1194/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated1194/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1194 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1194/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία υπησείλθε ως καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ανώνυμης εταιρείας "...) ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και διακριτικό τίτλο "...) A.E.B.E." συνεπεία απορροφήσεώς της από την ως άνω εταιρεία στο δήμο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μούκα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:108/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1067/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 31-5-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας.
Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1, 118 αριθ. 4, 577 παρ. 3 και 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένοι και ως εκ τούτου παραδεκτοί οι λόγοι αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 1 για παράβαση ουσιαστικής διάταξης του νόμου ή των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της και του ίδιου άρθρου αριθ. 19 για έλλειψη νόμιμης βάσης ένεκα ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας πρέπει να αναφέρονται στην πρώτη μεν περίπτωση εκτός από τον κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και σε τι συνίσταται σε σχέση με αυτές το σφάλμα του κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως αυτής, στη δεύτερη δε περίπτωση ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου με την ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία, σε τι συνίσταται το ανεπαρκές ή αντιφατικό της αιτιολογίας αυτής καθώς και το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα στο οποίο αφορά.
Εξ άλλου ο παραπάνω αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρονται τα αναγκαία για την εφαρμογή ή μη εφαρμογή ορισμένης ουσιαστικής διάταξης περιστατικά όχι δε και όταν υπάρχουν σφάλματα στην αξιολόγηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος το οποίο είναι σαφές (ΑΠ 1231/199).
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1004/2015, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 362/2017).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996? 70/2008? 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002? ΑΠ 911/2002? 1021/2002? 105/2005? 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008).
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις ) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 48/1986? 1011/1994).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Ο ενάγων είναι δικηγόρος Αθηνών και ειδικεύεται, μεταξύ άλλων, στο δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων, παρέχοντας τις νομικές του υπηρεσίες σε νομικά πρόσωπα, που συμμετέχουν σε δημοπρατήσεις δημοσίων συμβάσεων εκπροσωπώντας αυτά, δικαστικώς και εξωδίκως.
Η εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕΒΕ", της οποίας καθολικός διάδοχος είναι η εταιρία με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη, η οποία παρίσταται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου και νομιμοποιείται παθητικά και ορθώς συνεχίζει τη δίκη ως εφεσίβλητη-εναγομένη, είναι ανώνυμη εταιρία με αντικείμενο την πώληση και την μετά την πώληση τεχνική υποστήριξη των λεωφορείων ... ...
στην Ελλάδα και την Κύπρο. Η εναγομένη κατά το παρελθόν είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για τη συμμετοχή της σε διαγωνισμούς του Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών ...), προκειμένου να επιτύχει την προμήθεια προς αυτόν, ως αναθέτοντος φορέα δημοσίων συμβάσεων, λεωφορείων τα οποία αυτή (εναγομένη) εμπορευόταν. Ειδικότερα, στις 24 Ιουλίου του 2003 ο ...
προκήρυξε ανοιχτό δημόσιο διαγωνισμό για την προμήθεια 56 αρθρωτών πετρελαιοκίνητων λεωφορείων με κριτήριο ανάθεσης του διαγωνισμού την πλέον συμφέρουσα από τεχνοοικονομική άποψη προσφορά. Στον εν λόγω διαγωνισμό συμμετείχαν η εναγομένη εταιρία, καθώς και οι εταιρίες "....", "... Α.Ε.Β.Ε" και "...". Όλες οι προσφορές οι οποίες υπεβλήθησαν από τις εταιρίες αυτές έγιναν τυπικά δεκτές από το Δ.Σ.
του ..., το οποίο κατά την συνεδρίασή του στις 23.10.2003 (βλ. το ...-10-2003 πρακτικό) αποφάσισε να αναδείξει ως ανάδοχο προμήθειας των 56 αρθρωτών αστικών πετρελαιοκίνητων λεωφορείων την εταιρία "....", η οποία είχε την προσφορά με την χαμηλότερη τιμή. Η εναγομένη θεωρώντας, ότι, βάσει της προκήρυξης του διαγωνισμού, ο διαγωνισμός θα έπρεπε να κατακυρωθεί σε αυτήν και ότι η κατακύρωση του διαγωνισμού στην ως άνω εταιρία δεν ήταν νόμιμη και σύμφωνη με την προκήρυξη του διαγωνισμού, άσκησε την από 29-10-2003 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζητούσε την αναστολή σύναψης σύμβασης μεταξύ του ...
και της "...", καθώς και την χορήγηση στην εναγομένη κυρωμένων αντιγράφων της πράξης κατακύρωσης του εν λόγω διαγωνισμού, η οποία, όμως, αίτηση απορρίφθηκε με την 33990/2003 απόφαση ταυ Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Έτσι ξεκίνησε μία δικαστική διαμάχη μεταξύ της εναγομένης και του ... με κατάθεση σειράς δικογράφων, όπως της από 7-11-2003 ενδικοφανούς προσφυγής με αίτημα την ακύρωση της από 23-10-2003 απόφασης του ΔΣ του ...
η οποία απορρίφθηκε, της από 17-11-2003 αίτησης ασφαλιστικών περί αναστολής ισχύος αποφάσεων, που ελήφθησαν κατά την συνεδρίαση του ΔΣ του ... στις 23-10-2003, και της από 27-11-2003 αγωγής της εναγομένης κατά του ... ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ζητώντας αποζημίωση για την υλική και ηθική βλάβη, που υπέστη η εναγόμενη από την μη κατακύρωση σε αυτή του ανωτέρω διαγωνισμού.
Ενόψει των ανωτέρω και θεωρώντας η εναγομένη ότι ο ... με τις ανωτέρω ενέργειές του έχει παραβιάσει τα άρθρα 4, 18 και 34 της Οδηγίας 93/3 8/ΕΚ περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, κατέθεσε την από 10-12-2003 καταγγελία ενώπιον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη συνεχεία με την από 5-4-2004 προσφυγή της, προσέφυγε κατά της προκήρυξης νέου διαγωνισμού, που προκήρυξε ο ...
στις 26-3- 2004 για την προμήθεια 62 αστικών πετρελαιοκίνητων λεωφορείων, η οποία έγινε δεκτή, με αποτέλεσμα να προκηρυχθεί νέος διαγωνισμός με την από 14-4-2004 προκήρυξη, η οποία ήταν ελαφρώς τροποποιημένη σε σχέση με την ακυρωθείσα προκήρυξη. Τον τελευταίο διαγωνισμό προσέβαλε η εναγομένη με την από 21-4-2004 προσφυγή, η οποία απερρίφθη, και στη συνέχεια άσκησε την από 10-5-2004 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αιτούμενη την αναστολή ισχύος της από 14-4-2004 προκήρυξης διαγωνισμού, η οποία απερρίφθη με την 13563/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Κατόπιν των ανωτέρω, η εναγομένη ήρθε σε επαφή με τον ενάγοντα - δικηγόρο, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, έχει εξειδίκευση στις δημόσιες συμβάσεις, προκειμένου να συνάψει σύμβαση νομικών υπηρεσιών με αυτόν για να της υποδείξει αυτός τις προσήκουσες ενέργειες για τον χειρισμό της συγκεκριμένης υπόθεσης.
Ακολούθως, την 1-6-2004 οι διάδικοι υπέγραψαν σύμβαση παροχής υπηρεσιών, στην οποία προσδιορίστηκαν οι όροι παροχής των υπηρεσιών του ενάγοντος, αναλήφθηκε δε εκ μέρους της εναγομένης η υποχρέωση καταβολής σε αυτόν ορισμένης αμοιβής. Μεταξύ άλλων στην ανωτέρω σύμβαση συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: "1.1. ... Ο Νομικός Σύμβουλος θα ψάξει να αλλάξει, με τις νομικές του ενέργειες και την γενική υποστήριξη επαφών με το Υπουργείο Μεταφορών, το πλαίσιο των προμηθειών με το οποίο ο ...
κάνει τις διαδικασίες υποβολής προσφορών (διαγωνισμούς) και αγορές λεωφορείων σήμερα. Εντός του πλαισίου αυτού θα προσπαθήσει και ειδικότερα να πετύχει τα κατωτέρω: 1.1.1. Γενικά α) να κάνει τις απαραίτητες επιβεβλημένες ενέργειες ώστε να τροποποιήσει το Υπουργείο Μεταφορών τον υπάρχοντα νόμο 2892/2001 για να συμμορφωθεί με τις Οδηγίες 93/98/ΕΟΚ και 98/4/ΕΕ όπως εφαρμόστηκαν στο Ελληνικό Δίκαιο με το άρθρο 1, παρ. 1 του Προεδρικού Διατάγματος 57/2000 και του Προεδρικού Διατάγματος 22/2002, και β) να πετύχει όπως ο έλεγχος και η παρακολούθηση των προμηθειών αστικών λεωφορείων του ...
γίνεται στο μέλλον απ’ ευθείας από το Υπουργείο Μεταφορών. Ως εκ τούτου η Εταιρία θα είναι σε θέση να συμμετάσχει κάτω από ίσους όρους και μεταχείριση σε δημόσιους διαγωνισμούς του ...". Περαιτέρω, με την ως άνω σύμβαση ανέλαβε όσον αφορά στον διαγωνισμό του 2003 για 56 αρθρωτά λεωφορεία, να καταγγείλει περαιτέρω την ήδη καταχωρημένη επισήμως από την εναγόμενη καταγγελία την 10-12-2003 ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όσον αφορά στον έτερο διαγωνισμό του 2004 για 62 λεωφορεία να καταθέσει νέα επίσημη καταγγελία από την εναγομένη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ παράλληλα στο άρθρο 5 της σύμβασης συμφωνήθηκαν οι κύριες αμοιβές του για τις αναγραφόμενες στην σύμβαση υπηρεσίες του και επιπλέον, σε περίπτωση που οι αναγραφόμενες ενέργειες του ενάγοντος οδηγήσουν σε επιτυχή έκβαση για την εταιρία, συμφωνήθηκε να λάβει αυτός πρόσθετη αμοιβή επιτυχίας ύψους 2% επί της τιμής έκαστου λεωφορείου για κάθε υποβολή προσφοράς (διαγωνισμό) που θα ανατεθεί στην Εταιρία (εναγόμενη) από τον ....
Ο ενάγων σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης προέβη σε μία σειρά νομικών ενεργειών προκειμένου να προωθηθούν τα θέματα, τα οποία ανέφερε η ανωτέρω σύμβαση. Ειδικότερα, στα πλαίσια της στήριξης της με αριθμό πρωτ. .../2003 καταγγελίας πραγματοποίησε επανειλημμένως παραστάσεις στην έδρα της αρμόδιας Διεύθυνσης Εσωτερικής Αγοράς και Υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες, εκπροσωπώντας την εναγομένη και υποστηρίζοντας τις θέσεις αυτής, για τις ενέργειές του δε αυτές του καταβλήθηκαν οι προβλεπόμενες από την ανωτέρω σύμβαση αμοιβές.
Ακολούθως, στις 15-10-2004 και ενώ εκκρεμούσε η ως άνω διαδικασία σχετικά με την υποβληθείσα από την εναγομένη από 10-12-2003 καταγγελία σε σχέση με τον προηγούμενο διαγωνισμό της 24-7-2003, ο ... προκήρυξε νέο διαγωνισμό για την προμήθεια 109 καινούριων αρθρωτών αστικών πετρελαιοκίνητων λεωφορείων. Στον διαγωνισμό, όμως, αυτό, δεν μετείχε η εναγομένη εταιρία, της οποίας η συμμετοχή στον διαγωνισμό δεν θα είχε επιτυχή έκβαση, λόγω της δικαστικής της διαμάχης με τον ..., αλλά η μητρική της εναγομένης, αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στη Γερμανία και η οποία κατέχει το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης.
Το ΔΣ του ... στην ....2005 συνεδρίασή του κατακύρωσε τον διαγωνισμό για την προμήθεια 109 καινούριων αρθρωτών λεωφορείων, ο οποίος διεξήχθη την 12-1-2005, στις εταιρίες "..." και "..." ως εξής: Ογδόντα (80) λεωφορεία κατακυρώθηκαν στην εταιρία "..." και είκοσι εννέα (29) λεωφορεία κατακυρώθηκαν στην εταιρία "...", η οποία στις 14-2-2005 υπέγραψε την σχετική σύμβαση προμήθειας των ως άνω λεωφορείων με τον ....
Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται, ότι ο διαγωνισμός αυτός κατακυρώθηκε στην εταιρία "...", δηλαδή την μητρική της εναγομένης εταιρίας και όχι στην εναγομένη, η δε σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών υπεγράφη μεταξύ του ενάγοντος και της εναγόμενης εταιρίας, στην οποία ο ενάγων προσέφερε τις νομικές του υπηρεσίες αποκλειστικά, και όχι μεταξύ αυτού και της ως άνω μητρικής της εταιρίας.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδεικνύεται, ότι η θυγατρική εναγομένη εταιρία τελούσε σε οικονομική και διοικητική εξάρτηση από την μητρική, ούτε ότι την επίδικη από 1-6-2004 σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών την υπέγραψε η θυγατρική ως προστηθείσα από την μητρική εταιρία ή κατόπιν εντολής των νομίμων εκπροσώπων αυτής, ούτε ότι στην σύμβαση αυτή αντισυμβαλλόμενη ήταν η μητρική καλυπτόμενη από την θυγατρική, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων.
Ειδικότερα, μπορεί η ως άνω μητρική εταιρία να κατέχει το 100% του κεφαλαίου της εναγομένης, πλην όμως πρόκειται για αυτοτελές νομικό πρόσωπο, με δική του νομική προσωπικότητα και δικό του διοικητικό συμβούλιο, σύμφωνα και με το από 1- 6-2001 καταστατικό της, από κανένα όρο του οποίου δεν προκύπτει εξάρτηση της εναγομένης από την μητρική εταιρία.
Ούτε, επίσης, αποδείχθηκε από οποιοδήποτε στοιχείο ότι η ελληνική θυγατρική εταιρία - εναγομένη αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος από την κατακύρωση του διαγωνισμού στην μητρική εταιρία, όπως αόριστα αναφέρει ο μάρτυρας του ενάγοντος, Ν. Γ., στην .../2013 ένορκη βεβαίωσή του. Μετά τα παραπάνω, ενόψει του ότι αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων προσέφερε τις νομικές του υπηρεσίες αποκλειστικά στην εναγομένη και όχι στην μητρική της εταιρία, στην οποία κατακυρώθηκε ο διαγωνισμός, καθώς επίσης ότι στον ενάγοντα κατεβλήθησαν οι προβλεπόμενες από την ως άνω σύμβαση αμοιβές, ο τελευταίος δεν δικαιούται την πρόσθετη αμοιβή της τελευταίας παραγράφου του άρθρου 5.1 της εν λόγω σύμβασης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο εκκαλών με τον πρώτο λόγο της έφεσής του είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Επίσης, με βάση όσα παραπάνω έγιναν δεκτά, δεν αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, πρότεινε την αυτοτέλεια αυτής έναντι της μητρικής της εταιρίας, προκειμένου να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή της προς καταβολή πρόσθετης αμοιβής στον ενάγοντα, ώστε να επιβάλλεται η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε ο ενάγων πρωτοδίκως.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε όμοια, δεν έσφαλε στην εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο επαναφέρει τον ως άνω ισχυρισμό του, τον οποίο, άλλωστε, απαραδέκτως πρότεινε, για πρώτη φορά, με την προσθήκη των προτάσεων του στον πρώτο βαθμό...".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, η προσβαλλόμενη κατέληξε ότι η αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσείοντος είναι ουσιαστικά αβάσιμη, επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή και απέρριψε την έφεση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού προκειμένου να καταλήξει στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Ειδικότερα, με τα όσα δέχθηκε, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών αιτιολόγησε εν μέρει ανεπαρκώς και εν μέρει αντιφατικώς την κρίση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, α) δεν αποδεικνύεται ότι η θυγατρική εναγομένη εταιρεία τελούσε σε οικονομική και διοικητική εξάρτηση από την μητρική, β) ότι την επίδικη σύμβαση (1-6-2004) παροχής νομικών υπηρεσιών την υπέγραψε η θυγατρική ως προστηθείσα από την μητρική εταιρεία ή κατόπιν εντολής των νομίμων εκπροσώπων αυτής, γ) ότι στην σύμβαση αυτή αντισυμβαλλόμενη ήταν η μητρική εταιρεία καλυπτόμενη, όπισθεν της θυγατρικής της.
Τέλος, δεν έχει επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τη συμπεριφορά της θυγατρικής εταιρίας, ως προς το κατά πόσο μπορεί η συμπεριφορά αύτη να καταλογισθεί στη μητρική εταιρία, ιδίως δε όταν η θυγατρική, μολονότι έχει χωριστή νομική προσωπικότητα, δεν καθορίζει αυτοτελώς την συμπεριφορά της κατά την δραστηριοποίησή της στις εμπορικές αγορές, αλλά εφαρμόζει (η θυγατρική), ως επί το πλείστο τις εντολές της μητρικής εταιρίας, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη ιδίως των οικονομικών, οργανωτικών και νομικών δεσμών μεταξύ των δύο αυτών νομικών οντοτήτων, τους οποίους και όφειλε να αιτιολογήσει επαρκώς.
Επίσης, δεν αιτιολογεί επαρκώς, στην ειδική περίπτωση, στην οποία η μητρική εταιρία κατέχει, αν κατέχει, το σύνολο ή σχεδόν το σύνολο του κεφαλαίου της θυγατρικής και ούτω υφίσταται μαχητό τεκμήριο, ότι η εν λόγω μητρική εταιρία ασκεί όντως ή όχι αποφασιστική επιρροή επί της συμπεριφοράς της θυγατρικής της (βλ.
ΔΕΕ απόφαση ... κατά Επιτροπής, της 8-5-2013, επίσης ... κατά Επιτροπής, 13-12-2012). Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του που αφορά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Εξάλλου και σύμφωνα με τις ίδιες παραπάνω παραδοχές τις προσβαλλόμενης και τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, οι, πρώτος κατά το έτερο σκέλος του, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναίρεσης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι σε σχέση με τις αποδιδόμενες μ’ αυτούς στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 και 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού ρητά στην απόφαση διαβεβαιώνεται ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, επαληθεύεται δε η διαβεβαίωση αυτή από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αντίθετα μάλιστα με όσα ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ο οποίος εν τέλει, με πρόσχημα τις ως άνω πλημμέλειες, επιχειρεί στην πραγματικότητα να αμφισβητήσει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από 31-5-2016 αίτηση αναίρεσης του Α. Κ..
Αναιρεί την 1067/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στον αναιρεσείοντα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ