Supreme Court dismisses appeal for distortion of documents as errors in document interpretation are not reviewable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the Cyprus company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court distorted the content of invoices and a declaration regarding a specific sale date. The court rejected this claim, ruling that errors in interpreting document content fall under evidentiary assessment and are not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, Art. 559 no. 20 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the distortion of a document is inadmissible if the error concerns the evaluation of the document's content rather than a manifest misinterpretation of its actual text.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1194 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1194/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κυπριακής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... LTD" που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άλκηστη Κουτουμάνου, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "SILVERO Α.Ε.Β.Ε Παραγωγή - Εμπορία - Επεξεργασία Αργυρών Αντικειμένων", που εδρεύει στα Σπάτα Αττικής, 17ο χλμ Σπάτων - Παλλήνης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Λειβαδίτη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Νοεμβρίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 393/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 9956/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Μαΐου 2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 23 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο α)την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αλλά και β)την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή ή η ένσταση να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα στην πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής, που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη και στη δεύτερη περίπτωση οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης ως κατ' ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης (Ολομ.ΑΠ 28/1998, Ολομ.ΑΠ 32/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε, μετά παραδοχή της εφέσεως κατά της 393/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και ως κατ' ουσίαν βάσιμη εν μέρει την από 20-11-2002 αγωγή της αναιρεσιβλήτου περί καταβολής υπολοίπου τιμήματος από διαδοχικές συμβάσεις αγοραπωλησιών, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 534 επ.
Και 540 επ. ΑΚ, απέρριψε την περί υπάρξεως ελαττωμάτων και αναστροφής ένσταση της επί μέρους επίδικης πώλησης του Αυγούστου του έτους 1998. Δεν αναφέρονται, όμως, για τη πληρότητα του λόγου αυτού, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 566 παρ. 1 ΚπολΔ, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψη της άνω ένστασης συνιστά ή όχι παράβαση των παραπάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, βάλλει κατά της αναιρεσιβαλλόμενης, διότι δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα (δέχθηκε) ότι "...τα διαλαμβανόμενα εμπορεύματα που επεστράφησαν στην ενάγουσα δεν αφορούν τις επίδικες αγοραπωλησίες της 05-08-1998 και στα βάσει αυτών εκδοθέντα τιμολόγια...", αλλά "...πρόκειται για επιστροφές εμπορευμάτων από αγοραπωλησίες με αντικείμενο κορνίζες και εικόνες (με κωδικούς ΚΟ και Ε αντιστοίχως), που είχαν λάβει χώρα μεταξύ των διαδίκων στις 26-01-1998...".
Ο λόγος αυτός κατά το μέρος του αυτό είναι απαράδεκτος και εντεύθεν απορριπτέος, καθότι πρόκειται περί διαφοράς, που εκδικάσθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δεν εκδίδει προδικαστική απόφαση, μετά από έφεση δε της ενάγουσας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία σχημάτισε την κρίση της από τα μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα).
Αλλά και τα δεύτερο μέρος ο ίδιος αυτός λόγος ήταν απορριπτέος για την ίδια νομική αιτία (ως απαράδεκτος), διότι άπτεται της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί, επίσης, ως απαράδεκτος ο λόγος αυτός και κατά το τρίτο σκέλος του, που διαλαμβάνει αιτίαση, εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού το δικάσαν εφετείο δεν προέβη "σε συμψηφισμό του εκατέρωθεν ληξιπρόθεσμων και απαιτητών ομοειδών απαιτήσεων τους".
Και τούτο, διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας στο δικαστήριο της ουσίας, δεν προκύπτει, ότι προτάθηκε και εκεί η εν λόγω ένσταση. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, όταν το δικαστήριο παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον, αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωκε τέτοια δύναμη μολονότι την είχε κατά νόμο. Τα έγγραφα έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη, μόνον αν παράγουν πλήρη απόδειξη και όχι όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια (ΟλΑΠ 1243/1996 ΕλλΔνη 1997.1837).
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο βάλλεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "εσφαλμένα δέχθηκε, ότι τα εκδοθέντα παρά της αντιδίκου τιμολόγια της...αποτελούν πλήρη απόδειξη για την ύπαρξη συναλλαγής κορνιζών μεταξύ των διαδίκων είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη, τα σχετικά τιμολόγια δεν χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά για πλήρη απόδειξη, αλλά συνεκτιμήθηκαν μαζί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν ιστορείται, ότι το απαράδεκτο προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 18/1998, ΑΠ 326 καικ 327/1996). Κατ' ακολουθίαν, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το σφάλμα, ότι απαραδέκτως έλαβε υπόψη τους εκεί το πρώτο προβληθέντες και στο αναιρετήριο αναφερόμενους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, χωρίς, όμως, να γίνεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως ειδική μνεία, ότι το εν λόγω απαράδεκτο προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτος και εντεύθεν απορριπτέος.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας αυτής ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολομ.
ΑΠ 1/1999). Ελλείψεις ή αντιφάσεις ως προς τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, τον καθορισμό δηλαδή και την έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου είναι αδιάφορες, αφού, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, απορρίπτεται η αναίρεση.
Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", δηλαδή σε πραγματικό αυτοτελή ισχυρισμό, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει συναχθεί με βάση αυτές, εφόσον τούτο παρατίθεται σαφώς (Ολομ.
ΑΠ 24/1992). Στην περίπτωση, που πρόκειται, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία ασκεί χονδρεμπόριο ειδών δώρων, λαϊκής τέχνης και αργυρών αντικειμένων. Για τις ανάγκες της εμπορίας της διατηρεί κατάστημα στα Σπάτα Αττικής, όπου εδρεύει.
Η εναγομένη εταιρία περιορισμένης ευθύνης έχει την έδρα της στη Λευκωσία Κύπρου και ασκεί εμπόριο με ομοειδές (όπως της ενάγουσας) αντικείμενο. Στις 17-10-1997 μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκαν πέντε (5) διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως. Συγκεκριμένα, δυνάμει αυτών η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη εικόνες.
Το τίμημα των εμπορευμάτων αυτών σε εκάστη από τις εν λόγο αγοραπωλησίες ήταν (μετά του Φ.Π.Α.) σε δρχ. 512.300, 429.400, 424.100, 212.000 και 283.400, αντιστοίχως, και συνολικώς 1.862.200. Εκδόθηκαν δε από την ενάγουσα τα σχετικά παραστατικά έγγραφα (δηλαδή πιστωτικά) τιμολόγια, και δη ..., ..., ..., ... και ... αντιστοίχως. Επί της ανωτέρω συνολικής αξίας των προαναφερθέντων τιμολογίων συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβληθεισών εταιρειών και η ενάγουσα έκανε έκπτωση 20%, που αναγράφεται στο υπ' αριθμ....
συγκεντρωτικό (πιστωτικό) τιμολόγιο, που εξέδωσε η ενάγουσα. Ήτοι, το εκ των ανωτέρω πέντε τιμολογίων συνολικό καταβλητέο τίμημα ανήλθε σε 1.489,760 δραχμές. Περαιτέρω, στις 5-8-1998 συνήφθησαν μεταξύ των ιδίων, ως άνω, διαδίκων επτά (7) διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, δυνάμει των οποίων η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη (επίσης) εικόνες.
Το τίμημα των εμπορευμάτων ήταν (μετά του ΦΠΑ) 680.800, 672.900, 665.200, 2.051.200, 680.000, 1.141.600 και 694.300 δραχμές αντιστοίχως. Η δε ενάγουσα εξέδωσε τα προσήκοντα παραστατικά έγγραφα, ήτοι τα αντίστοιχα (πιστωτικά) τιμολόγια, που είναι τα υπ' αριθμ...., ...,..., ..., ..., ... και ... αντιστοίχως. Επί των τιμολογίων αυτών αναγράφεται ως καταλογιστέα στην αξία τους έκπτωση ποσοστού 20%.
Με νεότερη, όμως, συμφωνία τους οι συμβαλλόμενες (τώρα διάδικες) εταιρίες κατέληξαν σε ποσοστό εκπτώσεως 25% όπως γίνεται μνεία (περί του εκπτωτικού ποσοστού) στο συγκεντρωτικό (πιστωτικό) τιμολόγιο που εξέδωσε η ενάγουσα, και δη το ... . Επομένως, το συνολικό καταβλητέο τίμημα (μετ' αφαίρεση του ποσού που αντιστοιχεί στην έκπτωση του 25%), ανήλθε σε 1.939.500 δραχμές.
Στο ακριβές ύψος του ποσού αυτού αναφέρθηκε και ο μάρτυρας της ενάγουσας με σχετική, επίσης, αναφορά στην ανωτέρω έκπτωση (του 25%). Η εναγομένη παραδέχεται τις λαβούσες χώρα μεταξύ αυτής και της ενάγουσας παραπάνω συναλλαγές (τόσο στις 17-10-1997, όσο και στις 5-8-1998). Ισχυρίστηκε, όμως, ακόμη τα εξής: α)Ότι το τίμημα του 1.489.760 δραχμών των αγοραπωλησιών της 17-10-1997 το εξόφλησε ολοσχερώς.
Ο ισχυρισμός αυτός, που συνιστά την ένσταση εξοφλήσεως του άρθρ. 416 Α.Κ., πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικώς βάσιμος. Πράγματι αποδεικνύεται ότι εξέδωσε προς εξόφληση του άνω τιμήματος (δρχ. 1.489.760) την ...επιταγή της ποσού 1.489.760 δρχ. σε διαταγή της ενάγουσας. Η επιταγή αυτή (για την οποία σαφώς κατέθεσε η μάρτυρας της εναγομένης και η κατάθεση της επ' αυτού δεν αντικρούεται ειδικά από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας εμφανίστηκε στις 6-11-1997 από την εν λόγω λήπτρια στην πληρώτρια Τράπεζα Κύπρου και εισπράχθηκε από αυτήν (τώρα ενάγουσα), όπως και η ίδια παραδέχεται.
Η τελευταία με την προσθήκη των πρωτοδίκων προτάσεων της ισχυρίστηκε (και με την έφεση της επαναφέρει), ότι η ως άνω, επιταγή δόθηκε για την πληρωμή προηγουμένων οφειλών της εναγομένης από πωλήσεις προ της 17-10-1997 και όχι για την πληρωμή της επίδικης απαιτήσεως εκ των, ως άνω, τιμολογίων. Ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας θα συνιστούσε αντέσταση, πλην, όμως, αυτή, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, είναι αόριστη και απορριπτέα, αφού δεν συγκεκριμενοποιεί το χρέος για το οποίο δόθηκε η επιταγή και τα παραγωγικά τούτου γεγονότα (ΑΠ 594/99 Δνη 41,107) β)Η αυτή εναγομένη ισχυρίστηκε, επίσης, ότι από τα εμπορεύματα, που αγόρασε με τις πωλητήριες συμβάσεις την 5-8-98: 1)Ορισμένα εξ αυτών τα επέστρεψε στην ενάγουσα λόγω πραγματικών τους ελαττωμάτων, απέστειλε δε σ' αυτήν την από 31-8-1998 έγγραφη δήλωση της (κατ' εκτίμηση) υπαναχωρήσεως εκ της πωλήσεως τους, που η επιστροφή συνολικής αξίας 3.143.500 δρχ.. 2)Για τα υπόλοιπα (χωρ... (πιστωτικό) τιμολόγιο, που εξέδωσε η ενάγουσα.
Ήτοι, το εκ των ανωτέρω πέντε τιμολογίων συνολικό καταβλητέο τίμημα ανήλθε σε 1.489,760 δραχμές. Περαιτέρω, στις 5-8-1998 συνήφθησαν μεταξύ των ιδίων, ως άνω, διαδίκων επτά (7) διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, δυνάμει των οποίων η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη (επίσης) εικόνες. Το τίμημα των εμπορευμάτων ήταν (μετά του ΦΠΑ) 680.800, 672.900, 665.200, 2.051.200, 680.000, 1.141.600 και 694.300 δραχμές αντιστοίχως.
Η δε ενάγουσα εξέδωσε τα προσήκοντα παραστατικά έγγραφα, ήτοι τα αντίστοιχα (πιστωτικά) τιμολόγια, που είναι τα υπ' αριθμ. ..., ..., ...., ..., ..., ... και ...αντιστοίχως. Επί των τιμολογίων αυτών αναγράφεται ως καταλογιστέα στην αξία τους έκπτωση ποσοστού 20%. Με νεότερη, όμως, συμφωνία τους οι συμβαλλόμενες (τώρα διάδικες) εταιρίες κατέληξαν σε ποσοστό εκπτώσεως 25% όπως γίνεται μνεία (περί του εκπτωτικού ποσοστού) στο συγκεντρωτικό (πιστωτικό) τιμολόγιο που εξέδωσε η ενάγουσα, και δη το ....
Επομένως, το συνολικό καταβλητέο τίμημα (μετ' αφαίρεση του ποσού που αντιστοιχεί στην έκπτωση του 25%), ανήλθε σε 1.939.500 δραχμές. Στο ακριβές ύψος του ποσού αυτού αναφέρθηκε και ο μάρτυρας της ενάγουσας με σχετική, επίσης, αναφορά στην ανωτέρω έκπτωση (του 25%). Η εναγομένη παραδέχεται τις λαβούσες χώρα μεταξύ αυτής και της ενάγουσας παραπάνω συναλλαγές (τόσο στις 17-10-1997, όσο και στις 5-8-1998).
Ισχυρίστηκε, όμως, ακόμη τα εξής: α)Ότι το τίμημα του 1.489.760 δραχμών των αγοραπωλησιών της 17-10-1997 το ελαττώματα) εμπορεύματα, που κράτησε και προς εξόφληση του τιμήματος αυτών πλήρωσε με τραπεζική επιταγή. Ο προδιαλαμβανόμενος ισχυρισμός υπό στοιχ.β2, που αναφέρεται στα περί εξόφλησε ως, κατά τα άνω εκτιθέμενα, αποτελεί την οικεία ένσταση (που προ παρατίθεται), η οποία πρέπει και στην ουσία της να γίνει δεκτή, αφού αποδεικνύεται, ότι η εναγομένη εξέδωσε σε διαταγή της ενάγουσας την ...επιταγή, την οποία (ποσού 1.609.136 δρχ.) εισέπραξε η ενάγουσα στις 2-9-1998 από την πληρώτρια Τράπεζα Κύπρου.
Η μάρτυρας της εναγομένης κατέθεσε κατηγορηματικώς για το σκοπό εκδόσεως (και εισπράξεως) της σχετικής (....) επιταγής, ότι αυτή δόθηκε για πληρωμή του αντιστοίχου τιμήματος από τις συναλλαγές της 5-8-98. Η ενάγουσα ισχυρίστηκε, με την προσθήκη των ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεων της (και επανέφερε με την έφεση της), ότι το ποσό της ανωτέρω επιταγής (του 1.609.136 δρχ.), που, κατά τα άνω, εισέπραξε (όπως άλλωστε παραδέχεται και η ίδια), αφορά σε μερική εξόφληση των υπ' αριθμ. ...
έως ... τιμολογίων πωλήσεως κατ' εκείνη την ημεροχρονολογία εμπορευμάτων της προς την εναγομένη. Και ο εν λόγω ισχυρισμός της ενάγουσας αποτελεί αντέσταση, η οποία, όμως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη. Ειδικότερα, ο μάρτυρας της ενάγουσας δεν έχει ίδια αντίληψη και η κατάθεση του δεν μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο ασφαλούς δικανικής πεποιθήσεως και βέβαιης κρίσεως περί του ζητήματος τούτου, αφού κατέθεσε σχετικώς ότι "...
Ήμουν στη συσκευασία τότε. Δεν είμαι στο λογιστήριο...". Εξ άλλου ο υπό στοιχ.β1 εν λόγω ισχυρισμός της εναγομένης, που συναρτάται με την επιστροφή των φερομένων ως εχόντων πραγματικά ελαττώματα εμπορευμάτων και την ανωτέρω δήλωση της εναγομένης υπαναχωρήσεως από την πώληση τους, συνιστά αυτός (ο αντίστοιχος ισχυρισμός) ένσταση (γνήσια ανατρεπτική), κατά της αγωγής, που στηρίζεται στην ΑΚ 540.
Πρέπει δε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ειδικότερα: Όπως προκύπτει από τα σχετικά τιμολόγια επιστροφής ..., ..., ..., ...,..., ..., ..., ..., ...και ...όλα της 24-8-1998, ποσού δρχ. 318.400, 352.800, 423.600, 372.400, 382.00, 399.600, 304.00, 110.400, 238.425 και 241.875 αντιστοίχως, τα σε αυτά διαλαμβανόμενα εμπορεύματα (κορνίζες, που αναφέρονται στα υπ' αριθμ. ...
έως και ...Τιμολόγια, "Silver on glass" κορνίζες 46 τεμαχίων που αναφέρεται στο ... τιμολόγιο και κορνίζες και ορισμένες εικόνες που μνημονεύονται στα ... και ... τιμολόγια), που επεστράφησαν στην ενάγουσα, δεν αφορούν στις επίδικες αγοραπωλησίες της 5-8-1998 και στα βάσει αυτών εκδοθέντα (πιστωτικά) τιμολόγια (επί μέρους τιμολόγια, καθώς και το συγκεντρωτικό με την έκπτωση του 25% επί της αναγραφόμενης σε αυτό αξίας).
Πρόκειται για επιστροφές εμπορευμάτων από αγοραπωλησίες με αντικείμενο κορνίζες και εικόνες (με κωδικούς ΚΟ και Ε αντιστοίχως), που είχαν λάβει χώρα μεταξύ των διαδίκων στις 26-1-1998. Η εναγομένη από το (καταβλητέο) τίμημα των αγοραπωλησιών της 5-8-1998 (ποσού δραχμών 4.939.500) κατέβαλε 1.609.136 δραχμές, κατά τα άνω εκτιθέμενα και εξακολουθεί να οφείλει το υπόλοιπο των 3.330.364 δραχμών = 9.773,63 Ευρώ.
Κατά συνέπεια, βάσει των παραδοχών αυτών, έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το άνω οφειλόμενο ποσό (των 9.773.63 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, με δεδομένη τη πίστωση του τιμήματος εκ των άνω τιμολογίων, για την πληρωμή του οποίου δεν αποδείχθηκε συμφωνία των διαδίκων αυτή να γίνεται την επόμενη από την έκδοση κάθε τιμολογίου, όπως αβασίμως επικαλείται η ενάγουσα".
Κρίνοντας, έτσι, το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε στο σκεπτικό του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες περί όλων των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ώστε να μη στερείται η προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης και να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Με βάση τη διάταξη αυτή, δημιουργείται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από αυτό που πραγματικά υπάρχει σ' αυτό (ΑΠ 953/1991 Δνη 37,784). Η παραμόρφωση δε είναι νοητή μόνο στα αποδεικτικά έγγραφα και όχι στους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 326/1992 Δ.23.80).
Δεν υπάρχει παραμόρφωση, όταν το σφάλμα αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου, γιατί τότε πρόκειται για εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται αναιρετικά. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου (ΑΠ 484/1997) και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 407/1994).
Στην περίπτωση, που ερευνάται, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση αιτιάσεως εκ του ανωτέρω άρθρου και αριθμού, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο τόσο των με αριθμούς ... έως ... τιμολογίων της αναιρεσείουσας επιστροφής εμπορευμάτων της αναιρεσίβλητης δια της αναφοράς κορνιζών και όχι εικόνων, όσο και της από 31-8-1998 έγγραφης δήλωσης της αναιρεσείουσας περί αναστροφής μέρους της πώλησης της 5-8-1998.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος προεχόντως μεν διότι, κατά παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης, τόσο τα τιμολόγια, όσο και η δήλωση δεν αφορούν την πώληση της 5-8-98. Σε κάθε περίπτωση, διότι εκ της επισκοπήσεως των εν λόγω εγγράφων (τιμολογίων και δηλώσεων) δεν προκύπτει, ότι το Εφετείο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αποδίδοντας έτσι σ' αυτά περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό που έχουν, και ειδικότερα, αναφορικά με τη δήλωση (από 31-8-98) δεν προκύπτει αναμφισβήτητα, ότι διαλαμβάνει αναστροφή, και μάλιστα μέρους της πώλησης της 5-8-98, επισήμανση την οποία πουθενά δεν αναγράφει.
Ως προς δε τα τιμολόγια, πράγματι, εκ της επισκοπήσεως αυτών, προκύπτει, ότι ορισμένα εξ αυτών αφορούν κορνίζες και ορισμένες εικόνες, όπως και δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ενόψει αυτών, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, που χάνει τη δίκη, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης όπως στο διατακτικό.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 3-5-2006 αίτηση της κυπριακής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία ".... LTD" για αναίρεση της 9956/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαϊου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ