουστικών πόρων λιθοειδών, από την οποία δεν αναδείχθηκαν νέα ευρήματα σε σχέση με τις προηγούμενες μαγνητικές τομογραφίες, επισημάνθηκε, από τον πρώτο εναγόμενο, η ανάγκη να ληφθούν νέες βιοψίες, καθόσον είχε παρέλθει ικανό χρονικό διάστημα από τη λήψη της τελευταίας βιοψίας, χωρίς, ωστόσο, μέχρι τη μετάβασή της στο εξωτερικό να προσέλθει ξανά στην Κλινική, προκειμένου να υποβληθεί σε νέα βιοψία.
Από το σύνολο των προαναφερόμενων εξετάσεων, στις οποίες υπέβαλε ο πρώτος εναγόμενος την ασθενή, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που την παρακολουθούσε και την περιέθαλπε, προέκυψε ότι αυτές ήταν οι ιατρικά ενδεδειγμένες, με βάση τα συμπτώματα που είχε εκδηλώσει και τις πρώτες απεικονιστικές εξετάσεις, που διεξήχθησαν κλιμακούμενες με βάση τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, που απαιτούν να υποβάλλεται ο ασθενής στις αναγκαίες εξετάσεις και μάλιστα προοδευτικά, εφόσον τα πορίσματα των προηγηθέντων δικαιολογούν την υποβολή του σε επόμενες.
Επίσης, η εκ μέρους του διενέργεια διαγνωστικών παρεμβάσεων και δη οι λήψεις ιστοτεμαχίων προς βιοψία έγιναν lege artis και στοχευμένα από την πάσχουσα περιοχή, επί τη βάσει της κλινικής και ενδοσκοπικής εικόνας που διέθετε, σε συνδυασμό και με τις απεικονιστικές εξετάσεις. Ειδικότερα, οι δύο χειρουργικές λήψεις ιστών πραγματοποιήθηκαν από τον ίδιο, τον πρώτο εναγόμενο, με προσπέλαση της περιοχής, που είχε προσβληθεί, τόσο με πρόσθια ρινοφαρυγγοσκόπηση, διαμέσου της ρινός, με τη βοήθεια ενδοσκοπίου, όσο και ενδοστοματικά, ήτοι με οπίσθια ρινοσκόπηση με έλξη της μαλακής υπερώας με τη βοήθεια άκαμπτου ενδοσκοπίου, αμφότεροι δε οι τρόποι λήψης ιστοτεμαχίων συνιστούν ιατρικά παραδεδεγμένες μεθόδους λήψης βιοψιών του ρινοφάρυγγα με τις οποίες παρέχεται πρόσβαση στο ρινοφαρυγγικό χώρο με πλήρη ορατότητα και δυνατότητα χειρισμού.
Προσθέτως, οι λήψεις αυτές έγιναν υπό γενική αναισθησία της ασθενούς, υπό συνθήκες, δηλαδή, που επέτρεπαν μεγαλύτερη ευχέρεια χειρισμών στην προσπέλαση του ρινοφάρυγγα και εξασφάλιζαν ριζικότερη εκτομή ιστοτεμαχίων, με αποτέλεσμα να λάβει πολλαπλά, ήτοι πέντε την πρώτη φορά και δέκα τη δεύτερη φορά, ιστοτεμάχια ικανοποιητικά μεγάλου μεγέθους, σε σχέση με το μέγεθος της περιοχής, η οποία έχει διάμετρο μόλις 2-3 εκατοστών, ήτοι από μισό περίπου έως ένα εκατοστό, δηλαδή σε μεγέθη μεγαλύτερα ακόμη και των διεθνώς προβλεπομένων (μεταξύ δύο και τριών χιλιοστών).
Ειδικά δε ως προς τη δεύτερη ιστοληψία, που διενήργησε ο πρώτος εναγόμενος, τα ιστοτεμάχια που έλαβε είχαν μεγίστη διάμετρο από 1 εκατοστό έως 0,4 εκατοστά, ενώ τα εν τω βάθει ιστοτεμάχια από 0,5 έως 0,3 εκατοστά. Το μεγαλύτερο μέγεθος των επιφανειακών ιστοτεμαχίων συγκριτικά προς το μέγεθος των εν τω βάθει ιστοτεμαχίων δικαιολογείται απόλυτα λόγω της ανατομικής θέσης του ρινοφάρυγγα, τα πλάγια τοιχώματα του οποίου αποτελούν την έσω μοίρα του παραφαρυγγικού χώρου, στον οποίο πορεύονται σημαντικά ανατομικά στοιχεία, όπως η ευσταχιανή σάλπιγγα, η έσω καρωτίδα και η έσω σφαγίτιδα φλέβα, ήτοι τα μεγάλα τροφοφόρα αγγεία του εγκεφάλου και εγκεφαλικά νεύρα, ώστε η λήψη μεγαλύτερων σε μέγεθος εν τω βάθει ιστοτεμαχίων ενείχε τον άμεσο κίνδυνο τρώσης των ανωτέρω αγγείων και νεύρων και τη συνακόλουθη σοβαρή βλάβη της υγείας της ασθενούς ή ακόμη και το θάνατό της.
Το σύνολο δε των παραπάνω ιστοτεμαχίων λήφθηκε από την πάσχουσα περιοχή, ήτοι από το δεξιό πλάγιο τοίχωμα του ρινοφάρυγγα και του παραφαρυγγικού χώρου, δοθέντος ότι βάσει των απεικονίσεων των μαγνητικών τομογραφιών, η εξεργασία εκτεινόταν από το δεξιό τοίχωμα του ρινοφάρυγγα και του οροφάρυγγα προς τον παρακείμενο παραφαρυγγικό χώρο.
Σημειώνεται ότι οι βιοψίες στην περιοχή του πλάγιου τοιχώματος του ρινοφάρυγγα αποτελούν και βιοψίες του παραφαρυγγικού χώρου, λόγω της στενής ανατομικής τους σχέσης. Εξ άλλου η μορφολογία της περιοχής του ρινοφάρυγγα της ασθενούς είχε υποστεί σημαντική αλλοίωση, λόγω της εξεργασίας σε βαθμό παραμόρφωσης της ανατομίας, ώστε οι δύο αυτές περιοχές, ήτοι ο ρινοφάρυγγας και ο παραφαρυγγικός χώρος, μαζί με το βοθρίο του Rosenmuller να έχουν ενοποιηθεί.
Τα παραπάνω κατατέθηκαν με σαφήνεια και ακρίβεια από τον μάρτυρα των κυρίως εναγομένων ...ομότιμο καθηγητή ωτορινολαρυγγολογίας του ΑΠΘ και πρόεδρο της ΩΡΛ εταιρείας Β. Ελλάδος Β. Β., ο οποίος έλαβε γνώση των απεικονίσεων του συνόλου των μαγνητικών τομογραφιών στις οποίες υποβλήθηκε η ασθενής και συνεπώς έχει άμεση και προσωπική αντίληψη της απεικονιστικής εικόνας της προαναφερομένης αλλοίωσης του ρινοφάρυγγα της τελευταίας.
Όλα δε τα προαναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα επιβεβαιώνονται και από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα του ιατρικού φακέλου της ασθενούς και συγκεκριμένα το ακριβές σημείο λήψης των ιστοτεμαχίων και από το από 8-12-2011 πρακτικό του χειρουργείου, όπου ρητά αναφέρεται ότι έγινε η λήψη βιοψιών μορφώματος ρινοφάρυγγα δεξιά, ουδόλως δε αντικρούονται τα ανωτέρω από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους ενάγοντες από 28-8-2015 ιατροδικαστική γνωμάτευση του ειδικού ιατροδικαστή Δ.
Γ.... ως μάρτυρα των κυρίως εναγόντων, καθόσον, όπως ο ίδιος κατέθεσε, αφενός δεν παρευρισκόταν κατά τη λήψη των ιστοτεμαχίων, αφετέρου δεν μπορεί να συγκρίνει το πόρισμα με τις απεικονίσεις των μαγνητικών τομογραφιών, ώστε να έχει άμεση γνώση περί του σημείου λήψης των ιστοτεμαχίων, αντιθέτως λαμβάνει υπόψη μόνο τα πορίσματα των απεικονιστικών εξετάσεων και εμμέσως από το σύνολο των εγγράφων του ιατρικού φακέλου της ασθενούς διατυπώνει άποψη περί του εσφαλμένου, όπως υποστηρίζει, τρόπου και σημείου λήψης των ιστοτεμαχίων.
Η κρίση του Δικαστηρίου περί της ορθότητας της μεθόδου λήψης αυτών, από τον πρώτο εναγόμενο και της προέλευσής τους από το ακριβές σημείο της εξεργασίας, που εντοπίστηκε στις απεικονιστικές εξετάσεις, επιβεβαιώνεται από το αποτέλεσμα της ιστοπαθολογικής εξέτασης ιστών, που λήφθηκαν από την ασθενή στο ανωτέρω Νοσοκομείο του Λονδίνου, η οποία τεκμηρίωσε ρινοφαρυγγικό καρκίνωμα, μη κερατινοειδές, αδιαφοροποίητου τύπου.
Άλλωστε, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από 14-5-2013 έκθεση παθολογικής εξέτασης του UCL Hospitals, όπου γίνεται αναφορά περί βιοψιών οπισθορινικού χώρου, δεν προκύπτει ότι οι αλλοδαποί ιατροί προέβησαν στην εν λόγω διαγνωστική επέμβαση με διάφορο τρόπο, από αυτόν που εφάρμοσε ο πρώτος εναγόμενος, διότι ο οπισθορινικός χώρος, ήτοι ο χώρος όπισθεν της ρινός, ταυτίζεται με το ρινοφάρυγγα, την περιοχή, δηλαδή, από την οποία ο πρώτος εναγόμενος έλαβε πολλαπλά ιστοτεμάχια.
Εξάλλου η προσπέλαση προς τον όγκο χειρουργικά με άλλο ενδεχομένως τρόπο, από την εξωτερική πλευρά, ήτοι τον τράχηλο, θα ενείχε οπωσδήποτε σοβαρούς κινδύνους για την ασθενή, παρίστατο δε ιατρικά μη ενδεδειγμένη, δοθέντος ότι θα έπρεπε να προσπελαστεί ο ρινοφάρυγγας διατραχηλικά και παραφαρυγγικά, δια μίας έντονα φλεγμαίνουσας περιοχής, όπου πορεύονται σημαντικά για τη ζωή του ασθενούς αγγεία και νεύρα.
Σε κάθε περίπτωση και οι ίδιοι οι κυρίως ενάγοντες επικαλούνται, με το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής τους, ότι η λήψη των ιστοτεμαχίων από τους αλλοδαπούς ιατρούς έγινε ενδορινικά, όπως, δηλαδή, ακριβώς διενεργήθηκε και από τον πρώτο εναγόμενο. Σημειώνεται ότι το υποβαλλόμενο, πρωτόδικα, με τις προτάσεις των κυρίως εναγομένων, αίτημα περί επίδειξης από τους αντιδίκους τους του ιατρικού φακέλου της συγγενούς τους από το αλλοδαπό Νοσοκομείο και δη του πρακτικού χειρουργείου, που διενεργήθηκε στις 2-5-2013, υπό γενική αναισθησία, προκειμένου να διαπιστωθεί μέσω ποιου διαδρόμου επιτεύχθηκε προσπέλαση για την αφαίρεση ιστού από το ρινοφάρυγγα, πέραν της αοριστίας του, διότι οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται ότι οι ενάγοντες κατέχουν το έγγραφο αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον το Δικαστήριο μόρφωσε πλήρη δικανική πεποίθηση περί του κρίσιμου ζητήματος, της ορθότητας της μεθόδου, που εφαρμόστηκε από τον πρώτο εναγόμενο, για τη λήψη ιστοτεμαχίων από τη Μ.
Σ.. Το γεγονός ότι η βιοψία που διενεργήθηκε στο αλλοδαπό Νοσοκομείο κατέδειξε άμεσα κακοήθεια, δεν δύναται να οδηγήσει σε κρίση περί εσφαλμένης λήψης ιστοτεμαχίων από τον τελευταίο, ήτοι με μη ενδεδειγμένο τρόπο και από λάθος σημείο, όπως, αντίθετα, αβάσιμα υποστηρίζουν οι κυρίως ενάγοντες, αλλά σχετίζεται με τη χρονική απόσταση της βιοψίας αυτής από την τελευταία βιοψία που πραγματοποιήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο, στις 3-4-2ο12, ήτοι ενός και πλέον έτους αργότερα.
Τούτο δεν αποκλείεται στα καρκινώματα κεφαλής και τραχήλου και δη στον καρκίνο του ρινοφάρυγγα, η ιστολογική τεκμηρίωση του οποίου επιτυγχάνεται όχι σπάνια μετά από πολλούς μήνες από την πρώτη ιστολογική εξέταση και κατόπιν επαναλαμβανόμενων βιοψιών, συνεπεία της ιστολογικής υφής και βιολογικής συμπεριφοράς του καρκινώματος, το οποίο για μεγάλο χρονικό διάστημα προκαλεί έντονα φλεγμονώδη στοιχεία πριν εκδηλωθεί ή έχει πολύ μικρό μέγεθος λίγων χιλιοστών βαθιά στην περιοχή της βάσης του κρανίου μεταξύ των μεγάλων αγγείων και νεύρων και σταδιακά αυξάνεται, καταλαμβάνοντας την επιφάνεια του βλεννογόνου, όπου μπορεί και να εντοπιστεί.
Σύμφωνα, άλλωστε, και με την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα των κυρίως εναγομένων, όταν ξεκίνησε η νοσηλεία και παρακολούθηση της ασθενούς από τον πρώτο εναγόμενο στην Κλινική του δεύτερου εναγόμενου, επρόκειτο περί καρκινώματος iη situ, δηλαδή εν τω γεννάσθαι, σε πρώιμο στάδιο, η δε ασθενής παρουσίαζε ήπια συμπτώματα, με συνέπεια να μην εντοπίζεται στις βιοψίες, βάσει δε των απεικονιστικών εξετάσεων ο όγκος παρουσιαζόταν σταθερός, αλλά παρατηρούνταν διόγκωση των φλεγμονωδών στοιχείων, ενώ όταν η βιοψία απέβη θετική για κακοήθεια, είχε ήδη μεγαλώσει η μάζα του καρκίνου, γι' αυτό και κατέστη εφικτός ο εντοπισμός του.
Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από τον παραπάνω μάρτυρα των κυρίως εναγόντων και συντάκτη της ως άνω ιατροδικαστικής γνωμάτευσης, στην οποία αναφέρει ότι η σταδιοποίηση του καρκίνου στη Μ. Σ. δεν αποτελούσε μία ευχερή ιατρική πράξη, διότι το μέγεθος και η διήθηση, που παρατηρήθηκε αρχικά, ήταν αποτέλεσμα της φλεγμονής που συνόδευε τον όγκο, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται και από τις βιοψίες, αλλά και από τη σχετικά ήπια συμπτωματολογία της, σημειώνει δε ότι η νευρολογική εικόνα, που έχουν αυτοί οι ασθενείς, είναι συχνά αποτέλεσμα της λεμφοκυτταρικής διήθησης, που προηγείται της αληθινής διήθησης από τα καρκινικά κύτταρα και γι' αυτό, με την έναρξη της θεραπείας, οι βλάβες στα κρανιακά νεύρα συνήθως είναι βλάβες αναστρέψιμες και το πραγματικό μέγεθος της πρωτοπαθούς εστίας είναι τελικά πολύ μικρότερο.
Εξάλλου, το γεγονός ότι η ασθενής δεν υποβλήθηκε σε νέα βιοψία ούτε κατά τη νοσηλεία της στην παραπάνω κλινική στις αρχές Αυγούστου του έτους 2012, ούτε, όμως, και κατά την τελευταία νοσηλεία της στις 23-10-2012, οπότε παρέμεινε νοσηλευόμενη και τις δύο φορές επί μία ημέρα, δεν στοιχειοθετεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου ή των λοιπών ιατρών μελών της ΩΡΛ Κλινικής του δεύτερου εναγόμενου, καθόσον η διενέργεια των βιοψιών υπαγορευόταν από την επιδείνωση της κλινικής και κυρίως της απεικονιστικής εικόνας του ρινοφάρυγγα και την παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος από την προηγούμενη.
Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο μετά την πρώτη χειρουργική λήψη ιστοτεμαχίων, που διενήργησε ο πρώτος εναγόμενος στις 5-12-2011 υπό γενική αναισθησία, προέβη στη δεύτερη χειρουργική λήψη ιστοτεμαχίων στις 3-4-2012 και ενώ εν τω μεταξύ είχε επιδεινωθεί η ακτινολογική της εικόνα, σύμφωνα και με τα ευρήματα της από 29-3-2012 μαγνητικής τομογραφίας.
Τον Αύγουστο του έτους 2Ο12 δεν αναδείχθηκαν νέα ευρήματα στη μαγνητική τομογραφία, στην οποία υποβλήθηκε η ασθενής, σε σχέση με τις προηγούμενες που επέβαλαν και τη δεύτερη χειρουργική λήψη ιστοτεμαχίων προς βιοψία, όπως, άλλωστε, και τον Οκτώβριο του έτους 2012 η μαγνητική τομογραφία, στην οποία υποβλήθηκε, δεν κατέδειξε οποιαδήποτε αξιόλογη μεταβολή των απεικονιστικών ευρημάτων σε σύγκριση με την αμέσως προηγούμενη.
Δεν πρέπει, άλλωστε, να παραβλέπεται το γεγονός ότι η χειρουργική λήψη ιστοτεμαχίων από το ρινοφάρυγγα, λόγω ακριβώς της ιδιαίτερης ανατομίας της περιοχής, όπου βρίσκεται και του μικρού του μεγέθους σε σχέση με άλλα όργανα του ανθρώπινου σώματος, απαιτεί ιδιαίτερους χειρισμούς για την αποτροπή του κινδύνου τρώσης των παρακείμενων αγγείων και νεύρων, σε κάθε δε περίπτωση συνιστά χειρουργική επέμβαση, για τη διενέργεια της οποίας ο ασθενής υποβάλλεται σε γενική αναισθησία, με όλους τους κινδύνους που δυνητικά αυτή ενέχει για την υγεία του ασθενούς, ώστε πρόκειται περί ιατρικής πράξης, η απόφαση για την εκτέλεση της οποίας λαμβάνεται κατόπιν στάθμισης των εγγενών κινδύνων που εγκυμονεί, σε συνδυασμό με την τυχόν επιδείνωση της ακτινολογικής εικόνας του ασθενούς και του χρονικού διαστήματος, που μεσολάβησε, από προηγούμενη διενέργεια τέτοιας πράξης.
Σε κάθε περίπτωση, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος συνέστησε επιτακτικά την εκ νέου υποβολή της ασθενούς σε λήψη βιοψιών αμέσως μετά τη νοσηλεία της τον Οκτώβριο του έτους 2012, πρωτίστως λόγω παρέλευσης μακρού χρονικού διαστήματος από την προηγούμενη, πλην, όμως, η τελευταία ουδόλως ανταποκρίθηκε στις συστάσεις του, η δε συναίνεσή της για τη διενέργεια αυτής της ιατρικής πράξης ήταν επιβεβλημένη.
Άλλωστε, η ίδια είχε αρνηθεί να υποβληθεί και σε οσφυονωτιαία παρακέντηση προς το σκοπό ανεύρεσης πιθανώς νεοπλασματικών κυττάρων, όπως προκύπτει από το πληροφοριακό σημείωμα της νοσηλείας της στο Π.Γ.Ν.Θ. ΑΧΕΠΑ, κατά το διάστημα από 12-8-2012 έως 23-8-2012. Περαιτέρω, η επίκληση των κυρίως εναγόντων, ότι η από 5-2-2013 ιατρική γνωμάτευση του πρώτου αντιδίκου τους, στην οποία κάνει λόγο για αδυναμία τοποθέτησης τελικής διάγνωσης και περαιτέρω ορθούς αντιμετώπισης της ασθενούς στην Ελλάδα, της οποίας έκανε χρήση η τελευταία στον ασφαλιστικό της φορέα, για την κάλυψη των εξόδων μετάβασής της και διερεύνησης της νόσου της στο εξωτερικό, συνιστά επί της ουσίας ομολογία της αποτυχίας του να διαγνώσει τη νόσο, από την οποία έπασχε η ανωτέρω συγγενής τους, δεν ευσταθεί.
Τούτο δε διότι, όπως αποδείχθηκε, ο πρώτος εναγόμενος ήδη από τα τέλη του έτους 2012 αρνήθηκε να χορηγήσει τέτοια βεβαίωση, για την υποβολή της ασθενούς σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης ιστού για βιοψία στο εξωτερικό, καθόσον επρόκειτο για ιατρική πράξη, που μπορούσε να διενεργηθεί από τον ίδιο, όπως, άλλωστε, είχε πράξει ήδη δύο φορές, επισημαίνοντας την αναγκαιότητα της υποβολής της σε νέα βιοψία το συντομότερο δυνατό, ενόψει της παρέλευσης μακρού χρόνου από τη λήψη της τελευταίας βιοψίας.
Τελούσε δε σε γνώση του ότι η διάγνωση του καρκινώματος του ρινοφάρυγγα, το οποίο όχι μόνο δεν είχε αποκλείσει, αντιθέτως προσπαθούσε να τεκμηριώσει όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα, υποβάλλοντας την ασθενή στις προαναφερόμενες εξετάσεις, είναι δυσχερής και μπορεί να επιτευχθεί σε αρκετές περιπτώσεις μετά από μακρό χρονικό διάστημα από την πρώτη ιστολογική εξέταση, με τη σταδιακή αύξηση της μάζας του όγκου και κατόπιν επαναλαμβανόμενων βιοψιών.
Η επιμονή, όμως, του πρώτου κυρίως ενάγοντα και συζύγου της ασθενούς να μεταβεί η τελευταία στο εξωτερικό, σε συνδυασμό με την εκούσια διακοπή της παρακολούθησής της από την παραπάνω Κλινική, δοθέντος ότι από το τελευταίο εξιτήριό της, στις 24-10-2012, με το οποίο συστήθηκε επανέλεγχος, αυτή ουδέποτε προσήλθε μέχρι και τη μετάβασή της στο εξωτερικό στην Κλινική του δευτέρου εναγομένου, προκειμένου να αξιολογηθεί η κατάσταση της υγείας της και να υποβληθεί σε νέα βιοψία, η αναγκαιότητα της οποίας επανειλημμένα τονίστηκε στο σύζυγό της, οδήγησε τον,πρώτο εναγόμενο στη χορήγηση της ανωτέρω ιατρικής γνωμάτευσης, με αποκλειστικό γνώμονα να υποβληθεί η ασθενής στην αναγκαία βιοψία σε νοσηλευτικό ίδρυμα του εξωτερικού, κατά την επιλογή της.
Η έγκριση, εξάλλου, του ασφαλιστικού της φορέα, προκειμένου να καλύψει τα έξοδα μετάβασης και νοσηλείας της στο εξωτερικό, προϋπέθετε γνωμάτευση του θεράποντος ιατρού της, με αναγκαίο περιεχόμενο την αναφορά του τελευταίου σε αδυναμία διάγνωσης και αντιμετώπισης της πάθησής της στο ημεδαπό νοσηλευτικό ίδρυμα.
Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι η από 6-2-2016 έγκληση της τρίτης κυρίως ενάγουσας κατά του πρώτου εναγομένου, για ανθρωποκτονία από αμέλεια, με την με αριθ,339/2016 διάταξη της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε και τέθηκε στο αρχείο, διότι έκρινε ότι δεν προέκυψε παράλειψη του εγκαλουμένου που να οδήγησε αιτιακά στο θάνατο την μητέρα της (εκεί) εγκαλούσας και άρα ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις διάπραξης του ποινικού αδικήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια δια παραλείψεως, ενώ κατ' αυτής δεν έχει ασκηθεί προσφυγή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση με αριθ.
ΕΓ43-Ί6/96/6-9-2017 βεβαίωση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα επικαλούμενα από τους ενάγοντες της κύριας αγωγής, αναφορικά με το ότι βάσει των απεικονιστικών εξεταστικών μεθόδων, ήτοι αξονική και μαγνητική τομογραφία, ήταν προφανές ότι επρόκειτο για καρκίνο του ρινοφάρυγγα, καθώς και ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν εκτίμησε ορθά τα ευρήματα των απεικονιστικών εξετάσεων, με συνέπεια να μην θέσει και δη έγκαιρα την ορθή διάγνωση, ελέγχονται ως αβάσιμα, δοθέντος ότι οι εξετάσεις αυτές απλά απεικονίζουν τα ευρήματα και, εάν σ' αυτές διαπιστωθούν απεικονιστικά χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε κακοήθεια όγκου, εν συνεχεία η οριστική διάγνωση τίθεται με ενδοσκοπικά καθοδηγούμενη βιοψία του πρωτοπαθούς όγκου ή με βιοψία των μεταστάσεων.
Στην προκείμενη δε περίπτωση, ο πρώτος εναγόμενος όχι μόνο εκτίμησε ορθά τα ευρήματα των εν λόγω απεικονιστικών εξετάσεων, που έθεταν διαφορική διάγνωση μεταξύ φλεγμονής και κακοήθειας, αλλά προέβη και σε στοχευμένες και με ενδεδειγμένο τρόπο ιστοληψίες του πρωτοπαθούς όγκου, από το υποδεικνυόμενο από τίς εξετάσεις αυτές σημείο της βλάβης.
Η διάγνωση, εξάλλου, περί καρκινικού όγκου του ρινοφάρυγγα δεν μπορούσε να τεθεί, εάν προηγουμένως δεν απέβαινε θετικό το αποτέλεσμα των ιστοπαθολογικών εξετάσεων, όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία ουδεμία από τις τρεις βιοψίες, που πραγματοποιήθηκαν στην παραπάνω Κλινική του δεύτερου εναγόμενου, από τον πρώτο εναγόμενο και τους λοιπούς ιατρούς μέλη της, δεν τεκμηρίωσε κακοήθεια, λόγω του πολύ μικρού μεγέθους του όγκου και της διόγκωσης των φλεγμονωδών στοιχείων στην πάσχουσα περιοχή, Επομένως, η μη θέση της τελικής διάγνωσης, περί ρινοφαρυγγικού καρκινώματος, στη σύζυγο και μητέρα, αντίστοιχα, των κυρίως εναγόντων και η συνεπεία αυτής μη έγκαιρη έναρξη της κατάλληλης ακτινοχημειοθεραπευτικής αγωγής, δεν οφείλονται σε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου της κύριας αγωγής και των λοιπών ιατρών μελών της ΩΡΛ Κλινικής του δεύτερου εναγόμενου, που περιέθαλψαν την ασθενή, καθόσον ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας κατά τους κοινούς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, προέβη σε όλες τις αναγκαίες για τη διάγνωση της νόσου αυτής απεικονιστικές και επεμβατικές διαγνωστικές ιατρικές πράξεις, τις τελευταίες από τις οποίες μάλιστα διενήργησε ο ίδιος lege artiς, χωρίς να καταστεί δυνατή λόγω του πρώιμου σταδίου της η διάγνωση της νόσου...".
Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την από 2-6-2016 έφεση των εναγόντων επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Υπό τις ως άνω παραδοχές όμως το Εφετείο δεν παραθέτει με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ώστε να θεμελιώνεται σαφώς το διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την υπαιτιότητα υπό τη μορφή αμέλειας του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας των πράξεων που τις συγκροτούν προς τον επελθόντα θάνατο της Μ..Σ., καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου περί της στοιχειοθέτησης ή μη της εν λόγω αδικοπραξίας, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση :
Ειδικότερα παρά το γεγονός ότι από την επισκόπηση της κυρίας αγωγής (σελίδα 23 αυτής) προκύπτει ότι κατά την παράθεση του πορίσματος της από 16-8-2012 μαγνητικής τομογραφίας εγκεφάλου αναφέρεται η σήμανση εντός παρενθέσεως (Ca ρινοφάρυγγα, δηλαδή η πασίδηλη συντομογραφία της λέξεως cancer = καρκίνος, που χαρακτηρίζει την κακοήθεια), δεν αιτιολογεί, γιατί στην αντίστοιχη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης (σελίδα 28) αυτής, όπου αυτολεξεί παραθέτει το πόρισμα της ως άνω μαγνητικής τομογραφίας, δεν διαλαμβάνει τη συγκεκριμένη ένδειξη ούτε αιτιολογεί έτι περαιτέρω γιατί η συγκεκριμένη παράλειψη συνάδει με το καθήκον επιμέλειας του ιατρού προς την ασθενή του.
Επίσης, ενώ από την επισκόπηση της ίδιας ως άνω σελίδας της αγωγής προκύπτει ότι κατά την παράθεση του από 3-8-2012 ενημερωτικού σημειώματος ασθενούς περιλαμβάνεται σύσταση κατά την έξοδο της για επανέλεγχο σε δύο εβδομάδες στα εξωτερικά ιατρεία του β' εναγόμενου (νοσοκομείου), στις παραδοχές της προσβαλλόμενης (σελίδα 30) κατά την παράθεση και σύγκριση των πορισμάτων της από 3-8-2012 μαγνητικής προς εκείνη της από 23-10-2012 αντίστοιχης, δεν εξηγεί γιατί η υποβολή της θανούσας σε μαγνητική τομογραφία στις 16-8-2012 ως εξωτερικής ασθενούς δεν καταγράφεται στα αρχεία της κλινικής και δημιουργεί κενό και ασάφεια μη διαλαμβάνοντας αιτιολογία περί της ανωτέρω ιατρικής οδηγίας για επανέλεγχο δυο εβδομάδες μετά στα εξωτερικά ιατρεία του β εναγόμενου.
Ενώ στη σελίδα 24 της προσβαλλομένης διαλαμβάνει παραδοχές: α) για τα μέρη από τα οποία αποτελείται ο ρινοφάρυγγας τα οποία και λεπτομερώς παραθέτει κατά τα όρια εκάστου (ρινοφάρυγγας, οροφάρυγγας, υποφάρυγγας, παραφαρυγγικός χώρος και β) για λήψη ιστοτεμαχίων στις 5-12-2011 και στις 3-4-2012 από τον δεξιό παραφαρυγγικό χώρο από τον πρώτο εναγόμενο γ) παραδοχές για λήψεις βιοψιών δειγμάτων οπισθορινικού χώρου από τους Βρεττανούς ιατρούς και την τεθείσα διάγνωση όγκου βάσης κρανίου ή πιθανώς ρινοφαρυγγικού όγκου, αντιφατικά στη σελίδα 39 ταυτίζει τις δύο διακριτές περιοχές με την αιτιολογία ότι ρινοφάρυγγας, παραφαρυγγικός χώρος και βοθρίο Rosenmuller έχουν ενοποιηθεί λόγω της εξεργασίας σε βαθμό παραμόρφωσης της ανατομίας, χωρίς να εξηγεί γιατί οι δικές του λήψεις (του α' εναγόμενου) έλαβαν χώρα στον παραφαρυγγικό χώρο, καθόσον στη σελίδα 28 διαλαμβάνει παραδοχές περί επιγενόμενης κατάστασης (επέκτασης-ενοποίησης) που διαπιστώνεται με την από 3-8-2012 μαγνητική τομογραφία, με συνέπεια να καθίσταται ασαφές το πόρισμα περί μη συνδρομής ευθύνης στην επιδείνωση της πάθησης της θανούσας.
Ενώ διαλαμβάνει παραδοχές ότι η σύμφωνα με τη διάγνωση από το σπινθηρογράφημα με θάλιο δεν μπορούσε να αποκλειστεί εξεργασία lowgrade (χαμηλού βαθμού) κακοήθειας, αντιφατικά εν συνεχεία δέχεται ότι ο πρώτος εναγόμενος ιατρός έθεσε διάγνωση για φλεγμονή, καθόσον διέλαβε παραδοχή ότι την παρέπεμψε για θεραπεία με υπερβαρικό οξυγόνο που συνιστάται στην πάθηση της οστεομυελίτιδας (σελίδα 36), χωρίς να αιτιολογεί γιατί η συγκεκριμένη ενέργεια δεν παραβιάζει το ιατρικό καθήκον πρόνοιας και πρόληψης όσον αφορά την υγεία της νοσηλευομένης.
Περαιτέρω, δεν αιτιολογεί γιατί παρά τις διεξαχθείσες 2 βιοψίες από τον α' εναγόμενο και τη διεξαγωγή επανειλημμένων απεικονιστικών εξετάσεων που έθεταν και θέμα lowgrade κακοήθειας και παρά το γεγονός ότι διαλαμβάνει παραδοχές περί επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας της Μ.. Σ., (απεικονιστικά και κλινικά) σύμφωνα και με το περιεχόμενο της παρατιθέμενης από 15-10-2012 ιατρικής γνωμάτευσης (σελίδα 29) και εκείνης της από 5-2-2013 (περί της πορείας της νόσου) κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα εκείνου των ιατρών του Λονδίνου που βασίστηκε σε παρόμοιες εξετάσεις, ενώ δεν αιτιολογεί γιατί συνέχισε επί μακρόν την χορήγηση κορτικοειδών και αντιβιοτικών, παρά την παραδοχή ότι η σχετική φαρμακευτική αγωγή δεν είχε επιτυχή αποτελέσματα στην αντιμετώπιση του προβλήματος και πως οι ως άνω ιατρικές πράξεις συνάδουν προς τον κανόνα της επιμέλειας και της πρόνοιας για την αποφυγή της επιδείνωσης της κατάστασης της ασθενούς.
Επίσης, παρ' ότι διαλαμβάνει παραδοχή ότι: α) η τεκμηρίωση του καρκίνου του ρινοφάρυγγα μπορεί να επιτευχθεί μετά από μακρό χρονικό διάστημα με συνοδό χαρακτηριστικό την σταδιακή αύξηση της μάζας του όγκου και κατόπιν επαναλαμβανόμενων βιοψιών, β) την πιθανότητα απόκρυψης της καρκινικής εστίας σε βαθύτερα σημεία και τη συνύπαρξη σε αντίστοιχες περιπτώσεις έντονων φλεγμονωδών στοιχείων που μπορεί να καλύπτουν την κακοήθη εστία και γ) ότι η διάγνωση τέθηκε από τους Βρεττανούς με την προαναφερόμενη βιοψία, γιατί υπήρχε χρονική απόσταση από την διεξαχθείσα ένα χρόνο περίπου πριν από τον α' εναγόμενο, δεν αιτιολογεί (υπό τις παραδοχές περί υπάρξεως φλεγμονής που δεν υποχωρούσε, παρά την επί μακρόν χορήγηση αντίστοιχων φαρμάκων), γιατί δεν προέβη καθ' όλο το διαδραμόν χρονικό διάστημα, όσες φορές παραθέτει ότι νοσηλεύθηκε μέχρι τη βιοψία που διενεργήθηκε στο Λονδίνο, σε νέες βιοψίες (που κατά τις άνω παραδοχές ήταν ο ενδεδειγμένος τρόπος ανίχνευσης της νόσου), ούτε εξηγεί, εν όψει των προαναφερθεισών παραδοχών, γιατί παρά την παρέλευση εξαμήνου από τη δεύτερη βιοψία της 3-4-2012, έγινε σύσταση στην ασθενή για νέες βιοψίες, κατά την έξοδό της στις 24-10-2012, χωρίς να διαλάβει αιτιολογία περί της μη αναγκαιότητας διενέργειας βιοψίας κατά τη διάρκεια της αμέσως προηγηθείσας παραμονής της στο νοσοκομείο, παρά δε την παραδοχή περί διόγκωσης της μάζας του όγκου και περί μη διενέργειας επαναλαμβανόμενων βιοψιών, καταλήγει στο αντιφατικό αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν συντρέχει αμέλεια στο πρόσωπο του πρώτου εναγόμενου, διότι α) "διενήργησε πολλαπλές βιοψίες (σελίδα 35), ενώ παραπάνω αναφέρει μόνον 3 βιοψίες:
την 22-11-2011 (από ιατρούς της κλινικής), την 5-12-2011 και 3-4-2012 (από τον πρώτο εναγόμενο) καθώς και διότι β) η μέθοδος προσπέλασης για τη διενέργεια των βιοψιών ήταν η ορθή, συγχέοντάς την με το σημείο λήψεως των ιστοτεμαχίων, διαλαμβάνοντας την ασαφή αιτιολογία ότι ο οπισθορινικός χώρος από τον οποίον έλαβαν ιστοτεμάχια οι Βρεττανοί ιατροί και έθεσαν την επίμαχη διάγνωση είναι ο ίδιος με την περιοχή από την οποία ο πρώτος εναγόμενος έλαβε πολλαπλά ιστοτεμάχια, παρότι κατά τα προεκτεθέντα προηγουμένως διαλαμβάνει παραδοχές περί λήψεως εκ μέρους του ιστοτεμαχίων από τον παραφαρυγγικό χώρο, τον οποίον αναφέρει στην αρχή της προσβαλλόμενης ως διακριτό τμήμα. 'Ετι περαιτέρω καταλήγει στο πόρισμα περί μη ευθύνης του άνω εναγόμενου, παρότι διαλαμβάνει παραδοχή ότι επρόκειτο περί καρκινώματος in situ, περί "σταδιοποίησης" της νόσου (που προϋποθέτει την προηγούμενη διάγνωση περί υπάρξεως κακοήθειας), περί "ήπιας" συμπτωματολογίας της ασθενούς, περί "μη αξιόλογης μεταβολής των απεικονιστικών ευρημάτων, παρά τις προγενέστερες παραδοχές περί προϊούσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας της και μη διενέργειας βιοψιών για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ενώ έχει παραδοχή ότι επρόκειτο περί καρκινώματος in situ (εντοπισμένος, σε πρώϊμο στάδιο καρκίνος) δεν αιτιολογεί γιατί δεν επέμειναν με επανειλημμένες βιοψίες στην τεκμηρίωση της ανωτέρω άποψης και πως η συγκεκριμένη παράλειψη συνάδει με το καθήκον πρόνοιας και πρόληψης του εναγόμενου θεράποντος ιατρού, όσον αφορά την υγεία της ασθενούς η οποία απεβίωσε ακριβώς λόγω του καρκίνου που εξελίχθηκε σε θανατηφόρο νόσο.
Ακόμη, ενώ έχει παραδοχή (στη σελίδα 41) ότι η τεκμηρίωση επιτυγχάνεται όχι σπάνια μετά από πολλούς μήνες κατόπιν επαναλαμβανόμενων βιοψιών, αντιφατικά δέχεται ότι το γεγονός της μη υποβολής της θανούσας σε βιοψία σε συντομότερο χρόνο, δηλαδή όσες φορές παραθέτει ότι νοσηλεύθηκε στο εναγόμενο νοσοκομείο, πριν τη μετάβασή της στο Λονδίνο όπου τέθηκε η σχετική διάγνωση, δεν στοιχειοθετεί αμελή συμπεριφορά, καθόσον "η διενέργεια βιοψιών υπαγορευόταν από την επιδείνωση της κλινικής και απεικονιστικής εικόνας του ρινοφάρυγγα και την παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος από την προηγούμενη", παρά το γεγονός ότι διαλαμβάνει κατά τα προεκτεθέντα αντίστοιχες παραδοχές (περί υπάρξεως εικόνας επιδείνωσης της υγείας της ασθενούς).
Ενδεικτικά ενώ στη σελίδα 42 διαλαμβάνει παραδοχή για επιδείνωση της υγείας της, εν συνεχεία αντιφατικά δέχεται ότι δεν ελήφθη βιοψία γιατί η "επόμενη απεικόνιση δεν ήταν χειρότερη από την προηγούμενη", χωρίς να εξηγεί γιατί δεν συγκρίνει τις διενεργηθείσες εξετάσεις από την έναρξη της νοσηλείας της μέχρι την μετάβαση στο Λονδίνο, τις οποίες παραθέτει με την παραδοχή περί επιδείνωσης της εικόνας.
Τέλος, αφενός διαλαμβάνει την παραδοχή ότι "δεν προέβη σε βιοψίες λόγω μη αξιόλογων παθολογικών ευρημάτων", αφετέρου αντιφατικά αναφέρει ότι "τον Οκτώβριο (ενν.2012) συνέστησε λήψη βιοψίας λόγω παρέλευσης μακρού χρόνου από την προηγούμενη". Έτσι, με τις ως άνω ανεπαρκείς και αντιφατικές παραδοχές δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ότι ο άνω εναγόμενος κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατά τις αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας επιμέλεια του μέσου συνετού ιατρού της αντίστοιχης ειδικότητας (του ωτορινολαρυγγολόγου) ώστε να μην υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των ιατρικών αυτού πράξεων και παραλείψεων και του αξιοποίνου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος, δηλαδή του επελθόντος θανάτου της Μ.
Σ.. Επομένως ο δεύτερος εκ του αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος, κρίνεται βάσιμος . Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της κυρίας αγωγής, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου αναιρετικού λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του πρώτου λόγου αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Θεσσαλονίκης), συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του πρώτου και δευτέρου των αναιρεσιβλήτων αυτής λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ3 ΚΠολΔ).
Β).Επί της από 20-9-2018 αιτήσεως αναιρέσεως των :Ι. Κ. και του νπιδ "ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ".
Σύμφωνα με το άρθρο 85 παρ. 1 του υπαλληλικού κώδικα που είχε κωδικοποιηθεί με το π. δ/μα 611/1977 και ίσχυε μέχρι την 9-4-1999, όταν άρχισε να ισχύει ο νεότερος υπαλληλικός κώδικας που κυρώθηκε με το ν. 2683/1999 και ίσχυσε μέχρι την 8-2-2007, οπότε άρχισε να ισχύει πλέον ο δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας που κυρώθηκε με το ν. 3528/2007, ο δημόσιος υπάλληλος ευθύνεται έναντι του δημοσίου για κάθε θετική ζημία που προξένησε σ' αυτό από δόλο η βαρειά αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, καθώς επίσης για τις αποζημιώσεις στις οποίες υποβλήθηκε έναντι τρίτων ένεκα παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων αυτού που έγιναν επίσης από δόλο ή βαρειά αμέλεια.
Δεν ευθύνεται όμως ο υπάλληλος έναντι τρίτων για τις αυτές πράξεις ή παραλείψεις του. Από τη διάταξη αυτή, που ταυτίζεται από άποψη προς εκείνη του άρθρου 38 παρ. 1 του υπαλληλικού κώδικα που κυρώθηκε με το νόμο 2638/1999 αλλά και του ισχύοντος ήδη υπαλληλικού κώδικα που κυρώθηκε με το νόμο 3528/2007 (όπου γίνεται αναφορά για κάθε ζημία), προκύπτει ότι στην έννοια της ζημίας διαλαμβάνεται κατά τα άρθρα 299, 914, 928 και 932 ΑΚ η περιουσιακή ζημία και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τις οποίες ο ζημιωθείς δύναται να απαιτήσει μόνο από το ελληνικό δημόσιο, του οποίου ο ζημιώσας ήταν υπάλληλος κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, κατ' αποκλεισμό της έναντι αυτού ευθύνης του τελευταίου (Ολ ΑΠ3/2009, ΑΠ351/2015, ΑΠ153/2011).
Καθιερώνεται δηλαδή με τις ανωτέρω διατάξεις, το αστικώς ανεύθυνο των δημοσίων υπαλλήλων έναντι των τρίτων (ΑΠ294/2008, ΑΠ2208/2007). Η διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 85 παρ. 1 του ΥΚ του έτους 1977 είχε πλήρη εφαρμογή στους υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (άρθρα 2 παρ. 1 περ. δ' και 86 του αυτού κώδικα) και σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 και 2 του ν. 1397/1983 "περί Εθνικού Συστήματος Υγείας" και στο ιατρικό προσωπικό των νοσοκομείων, οποιασδήποτε νομικής μορφής, γιατί οι γιατροί είναι δημόσιοι υπάλληλοι, ως έχοντες την ιδιότητα του δημοσίου λειτουργού.
Αντίθετα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 περ. δ' του ίδιου ως άνω υπαλληλικού Κώδικα (του κωδικοποιηθέντος με το π.δ/μα 611/1977), δεν υπάγονταν στις διατάξεις αυτού οι καθηγητές των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και το λοιπό διδακτικό προσωπικό αυτών. Δηλαδή η τάξη αυτή των εκπαιδευτικών δεν υπαγόταν στον υπαλληλικό Κώδικα για τη ρύθμιση της υπηρεσιακής κατάστασης και ειδικότερα της ευθύνης αυτών κατά την πρόκληση ζημιών σε τρίτους από πράξη ή παράλειψη τους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, ως δεν υπάγονταν και άλλοι υπάλληλοι (αρμοδιότητας του Υπουργείου Εξωτερικών, προσωπικό του Ν.Σ.Κ.
και οι υπηρετούντες στα Σώματα Ασφαλείας). Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 2 του Υ.Κ του 1999, ορίσθηκε ότι υπάλληλοι ή λειτουργοί του κράτους ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι κατά συνταγματική ή νομοθετική πρόβλεψη, διέπονται από ειδικές γι' αυτούς διατάξεις και οι υπάλληλοι των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, υπάγονται σε εκείνες τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα στις οποίες παραπέμπουν οι ειδικοί νόμοι που τους διέπουν.
Δηλαδή και υπό την ισχύ του ΥΚ του έτους 1999 για να εφαρμοσθούν οι διατάξεις του σε υπαλλήλους που διέπονται από ειδικές διατάξεις, κατά συνταγματική ή νομοθετική πρόβλεψη, πρέπει: α)να γίνεται ρητή παραπομπή από τις ειδικές διατάξεις που διέπουν ορισμένη κατηγορία υπαλλήλων ή λειτουργών στις διατάξεις του Υ.Κ.
ή β) να υπάρχει κενό νόμου από τις ειδικές διατάξεις και να μην αποκλείεται η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του Υ.Κ., όπως όταν με ειδική ρύθμιση νόμου εξαιρούνται από την υπαγωγή τους σε συγκεκριμένη διάταξη του ανωτέρω Υ.Κ. του έτους 1999. Οι ανωτέρω προϋποθέσεις εξέλιπαν με το ν. 3528/2007, αφού στο άρθρο 2 αυτού με τον τίτλο "Έκταση Εφαρμογής" ορίζεται στην παρ. 2 ότι "υπάλληλοι ή λειτουργοί του Κράτους ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι, κατά συνταγματική ή νομοθετική πρόβλεψη, διέπονται από ειδικές διατάξεις .....υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται από τις ειδικές γι' αυτούς διατάξεις".
Δηλονότι η εφαρμογή των διατάξεων του Υ.Κ., όπως αυτή του άρθρου 85 παρ. 1 του Υ.Κ. το έτους 1977 και ήδη του άρθρου 38 παρ. 1 του Υ.Κ. των ετών 1999 και 2007 και σε υπαλλήλους που διέπονται από ειδικές διατάξεις κατά συνταγματική ή νομοθετική πρόβλεψη, υπήρξε σταδιακή από το έτος 1999 και εντεύθεν, κατά την προαναφερομένη επέκτασή τους στις περισσότερες κατηγορίες των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων.
Εξάλλου και όσον αφορά τους καθηγητές των Πανεπιστημίων, οι οποίοι δεν υπάγονταν στον Υ.Κ. του έτους 1977, από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 6 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Οι καθηγητές των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί...... Τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων Ιδρυμάτων", ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "η ανωτάτη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση".
Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 1268/1982 "Δομή και λειτουργία Α.Ε.Ι" ορίζεται ότι "Τα μέλη του Δ.Ε.Π είναι δημόσιοι λειτουργοί. Οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία για τους καθηγητές των Α.Ε.Ι επεκτείνεται εφεξής στο σύνολο των μελών του Δ.Ε.Π ....". Με την παράγραφο 6 του ανωτέρω άρθρου και νόμου ορίζεται ότι η ιδιότητα του μέλους του Δ.Ε.Π είναι ασυμβίβαστη με κάθε άλλη επαγγελματική απασχόληση και με την παρ. 7 οριζόταν ότι με π.
δ/μα θα ρυθμιζόταν η εξωπανεπιστημιακή απασχόληση των μελών του Δ.Ε.Π., πλην όμως οι διατάξεις αυτές καταργήθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 8 του ν. 2083/1982. Με την παράγραφο 8 όμως του ιδίου ως άνω άρθρου και νόμου ορίζεται ότι "τα μέλη του Δ.Ε.Π μπορούν να παρέχουν της υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, στους Φορείς της τοπικής Αυτοδιοίκησης και του δημοσίου τομέα....".
Έτσι νομοθετικά ορίσθηκε ότι τα μέλη του Δ.Ε.Π των πανεπιστημίων μπορούσαν να έχουν παράλληλη απασχόληση πλέον εκείνης που είχαν ως ανώτατοι εκπαιδευτικοί. Επακολούθησε ο νόμος 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας", με τον οποίο αποκλείσθηκε αρχικά η δυνατότητα συνύπαρξης των ιδιοτήτων του πανεπιστημιακού καθηγητή και του γιατρού του Ε.Σ.Υ και παράλληλα η κατοχή από το ίδιο άτομο των δύο θέσεων.
Με αλληλοδιάδοχες ρυθμίσεις θεσπιζόταν άλλοτε η απαγόρευση της παράλληλης απασχόλησης των μελών του Δ.Ε.Π των Α.Ε.Ι στο δημόσιο τομέα και ειδικότερα σε θέση ιατρού του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλοτε αναιρείτο η τοιαύτη απαγόρευση. Και ενώ με το ν. 1268/1982 ρυθμίστηκαν τα λοιπά θέματα που αφορούσαν τα μέλη του Δ.Ε.Π των Α.Ε.Ι (υπηρεσιακή εξέλιξη, μισθολογική κατάσταση, δυνατότητα παράλληλης απασχόλησης των Καθηγητών) δεν προβλέπεται όμως σ' αυτόν για την ευθύνη τους για πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ρύθμιση όμοια με εκείνη του άρθρου 85 παρ. 1 ή του άρθρου 86 του Υ.Κ του έτους 1977, που ίσχυσε, όπως έχει προαναφερθεί μέχρι την 9-4-1999, ούτε γίνεται παραπομπή σ' αυτήν, ως έχει συμβεί για άλλες κατηγορίες υπαλλήλων που δεν εφαρμόζεται κατά τα λοιπά ο Υ.Κ του έτους 1977 (βλ.
Ολ. ΑΠ 798/1992 για υπαλλήλους αρμοδιότητας του Υπουργείου Εξωτερικών και ειδική διάταξη του άρθρου 1 του ν.δ 2998/1954 περί επέκτασης του ανεύθυνου των στρατιωτικών εν γένει των ενόπλων δυνάμεων, των ανηκόντων στα σώματα ασφαλείας και στο λιμενικό σώμα, κατ' άρθρο 57 παρ. 1 του ν. 1811/1951, ταυτόσημο με το άρθρο 85 παρ. 1 του Υ.Κ.
του έτους 1977, που εξακολούθησε να ισχύει και μετά την ισχύ του προαναφερομένου Υ.Κ. παρά την, στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 του κώδικος αυτού {π. δ/μα 611/1977} επανάληψη της στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του ν. 1811/1951 διάταξης ότι δεν υπάγονται στις διατάξεις του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα τα στρατιωτικώς οργανωμένα όργανα των σωμάτων ασφαλείας, χωροφυλακής κλπ).
Έτσι, κατά τη διάρκεια της πολυετούς ισχύος του Υ.Κ. του έτους 1977 δεν υπήρξε αντίστοιχη νομοθετική ρύθμιση για επέκταση, είτε ευθέως είτε κατά παραπομπή, του άρθρου 85 παρ. 1 του ως άνω υπαλληλικού κώδικα και στην τάξη των καθηγητών Πανεπιστημίου, οι οποίοι ως ανώτατοι δημόσιοι λειτουργοί δεν υπάγονταν ως προς τα λοιπά ζητήματα τους (υπηρεσιακή εξέλιξη, αποδοχές, πειθαρχικό δίκαιο) στις διατάξεις του ως άνω Υ.Κ.
Ωστόσο με την εφαρμογή του ν.3528/2007 (από 9-2-2007) ως προαναφέρθηκε οι ανωτέρω προϋποθέσεις εξέλιπαν, αφού στο άρθρο 2 αυτού με τον τίτλο "Έκταση Εφαρμογής" ορίζεται στην παρ. 2 ότι "υπάλληλοι ή λειτουργοί του Κράτους ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι, κατά συνταγματική ή νομοθετική πρόβλεψη, διέπονται από ειδικές διατάξεις .....υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται από τις ειδικές γι' αυτούς διατάξεις .
Έκτοτε συνεπώς και οι καθηγητές των ΑΕΙ, δημόσιοι λειτουργοί κατά το άρθρο 16 παρ.6 του Συντάγματος και του άρθρου 13 παρ. 4ν1.268/1982, εφόσον η ευθύνη τους δεν ρυθμιζόταν αποκλειστικά με τις ειδικές γι' αυτά διατάξεις του νόμου αυτού (1268/1982, ούτε και στο μεταγενέστερο ν.4009/2011), υπήχθησαν ως προς το ζήτημα τούτο στις διατάξεις του άνω νόμου (ΓΝΣΚ 209/2015).
Επακολούθησε η διάταξη του άρθρου 1 παρ.β' του ν.3754/2009 (από 6-3-2009) με την οποίαν ρητά πλέον προβλέπεται ότι "οι ισχύουσες για την αστική ευθύνη των νοσοκομειακών ιατρών διατάξεις εφαρμόζονται και για τους πανεπιστημιακούς ιατρούς". Από το συνδυασμό επομένως των ανωτέρω διατάξεων καθώς και εκείνης του άρθρου 38 παρ1β του ν. 3528/2007 σαφώς συνάγεται ότι καθιερώνεται το ανεύθυνο των δημοσίων υπαλλήλων στους οποίους συμπεριλαμβάνονται πλέον και οι ιατροί- καθηγητές πανεπιστημίου έναντι των τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις που αυτοί διαπράττουν από βαρειά αμέλεια (ή δόλο) κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.3 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών" ιδρύεται ευθεία εκ του Συντάγματος υποχρέωση του κράτους για τη λήψη θετικών μέτρων προς προστασία της υγείας των πολιτών (ΟλΣτΕ400/1986), η οποία αποτελεί ταυτόχρονα και έκφραση της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου.
Κατ' επιταγή άλλωστε της ανωτέρω συνταγματικής διάταξης ψηφίστηκε ο προμνημονευόμενος νόμος 1397/1983 με τον οποίον ιδρύθηκε το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ). Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 6 παρ. 1-4, 7 παρ. 1, 24 παρ. 1και 2, 25 παρ. 1και 30 παρ. 1 του άνω νόμου προκύπτει ότι ο νομοθέτης ανήγαγε με αυτές σε αντικείμενο ευθύνης της πολιτείας την εξασφάλιση υπηρεσιών υγείας στο σύνολο των πολιτών με την οργάνωση ενός αποκεντρωμένου εθνικού συστήματος υγείας, προέβλεψε δε ότι στο πλαίσιο αυτού του συστήματος η παροχή νοσοκομειακής περίθαλψης με δαπάνες του Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων ενεργείται από νοσοκομεία, ιδρυόμενα ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Στόχος του νόμου ήταν η ανάπτυξη του δημόσιου χαρακτήρα της υγείας και έτσι διαχώρισε πλήρως τον δημόσιο από τον ιδιωτικό τομέα της υγείας, διευρύνοντας τον πρώτο σε βάρος του δεύτερου, καθώς στο άρθρο 6 παρ. 1 προβλεπόταν ότι τα νοσοκομεία ιδρύονται μόνον ως νπδδ, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι νοσοκομειακές μονάδες που λειτουργούν ως υπηρεσίες νπιδ, εφόσον επιχορηγούνται με οποιονδήποτε τρόπο από το δημόσιο, μετατρέπονται σε νπδδ.
Ωστόσο αργότερα, με το άρθρο 48 του ν. 2071/1992 ορίστηκε ότι "εφεξής τα ιδρυόμενα από το κράτος νοσηλευτικά ιδρύματα μπορεί να έχουν οποιαδήποτε νομική μορφή...". Η ένταξη των νοσοκομείων στο εθνικό σύστημα υγείας έχει ως βασικές συνέπειες την επιχορήγησή τους από το κράτος σύμφωνα με το άρθρο 2592/1953, καθώς και τη στελέχωσή τους με ιατρικό προσωπικό βάσει των διατάξεων του ν.1397/1983 .Mε το ν. 2889/2001 ιδρύθηκαν τα Περιφερειακά Συστήματα Υγείας (ΠεΣΥ), που μετονομάσθηκαν σε Περιφερειακά Συστήματα Υγείας και Πρόνοιας (ΠεΣΥΠ με το ν.3106/2003), με σκοπό τη δημιουργία ολοκληρωμένων συστημάτων παροχής υπηρεσιών υγείας σε επίπεδο Περιφέρειας.
Με το άρθρο 1 παρ. 4 του άνω ν.2889/2001 ορίσθηκε ότι όλες οι Νοσοκομειακές μονάδες, καθώς και τα Κέντρα Υγείας και τα Περιφερειακά ιατρεία που ανήκουν στο ΕΣΥ, τα οποία βρίσκονται και λειτουργούν στη χωρική αρμοδιότητα κάθε ιδρυόμενου Περιφερειακού Συστήματος Υγείας μετατρέπονται αυτοδικαίως σε αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες υπηρεσιακές μονάδες του αντίστοιχου ΠεΣΥ με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια.
Για τα Νοσοκομεία όμως που εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 109 του Συντάγματος, ορίσθηκε με το άρθρο 13 παρ. 10 του ίδιου ως άνω ν. 2889/2001, μεταξύ άλλων, ότι διατηρούν το υφιστάμενο νομικό τους καθεστώς και δεν υπάγονται στις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 1 του νόμου αυτού. Επακολούθησε ο ν. 3329/2005 με τον οποίον τα νοσοκομεία του ΕΣΥ που αρχικώς αποτελούσαν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ν.1397/1983) και στη συνέχεια είχαν μετατραπεί (ν.2889/2001) σε αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες υπηρεσιακές μονάδες του οικείου Περιφερειακού Συστήματος Υγείας χωρίς νομική προσωπικότητα, αλλά με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, διατηρώντας τη διαχείριση της περιουσίας τους, η οποία περιερχόταν κατά πλήρη κυριότητα στο οικείο ΠεΣΥ (που αποτελούσε νπδδ), μετετράπησαν εκ νέου με το άρθρο 7 του ν.3329/2005 σε αυτοτελή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Σχετικά με τα νοσοκομεία ιδρυματικού χαρακτήρα, ο ανωτέρω νόμος προβλέπει ότι (άρθρο 12 παρ.1): "τα νοσοκομεία της παρ. 10 του άρθρου 13 του ν. 2889/2001 διατηρούν το υφιστάμενο καθεστώς τους. Επ' αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 7,8,9,10 και 11 του νόμου αυτού και οι διατάξεις των άρθρων 6, 7 και 8 της παρ. 10 του άρθρου 13 του ν. 2889/2001. (παρ.2) Εξαιρείται το γενικό Νοσοκομείο "ΠΑΜΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ" και το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής "ΔΡΟΜΟΚΑΙΤΕΙΟ", στα οποία εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις των άρθρων 7,8,9, 10 και 11 του νόμου αυτού και οι διατάξεις των άρθρων 6,7 και 8 του ν.2889/2001.
Σημειωτέον ότι τα άρθρα 6,7 και 8 του ν.2889/2001, τα οποία ισχύουν για όλα τα νοσοκομεία και αφορούν στην οργάνωσή τους και στη διάρθρωση του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, δεν καταργήθηκαν με το ν.3329/2005 (άρθρο 42 παρ.1). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι το ιατρικό προσωπικό των νοσοκομείων θεωρείται, όσον αφορά την υπηρεσία του στο νοσοκομείο, όργανο αυτού κατά την έννοια των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ.
Συνεπώς από τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις ή υλικές ενέργειες ή παραλείψεις υλικών ενεργειών του προσωπικού αυτού κατά την παροχή ιατρικών υπηρεσιών μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη προς αποζημίωση του νοσοκομείου όπου λειτουργούν, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις που τάσσουν οι διατάξεις αυτές (ΣτΕ 2816/2015).
Kατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 του ν2683/1999 έχει εφαρμογή (και ήδη ν.3528/2007), σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 και 2 του ν.1397/1983 και στο ιατρικό προσωπικό των νοσοκομείων οποιασδήποτε μορφής (ΑΠ294/2008). Ως εκ τούτου ο ζημιωθείς από παράνομη πράξη ή παράλειψη ιατρού (μόνιμου δημόσιου λειτουργού, δηλαδή ιατρού του ΕΣΥ ή πανεπιστημιακού) σύμφωνα με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν, δεν δύναται να στραφεί κατά του τελευταίου και να απαιτήσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά την αξίωση αυτή μπορεί να την ασκήσει κατά του νοσηλευτικού ιδρύματος στο οποίο εργαζόταν ο ιατρός κατά το χρόνο πρόκλησης της ζημίας (πρβλ.ΟλΑΠ798/1992Ποιν, ΑΠ1659/2003 Ποιν).
Περαιτέρω, με το άρθρο πρώτο του ν.1964/1991 "Κύρωση σύμβασης μεταξύ του Δημοσίου- ιδρύματος Παπαγεωργίου" κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου η σύμβαση που υπεγράφη στις 24-5-1991 μεταξύ του ελληνικού Δημοσίου και του κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία "Ίδρυμα Παπαγεωργίου", με την οποία ιδρύθηκε το δεύτερο εναγόμενο της κυρίας αγωγής (ήδη αναιρεσίβλητο- αναιρεσείον), το οποίο άρχισε να λειτουργεί το έτος 1999.
Το νοσοκομείο ανηγέρθη επί ακινήτου, η χρήση του οποίου παραχωρήθηκε από το Ελληνικό δημόσιο, χωρίς αντιπαροχή ή άλλης μορφής αντάλλαγμα, με δαπάνες του άνω ιδρύματος, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ελληνικού Δημοσίου. Το τελευταίο ενέκρινε τις μελέτες κατασκευής του, παρακολουθούσε, επέβλεπε την εφαρμογή τους, ήλεγχε τη διαχείριση του Ιδρύματος και παρείχε κάθε συνδρομή στο έργο του (άρθρα 2,3 παρ. 2και 3, 6 παρ. 2και 5, 7 και 9 του ν.1964/1991).
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 1964/1991 "Κύρωση σύμβασης μεταξύ του Δημοσίου- Ιδρύματος Παπαγεωργίου", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 2618/1998 ιδρύεται νομικό πρόσωπο Ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου" και με έδρα τη Θεσσαλονίκη, το οποίο απολαύει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις της παρούσας σύμβασης (παρ. 1). "Το Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Παπαγεωργίου είναι κοινωφελές και δεν μπορεί να μετατραπεί σε κερδοσκοπική επιχείρηση που έχει σκοπό το κέρδος.
Τα πάσης φύσεως έσοδα του θα διατίθενται για την κάλυψη των λειτουργικών του δαπανών, τη συντήρηση, ανανέωση και εκσυγχρονισμό του ιατρικού και λοιπού εξοπλισμού του. Τυχόν πλεόνασμα θα διατίθεται στο Ελληνικό Δημόσιο. Το Νοσοκομείο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, ο οποίος ασκεί και τις αρμοδιότητες του Α.Ν. 2039/1939". (παρ. 2).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 2 του άνω νόμου, σκοπός του νοσοκομείου είναι η παροχή ιατρικών εν γένει υπηρεσιών και νοσηλείας, η εφαρμογή νέων μεθόδων και μορφών νοσηλείας και ιατρικής εν γένει περίθαλψης, η έρευνα επί ιατρικών και γενικά επιστημονικών θεμάτων που άπτονται της παροχής ιατρικών και νοσηλευτικών υπηρεσιών καθώς και κάθε άλλη εργασία που είναι συναφής με τους στόχους μιας σύγχρονης και πλήρως οργανωμένης νοσηλευτικής μονάδας.
Οι πόροι του νοσοκομείου προέρχονται μεταξύ άλλων από ετήσια επιχορήγηση του Δημοσίου, που καθορίζεται εκάστοτε με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Υγείας και πρόνοιας, το ύψος της οποίας δεν μπορεί να υπολείπεται της δαπάνης μισθοδοσίας του προσωπικού που υπηρετεί σ' αυτό (άρθρ.5 περ.στ' ν.1964/1991).
Απολαμβάνει ειδικών φορολογικών και άλλων απαλλαγών (άρθρο 12 ν1964/1991). Οι προμήθειες, εκποιήσεις, αγορές, καθώς και η εκτέλεση έργων του νοσοκομείου διενεργούνται κατ' εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρθ.16 παρ. 6 ν1964/1991). Σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου του άνω νόμου, το νοσοκομείο λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του, ο οποίος εγκρίθηκε με την Α1α/8342/1998 (ΦΕΚ Β'711/14-7-1998) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πρόνοιας, όπως στη συνέχεια με άλλες αποφάσεις τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε.
Περαιτέρω, στο άρθρο 14 παρ. 3 της αρχικής σύμβασης, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το ν.2618/1998, προβλεπόταν ότι στο νοσοκομείο μπορούν να εγκαθίστανται Πανεπιστημιακές κλινικές, Εργαστήρια και Μονάδες σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα νοσοκομεία διατάξεις, ύστερα και από γνώμη του Δ.Σ του Νοσοκομείου. Με το δε άρθρο 27 του Ν. 2737/1999 προστέθηκε στο άρθρο 14 του Ν. 1964/1991 παράγραφος 5, με τα εδάφια α' έως ζ', με την οποία, μεταξύ άλλων προβλέπεται, ότι όσον αφορά το ιατρικό προσωπικό που στελεχώνει τμήματα και μονάδες νοσοκομείων του ΕΣΥ που εγκαθίστανται στο συγκεκριμένο νοσοκομείο υπό τις προβλεπόμενες στην άνω διάταξη προϋποθέσεις, θεωρείται ότι βρίσκεται σε οργανική θέση με το Γ.Π.Ν.
ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ και υπάγεται στη δικαιοδοσία, τον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμόδιων οργάνων του, μπορεί μετά πάροδο πενταετίας από την απόφαση της εγκατάστασης να επιστρέψει στο Νοσοκομείο όπου υπάρχει η οργανική του θέση μετά από αίτηση του, οι τακτικές αποδοχές μισθοδοσίας του ανωτέρω προσωπικού εξακολουθούν να καταβάλλονται από το νοσοκομείο που προέρχεται, η δε αποζημίωση για πρόσθετες αμοιβές του παραπάνω προσωπικού, για εφημερίες, εργασία εξαιρέσιμων ημερών, νυχτερινών ωρών, υπηρεσιακή απασχόληση προς συμπλήρωση του υποχρεωτικού ωραρίου, καθώς και για υπερωριακή ή εποχιακών απασχόληση κάλυψη έκτακτων προς υπηρεσιακών την ίδια αναγκών καθορίζεται με την ίδια διαδικασία που ακολουθείται και για τα νοσοκομεία του ΕΣΥ και καταβάλλεται από το Γ.Π.Ν.
του ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ". Σημειώνεται δε ότι με την παρ. 11 του προμνημονευόμενου άρθρου 13 του ν.2889/2001 ορίστηκε ότι εξαιρούνται από τις διατάξεις του νόμου αυτού το Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" και το "ΩΝΑΣΕΙΟ" Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, η οργάνωση και η διοίκηση τους διέπεται από τις ισχύουσες γι' αυτά διατάξεις που καθορίζουν τις προϋποθέσεις, τη διαδικασία, τους όρους απασχόλησης των απασχολούμενων ιατρών του ΕΣΥ και των πανεπιστημιακών ιατρών για τους οποίους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παρ. 1,2,3 και 4 του άνω άρθρου (11 ν.2889/2001).
Προκύπτει επομένως ότι από την έναρξη της λειτουργίας του το έτος 1999, το παραπάνω νοσοκομείο λειτούργησε με τρείς κατηγορίες ιατρών, τους νεοπροσληφθέντες ιδιωτικού δικαίου, τους πανεπιστημιακούς που ασκούσαν σ' αυτό το κλινικό τους έργο και τους ιατρούς του ΕΣΥ που μετακινήθηκαν στο νοσοκομείο μαζί με τις κλινικές τους από άλλα δημόσια νοσοκομεία.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται τα εξής: Το Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ αποτελεί, κατά τον συστατικό του νόμο, αμιγές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, πλην των προβλεπομένων στον ίδιο ως άνω νόμο εξαιρέσεων, στο απασχολούμενο δε από αυτό ιατρικό προσωπικό μπορεί να ενταχθούν με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας ιατροί του Ε.Σ.Υ, (αλλά και Πανεπιστημιακοί ιατροί, αφού για τους τελευταίους εφαρμόζονται κατά ρητή επιταγή του άνω άρθρου 14 παρ. 3 ν1964/1991 οι ισχύουσες για τα νοσοκομεία διατάξεις), οι οποίοι, από την ένταξη τους στο ιατρικό προσωπικό του Γ.Π.Ν.
ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ τελούν πλέον σε οργανική σχέση μ' αυτό, υπαγόμενοι στη δικαιοδοσία και στον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του. Ωστόσο από το γεγονός ότι α) έχει ως σκοπό την παροχή ιατρικών υπηρεσιών και νοσηλείας ισότιμα και σε κάθε πολίτη σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού συστήματος υγείας (επιδιώκει δηλαδή την εκπλήρωση σκοπού κειμένου εντός των αρμοδιοτήτων του κράτους όπως επιτάσσει το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντ/τος), β) επιχορηγείται ετησίως από το Δημόσιο, η συμβολή του οποίου υπήρξε καθοριστική από το στάδιο της κατασκευής του, γ) τελεί υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, που δύναται να διατάσσει οποτεδήποτε έκτακτο έλεγχο της οικονομικής διαχείρισής του, δ) για την πρόσληψη, τα προσόντα διορισμού τις αμοιβές του ιατρικού προσωπικού και τον πειθαρχικό έλεγχο εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τους ιατρούς του ΕΣΥ, ε) έχουν εγκατασταθεί και λειτουργούν σ' αυτό τμήματα και μονάδες νοσοκομείων του ΕΣΥ μαζί με το ιατρικό και λοιπό προσωπικό που υπηρετούσε σ' αυτά ή με προσωπικό άλλων νοσοκομείων του ΕΣΥ που μεταφέρθηκε στα πιο πάνω τμήματα μετά από αίτησή τους, στ)έχουν εγκατασταθεί στο νοσοκομείο πανεπιστημιακές κλινικές πράγμα που δεν μπορεί να συμβεί σε μη δημόσιο νοσοκομείο, ζ) διασυνδέθηκε λειτουργικά υπό την ισχύ του ν.2889/2001 με το Β'ΠεΣΥΠ της Κεντρικής Μακεδονίας και εφημερεύει στο πλαίσιο του προγράμματος εφημεριών των δημόσιων νοσοκομείων του νομού Θεσσαλονίκης, η) τυχόν πλεόνασμα των εσόδων του διατίθεται στο δημόσιο και θ) σε περίπτωση δε διάλυσής του η περιουσία του περιέρχεται στην κυριότητα του Δημοσίου, συνάγεται ότι, ανεξάρτητα από το ειδικό καθεστώς που το διέπει, με δεδομένο ότι η εκπλήρωση της άνω συνταγματικής επιταγής μπορεί να λαμβάνει χώρα τόσο υπό τη μορφή ενός ΝΠΔΔ, όσο και υπό τη μορφή ενός ΝΠΙΔ (πρβλ.ΣτΕ 3860/2002), το αναιρεσείον νοσοκομείο παρέχει στους ασθενείς του δημόσια νοσηλεία και δημόσιες υπηρεσίες αντί του κράτους, στο πλαίσιο του κοινωφελούς σκοπού του προς εξυπηρέτηση του οποίου συστάθηκε.
Η προαναφερόμενη στο άρθρο 13 παρ. 11 ν.2889/2001 εξαίρεση του αναιρεσείοντος νοσοκομείου από τις διατάξεις του νόμου αυτού, ξεχωριστά από τα αναφερόμενα στην παρ. 10 του ίδιου άρθρου νοσοκομεία που ανήκουν στο ΕΣΥ, έγινε διότι λόγω του προαναφερόμενου ειδικού καθεστώτος αυτού, ούτε υπήχθη στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του πιο πάνω νόμου, με την οποία, όπως αναφέρθηκε όλες οι νοσοκομειακές μονάδες που ανήκουν στο ΕΣΥ μετατράπηκαν αυτοδικαίως σε αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες υπηρεσιακές μονάδες του αντιστοίχου ΠΕΣΥ, όπως άλλωστε συνέβη και με τα αναφερόμενα στο άρθρο 13 παρ. 10 νοσοκομεία, τα οποία και αυτά διατήρησαν το υφιστάμενο νομικό καθεστώς τους, ούτε και διεπόταν η οργάνωση και η διοίκηση αυτού από τις διατάξεις των άρθρων 5,6,7 και 8 του ανωτέρω νόμου (2889/2001), αφού ρητά ορίστηκε ότι αυτή διέπεται από τις ισχύουσες για το αναιρεσείον (όπως και για το Ωνάσειο) ειδικές διατάξεις, σε αντίθεση ως προς τη ρύθμιση αυτή με τα νοσοκομεία της παρ. 10 για τα οποία ορίστηκε ότι "η οργάνωση και διοίκηση των ανωτέρω νοσοκομείων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 5,6,7 και 8 αυτού του νόμου", η οποία ρύθμιση διατηρήθηκε ως προς τα νοσοκομεία αυτά με δυο εξαιρέσεις και με το άρθρο 12 του μεταγενέστερου ν.3329/2005 (ο οποίος σημειωτέον για το ένα από τα εξαιρεθέντα νοσοκομεία κρίθηκε αντισυνταγματικός με τις αποφάσεις ΟλΣτΕ 1191/2009 και 1192/2009).
Κατά συνέπεια οι ιατροί που έχουν τοποθετηθεί στο αναιρεσείον νοσοκομείο για να στελεχώσουν τμήματα, μονάδες και κλινικές αυτού κατά τα προαναφερόμενα, είτε ιατροί του ΕΣΥ είτε πανεπιστημιακοί ιατροί (ως προς την αστική ευθύνη των οποίων εφαρμόζονται κατά τη ρητή επιταγή του άρθ. 1 παρ.β' του ν.3754/2009 οι ισχύουσες για την αστική ευθύνη των νοσοκομειακών ιατρών διατάξεις) και οι οποίοι συνεχίζουν να κατέχουν τις θέσεις τους στα νοσοκομεία (ΝΠΔΔ) όπου και υπάγονται οργανικά, εξακολουθούν, κατά την παροχή των ιατρικών τους υπηρεσιών στο εν λόγω νοσοκομείο (ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ), να εκπληρώνουν δημόσια και όχι ιδιωτική ιατρική υπηρεσία, εφόσον δεν απέβαλαν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου με τη μεταφορά (ή την απόσπασή τους) σ' αυτό, εξακολουθώντας να διατηρούν τις οργανικές τους θέσεις και να λαμβάνουν τις τακτικές αποδοχές τους που βαρύνουν τον τακτικό προϋπολογισμό από τον φορέα όπου και η οργανική τους θέση.
Επομένως πράξεις ή παραλείψεις των ως άνω ιατρών κατά την παροχή των υπηρεσιών τους στο νοσοκομείο Παπαγεωργίου τελούνται στο πλαίσιο εκτέλεσης της δημόσιας υπηρεσίας τους. Ως εκ τούτου δεν ευθύνονται ατομικά έναντι των τρίτων για τις πράξεις ή τις παραλείψεις τους αυτές κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών τους στο αναιρεσείον νοσοκομείο, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 38 παρ1β του ν. 3528/2007 και 1 παρ.β' ν.3754/2009, σύμφωνα με όσα στην οικεία μείζονα σκέψη αναπτύχθηκαν.
Πλην όμως δεν ανακύπτει ευθύνη του νοσοκομείου στο οποίο διατηρούν την οργανική τους θέση, αλλά ευθύνη του αναιρεσείοντος νοσοκομείου κατά το διάστημα που εντάσσονται στο δυναμικό του και παρέχουν τις ιατρικές τους υπηρεσίες, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις (άρθρο 14 παρ. 3 και 5 ν.1964/1991 ως η τελευταία προστέθηκε με τα άρθρα 26 και 27 ν2377/1999), εφόσον θεωρείται ότι κατά το εν λόγω διάστημα βρίσκονται (πλασματικά) σε οργανική θέση με το αναιρεσείον νοσοκομείο, υπαγόμενοι στη δικαιοδοσία, τον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του.
Καθίσταται συνεπώς σαφές ότι αυτοί εκπληρώνουν (προσφέρουν) την προαναφερόμενη υπηρεσία όχι στο Δημόσιο ή στο ΝΠΔΔ στο οποίο ανήκουν οργανικά, αλλά στο αναιρεσείον ΝΠΙΔ, στο πλαίσιο των παρεχομένων από αυτό αντί του κράτους, δημοσίου χαρακτήρα ιατρικών υπηρεσιών στους προσερχόμενους σ' αυτό ασθενείς.
Κατά τα λοιπά, εφόσον προκύπτει ότι το αναιρεσείον νοσοκομείο παρέχει στον ιατρό που έχει ενταχθεί σ' αυτό γενικές οδηγίες ως προς τον τόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και τους λοιπούς όρους εργασίας του, θεωρείται ότι "προέστησε" αυτόν στην υπηρεσία του κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ και ευθύνεται έναντι του παθόντος για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του ιατρού κατά την παροχή των υπηρεσιών του στο νοσοκομείο.
Το γεγονός ότι ο ιατρός εξακολουθεί να κατέχει την οργανική του θέση στο δημόσιο νοσοκομείο (πανεπιστημιακό ή ΕΣΥ) από το οποίο προέρχεται και να λαμβάνει από αυτό τις τακτικές του αποδοχές δεν καθορίζει τη συνδέουσα αυτόν με το αναιρεσείον νοσοκομείο σχέση και δεν αποκλείουν τη μεταξύ τους σχέση πρόστησης, αφού κρίσιμο εν προκειμένω δεν είναι το ζήτημα, εάν ο ιατρός είναι ή όχι δημόσιος υπάλληλος, αλλά, όπως έχει ήδη εκτεθεί, η παροχή από αυτόν των υπηρεσιών του κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα στο εν λόγω νοσοκομείο, που έχει αυτοτελή νομική υπόσταση και λειτουργεί ως νπιδ, τελώντας υπό τις γενικές οδηγίες αυτού ως προς τον τόπο, χρόνο, λοιπούς όρους εργασίας, κατ' ανάθεση του νοσοκομείου προς εξυπηρέτηση του κοινωφελούς σκοπού του που συμπίπτει (ταυτίζεται) με το σκοπό που επιδιώκουν και υπηρετούν και τα δημόσια νοσοκομεία.
Άλλωστε σχέση πρόστησης μπορεί να υφίσταται όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσεως, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση όχι μόνο των επαγγελματικών και οικονομικών συμφερόντων του πρώτου, αλλά και των κοινωνικών ή άλλων συμφερόντων του, και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου (ΑΠ1429/2012).
Επισημαίνεται τέλος ότι παρά το γεγονός ότι το αναιρεσείον κατά την παροχή των υπηρεσιών του ταυτίζεται (λειτουργικά) ως εκ του (κοινωφελούς) σκοπού του με τις προσφερόμενες από τα δημόσια νοσοκομεία υπηρεσίες, η (αντικειμενική) του ευθύνη βρίσκει έρεισμα στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, μη δυναμένων να εφαρμοστούν εν προκειμένω ούτε αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 105, 106 ΕισΝΑΚ, ενόψει της νομικής μορφής υπό την οποίαν συστάθηκε και λειτουργεί δηλαδή εκείνης του ΝΠΙΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγο της από 20-9-2018 αιτήσεως αναιρέσεως (που σημειωτέον αμφότεροι αφορούν αποκλειστικά τον πρώτο κυρίως εναγόμενο), προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση αφενός της εσφαλμένης ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων :13παρ.11ν.2889/2001 "Εθνικό Σύστημα Υγείας και άλλες διατάξεις", 1παρ.2ν.3754/2009 "όροι απασχόλησης ιατρών ΕΣΥ, νοσηλευτικού προσωπικού κ.λ.π", άρθρο 1 ν.1964/1991 "Κύρωση Σύμβασης μεταξύ Δημοσίου και Ιδρύματος Παπαγεωργίου", άρθρο 14παρ. 3 και 5 εδάφια α' έως ζ' του αυτού ως άνω νόμου (σύμβασης) ως ισχύει τροποποιηθείσα, άρθρο 55 ν3918/2011 "Διορθωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας" και ειδικότερα ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι α) το δεύτερο εναγόμενο νοσοκομείο Παπαγεωργίου εξαιρέθηκε από το ΕΣΥ, ότι β) οι εντασσόμενοι σ' αυτό ιατροί (πανεπιστημιακοί και του ΕΣΥ) για όσο χρόνο προσφέρουν στο τελευταίο τις ιατρικές τους υπηρεσίες επιτελούν ιδιωτικό έργο και ότι γ)εκ του λόγου αυτού οι ισχύουσες για τους νοσοκομειακούς ιατρούς διατάξεις ως προς την αστική τους ευθύνη δεν ισχύουν και για τους πανεπιστημιακούς ιατρούς για όσο χρόνο απασχολούνται στο εναγόμενο νοσοκομείο, αφετέρου δε, με την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας των διατάξεων του άρθρου 16 παρ. 6 του Συντάγματος, του άρθρου 13 παρ. 1 και 24 του ν.1397/1983 περί του ΕΣΥ, του άρθρου 13 παρ. 4 του ν.1268/1982 "Δομή και λειτουργία ΑΕΙ", του άρθρου 23 ν. 4009/2011 για τη δομή και λειτουργία των ΑΕΙ, του άρθρου 1 του ν. 3754/2009 "όροι απασχόλησης ιατρών του ΕΣΥ, νοσηλευτικού προσωπικού κ.λ.π", του άρθρου 11 παρ. 1 και 2 του ν.2889/2001 "Εθνικό Σύστημα Υγείας και άλλες διατάξεις" και του άρθρου 38 ν.3528/2007 (Υπαλληλικός Κώδικας) και ειδικότερα διότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι "ο πρώτος εναγόμενος νομιμοποιείτο παθητικά ως διάδικος και ότι ορθώς ενήχθη με την κυρία αγωγή, αφού προσέφερε τις ιατρικές του υπηρεσίες στο δεύτερο εναγόμενο νπιδ που εσφαλμένα κρίθηκε ότι εξαιρείται από το ΕΣΥ, παρά τις νομικές παραδοχές περί του ανευθύνου των δημοσίων υπαλλήλων και περί του ότι οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι".
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: "...Το Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ αποτελεί κατά τον συστατικό του νόμο, αμιγές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, πλην των προβλεπομένων στον ίδιο ως άνω νόμο (άρθρο 1 και 14 παρ.3, παρ.5εδ.α'ως ζ'ν.1964/1991, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27ν.2737/1999) εξαιρέσεων, στο απασχολούμενο δε από αυτό ιατρικό προσωπικό μπορεί να ενταχθούν Πανεπιστημιακές Κλινικές, εργαστήρια και μονάδες σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα Νοσοκομεία διατάξεις, ύστερα από γνώμη του Δ.Σ του Νοσοκομείου, καθώς και Τμήματα και Μονάδες Νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ, που στελεχώνονται με ιατρικό προσωπικό και λοιπό προσωπικό νοσοκομείων του ΕΣΥ, με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, οι οποίοι (ιατροί και λοιπό προσωπικό), ναι μεν εξακολουθούν να κατέχουν τις θέσεις τους στα Νοσοκομεία (ΝΠΔΔ), στα οποία υπάγονται οργανικά, αφού δύνανται να επανέλθουν σ' αυτά μετά πάροδο πενταετίας, πλην όμως από την ένταξή τους στο ιατρικό προσωπικό του ΓΠΝ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ τελούν πλέον σε οργανική σχέση μ' αυτό, υπαγόμενοι στη δικαιοδοσία και στον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του.
Κατά την παροχή συνεπώς των ιατρικών υπηρεσιών τους στο τελευταίο, το οποίο έχει εξαιρεθεί από το ΕΣΥ (άρθρο 13 παρ.11 ν.2889/2001), δεν εκπληρώνουν δημόσια υπηρεσία ή υπηρεσία ν.π.δ.δ, ώστε να ανακύπτει ευθύνη του Ελληνικού δημοσίου έναντι του παθόντος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 38 του ήδη ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα (ν.3528/2007) και 105,106 Εισ.ΝΑΚ, αλλά υπηρεσία του ν.π.ι.δ, το οποίο εφόσον προκύπτει ότι παρέχει στον ιατρό γενικές οδηγίες ως προς τον τρόπο και χρόνο της παροχής των υπηρεσιών του, θεωρείται ότι "προέστησε" αυτόν στην υπηρεσία του κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ και ευθύνεται έναντι του παθόντος για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του ιατρού κατά την παροχή των υπηρεσιών του στο νοσοκομείο.
Το γεγονός ότι ο ιατρός εξακολουθεί να κατέχει την οργανική του θέση στο δημόσιο νοσοκομείο από το οποίο προέρχεται και να λαμβάνει από αυτό τις τακτικές αποδοχές του, δεν αποτελεί στοιχείο που καθορίζει τη συνδέουσα αυτόν με το νοσοκομείο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ σχέση και δεν αποκλείει τη μεταξύ τους σχέση πρόστησης, αφού όπως προαναφέρθηκε, αυτή μπορεί να υφίσταται όταν στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσης, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση όχι μόνο των επαγγελματικών και οικονομικών συμφερόντων του πρώτου, αλλά και των κοινωνικών ή άλλων συμφερόντων του, κατά την οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου... (Περαιτέρω έκρινε το εφετείο, αναφορικά με το άρθρο 1 παρ.2 του ν3754/2009 ότι:)...
ο νόμος αυτός που αφορά τους όρους απασχόλησης ιατρών του ΕΣΥ, εφαρμόζεται στο σύνολο του ιατρικού προσωπικού του κλάδου ΕΣΥ, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι ιατροί που ανήκουν στο νοσοκομείο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Το δε δεύτερο εδάφιο της παραπάνω διάταξης που αναφέρεται στην αστική ευθύνη των νοσοκομειακών ιατρών και στο ότι οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και για τους πανεπιστημιακούς ιατρούς που υπηρετούν σε νοσοκομεία του ΕΣΥ, αφού οι διατάξεις του ΥΚ αναφέρονται σε υπαλλήλους ή λειτουργούς του κράτους ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (άρθ.2 παρ.2 ΥΚ), όπως και οι διατάξεις των άρθρων 105 και 106 Εισ.ΝΑΚ, οι οποίες αναφέρονται σε όργανα του Δημοσίου και όχι σε πανεπιστημιακούς ιατρούς που υπηρετούν στο Νοσοκομείο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, στο τελευταίο εξ άλλου δεν αναφέρεται ρητά το εδάφιο αυτό.
Το δε νοσοκομείο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι...αμιγές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και το απασχολούμενο από αυτό ιατρικό προσωπικό στους οποίους περιλαμβάνονται και οι πανεπιστημιακοί ιατροί από την ένταξή τους στο ιατρικό προσωπικό αυτού τελούν πλέον σε οργανική σχέση με αυτό και δεν εκπληρώνουν δημόσια υπηρεσία ή υπηρεσία ν.π.δ.δ, ώστε να ανακύπτει ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου έναντι του παθόντος κατά τις διατάξεις του άρθρου 38 του ήδη ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα (ν.3528/2007), αλλά υπηρεσία του ν.π.ι.δ.
Στην προκειμένη περίπτωση ...η κύρια αγωγή παραδεκτά στρέφεται κατά του πρώτου εναγόμενου καθηγητή της ιατρικής σχολής του ΑΠΘ και είναι νόμω βάσιμη και ως προς αυτόν, ο οποίος δεν καταλαμβάνεται από το νομοθετικά καθιερωμένο αστικώς ανεύθυνο των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών έναντι τρίτων (άρθ.38 ν.3528/2007 ήδη ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα).
Τούτο δε διότι, ο πρώτος εναγόμενος, πανεπιστημιακός ιατρός εντάχθηκε στο προσωπικό και διευθύνει την Β' Ωτορινολαρυγγολογική (ΩΡΛ) Κλινική του δεύτερου εναγόμενου ΝΠΙΔ, το οποίο ιδρύθηκε με το ν. 1964/1991 και αποτελεί κατά το συστατικό του νόμο αμιγές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Το δεύτερο εναγόμενο απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας και λειτουργεί με βάση τις αρχές της ιδιωτικής οικονομίας, ενώ σ' αυτό μπορούν να φιλοξενούνται Πανεπιστημιακές Κλινικές και εργαστήρια και να εγκαθίστανται και να λειτουργούν Τμήματα και Μονάδες Νοσοκομείων του ΕΣΥ, από την ένταξή τους όμως στο ιατρικό προσωπικό αυτού (ΓΠΝ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ).
Τελούν πλέον σε οργανική σχέση με αυτό, υπαγόμενοι στη δικαιοδοσία και στον επιστημονικό και ιεραρχικό έλεγχο των αρμοδίων οργάνων του.
Συνεπώς ο πρώτος εναγόμενος κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του στο δεύτερο που έχει εξαιρεθεί από το ΕΣΥ (άρθ.13 παρ. 11 ν. 28889/2011), δεν εκπληρώνει δημόσια υπηρεσία, ή υπηρεσία ΝΠΔΔ, ώστε να ανακύπτει ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου έναντι του παθόντος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 38 του Υπαλληλικού Κώδικα και 105, 106 ΕισΝΑΚ, αλλά υπηρεσία του ΝΠΙΔ, το οποίο εφόσον προκύπτει ότι παρέχει στον ιατρό γενικές οδηγίες ως προς τον τρόπο και χρόνο της παροχής των υπηρεσιών του θεωρείται ότι "προέστησε" αυτόν στην υπηρεσία του κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ και ευθύνεται έναντι του παθόντος για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του ιατρού κατά την παροχή των υπηρεσιών του στο νοσοκομείο...".Ακολούθως το Εφετείο, κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που στην ίδια κρίση κατέληξε, ορθά έκρινε, απέρριψε την έφεση των εναγομένων της κύριας αγωγής κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι, "παρά τη νίκη τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την απόρριψη της άνω (κύριας) αγωγής, βλάπτονται από την (προπαρατεθείσα) αιτιολογία αυτής αναφορικά με την παθητική νομιμοποίηση του πρώτου εναγόμενου για το λόγο ότι δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος τους σε άλλη δίκη και ότι ως εκ των ανωτέρω συνέτρεχε στο πρόσωπό τους σχετικό έννομο συμφέρον για την άσκησή της από 16-5-2016 εφέσεώς τους.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή από της εντάξεως του πρώτου εναγομένου (καθηγητή πανεπιστημίου) στο προσωπικό του δεύτερου εναγόμενου (νπιδ που τελεί υπό ειδικό καθεστώς λειτουργίας) και για όσο διάστημα προσέφερε σ' αυτό τις ιατρικές του υπηρεσίες δεν έχει πλέον την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, αλλά υπέχει ατομική ευθύνη έναντι τρίτων και νομιμοποιείται ως εκ του λόγου αυτού παθητικά ως υπόχρεος διάδικος στην υπο κρίση αγωγή, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 38 ν3528/2007 και 1 του ν.3754/2009, οι οποίες ήσαν εφαρμοστέες σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη.
Επομένως ο δεύτερος αναιρετικός λόγος τυγχάνει βάσιμος όσον αφορά τον πρώτο κυρίως εναγόμενο - αναιρεσείοντα, ο οποίος νίκησε μεν, αφού απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή κατά το μέρος που τον αφορά, ωστόσο, παρά την ορθότητα του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως από την προμνημονευθείσα εσφαλμένη αιτιολογία της περί της μη διατήρησης της υπαλληλικής ιδιότητας και εντεύθεν του αστικώς ανευθύνου κατά τη διάρκεια της παροχής ιατρικών υπηρεσιών στο νοσοκομείο Παπαγεωργίου, παράγεται δεδικασμένο ως προς το ότι κατά το άνω κρίσιμο διάστημα υπέχει ατομική ευθύνη έναντι των τρίτων και νομιμοποιείται παθητικά.
Το δεδικασμένο αυτό είναι καταφανώς δυσμενές για τον αναιρεσείοντα, ο οποίος με την κρινόμενη αναίρεση επιδιώκει την ανατροπή του.
Συνεπώς συντρέχει έννομο προς τούτο συμφέρον του άνω αναιρεσείοντος και ο Άρειος Πάγος δεν θα αρκεσθεί στην αντικατάσταση της αιτιολογίας κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αλλά πρέπει να αναιρέσει την προσβαλλομένη απόφαση μόνον ως προς την εν λόγω εσφαλμένη αιτιολογία της (ΑΠ540/2017). Κατόπιν αυτού, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της και να διαταχθεί η επιστροφή του οικείου παραβόλου στον τελευταίο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Όσον αφορά όμως το δεύτερο αναιρεσείον -κυρίως εναγόμενο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, εν όψει του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, δεν διαλαμβάνει λόγους που το αφορούν. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω των ερμηνευτικών δυσχερειών οι οποίες υπήρξαν ως προς την αληθινή έννοια των ως άνω διατάξεων (ΚΠολΔ 179, 183).
Γ) Επί της από 17-1-2019 αναιρέσεως των Ι. Κ. και του νπιδ με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ".
Κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 522 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης προσδιορίζεται από την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους, κατά το οποίο και μεταβιβάζεται η υπόθεση στο επιλαμβανόμενο της έφεσης δικαστήριο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 88, 89 και 69 παρ.1 περ.δ' του ιδίου κώδικα, συνάγονται τα εξής:
Ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να προσεπικαλέσει στη δίκη εκείνους, από τους οποίους έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση σε περίπτωση ήττας. Η προσεπίκληση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις, που ισχύουν για την αγωγή, το αργότερο έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο και κοινοποιείται στον προσεπικαλούμενο.
Η άσκηση της προσεπικλήσεως έχει τα αποτελέσματα, που έχει και η άσκηση της αγωγής, μπορεί δε να ενωθεί με αυτή (προσεπίκληση) και αγωγή αποζημίωσης, η οποία έχει από τη φύση της επικουρικό χαρακτήρα, δηλαδή ερευνάται από το δικαστήριο μόνο σε περίπτωση παραδοχής της κύριας αγωγής (ΑΠ 1206/1989, ΑΠ 1037/2010). Το ως άνω δικαίωμα αποζημίωσης του εναγομένου μπορεί να απορρέει από οποιαδήποτε έννομη σχέση μεταξύ αυτού και του άλλου (δικονομικού του εγγυητή), διαφορετική από εκείνη, στην οποία στηρίζεται η κύρια αγωγή που αναφέρεται στο κατά την κυρία δίκη διαφιλονικούμενο αντικείμενο, και εξαιτίας της οποίας το δικαίωμα τούτο εξαρτάται από την έκβαση της κυρίας δίκης (ΑΠ 260/2001).
Απαιτείται δηλαδή να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, η μία ως επίδικη στην εκκρεμή δίκη και η άλλη, που στηρίζει την παρεμπίπτουσα αγωγή και εξαρτάται από την πρώτη, υπό την έννοια ότι μόνο αν ο εναγόμενος - προσεπικαλών και παρεμπιπτόντως ενάγων ηττηθεί ως προς αυτή αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης κατά του δικονομικού εγγυητή (ΑΠ 1188/2007).
Έτσι, με την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή δημιουργείται έννομη σχέση δίκης μεταξύ του προσεπικαλούντος και του προεπικαλουμένου, που διεξάγεται μεν μαζί με την αρχική δίκη, δεν ενδιαφέρει όμως τον αντίδικο του προεπικαλούντος. Αν ο προσεπικληθείς ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, καθίσταται διάδικος στην αρχική δίκη μόνο με την ιδιότητά του αυτή.
Συνεπώς, εάν απορριφθεί η κύρια αγωγή σε πρώτο βαθμό, με άμεση δικονομική συνέπεια να καθίσταται αλυσιτελής, ελλείψει αντικειμένου, η έρευνα της ενωμένης με την προσεπίκληση παρεμπίπτουσας αγωγής αποζημίωσης, η έφεση του πρωτοδίκως ηττηθέντος ενάγοντος στην κύρια δίκη στρέφεται παραδεκτώς μόνο κατά του μέρους της απόφασης που απέρριψε την αγωγή του και κατά των αντιδίκων του στην πρωτοβάθμια δίκη, ήτοι του εναγομένου και του (ενδεχομένως) υπέρ αυτού παρεμβάντος.
Για να αχθεί όμως στο εφετείο και να καταστεί αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης και η απορριφθείσα μαζί με την κύρια αγωγή προσεπίκληση των δικονομικών, εγγυητών με την ενωμένη σε αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, πρέπει να ασκήσει έφεση και ο προσεπικαλέσας εναγόμενος και όχι να προσκομίσει ή επικαλεστεί αυτή (προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή) με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ως εφεσίβλητος - κυρίως εναγόμενος.
Η έφεση αυτή κατ' ανάγκη θα είναι επικουρική, θα τελεί δηλαδή υπό την αίρεση ευδοκιμήσεως της εφέσεως του ενάγοντος, γιατί αλλιώς δεν έχει ο προσεπικαλέσας έννομο συμφέρον να προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση. Το έννομο αυτό συμφέρον δημιουργείται το πρώτον με την παραδοχή της εφέσεως του ενάγοντος, ανατρέχει όμως κατά τη φύση και το σκοπό της αιρέσεως, υπό την οποία τελεί η έφεση του εναγομένου, στο χρόνο ασκήσεως του ένδικου αυτού μέσου (ΑΠ 1315/1993, ΑΠ 1037/2010).Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.
Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", η δε διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση. Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή).
Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Όταν ορίζεται από το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, προδήλως εννοεί τους διαδίκους που μετέσχον στην αναιρετική δίκη μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.
Δεν περιλαμβάνονται και οι διάδικοι εκείνοι οι οποίοι δεν μετέσχον στην αναιρετική δίκη, έστω και αν μετέσχον στην εφετειακή δίκη στα πλαίσια άλλης συνεκδικασθείσας έφεσης. Ως προς τους διαδίκους αυτούς υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση, η οποία μπορεί να έχει καταστεί και αμετάκλητη, γιατί παρήλθε η προς άσκηση αναίρεσης προθεσμία του νόμου.
Η μη επέκταση αυτή της αναίρεσης και σε μη μετασχόντα στην αναιρετική δίκη διάδικο ισχύει και στην περίπτωση που ενώπιον του Εφετείου είχε ασκηθεί από τον ηττηθέντα ενάγοντα της κυρίας αγωγής, έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και επίσης είχε ασκηθεί από τον ηττηθέντα ενάγοντα της παρεμπίπτουσας αγωγής και συγχρόνως νικήσαντα εναγόμενο της κυρίας αγωγής, επικουρική έφεση κατά του νικήσαντος επίσης συνεναγομένου του, για την περίπτωση που η έφεση του ενάγοντος της κυρίας αγωγής, ήθελε γίνει δεκτή με αποτέλεσμα την παραδοχή της κύριας αγωγής του.
Αν η παραπάνω έφεση καθώς και η επικουρική έφεση απορριφθούν κατ' ουσίαν και κατά της εφετειακής απόφασης ασκήσει αναίρεση μόνο ο εκκαλών της κυρίας έφεσης ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η κυρία αγωγή, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση παραδοχής της, να αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, τα αποτελέσματα της αναίρεσης περιορίζονται μόνο στους διαδίκους της αναιρετικής δίκης μεταξύ των οποίων πρέπει να διεξαχθεί η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.
Η αναίρεση δεν επεκτείνεται και στο κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης που αφορά την απορριφθείσα επικουρική έφεση του ενάγοντος της παρεμπίπτουσας αγωγής. Αν το Εφετείο, ως δικαστήριο της μετά την αναίρεση παραπομπής, επεκτείνει την ερευνά του και διαλάβει στην απόφασή του δυσμενή διάταξη και για τον προαναφερόμενο διάδικο που δεν μετέσχε στην αναιρετική δίκη, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ.
Ο τελευταίος μπορεί να προστατευθεί στην περίπτωση αυτή, εφ' όσον ασκήσει από την πλευρά του επικουρική αναίρεση, πλήττοντας την εφετειακή απόφαση για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η αναίρεση του ενάγοντος της κυρίας αγωγής (ΑΠ693/20, ΑΠ1357/2018, ΑΠ1331/2017, ΑΠ404/2007).
Όπως προαναφέρθηκε, από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει οι δύο εναγόμενοι στην κύρια αγωγή (αναιρεσείοντες στην από 20-9-2018 αίτηση αναιρέσεως), άσκησαν την: υπ' αρ.3897/21-2-2014 προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή ο πρώτος και την υπ' αρ.3896/21-2-2014 αντίστοιχη προσεπίκληση με παρεμπίπτουσα αγωγή το δεύτερο (νοσοκομείο) κατά των ασφαλιστικών εταιρειών "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Α.Α.Ε" (ο πρώτος) και "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ" (το δεύτερο) ισχυριζόμενοι (έκαστος) ότι ασκήθηκε σε βάρος τους η από 10-2-2014 κύρια αγωγή με το παρατιθέμενο αυτουσίως περιεχόμενο και αίτημα, ότι υπάρχει μεταξύ του πρώτου εναγομένου και της πρώτης ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας καθώς και μεταξύ του δεύτερου εναγομένου και της δεύτερης ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας αντίστοιχα έγκυρη σύμβαση ασφάλισης της έναντι τρίτων ευθύνης τους για την περίπτωση πρόκλησης ατυχήματος σε τρίτο συμπεριλαμβανομένου και του θανάτου, ως προς τον πρώτο κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως ιατρού, όσον αφορά το νοσηλευτικό ίδρυμα κατά την άσκηση των καθηκόντων του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού του στο οποίο κατά τον κρίσιμο χρόνο είχε ενταχθεί και ο πρώτος εναγόμενος, με αιτήματα να παρέμβουν κάθε μια από τις ως άνω εταιρείες υπέρ του ασφαλισμένου της στην εκκρεμή δίκη και σε περίπτωση ήττας εκάστου να υποχρεωθούν να καταβάλουν όποιο ποσό υποχρεωθεί να καταβάλει ο ασφαλισμένος εκάστης εξ αυτών και δη μέχρι του ποσού των 600.000 ευρώ όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο και μέχρι του ποσού των 60.000 ευρώ όσον αφορά το δεύτερο εναγόμενο .
Η προσεπικληθείσα από τον πρώτο εναγόμενο -παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ" άσκησε την από 28-7-2014 πρόσθετη υπέρ του άνω ασφαλισμένου της παρέμβαση, συνομολογώντας την ασφαλιστική κάλυψη της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης αυτού και ζήτησε την απόρριψη της κύριας αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 1950/2016 οριστική του απόφαση, συνεκδίκασε με την κύρια αγωγή τις προσεπικλήσεις με τις παρεμπίπτουσες αγωγές και την πρόσθετη παρέμβαση και αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την πρόσθετη παρέμβαση, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την κυρία αγωγή και μετά ταύτα ως αλυσιτελείς (ελλείψει αντικειμένου) τις παρεμπίπτουσες αγωγές αποζημιώσεως .
Κατά της ανωτέρω αποφάσεως άσκησαν οι κυρίως ενάγοντες την από 2-6-2016 έφεσή τους, οι δε εναγόμενοι της κυρίας αγωγής, προκειμένου να αχθούν στο εφετείο και να καταστούν αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης και οι ως άνω απορριφθείσες μαζί με την κύρια αγωγή προσεπικλήσεις των δικονομικών εγγυητών (ασφαλιστικών τους εταιρειών) με τις παρεμπίπτουσες αγωγές άσκησαν τις εφέσεις με αρ. 1147/15-6-2016 ο πρώτος και 1146/15-6-2016 υπό την αίρεση της ευδοκίμησης της εφέσεως των κυρίως εναγόντων .
Το Εφετείο μετά την απόρριψη της τελευταίας κατ' ουσίαν απέρριψε και τις ανωτέρω (επικουρικές) εφέσεις των κυρίως εναγομένων (-προσεπικαλούντων-παρεμπιπτόντως εναγόντων) για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Μετά την άσκηση της από 7-1-2019 αναίρεσης από τους κυρίως ενάγοντες-εκκαλούντες, οι κυρίως εναγόμενοι άσκησαν, την ενταύθα ερευνώμενη από 17-1-2019 αίτηση αναιρέσεως, ζητώντας για την περίπτωση κατά την οποία ήθελε γίνει δεκτή η ως άνω αίτηση αναιρέσεως των κυρίως εναγόντων κατά της υπ' αριθμ. 1906/2018 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και αναιρεθεί η απόφαση αυτή, κατά το μέρος που απέρριψε την από 2-6-2016 έφεση των κυρίως εναγόντων κατά της υπ' αριθμ. 1950/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 10-2-2014 κύρια αγωγή τους εναντίον τους, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ως προς το σκέλος της που έκρινε και απέρριψε τις από 15-6-2016 επικουρικές εφέσεις τους κατά των αναιρεσιβλήτων και κατά της ίδιας απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν επίσης οι από 21-2-2014 παρεμπίπτουσες αγωγές τους κατά των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικών εταιριών.
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, οι εναγόμενοι, της κυρίας αγωγής και ενάγοντες των παρεμπιπτουσών αγωγών, οι οποίοι στην δίκη ενώπιον του Εφετείου ήταν εφεσίβλητοι στην έφεση των εναγόντων της κυρίας αγωγής, και ως ενάγοντες της παρεμπίπτουσας αγωγής - εκκαλούντες των από 15-6-2016 επικουρικών εφέσεων, έχουν έννομο συμφέρον να ασκήσουν επικουρική αναίρεση με αίτημα, σε περίπτωση κατά την οποία γίνει δεκτή η ασκηθείσα αναίρεση των εναγόντων της κυρίας αγωγής και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση των εναγόντων της απορριφθείσας κυρίας αγωγής, να αναιρεθεί η ίδια προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος που απέρριψε τις επικουρικές εφέσεις των εναγόντων των πρωτοδίκως απορριφθεισών παρεμπιπτουσών αγωγών, έτσι ώστε, εφόσον γίνει δεκτή η κυρία αγωγή να γίνουν δεκτές και οι παρεμπίπτουσες αγωγές, την οποία επικουρική αναίρεση ασκούν με την ένδικη αίτηση.
Μετά τα παραπάνω, γενομένης δεκτής της αιτήσεως αναιρέσεως των κυρίως εναγόντων και αναιρουμένης της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την από 2-6-2016 έφεση των κυρίως εναγόντων πρέπει και υπό κρίση από 17-1-2019 (επικουρική) αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή, αναιρουμένης της ως άνω αποφάσεως και κατά το μέρος που απέρριψε τις συνεκδικασθείσες από 15-6-2016 επικουρικές εφέσεις των παρεμπιπτόντως εναγόντων (κυρίως εναγομένων), να παραπεμφθεί η υπόθεση ενιαία για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την ένωση και συνεκδίκαση: 1) της από 20-9-2018 αιτήσεως των: Ι. Κ. και ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", 2) της από 7-1-2019 αιτήσεως των: Ν. Σ., Μ. Σ. και Β. Σ., και 3) της από 17-1-2019 αιτήσεως των Ι. Κ. και ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" για αναίρεση της με αριθμ. 1906/2018 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης
Απορρίπτει την από 7-1-2019 αίτηση αναιρέσεως καθ' ο μέρος στρέφεται κατά των: "ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Α.Α.Ε" και " ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Α.Α.Ε"
Απορρίπτει την από 20-9-2018 αίτηση αναιρέσεως καθ' ο μέρος ασκήθηκε από το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ.
Αναιρεί την 1906/2018 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης :α) κατά το μέρος που απέρριψε την από 2-6-2016 έφεση των κυρίως εναγόντων Ν. Σ., Μ. Σ., Β. Σ., β) κατά το μέρος που απέρριψε τις με αρ. 1146/15-6-2016 και 1147/15-6-2016 εφέσεις των κυρίως εναγομένων παρεμπιπτόντως εναγόντων Ι. Κ. και ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" και γ) μόνο ως προς την αιτιολογία που επισημαίνεται στο σκεπτικό ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα της από 20-9-2018 αιτήσεως αναιρέσεως.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή των παραβόλων των από 20-9-2018, 7-1-2019 και 17-1-2019 αιτήσεων αναιρέσεως στους αναιρεσείοντες .
Καταδικάζει τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων της από 7-1-2019 αιτήσεως αναιρέσεως στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων επί της από 20-9-2018 αιτήσεως αναιρέσεως.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους της από 17-1-2019 αιτήσεως αναιρέσεως στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ