Supreme Court allows appeal in labor dispute, remanding case to examine contract breach claim regarding public employment rejection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's decision in a labor dispute involving a rejected job applicant and the public sector. The applicant argued that the employer's refusal to hire her constituted a breach of contract and bad faith, despite her superior qualifications compared to other candidates. The court accepted this specific claim but dismissed the appeal regarding the third defendant, the Ministry of Transport, due to procedural inadmissibility.
Legislator headnote
AI generatedArticles 185, 189, 192, 201, 207, 288, 361, 648 of the Civil Code; The court held that a public employer's arbitrary rejection of a qualified candidate, violating the principle of good faith, constitutes a breach of contractual obligations and allows the applicant to claim damages for the resulting loss of employment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1194 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1194/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ.- Α. Τ. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Φραγκανδρέα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) της υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, τεθείσας σε ειδική εκκαθάριση και η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια ανώνυμη εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της Ελλάδος Α.Ε." παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Ιωάννας Κεφαλάκη-Βαβουγιού και Αντιγόνης Κίσσα, οι οποίοι κατέθεσε προτάσεις. 2) Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών και 3) Υπουργείου Μεταφορών Υποδομών και Δικτύων και ήδη Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών, νόμιμα εκπροσωπούμενου που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα και παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Κωνσταντίνας Μαρίνου, πληρεξούσιας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 103/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3231/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-2-2018 αίτησή της και τους από 12-2-2020 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15-2-2018 (υπ'αριθμ. κατάθ. 1790/145/2018) αίτηση αναίρεσης και τους από 12-2-2020 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 19/13-2-2010) με ίδιο δικόγραφο ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά τη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 3231/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτές κατ' ουσίαν: α) την από 20-2-2014 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 11031/2014) έφεση της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, β) την από 21-2-2014 (υπ'αριθμ. εκθ. καταθ. 1168/2014) έφεση του δευτέρου εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου και γ) τους από 16-2-2015 (υπ'αριθμ.
εκθ. καταθ. 78/2015) πρόσθετους λόγους έφεσης του δευτέρου εναγομένου, κατά της υπ' αριθμ. 103/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, α) απορρίφθηκε η από 27-7-2010 (υπ'αριθμ. εκθ. καταθ. 4624/2010) αγωγή της αναιρεσείουσας ως προς το πρώτο των εναγομένων ως απαράδεκτη (ως μη έχον την ιδιότητα του διαδίκου) και β) έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τους λοιπούς εναγόμενους ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και κράτησε προς έρευνα την ένδικη υπόθεση, απέρριψε την αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή, αλλά μόνο κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Όσον αφορά το τρίτο των αναιρεσιβλήτων, Υπουργείο Μεταφορών Υποδομών και Δικτύων, απαραδέκτως απευθύνεται κατά αυτού, καθόσον η ως άνω υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου δεν έχει την ικανότητα κατά το ουσιαστικό δίκαιο να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ως υπηρεσία ανεξάρτητη από το Ελληνικό Δημόσιο, ώστε να μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο ως αυτόνομος διάδικος, διάφορος του Ελληνικού Δημοσίου, προϋπόθεση που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (αρθρ. 62 εδαφ.α, 73 ΚΠολΔ).
Επομένως, η ένδικη αναίρεση ως προς το τρίτο των αναιρεσιβλήτων πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λοιπούς διαδίκους ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 13-2-2020 και επίδοση στους αναιρεσίβλητους στις 13-2-2020, όπως προκύπτει από τις μετ` επικλήσεως προσκομιζομένες υπ' αριθμ. 4926Β/13-2-2020, 4927Β/13-2-2020 και 4928Β/13-2-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Κ.
Γ., ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 17ης Μαρτίου 2020 (άρθ. 569 παρ.2 του ΚΠολΔ), οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο. Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων στο άνω δικόγραφο λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 4 παρ.4 του ν. 2271/1994 "εξυγίανση της Ολυμπιακής Αεροπορίας" (Α'229) ορίστηκε ότι: "Από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού η Ο.Α. και οι θυγατρικές της εταιρίες Ολυμπιακή Αεροπλοΐα ΑΕ και Ολυμπιακή Τουριστική ΑΕ παύουν να υπάγονται στις διατάξεις που ισχύουν για τις επιχειρήσεις που ανήκουν στο δημόσιο τομέα, εξαιρουμένων των διατάξεων των άρθρων 1 έως και 24 του ν. 2190/1994" (που αφορά τις προσλήψεις προσωπικού).
Περαιτέρω, με το άρθρο 13 του ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί" (ΔΕΚΟ) προβλέφθηκε ότι: "Οι δημόσιες επιχειρήσεις μπορούν στο εξής, για λόγους γενικού συμφέροντος που συνδέονται με τη λειτουργία τους, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των εσωτερικών κανονισμών ή οργανισμών τους που έχουν ισχύ νόμου ή ισχύ κανονιστική ή οποιαδήποτε άλλη ισχύ, καθώς και κατά παρέκκλιση οποιονδήποτε διατάξεων ή συμφωνιών, να προσλαμβάνουν το πάσης φύσεως προσωπικό τους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για δοκιμαστική περίοδο διάρκειας μέχρι επτά (7) μηνών, ύστερα από προκήρυξη στην οποία καθορίζονται, οπό την ίδια τη δημόσια επιχείρηση, το κριτήριο πρόσληψης.
Η διαδικασία πρόσληψης του προσωπικού των δημοσίων επιχειρήσεων, καθώς και της μετέπειτα σύναψης της σχετικής σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ύστερα από αξιολόγηση της δοκιμαστικής περιόδου από την οικεία δημόσια επιχείρηση, ελέγχεται από το ΑΣΕΠ, σύμφωνα με τις κείμενες κάθε φορά διατάξεις που διέπουν τις αρμοδιότητές του και τις ειδικότερες ρυθμίσεις της κοινής υπουργικής απόφασης της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού.".
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι προσλήψεις του τακτικού προσωπικού με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την Ο.Α. πραγματοποιούνταν αρχικά σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.2190/1994 και από το έτος 2005 σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3429/2005. Ακολούθως, με το άρθρο 11 του ν. 3717/2008 "Εργαζόμενοι στην Ολυμπιακή Αεροπορία..." (ΦΕΚ 239 Α'/ 26-11-2008), που φέρει τον τίτλο Ρυθμίσεις Μεταβατικής Περιόδου", ορίζεται ότι: "1) Οι σημερινοί εργοδότες, οι ανώνυμες εταιρείες, οι οποίες είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο συνδεδεμένες με μία ή περισσότερες εκ των σημερινών εργοδοτών, καθώς και οι ανώνυμες εταιρείες οι οποίες ιδρύθηκαν από μία ή περισσότερες από τις εταιρείες αυτές ή κατέστησαν συνδεδεμένες με μία εκ των εταιρειών αυτών, από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου, δεν ανήκουν στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α'), λειτουργούν κατά τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τη νομοθεσία περί ανωνύμων εταιρειών, όπως κάθε φορά ισχύει.
Διατάξεις νόμων, που αναφέρονται σε επιχειρήσεις, οργανισμούς ή φορείς του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα δεν εφαρμόζονται στις παραπάνω Εταιρείες, εκτός αν ρητά ορίζεται το αντίθετο". Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου 3717/2008, ήτοι από 26-11-2008, η εταιρεία "Ολυμπιακή Εταιρεία-Υπηρεσίες Α.Ε." λειτουργεί ως ανώνυμη εταιρεία διεπόμενη από την νομοθεσία και μόνο περί ανωνύμων εταιρειών και εξαιρείται πλέον από την εφαρμογή των διατάξεων των ν. 2190/1994 και 3429/2005 για τις προσλήψεις σε φορείς του δημόσιου τομέα με την εμπλοκή στη διαδικασία του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).
Δηλαδή το Α.Σ.Ε.Π. δεν έχει πλέον αρμοδιότητα να επιλαμβάνεται των θεμάτων πρόσληψης προσωπικού με συμβάσεις εργασίας είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου, μη δυνάμενο να προβαίνει σε έλεγχο νομιμότητας της διαδικασίας πρόσληψης και της μετέπειτα σύναψης της σχετικής σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361 και 648 ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση κατάρτισης σύμβασης εργασίας με διαγωνισμό, η προκήρυξη του διαγωνισμού συνιστά πρόταση του εργοδότη προς αόριστο αριθμό προσώπων για κατάρτιση σύμβασης, ενώ η υποβολή υποψηφιότητας και η συμμετοχή σ` αυτόν επέχει θέση αποδοχής της εργοδοτικής πρότασης, από την περιέλευση δε της δήλωσης του υποψηφίου στον εργοδότη για την αποδοχή της πρότασής του, θεωρείται, ότι καταρτίσθηκε η σύμβαση εργασίας, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του ενδιαφερομένου στον διαγωνισμό.
Με την έκδοση και ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού, εφόσον ο ενδιαφερόμενος πέτυχε σ` αυτόν, πληρώνεται η αίρεση και επέρχονται τα αποτελέσματα της σύμβασης, ο δε επιτυχών θεωρείται αυτοδικαίως και οριστικά μισθωτός του εργοδότη, που προκήρυξε τον διαγωνισμό, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση, ότι ο υποψήφιος συμμετείχε νόμιμα στο διαγωνισμό σύμφωνα με τους όρους, που έθεσε ο εργοδότης (ΑΠ 654/2000).
Η πλήρωση της παραπάνω αίρεσης ελέγχεται βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ, κατά το οποίο η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της (ΑΠ 282/2017, ΑΠ 878/2014, ΑΠ 829/2006, ΑΠ 654/2000). Μετά την τελείωση της σύμβασης κατά τ` ανωτέρω, ο εργοδότης, μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του μισθωτού, καθίσταται υπερήμερος με τις συνέπειες που ορίζουν σε βάρος του οι διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 192/2000, ΑΠ 1661/1995, ΑΠ 821/1987).
Για την τελείωση της σύμβασης εργασίας και την περιέλευση του εργοδότη σε υπερημερία με τις εντεύθεν συνέπειες είναι αδιάφορο εάν το όνομα του ενάγοντος περιελήφθη ή όχι στους πίνακες επιτυχόντων του διαγωνισμού, αρκούντος του ότι αυτός συμμετείχε στο διαγωνισμό με τους όρους που έθεσε ο εργοδότης και πέτυχε σ' αυτόν (ΑΠ 1163/2019).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Επίσης, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 14/2004), καθώς και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 226/2016, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα, που έχουν σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 27-7-2010 αγωγή της εξέθεσε ότι, με την υπ' αριθμ. 2/202Μ/2008 προκήρυξη της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ -ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ Α.Ε" (Φ.Ε.Κ. 150/4-4-2008, τεύχος προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π.) προκηρύχθηκε διαγωνισμός (χωρίς εξετάσεις, αλλά βάσει προκαθορισμένων αντικειμενικών κριτηρίων πρόσληψης), για την πλήρωση 105 θέσεων Τεχνικού Προσωπικού κατηγοριών Τεχνολογικής και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με δοκιμαστική περίοδο επτά (7) μηνών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 3429/2005.
Ότι η ίδια συμμετείχε στη διαδικασία επιλογής, επιδιώκοντας την πρόσληψή της σε μία από τις δέκα (10) θέσεις, κατηγορίας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης, κλάδου ΤΕ/Avionics Μηχανικών (Αεροσκαφών ΤΕ - (κωδ. ΙΑ), με την υποβολή σχετικής αίτησης και των απαιτούμενων δικαιολογητικών. Ότι, κατ' εφαρμογή των όρων της προκήρυξης, η αρμόδια Επιτροπή Αξιολόγησης των υποψηφίων κατάρτισε και ανάρτησε στις 26-8-2008 τον οριστικό πίνακα των δέκα (10) επιτυχόντων- προσληπτέων, στον οποίο όμως δε περιλαμβανόταν, γιατί είχε καταταγεί στην 13η θέση του προσωρινού κύριου πίνακα, με συνολικό αριθμό μορίων 779,83.
Ότι την ίδια ημέρα ο ως άνω πίνακας διαβιβάστηκε στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), προκειμένου να ασκήσει έλεγχο νομιμότητας, κατ' εφαρμογή των άρθρων 13 παρ.1 του ν. 3429/2005, 1 παρ.1 και 14 περ. δ'του ν. 2190/1994 και το ρητό όρο (του Κεφαλαίου Ε) της προκήρυξης, ενώ στις 9-9-2008 η εναγομένη προσέλαβε τους δέκα συμπεριλαμβανομένους στον πίνακα της επιτροπής αξιολόγησης, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας για δοκιμαστική περίοδο επτά (7) μηνών.
Ότι το πιο πάνω Συμβούλιο του Α.Σ.Ε.Π., το οποίο επιλαμβάνεται των θεμάτων πρόσληψης προσωπικού των δημόσιων υπηρεσιών, στις οποίες ανήκε και η πρώτη εναγομένη μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3717/2008 (26-11-2008), έχοντας έως τον κρίσιμο αυτό χρόνο αρμοδιότητα, ενόψει του ότι ο διαγωνισμός άρχισε στις 4-8-2008, η κατάρτιση του πίνακα των δέκα επιτυχόντων-προσληπτέων από την αρμόδια Επιτροπή Αξιολόγησης της πρώτης εναγομένης έγινε στις 26-8-2008 και η ολοκλήρωση του διαγωνισμού έγινε το Σεπτέμβριο του έτους 2008 (χρόνος πρόσληψης των συνυποψηφίων της ενάγουσας), απεφάνθη στις 26-2-2009, με την υπ' αριθμ.
…/…-2-2009 απόφαση του Β' Τμήματός του, ότι η ενάγουσα διαθέτει τα από την προκήρυξη απαιτούμενα προσόντα και έπρεπε να καταταγεί στην προσήκουσα 10η θέση του οικείου πίνακα προσληπτέων και ότι, παρά την απόφαση αυτή του Α.Σ.Ε.Π., η διοίκηση της πρώτης εναγομένης, αρνήθηκε να συμπεριλάβει αυτή στους προσληπτέους του πίνακα επιτυχόντων και να την προσλάβει.
Περαιτέρω, ότι η υπ' αριθμ. 2/202Μ/2008 (ΦΕΚ150/04-04-2008) προκήρυξη της εναγομένης για την πρόσληψη προσωπικού αποτελεί πρόταση αυτής για τη σύναψη εργασιακής σχέσεως προς αόριστο αριθμό υποψηφίων εργαζομένων, η δε συμμετοχή της (ενάγουσας) στο διαγωνισμό συνιστά αποδοχή εκ μέρους της της παραπάνω πρότασης για τη σύναψη της συμβάσεως, η κατάρτιση της οποίας τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας της στο διαγωνισμό.
Ότι η εναγομένη, κατά παράβαση, αφενός της νόμιμης υποχρέωσής της από τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ.1 ν. 3429/2005 και της ΚΥΑ 45378/555/2-8-2007, με το να αρνηθεί να εφαρμόσει την υπ' αριθμ. …/…-2-2009 απόφαση του Β' Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π. και αφετέρου την ως άνω συμβατική υποχρέωσή της (από την υπ' αριθμ. 2/202/Μ/2008 προκήρυξη), χωρίς την ύπαρξη νόμιμου ή ουσιαστικού λόγου και ενεργώντας εναντίον της καλής πίστης, εμπόδισε, με εσφαλμένη αξιολόγησή της σε σύγκριση με τους συνυποψηφίους της και συνακόλουθα τη μη επιλογή της ως διοριστέας, την πλήρωση της αναβλητικής ως άνω αίρεσης, με συνέπεια να θεωρείται αυτή (αίρεση) ως πληρωθείσα και η σύμβαση εργασίας μεταξύ αυτής και της εναγομένης καταρτισθείσα, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 207 παρ. 1, 288, 361 και 648 παρ. 1 ΑΚ και να περιέρχεται η πρώτη εναγομένη λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών της σε υπερημερία.
Με βάση τα παραπάνω ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι η απόφαση της αρχικής 2ης εναγομένης Ολυμπιακής Αεροπορίας (εφεξής Ο.Α.) να εφαρμόσει τον εκδοθέντα υπό της Επιτροπής της πίνακα επιτυχόντων Τεχνολογικής Εκπαίδευσης της κατηγορίας (ΤΕ) Avionics Hλεκτρολόγοι (ΙΑ) και όχι τον κυρωθέντα με την …/…-02-2009 απόφαση του Β' τμήματος του ΑΣΕΠ οριστικό πίνακα βάσει της υπ' αριθμόν 2/202Μ/2008 προκήρυξης (ΦΕΚ, 150/04-04-2008, τεύχος προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π.) και να μην τη συμπεριλάβει μεταξύ των δέκα (10) πρώτων επιτυχόντων, προτάσσοντας, αντ' αυτής, άλλους μη επιτυχόντες συνυποψηφίους της, είναι άκυρη, μη νόμιμη και καταχρηστική, β) να αναγνωρισθεί ότι η με αριθμ.
πρωτ. …/…-05-2009 αρνητική απάντηση - απόφαση (άρνηση πρόσληψης - διορισμού) της Ο.Α. με την οποία απορρίφθηκε η από 21-05-2009 αίτηση της για πρόσληψη είναι παράνομη, άκυρη και καταχρηστική, γ) να καταδικαστούν οι εναγόμενοι, Ο.Α. και το Υπουργείο Μεταφορών και Δικτύων, σε δήλωση βουλήσεως με την εγγραφή της στους δέκα (10) πρώτους προσληπτέους του οριστικού πίνακα προσληπτέων, σύμφωνα με την …/…-02-2009 απόφαση του Β' τμήματος του ΑΣΕΠ και να υποχρεωθούν να εφαρμόσουν την απόφαση του ΑΣΕΠ.
δ) να αναγνωρισθεί η επιτυχία της στον περιγραφόμενο στο ιστορικό διαγωνισμό και να θεωρηθεί ότι έχει ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361 και 648 ΑΚ, λόγω καταρτίσεως μεταξύ αυτής και της Ο.Α. συμβάσεως εργασίας από τον Σεπτέμβριο του 2008 για δοκιμαστική περίοδο επτά (7) μηνών, μετατραπείσα αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου διαρκείας, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2/202Μ/2008 προκήρυξη και με το γεγονός ότι κατά το εν λόγω επτάμηνο, εργαζόταν στην Ο.Α.
και έχει καλύψει επιτυχώς την δοκιμαστική περίοδο, ε)να υποχρεωθούν η Ο.Α., το Υπουργείο Μεταφορών και το Ελληνικό Δημόσιο να κάνουν δεκτή την από 14-12-2009 αίτηση μετάταξής της με αριθμ. πρωτ. …/…-12-2009 του άρθρου 7 του Ν. 3717/2008 και να διαταχθεί η μεταφορά της σε κενή οργανική θέση αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας της στις θέσεις επιλογής της, στ) να υποχρεωθούν η Ο.Α., το Υπουργείο Μεταφορών και το Ελληνικό Δημόσιο, εις ολόκληρον έκαστος, να της καταβάλλουν το ποσό των 33.538,71 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας με το νόμιμο τόκο από το τέλος εκάστου μηνός του επίδικου διαστήματος 2008 - 2010, μέχρις εξοφλήσεως της και το ποσό των 50.000 ευρώ ως ηθική βλάβη.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 103/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη, αρνούμενη να εφαρμόσει την υπ' αριθμ. …/…-2-2009 απόφαση του Β' Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π., παραβαίνοντας την αντίστοιχη νόμιμη υποχρέωσή της, από τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 ν. 3429/2005 και της Κ.Υ.Α 45378/555/2-8-2007, καθώς και την αντίστοιχη συμβατική της υποχρέωση, από την υπ' αριθμ. 2/202Μ/2008 προκήρυξη, εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη, την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης για την πρόσληψη της ενάγουσας, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί, μεταξύ αυτής και της δεύτερης εναγομένης σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αρχικώς για δοκιμαστική περίοδο επτά (7) μηνών από τις 9-9-2008, ήτοι αφότου προσέλαβε τους αναφερόμενους στον από 26-8-2008 οριστικό κύριο πίνακα αξιολόγησης αυτής δέκα (10) επιτυχόντες, ενώ την ίδια μέρα θα έπρεπε να είχε προσλάβει την ενάγουσα, εάν εφάρμοζε τη σύμφωνη με την υπ'αριθμ. 2/202Μ/2008 προκήρυξη και παρατιθέμενη στην υπ'αριθμ.
…/…-2-2009 απόφαση του Β' Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π. διαδικασία βαθμολόγησης, ακολούθως δε αορίστου χρόνου από 9-4-2009 με ένταξη της ενάγουσας στο τακτικό προσωπικό της Ο.Α., μέχρι και την θέση αυτής σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης στις 2-10-2009. Ακολούθως, με την πρωτοβάθμια απόφαση, α) απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη ως προς το Υπουργείο Μεταφορών, Υποδομών ως μη έχον την ικανότητα παράστασης διαδίκου, β) έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την Ο.Α.
και το Ελληνικό Δημόσιο, γ) αναγνωρίστηκε ότι μεταξύ της Ο.Α. και της ενάγουσας καταρτίστηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αρχικά για δοκιμαστική περίοδο 7 μηνών από 09-09-2008, ακολούθως δε αορίστου χρόνου με ένταξη της ενάγουσας στο τακτικό προσωπικό της Ο.Α., μέχρι και την θέση αυτής σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης την 02-10-2009, δ) υποχρέωσε την Ο.Α.
να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 9.039,90 ευρώ, ως αποδοχές υπερημερίας με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας, ε) αναγνωρίστηκε ότι η Ο.Α. υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 4.811,68 ευρώ (1.811,68 ευρώ + 3.000 ευρώ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας, στ) υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να προβεί σε μεταφορά της ενάγουσας, με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, σε κενή οργανική θέση, ειδικότητας avionics ηλεκτρολόγου μηχανικού αεροσκαφών Τεχνολογικής Εκπαίδευσης ή άλλης παρεμφερούς ειδικότητας (με βάση τα τυπικά προσόντα της ενάγουσας, ήτοι πτυχίο τμήματος ηλεκτρολογίας Τ.Ε.Ι.), σε δημόσια υπηρεσία ή Ν.Π.Ι.Δ.
εποπτευόμενο από το Υπουργείο Μεταφορών ή αυτοτελή ανεξάρτητη αρχή ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ α' ή β' βαθμίδας, με απειλή χρηματικής ποινής 50 ευρώ σε βάρος του Δημοσίου για κάθε ημέρα παράλειψης συμμόρφωσης του. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν με τις από 20-2-2014 και 21-2-2014 εφέσεις και τους από 16-2-2015 πρόσθετους λόγους, η πρώτη εναγομένη και το Ελληνικό Δημόσιο ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Όπως προκύπτει από το δικόγραφο των εφέσεων αυτών και των πρόσθετων λόγων της δεύτερης έφεσης, οι εκκαλούντες παραπονέθηκαν για την κατ' ουσίαν παραδοχή της αγωγής, επικαλούμενοι ειδικότερα ότι, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με το να κρίνει ότι, α) η δεύτερη εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει την ως άνω απόφαση του Α.Σ.Ε.Π.
και β) ότι η σύναψη συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μεταξύ της δεύτερης εναγομένης και της ενάγουσας τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας της στο διαγωνισμό και ότι η εναγομένη εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη, την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης για την πρόσληψη της ενάγουσας, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί μεταξύ της αυτής και της δεύτερης εναγομένης σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον, α) η απόφαση αυτή του Α.Σ.Ε.Π.
εκδόθηκε από αναρμόδιο όργανο και ως εκ τούτου ήταν άκυρη και ανυπόσταση και β) η προκείμενη προκήρυξη δεν προέβλεπε την πρόσληψη με διαγωνισμό με τη διαδικασία των γραπτών εξετάσεων, η δεύτερη εναγομένη είχε το δικαίωμα να επιλέξει ελεύθερα και κατά την απόλυτη κρίση της, τον αντισυμβαλλόμενό της, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί ότι η άσκηση του δικαιώματος επιλογής ήταν καταχρηστική.
Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3231/2016 απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αναφορικά με την ένδικη πιο πάνω αγωγή και σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι η εκκαλούσα Ο.Α.. στις 4-4-2008 και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του νόμου 3429/2005 δημοσίευσε την υπ' αριθμ. 2/202Μ/2008 (ΦΕΚ150/04-04-2008 τεύχος ΑΣΕΠ) προκήρυξη για την πλήρωση 10 θέσεων εργασίας, ειδικότητος Τεχνολογικής και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, για δοκιμαστική περίοδο μέχρι επτά (7) μηνών.
Η εφεσίβλητη, συμμετείχε στην ως άνω προκήρυξη της Ο.Α. και συγκεκριμένα για την πλήρωση δέκα (10) θέσεων κλάδου/ ειδικότητας Avionics Μηχανικών (Αεροσκαφών ΤΕ - (κωδ. ΙΑ). Ότι, σύμφωνα με τη διακήρυξη και την υπ' αριθμ. ΚΥΑ 45378/555/10-8-2007 κοινή υπουργική απόφαση, το προσωπικό προσλαμβάνεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, για δοκιμαστική περίοδο μέχρι επτά (7) μηνών, ενώ ένα μήνα πριν τη λήξη του χρόνου της δοκιμαστικής περιόδου συντάσσεται φύλλο αξιολόγησης του υπαλλήλου από δύο προϊσταμένους του, για την καταλληλότητα και την επάρκεια του να ανταποκριθεί στα καθήκοντα, για τα οποία προσλήφθηκε.
Ακολούθως, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ο.Α., λαμβάνοντας υπόψη το φύλλο αξιολόγησης, εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση για τη σύναψη ή μη, της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Οτι η απόφαση αυτή, θετική ή αρνητική, ελέγχεται από το Α.Σ.Ε.Π., σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία του. Ότι μετά τον έλεγχο από το Α.Σ.Ε.Π.
και εφόσον τούτο αποφανθεί θετικά, το αρμόδιο όργανο της εταιρείας συνάπτει με τον προσλαμβανόμενο σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις κείμενες κάθε φορά διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Μετά την υποβολή των αιτήσεων μετά των συνημμένων δικαιολογητικών - τυπικών προσόντων και τον έλεγχο - αξιολόγηση αυτών από την συσταθείσα αρμόδια Επιτροπή της Ο.Α., αυτή στις 26-8-2008 εξέδωσε και ανάρτησε τον από 26-8-2008 οριστικό πίνακα επιτυχόντων - προσληπτέων, όπως αυτός διαμορφώθηκε από την αρμόδια Επιτροπή της Ο.
Α., σύμφωνα με τον οποίο η εφεσίβλητη κατετάγη στην 13η θέση (έναντι των 10 προκηρυχθεισών θέσεων), με αποτέλεσμα αυτή να μην προσληφθεί στην Ο.Α. για δοκιμαστική περίοδο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, μέχρι επτά (7) μηνών. Παράλληλα, η Ο.Α. στις 26-8-2008, κατ' εφαρμογή του ως άνω άρθρου 13 του νόμου 3429/2005 και της υπ' αριθμ.
ΚΥΑ 45378/555/10-8-2007, ο οποίος ίσχυε κατά τον χρόνο αποστολής, και δέσμευε την Ο. Α., απέστειλε τον ως άνω πίνακα επιτυχόντων στο ΑΣΕΠ για έλεγχο. Μετά την αποστολή όμως του ως άνω πίνακα επιτυχόντων τον Αύγουστο του 2008 και προ του ελέγχου από το ΑΣΕΠ του εν λόγω πίνακα προσληπτέων και συγκεκριμένα στις 26 Νοεμβρίου 2008, εξεδόθη ο νόμος 3717/2008, με τον οποίο η Ο.Α.
ρητά εξαιρέθηκε από το άρθρο 13 του ν. 3429/2005, καταργούμενης της διάταξης αυτής (του άρθρου 13 του ν. 3429/2005) από νεώτερη αντίθετη διάταξη του ν. 3717/2008, δυνάμει του οποίου η ΟΑ από 26-11-2008 (ημερομηνία ισχύος του ν. 3717/2008) δικαιούται να προσλάβει προσωπικό με ελεύθερη πρόσληψη, χωρίς διαγωνισμό, χωρίς έλεγχο από το ΑΣΕΠ κλπ.
Μετά από 5 μήνες και συγκεκριμένα στις 26-02-2009, ήτοι μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 3717/2008 (στις 26-11-2008), το ΑΣΕΠ, εξέδωσε την υπ' αριθμ. …/2009 απόφασή του, με την οποία, μεταξύ άλλων, κατέτασσε την ενάγουσα στην 10η θέση του πίνακα επιτυχόντων, αντί της 13ης που είχε κρίνει η επιτροπή και έκρινε αυτή προσληπτέα. Ειδικότερα, με την υπ' αριθμ. .../2009 απόφασή του το ΑΣΕΠ διέγραψε από τον οριστικό πίνακα προσληπτέων και ενέγραψε στον επικουρικό πίνακα προσληπτέων τέσσερις (4) υπαλλήλους τους οποίους είχε κρίνει ως προσληπτέους η Επιτροπή της Ο.Α.
και συγκεκριμένα τους : α) Α. Σ., β) Κ. Θ., γ) Μ. Π. και δ) Π. Μ., και ενέγραψε στον οριστικό πίνακα προσληπτέων τους: α) Π. Δ. - Τ., β) Ζ. Α., γ) Τ. Θ. και δ) Τ. Κ. -Α. (εφεσίβλητη), κατατάσσοντας την αιτούσα, αντί για την 13η θέση, στην 10η, κρίνοντας την έτσι προσληπτέα. Δέχεται περαιτέρω το εφετείο ότι το ΑΣΕΠ, κατά το χρόνο που συνήλθε και εξέδωσε την υπ' αριθμ.
…/2009 απόφασή του, ήτοι στις 26-2-2009, είχε απολέσει την αρμοδιότητά του να ελέγχει τη διαδικασία πρόσληψης του προσωπικού της Ο.Α. και συνεπώς η ως άνω απόφασή του είναι ανίσχυρη, μη επάγουσα έννομα αποτελέσματα, γιατί όταν συνήλθε και εξέδωσε την ως άνω απόφαση, δεν είχε πλέον αρμοδιότητα να ελέγξει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 11 του ν. 3717/2008 τον συνταχθέντα πίνακα της επιτροπής της Ο.Α.
Μάλιστα, το ίδιο το ΑΣΕΠ, με την υπ' αριθμ. πρωτ. …/…-03-2009 επιστολή του, που διαβίβασε στην Ο.Α. αυθημερόν στις 18-3-2009, ανακοίνωσε σ' αυτήν ότι από 26 Νοεμβρίου 2008 δεν έχει δικαίωμα ελέγχου των προσλήψεων των δημοσίων επιχειρήσεων οι οποίες διενεργούνται με το νόμο 3429/2005 και προβλέπονται στο άρθρο 14 του 2190/1994.
Η ισχύς του νόμου αυτού (άρθρο 11 του ν. 3717/2008) και ως εκ τούτου και η δυνατότητα πρόσληψης προσωπικού από την "Ολυμπιακή Αεροπορία-Υπηρεσίες Α.Ε.", χωρίς τον έλεγχο και τη διαδικασία του ΑΣΕΠ, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από τις 26-11-2008.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι η απόφαση υπ' αριθμ. …/2009 του Β' τμήματος του ΑΣΕΠ είναι δεσμευτική για την Ο.Α. και ότι αυτή, αρνούμενη να εφαρμόσει την ως άνω απόφαση, παρέβη την σχετική νόμιμη και συμβατική υποχρέωσή της, έσφαλε, ενώ αν ερμήνευε σωστά το νόμο και εκτιμούσε ορθά το αποδεικτικό υλικό, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ουδεμία αρμοδιότητα είχε το ΑΣΕΠ και ότι η ως άνω η υπ' αριθμ. …./2009 απόφαση του Β' τμήματος εκδόθηκε από αναρμόδιο όργανο, μη έχον αντίστοιχη εξουσία.
Συνεπώς και σύμφωνα με την ως άνω υπ' αριθμ. 395/2011 απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, το ΑΣΕΠ δεν είχε αρμοδιότητα για την έκδοση της υπ' αριθμ. …/2009 απόφασης, με αποτέλεσμα αυτή να θεωρείται ανίσχυρη ως μη εκδοθείσα και ως μη επάγουσα έννομα αποτελέσματα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι η ένδικη αγωγή είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και αφού έκανε δεκτές τις εφέσεις και τον πρόσθετο λόγο της δεύτερης έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε αυτή.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι η υπ'αριθμ. …/2009 απόφαση του Β' Τμήματος του Α.Σ.Ε.Π., με την οποία κρίθηκε προσληπτέα η αναιρεσείουσα, θεωρείται ανίσχυρη ως μη εκδοθείσα και ως μη επάγουσα έννομα αποτελέσματα, εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 4 ν. 2271/1994, 13 παρ.1 ν. 3429/2005, άρθρ. 5 παρ. 2 περ.
ε ν. 3469/2006, των άρθρων 1-2-της ΚΥΑ 45378/555/2-8-2007 και των άρθρων 7 και 11 ν. 3717/2008. Και τούτο διότι κρίσιμος χρόνος ολοκλήρωσης του ένδικου διαγωνισμού, ο οποίος άρχισε στις 4-8-2008, είναι ο χρόνος πρόσληψης των συνυποψηφίων της αναιρεσείουσας, δηλαδή η 9η Σεπτεμβρίου 2008 και έως το χρόνο αυτό το Α.Σ.Ε.Π. είχε αρμοδιότητα να επιλαμβάνεται των θεμάτων πρόσληψης προσωπικού της πρώτης εναγομένης, αρμοδιότητα που συνέχισε να έχει για τα σχετικά θέματα μέχρι και τις 26-11-2008 που άρχισε να ισχύει ο ν. 3717/2008 ("Εργαζόμενοι στην Ολυμπιακή Εταιρεία..." ΦΕΚ 239 Α/'26-11-2008), με τον οποίο η πρώτη εναγομένη -αναιρεσίβλητη δεν ανήκει πλέον στο δημόσιο τομέα - όπως αυτός προσδιορίζεται στο ν. 2190/1994 - αλλά έχει καταστεί εταιρία ιδιωτικού δικαίου, διεπόμενη από τη νομοθεσία περί ανωνύμων εταιριών.
Συνεπώς όταν, α) στις 4-8-2008 άρχισε ο ένδικος διαγωνισμός και β) στις 26-8-2008, καταρτίστηκε από την αρμόδια Επιτροπή Αξιολόγησης της πρώτης αναιρεσίβλητης Ο.Α. ο πίνακας με τους δέκα επιτυχόντες-προσληπτέους και η πρώτη αναιρεσίβλητη Ο.Α. απέστειλε την ίδια ημέρα τον ως άνω πίνακα για έλεγχο στο ΑΣΕΠ κατ' εφαρμογή του ως άνω άρθρου 13 του νόμου 3429/2005 και της υπ' αριθμ. ΚΥΑ 45378/555/10-8-2007, το Α.Σ.Ε.Π. είχε σχετική προς τούτο αρμοδιότητα και ως εκ τούτου ορθά επελήφθη της σχετικής υπόθεσης. Επομένως η ένδικη ως άνω υπ' αριθμ. …/2009 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., ανεξάρτητα από το χρόνο εκδόσεώς της, είναι καθόλα ισχυρή και νόμιμη και ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά το σχηματισμό του προαναφερόμενου αποδεικτικού της πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη της τον κατά τις διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192, 197 και 200 ΑΚ ισχυρισμό που πρόβαλε αυτή (αναιρεσείουσα) με την ένδικη αγωγή προς θεμελίωσή της, ο οποίος κρίθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (έγινε δεκτός) και επανήλθε προς κρίση στο Εφετείο με τις ένδικες εφέσεις, καθώς και με τις προτάσεις της προς αντίκρουση των εφέσεων.
Πράγματι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης ως άνω αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του, προέβη μεν κατά το σχετικό λόγο έφεσης στην επανάκριση της αγωγής, αλλά μόνο ως προς τον προς θεμελίωση αυτής προβληθέντα ισχυρισμό για παράβαση της νόμιμης υποχρέωσης της διοίκησης της δεύτερης εναγομένης να εφαρμόσει την πιο πάνω απόφαση του Α.Σ.Ε.Π.
και να συμπεριλάβει την ενάγουσα στους προσληπτέους του πίνακα επιτυχόντων (τον οποίο απέρριψε), ενώ παρέλειψε να εξετάσει, παρόλο που είχε επαναφερθεί νόμιμα σ' αυτό, τον επίσης προς θεμελίωση της αγωγής προβληθέντα ως άνω ισχυρισμό της ενάγουσας, σύμφωνα με τον οποίο, η άρνηση της δεύτερης εναγομένης να προβεί στην πρόσληψη της ενάγουσας συνιστά παράβαση της συμβατικής υποχρέωσής της από την υπ' αριθμ. 2/202/Μ/2008 προκήρυξη, καθώς, με το να κρίνει η αρμόδια τριμελής επιτροπή αξιολόγησης της εναγομένης ότι η ενάγουσα δεν είχε τις απαιτούμενες από την προκήρυξη προϋποθέσεις και να αρνηθεί να την προσλάβει παρά την ύπαρξη υπέρτερων έναντι των λοιπών αναφερομένων υποψηφίων προσόντων της, εμπόδισε την πλήρωση της αναβλητικής ως άνω αίρεσης, καταχρηστικά και αντίθετα προς την καλή πίστη, με συνέπεια να θεωρείται αυτή (αίρεση) ως πληρωθείσα και η σύμβαση εργασίας μεταξύ αυτής και της εναγομένης καταρτισθείσα, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 207 παρ. 1, 288, 361 και 648 παρ. 1 ΑΚ, με συνέπεια η εναγομένη, μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες της (ενάγουσας), να περιέρχεται σε υπερημερία.
Επομένως ο ως άνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (αρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (αρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔ), μειωμένων, όσον αφορά το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
Όσον αφορά το τρίτο των αναιρεσιβλήτων, ως προς το οποίο η ένδικη αναίρεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα, λόγω ελλείψεως σχετικού αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως προς το τρίτο των αναιρεσιβλήτων την αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3231/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Δέχεται κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης και τον πρόσθετο αυτής λόγο.
Αναιρεί την ως άνω απόφαση.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, εκ των οποίων τα τριακόσια (300) ευρώ για το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, Ελληνικό Δημόσιο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ