Legislator Case Law & Legislation
1194/2007 AI generated

1194/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1194/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 636/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 634/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Μαϊου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 15 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1194/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως αόριστος. Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο αυτού μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο "εσφαλμένα εκτίμησε το περιεχόμενο των πρακτικών με αριθμό 636/2005, στα οποία περιέχονται οι καταθέσεις μαρτύρων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, δια του οποίου πλήττεται η ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561§1 του ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1194 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1194/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Χ1 , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοδοσίου.

Της αναιρεσίβλητης: Α.Ε. με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Ελληνική Ασφαλιστική Εταιρία Ζωής Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρύσα Καρακόϊδα .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 636/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 634/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Μαϊου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 15 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προσβαλλομένη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα στις αιτιολογίες, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Η δε αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 32/96, 27/98). Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο, (κατά το πρώτο, τρίτο και τέταρτο μέρος) και τον δεύτερο λόγους αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου η αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του 559 του ΚΠολΔ, χωρίς όμως να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραβιασθείσες ουσιαστικές διατάξεις και το σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή τους, οι δε πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως εκτίθενται εντελώς σποραδικά και αποσπασματικά.

Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι προεχόντως αόριστοι.

ΙΙ. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.12 του ΚΠολΔ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά.

Για να είναι, όμως, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως (αριθ. 12 αρθρ. 559 ΚΠολΔ), πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ, στην αίτηση αναιρέσεως: α) να προσδιορίζεται επακριβώς το αποδεικτικό μέσο, β) να αναφέρεται η αποδεικτική δύναμη, την οποία το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο αποδεικτικό αυτό μέσο, γ) να αναγράφεται ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο δ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο αυτού μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο "παραβίασε τους ορισμούς του Νόμου σχετικά με τη δύναμη του αποδεικτικού μέσου (εγγράφου), ενώ έδει να κάνει δεκτό, ότι "το έγγραφο φέρον ως εκδότρια την εναγομένη αναιρεσίβλητη, έχει απόλυτη ισχύ, και η εναγομένη οφείλει να καταβάλει το αναφερόμενο στο άνω έγγραφο ποσό".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως αόριστος, αφού κανένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν αναφέρεται, που να τον θεμελιώνουν.

ΙΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση, διότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται:

α) ποιες είναι οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ο οποίος πρέπει να είναι ουσιώδης, δηλαδή να έχει επίδραση στο διατακτικό. Αντίθετα, είναι αόριστος ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που περιορίζεται στο παράπονο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, δίχως να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω στοιχεία (ΑΠ 811/1998, ΕλλΔνη 39.1552, ΑΠ 33/1987, ΕλλΔνη 29.120).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο αυτού μέρος, όπως ορθώς εκτιμάται, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "τα επικαλούμενα με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος αμφοτέρων των βαθμών αποδεικτικά μέσα".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως αόριστος. Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο αυτού μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο "εσφαλμένα εκτίμησε το περιεχόμενο των πρακτικών με αριθμό 636/2005, στα οποία περιέχονται οι καταθέσεις μαρτύρων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, δια του οποίου πλήττεται η ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561§1 του ΚΠολΔ).

IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 438, 341, 396-398, 406 και 410 ΚΠολΔ. συνάγεται ότι οποιοδήποτε έγγραφο μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός και αν συντάχθηκε πριν ή κατά την διάρκεια της δίκης, για να χρησιμεύσει σ' αυτή ως αποδεικτικό μέσο. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν συντάχθηκε πριν ή κατά τη διάρκεια της δίκης για να χρησιμεύσει σ' αυτή ως αποδεικτικό μέσο, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το σφάλμα της αποφάσεως αφορά σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως και ανάγεται στα στοιχεία του πραγματικού του ουσιαστικού κανόνα δικαίου και όχι στην εκτίμηση των αποδείξεων, την στάθμιση των αποδείξεων και το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων. (ΑΠ 1391/1992, ΕλλΔνη 35.1277).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν.1599/1986 της Ζαχαρούλας Μητρογιώργου, την οποία έλαβε υπόψη, δεν συντάχθηκε κατά την διάρκεια της δίκης ή πριν από αυτή για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος. Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο αυτού μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο την προαναφερόμενη υπεύθυνη δήλωση.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού οποιοδήποτε έγγραφο μπορεί να ληφθεί υπόψη προς συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου, το δε Εφετείο, όπως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, και προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε ότι η εν λόγω δήλωση δεν συντάχθηκε με σκοπό να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στη σχετική δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.05.2006 αίτηση αναιρέσεως του Χ1 για αναίρεση της 634/2006 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ