Supreme Court dismisses appeal on property ownership claim due to lack of active standing and legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the widow and husband against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellants argued that a defect in the seizure report prevented the transfer of ownership to the respondent following a public auction. The court ruled that the appellants lacked active standing and legal interest to challenge the lower court's finding that the seizure included the land and all its components regardless of descriptive errors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 556, 577 of the Code of Civil Procedure; Article 1710 of the Civil Code: An appellant must demonstrate active standing and legal interest; a defect in the seizure report does not invalidate ownership transfer if the seizure legally encompassed the land and all its components.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1194 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1194/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Θ. Α. χήρας Γ., το γένος Α. Ξ. και 2) Ι. Α. συζ. Κ., το γένος Γ. Α., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπατσώρη.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεωργίου Αλεξιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/1/2003 αγωγή του αρχικού διαδίκου Γ. Α. που κατατέθηκε στο Πολυμελούς Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2004 του ιδίου Δικαστηρίου και 269/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 957/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 269/2005 απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 1802/2010 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/10/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 31/1/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 577 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης αποτελεί η ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος και το έννομο συμφέρον αυτού για αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης. Τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων στην αίτηση του για αναίρεση.
Ενεργητική νομιμοποίηση είναι η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, που καθορίζεται κατά κανόνα, ως προς το αντικείμενο της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο, έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν η πληττόμενη απόφαση βλάπτει ή εκθέτει σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένα ιδιωτικά δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση (ουσιαστική ή δικονομική).
Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 1710 παρ.1 ΑΚ, το οποίο ως προσδιοριστικό της έννοιας της κληρονομιάς και του κληρονόμου, αναγκαίως συνδυάζεται με κάθε άλλη περί αυτών διάταξη και το οποίο ορίζει ότι κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομιά) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1813, 1820, 1846, 1847 ΑΚ προκύπτει ότι η κληρονομιά ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του κληρονομούμενου, επομένως και η αξίωση του εναντίον τρίτου για τη διεκδίκηση της κυριότητας ακινήτου του, μεταβιβάζεται από της επαγωγής στους κληρονόμους του αποβιώσαντος είτε εξ' αδιαθέτου είτε από διαθήκη κατά το ποσοστό που αναλογεί σ' αυτούς στην περίπτωση της εξ αδιαθέτου διαδοχής, οι οποίοι καθίστανται, επιφυλασσομένου του δικαιώματος αποποίησης της κληρονομιάς, άμεσοι και καθολικοί διάδοχοι του κληρονομουμένου.
Επομένως για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης των κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου, αρκεί αυτοί να επικαλούνται το θάνατο του διαδίκου και τη συγγενική σχέση που συνδέει αυτούς και τον αποβιώσαντα, με βάση την οποία καθίστανται κατά νόμο κληρονόμοι του τελευταίου. Στον αντίδικο τους δε αναιρεσίβλητο εναπόκειται να αμφισβητήσει την ιδιότητα αυτών ως κληρονόμων, οπότε αυτή εξετάζεται παρεμπιπτόντως από το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση με την αίτηση αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος ενάγοντος -εκκαλούντος μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ειδικότερα η πρώτη τούτων ως σύζυγος και η δεύτερη ως τέκνον αυτού, ζητούν την αναίρεση της 1802/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αγωγή του κατά του αναιρεσιβλήτου για την αναγνώριση της κυριότητας ακινήτου. Συνεπώς και αφού ο αναιρεσίβλητος δεν αμφισβητεί το θάνατο του ενάγοντος και τη συγγενική σχέση των αναιρεσειόντων, με βάση την οποία αυτοί καθίστανται εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι του θανόντος, είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης.
Επειδή, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 18 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση την λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.
Δεν επιλύεται όμως νομικό ζήτημα εάν η αναιρετική απόφαση αναιρεί ολικά την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως (άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.) ή για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.11γ του Κ.Πολ.Δ. ειδικότερα για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κάποιου αποδεικτικού μέσου που ο διάδικος νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά. Εάν από την διαφορετική αυτή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών θεμελιώνονται διαφορετικές νομικές λύσεις, ο παραμερισμός της νομικής λύσης της παραπεμπτικής αναιρετικής αποφάσεως, δεν θεμελιώνει τον λόγο αυτό αναιρέσεως (άρθρο 559 αρ. 18), γιατί το δικαστήριο της παραπομπής στην περίπτωση αυτή λειτουργεί αυτόνομα.
Όταν όμως η διαφορετική νομική λύση που δέχθηκε το δικαστήριο της παραπομπής, στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνος ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται αναίρεση κατά της αποφάσεως του για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.1 λόγο. Επομένως, όταν αναιρείται η απόφαση που δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ως προς το μοναδικό αυτής κεφάλαιο, για την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 599 του Κ.Πολ.Δ., αναβιώνει η εκκρεμότητα της εφέσεως και το δικαστήριο της παραπομπής έχει την εξουσία να εξετάσει στο σύνολο της την υπόθεση εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, δυνάμενο να εκφέρει διαφορετική κρίση περί του νόμω ή ουσία υποστατού του επιδίκου δικαιώματος, αφού το δικαίωμα δεν εκρίθη αμετακλήτως με την παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανήρεσε την απόφαση για την προαναφερομένη πλημμέλεια μη επιλύοντας νομικό ζήτημα ως προς την ύπαρξη ή μη του δικαιώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο Γ. Α. άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου αγωγή, αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, η οποία έγινε κατ' ουσίαν δεκτή με την 75/2004 απόφαση του δικαστηρίου αυτού.
Μετά την άσκηση έφεσης από τον ηττηθέντα εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο κατά της παραπάνω απόφασης εκδόθηκε η 269/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Με την 957/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε, για τον προβλεπόμενο στο άρθρο 559 αρ.11γ Κ.Πολ.Δ. λόγο, η παραπάνω απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παραπέμφθηκε στη συνέχεια η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση επί της ουσίας στο ίδιο δικαστήριο.
Το δικαστήριο της παραπομπής, εκδικάζοντας πλέον την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 75/2004 απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εκκρεμοδικία της οποίας αναβίωσε, αφού οι διάδικοι επανήλθαν μετά την αναίρεση της εφετειακής απόφασης κατ' άρθρο 579 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας την αγωγή, εκτιμώντας το δικόγραφο αυτής, την απέρριψε ως μη νόμιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.18 του Κ.Πολ.Δ., γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από τον αρ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από τις τελεσίδικες 229, 230 και 231/2001 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, με τις οποίες απορρίφθηκαν ανακοπές του ενάγοντος κατά των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, που επέσπευσε σε βάρος του, ως οφειλέτη, τρίτος δανειστής αυτού που δεν είναι διάδικος, στην παρούσα δίκη, στα πλαίσια της οποίας εκπλειστηριάσθηκε το επίδικο ακίνητο του και κατακυρώθηκε στον αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθ' όσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο ασχολήθηκε με τη συνδρομή των προϋποθέσεων της ύπαρξης δεδικασμένου από τις προαναφερόμενες αποφάσεις και δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου με συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ενώ όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δεν ερεύνησε τη συνδρομή των προϋποθέσεων ύπαρξης δεδικασμένου και δεν υπάρχει παραδοχή στην προσβαλλομένη απόφαση αυτού περί δεδικασμένου απορρέοντος από τις ίδιες αποφάσεις.
Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933 παρ. 1 και 934 παρ.1β και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι επί αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ακυρότητα της κατασχετηρίου εκθέσεως, μπορεί να προβληθεί μόνον με ανακοπή εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 934 παρ.1β, δηλαδή μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως που είναι, στην περίπτωση αυτή, η σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως.
Αν δεν ασκήθηκε ανακοπή εντός της ανωτέρω προθεσμίας, ή η τυχόν ασκηθείσα απερρίφθη, οι ακυρότητες της εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως δεν μπορούν να προβληθούν είτε με ανακοπή ως λόγος ακυρότητος του γενομένου πλειστηριασμού, είτε και στα πλαίσια άλλης δίκης με αντικείμενο την αναγνώριση της κυριότητος του καθού η εκτέλεση επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου.
Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 1005 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι ο πλειστηριασμός είναι ιδιόρρυθμη σύμβαση, η οποία τελειούται δια της κατακυρώσεως, εξομοιουμένου προς πώληση, στην οποία θέση πωλητού επέχει ο οφειλέτης, και ότι δια της αναγκαστικής εκτελέσεως και του πλειστηριασμού δεν δημιουργείται νέο δικαίωμα υπέρ του υπερθερμαστού, αλλά προς αυτόν μεταβιβάζονται όσα δικαιώματα είχε επί του πλειστηριασθέντος πράγματος ο οφειλέτης.
Επομένως δια του πλειστηριασμού δεν καλύπτονται μόνον, τυχόν ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι η απαγόρευση διαθέσεως εκ του νόμου του πλειστηριασθέντος ακινήτου (άρθρα 174, 175) ΑΚ όχι όμως και ακυρότητες του δικονομικού δικαίου που ενεφιλοχώρησαν στα πλαίσια της αναγκαστικής εκτελέσεως, όπως είναι και η ακυρότητα για οποιοδήποτε λόγο της αναγκαστικής κατασχέσεως, η οποία ακυρότητα, μη προταθείσα εγκαίρως δια της ανωτέρω ανακοπής ή, προταθείσα, απερρίφθη έχει καλυφθεί, μη επηρεάζουσα την προς τον υπερθερμαστή μεταβίβαση της κυριότητος επί του πλειστηριασθέντος ακινήτου.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 993 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., το κατασχεμένο ακίνητο πρέπει, ύστερα από επιτόπια μετάβαση του δικαστικού επιμελητού, να περιγράφεται με ακρίβεια ως προς το είδος, την θέση, τα όρια και την έκταση του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μην χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητα του.
Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 953 ΑΚ που αποτελεί κανόνα δημοσίας τάξεως (άρθρο 3 ΑΚ), θεσπίζουσα την αρχή ότι τα συστατικά ακολουθούν αναγκαίως την νομική τύχη του συνθέτου πράγματος, ως ενιαίας οικονομικής οντότητος, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 992 παρ.2, 993 παρ.2, 999 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι η κατάσχεση ακινήτου εκτείνεται αναγκαίως και στα συστατικά του και εάν ακόμη υπήρξε ατελής περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου.
Τέλος, η μεν νομική αοριστία της αγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εάν το δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς την νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε ολιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία των εν λόγω διαδικαστικών πράξεων, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση των, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ή 8 του ιδίου Κωδικός.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο επισκοπούμενο δικόγραφο της αγωγής του ενάγοντος κατά του αναιρεσιβλήτου, κατ' ορθή εκτίμηση του, αυτός ισχυρίσθηκε ότι κατόπιν επιβληθείσης αναγκαστικής κατασχέσεως σε ακίνητο του, όπως περιγράφεται στην αγωγή, με επίσπευση της Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, προς ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεως, που αυτή διατηρούσε σε βάρος του, εκπλειστηριάσθηκε το επίδικο ακίνητο και συντάχθηκε η .../1999 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Βεροίας Π. Σκρέτα, νομίμως μεταγραφείσα, δια της οποία το ακίνητο κατακυρώθηκε στον αναιρεσίβλητο, καθώς και ότι δεν περιήλθε η κυριότητα στον τελευταίο διά της μεταγραφής περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως και τούτο διότι το κατασχεθέν ακίνητο έχει περιγραφεί ελαττωματικώς στην 3352/1998 κατασχετήρια έκθεση του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Βεροίας ... ως "οικία κειμένη εντός της πόλεως Βεροίας ανεγερθείσα εντός οικοπέδου 120 τ.μ", με αποτέλεσμα αντικείμενο του πλειστηριασμού να αποτελέσει μόνον η οικία όχι όμως και το έδαφος και να επέλθει έτσι ακυρότητα της μεταβιβάσεως της κυριότητος και ο αναιρεσίβλητος να μην καταστεί κύριος του επιδίκου και ότι η ανακοπή την οποία άσκησε (ο ενάγων) κατά του πλειστηριασμού και της κατακυρωτικής έκθεσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της άσκησης της.
Με βάση δε τα περιστατικά αυτά ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί αυτός κύριος του επιδίκου ακινήτου, διότι η κυριότητα επ' αυτού δεν μετέστη προς τον αναιρεσίβλητο υπερθερμαστή λόγω του ενφιλοχωρήσαντος παραπάνω ελαττώματος. Υπό το άνω περιεχόμενο η αγωγή είναι μη νόμιμη, διότι το οποιοδήποτε ελάττωμα στην κατασχετήρια έκθεση, ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου, εφ'όσον δεν προεβλήθη εγκαίρως δι' ανακοπής, δεν εμποδίζει την μεταβίβαση της κυριότητος επί του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, η δε κατάσχεση αυτού περιέλαβε το έδαφος και όλα τα συστατικά του, ανεξαρτήτως της υπάρξεως οποιασδήποτε ατελούς περιγραφής του. Επομένως το Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφαση του απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως μη νόμιμη, δεν παρεβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, γι' αυτό και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Οι αναιρεσείουσες, ως ηττώμενες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-10-2010 αίτηση των Θ. Α. και Ι. Α. περί αναιρέσεως της 1802/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ