Legislator Case Law & Legislation
1194/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding unrequested co-ownership shares and omitted objections.

Case Number 1194/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding co-ownership shares. The appellants argued that the lower court erred in recognizing their co-ownership percentages, but the court found they lacked legal interest to challenge shares they did not request in the original lawsuit. Furthermore, the court rejected the claim that the appellate court omitted an objection, ruling that such omissions do not constitute grounds for appeal under the relevant procedural code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 300 and 304 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraphs 9 and 8 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant lacks legal interest to challenge a judgment on shares not requested in the original suit, and the omission of an objection does not constitute a ground for appeal if it falls under the category of unaddressed substantive claims rather than a distinct procedural request.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal co-ownership shares legal interest omitted objection Code of Civil Procedure appellate review procedural error

Cited Legislation

AI generated
Articles 300 and 304 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 9, item 9 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 9, item 8 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 956/1996
Case 1486/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1194 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1194/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Β. συζύγου Π. Π., το γένος Α. και Χ. Ν., κατοίκου ..., 2. Δ. Π. του Π. και Β., κατοίκου ... και 3. Α. Τ. Μ. και του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Ασημακόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Π. του Χ., 2. Σ. Π. του Χ., 3. Α. χήρας Β. Π. το γένος Χ. και Σ. Π., 4. Α. συζύγου Π. Κ., το γένος Χ. και Σ. Π., κατοίκων ... και 5. Α. συζύγου Χ. Χ., το γένος Χ. και Σ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Σταματόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κομοτηνής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/2002 του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης λόγω αρμοδιότητας, 38/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης και 516/2004 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/10/2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Κασιώλας ανέγνωσε την από 10 Απριλίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 300 και 304 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., που ορίζουν ότι στα πολυμελή δικαστήρια η απόφαση εκδίδεται ύστερα από διάσκεψη και ψηφοφορία όλων των δικαστών που έλαβαν μέρος στη συζήτηση, ότι αφού περατωθεί η ψηφοφορία, ο εισηγητής δικαστής συντάσσει το σχέδιο της απόφασης, που περιέχει το αιτιολογικό και το διατακτικό της, το οποίο χρονολογεί ο Πρόεδρος και το υπογράφει αυτός και ο Εισηγητής και ότι από το σχέδιο αυτό δημοσιεύεται η απόφαση σε δημόσια συνεδρίαση, συνάγεται ότι από της συντάξεως, χρονολογήσεως και υπογραφής του σχεδίου της δικαστικής αποφάσεως θεωρείται ότι αυτή εκδόθηκε, η δε δημοσίευσή της από το σχέδιο σε δημόσια συνεδρίαση, επιφέρει την τελείωση αυτής, που συνεπάγεται έκτοτε τις απ' αυτής έννομες συνέπειες.

Εκ τούτου παρέπεται ότι η δημοσίευση της αποφάσεως, η οποία και πρέπει να μνημονεύεται στο μετ' αυτήν συντασσόμενο πρωτότυπο της αποφάσεως, μπορεί να γίνει από το δικαστήριο και με διαφορετική σύνθεση, δηλαδή και χωρίς τη συμμετοχή σ'αυτό των μετασχόντων της συνθέσεως του δικαστηρίου δικαστών, που εξέδωσε την απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, αυτή εκδόθηκε από τους δικαστές του Εφετείου Θράκης, που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υποθέσεως και μόνο η δημοσίευση αυτής έγινε με διαφορετική κατά ένα μέρος σύνθεση, με τη συμμετοχή, αντί του Εφέτη Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, που μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, της Εφέτου Παναγιώτας Δάλλα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθ. 2 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια διότι στη σύνθεσή του που εξέδωσε την προσβαλλομένη μετείχε δικαστής ο οποίος δεν είχε λάβει μέρος στη συζήτηση της υποθέσεως είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

2. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 10 (ιδίως παρ. 2, παρ. 4, παρ. 6α), 12 (παρ. 1 περ. α', παρ. 2 περ. α' και παρ. 6α), 16 (παρ. 1 και παρ. 6), 20 και 70 του από 15/28.7.1938 β. Δ/τος "περί κωδικοποιήσεως της περί αποκαταστάσεως αστών προσφύγων κειμένης νομοθεσίας" συνάγεται ότι μετά την παρέλευση έτους από την πληρωμή ολοκλήρου του τιμήματος ακινήτου διατεθέντος προς αστική αποκατάσταση πρόσφυγος, ο υπέρ ου η διάθεση αποκτά πλήρες και απεριόριστο δικαίωμα κυριότητος ασχέτως της εκδόσεως παραχωρητηρίου και της μεταγραφής αυτού (ΟΛ.

Α.Π. 341/1981), η δε οφειλή του υπέρ ου η παραχώρηση για το τίμημα ακινήτου παραχωρηθέντος προ της 11.11.1944, λογίζεται κατά πλάσμα του νόμου ως εξοφληθείσα έκτοτε κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 του ν. 18/1944 και 1 παρ. 3 του α.ν. 1073/1946, σύμφωνα με τις οποίες υποχρεώσεις πάσης φύσεως σε δραχμές από γενεσιουργό αιτία προϋφισταμένη της ισχύος του ν. 18/1944, και παραμείνασες ανεξόφλητες μέχρι την άνω ημερομηνία (11.11.1944), λογίζονται εξοφληθείσες κατά την ημερομηνία αυτήν.

Απ' αυτά παρέπεται ότι από της παρελεύσεως έτους από της κατά τα άνω (πλασματικής) εξοφλήσεως του τιμήματος, το παραχωρηθέν ακίνητο καθίσταται δεκτικό χρησικτησίας και αν προηγουμένως ανήκε στο Δημόσιο, αφού το τελευταίο έκτοτε έπαυσε να έχει οποιαδήποτε εξουσία και δικαίωμα επί του ακινήτου (Α.Π. 326/1995, 1202/2003), Εξάλλου, από τις διατάξεις του ν. 3 κωδ. 734, ν. 42 πανδ. 41, 2, ν. 7 παρ. 5, πανδ. 10.3, ν. 28 πανδ. 10.3, ν. 8 παρ. 1 πανδ. 7.39, ν. 9 παρ. 1, 3α (50.14) που προΐσχυσαν, όσο και των άρθρων 787, 980, 981, 982 και 994 Α.Κ.

προκύπτει ότι ο συγκοινωνός που νέμεται το κοινό πράγμα λογίζεται ότι νέμεται το κοινό πράγμα επ' ονόματι και των λοιπών κοινωνών και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή προτού τους καταστήσει γνωστή τη θέλησή του να νέμεται ολόκληρο το πράγμα ως κύριος μόνο για τον εαυτό του.

Το στοιχείο όμως αυτό της γνωστοποιήσεως δεν είναι απαραίτητο, όταν ο καθού προτείνεται η αποσβεστική ή κτητική παραγραφή συγκύριος δεν είχε στην πραγματικότητα γίνει ποτέ συννομέας του πράγματος. Εξάλλου, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις του Β.Ρ.Δ. ο συγκληρονόμος που απέκτησε την συγκυριότητα του ακινήτου από το θάνατο του κληρονομουμένου, δεν απόκτησε και τη συννομή του αυτοδικαίως, όπως συμβαίνει υπό την ισχύ του Α.Κ., αλλά θα την αποκτούσε από τότε που πραγματικά εκδήλωνε γιαυτό τη βούλησή του και άρχιζε να την ασκεί.

Επομένως, ο συγκληρονόμος που μόνο αυτός επιλήφθηκε και ασκεί τη νομή, δεν θεωρείται ότι νέμεται και το μερίδιο εκείνου που δεν νέμεται, αλλά θεωρείται ότι εξακολουθεί να το νέμεται για δικό τους λογαριασμό (Α.Π. 641/1980, Α.Π. 1606/1980). Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για την παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, εκτός από άλλες περιπτώσεις ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη γεγονότα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του, ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής.

Τέλος, κατά την έννοια τη διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. ο προβλεπόμενος μ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των αναγκαίων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, ισχυρίσθηκαν τα εξής: Ότι το Ελληνικό Δημόσιο το έτος 1922 παραχώρησε στον απώτατο δικαιοπάροχο των διαδίκων, πρόσφυγα από την Α.

Θ., Δ. Χ. Ν. Π. του Χ., για αστική αποκατάσταση του ίδιου και της οικογένειάς του, το αναφερόμενο επίδικο ακίνητο, δηλαδή ένα οικόπεδο με την ανεγερθείσα επ' αυτού οικία, στην οποία αυτός εγκαταστάθηκε μαζί με την οικογένειά του, που αποτελούνταν από την σύζυγό του Α. και τα τέσσερα τέκνα του, ήτοι τον Χ., που είναι ο δικαιοπάροχος αυτών (εναγόντων) ηλικίας τότε 35 ετών, την Μ.

ήδη χήρα Κ. Τ., ηλικίας τότε 26 ετών, τον Γ., ηλικίας 13 ετών και την Χ. ήδη χήρα Α. Ν., ηλικίας τότε 10 ετών. Ότι ο παραπάνω παραχωρησιούχος αποβίωσε στις 18.5.1927 και η σύζυγός του Α. στις 4.7.1931 ο δε πατέρας αυτών Χ. Π., που ήταν ο μεγαλύτερος από τα παραπάνω αδέλφια και το έτος 1930 τέλεσε γάμο με την Σ. Δ., κατόπιν συμφωνία και των υπολοίπων τέκνων του παραχωρησιούχου παρέμεινε με την οικογένειά του στην επίδικη οικία, από την οποία είχαν ήδη αποχωρήσει η αδελφή του Μ. (μητέρα της τρίτης εναγομένης) στις 18.5.1927, όταν τέλεσε γάμο με τον Κ.

Τ. και ο αδελφός του Γ. το έτος 1928, όταν κατετάγη στο στράτευμα, όπου παρέμεινε ως μόνιμος υπαξιωματικός και ότι στις 24.2.1935 αποχώρησε από την επίδικη οικία και η άλλη θυγατέρα τον παραχωρησιούχου Χ. (μητέρα της πρώτης εναγομένης) διότι τέλεσε γάμο με τον Α. Ν. και εγκαταστάθηκε στην οικία του συζύγου της. Ότι ο πατέρας τους Χ.

Π. μετά την κατά τ' ανωτέρω αποχώρηση όλων των αδελφών του από το επίδικο εξακολούθησε να παραμένει σ'αυτό με την οικογένειά του νεμόμενος έκτοτε αυτό αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, εν γνώσει των αδελφών του από τους οποίους κανένας δεν προέβαλε οποιοδήποτε δικαίωμα επί του επιδίκου ούτε άσκησε πράξεις νομής επάνω σ'αυτό, το οποίο συντηρούσε και επισκεύαζε ο πατέρας των εναγόντων.

Ότι το έτος 1970 εκδόθηκε με δαπάνες του πατέρα τους το υπ' αριθ. 1592/1970 παραχωρητήριο της Νομαρχίας Ροδόπης, το οποίο όμως, εξαιτίας του θανάτου του ως άνω παραχωρησιούχου Δ. Χ. Π., εκδόθηκε επ' ονόματι των κληρονόμων του, δηλαδή του πατέρα αυτών (εναγόντων) Χ. Π. κατά τα 4/16 εξ αδιαιρέτου, της θυγατέρας του παραχωρησιούχου Μ.

χήρας Κ. Τ. κατά τα 4/16 εξ αδιαιρέτου, της άλλης θυγατέρας του παραχωρησιούχου Χ. χήρας Α. Ν. κατά τα 4/16 εξ αδιαιρέτου και των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος υιού του παραχωρησιούχου Γ. δηλαδή της Ε. χήρας Γ. Π. και της Α. θυγ. Γ. Π. κατά ποσοστό 1/6 και 3/16 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα. Ότι και μετά την έκδοση και μεταγραφή του παραπάνω παραχωρητηρίου, που έλαβε χώραν στις 17.11.1970, αλλά και από της εξόφλησης του τιμήματος του επιδίκου, που επήλθε με τον ν. 18/1944, ο πατέρας αυτών (εναγόντων) μέχρι το θάνατό του, που επήλθε το έτος 1983, εξακολούθησε να νέμεται το επίδικο ως κύριος μόνο για τον εαυτό του, ενώ κανένας από τους κληρονόμους του παραχωρησιούχου επιλήφθηκε της νομής αυτού και έτσι δεν κατέστησαν συννομείς και ότι μετά το θάνατο του πατέρα των εναγόντων τις ίδιες πράξεις νομής συνέχισαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, δηλαδή αυτοί (ενάγοντες) και η μητέρα τους, μετά δε το θάνατο της τελευταίας, που επήλθε το έτος 1995, αποκλειστικά οι ίδιοι και κατά το ποσοστό της μερίδας τους, μέχρι την άσκηση της αγωγής.

Με βάση τα περιστατικά αυτά και με τον πρόσθετο ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι προβάλλουν ότι είναι συγκύριοι του επιδίκου κατά ποσοστό 10/40 η πρώτη και ο δεύτερος και κατά ποσοστό 5/40 η τρίτη, ζήτησαν την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου κατά τα αμφισβητούμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, των οποίων την κυριότητα απόκτησαν με έκτακτη χρησικτησία.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχτηκαν τα εξής: Το Ελληνικό Δημόσιο είχε παραχωρήσει το έτος 1922 στον απώτατο δικαιοπάροχο των διαδίκων, πρόσφυγα από την Ανατολική Θράκη, Δ. Χ. ή Π. του Χ.υ, για αστική αποκατάσταση του ίδιου και της οικογένειας του, ένα οικόπεδο, το οποίο βρίσκεται στην Κομοτηνή με εμβαδόν 211,10 τ.μ.

και συνορεύει, σήμερα βόρεια με ιδιοκτησία Μ. Τ., νότια με ιδιοκτησία Β. Κ., ανατολικά με την οδό Ακροπόλεως και δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Ν.. Ο παραχωρησιούχος έκτισε εκεί με δαπάνες του Δημοσίου το υπ' αριθμό 522 οίκημα, όπου έκτοτε έως και το χρόνο θανάτου του στις 18-5-1927 διέμενε με την οικογένειά του, η οποία κατά το χρόνο της παραχώρησης, αποτελείτο από τη σύζυγό του Α.

Π. και τα τέκνα του: 1) Χ. Π. του Δ. (πατέρα των εναγόντων), 2) Μ. χήρα Κ. Τ., το γένος Δ. Π., 3) Γ. Π. του Δ. και 4) Χ., χήρα Α. Ν., το γένος Δ. Π.. Ο παραχωρησιούχος πέθανε στις 18-5-1927 και η σύζυγός του Α. απεβίωσε στις 4-7-1931. Στις 19-1-1930 ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ.ς Π. τέλεσε νόμιμο γάμο με την Σ. Δ. και από τότε χρησιμοποιούσε για κατοικία αυτού και της οικογένειάς του την παραπάνω κατοικία.

Στις 18-5-1927 η θυγατέρα του παραχωρησιούχου Μ. χήρα Θ. Α. (μητέρα της τρίτης εναγόμενης - εκκαλούσας) ήλθε σε δεύτερο γάμο με τον Κ. Τ. και εγκαταστάθηκε με το δεύτερο σύζυγο της στο προς βορρά όμορο οικόπεδο με αριθμό 522α που είχε παραχωρηθεί από το ελληνικό Δημόσιο σε αυτήν. Το έτος 1928 ο έτερος γιος του παραπάνω παραχωρησιούχου Γ.

κατετάγη στο στρατό, προκειμένου να υπηρετήσει τη θητεία του ως κληρωτός. Στη συνέχεια παρέμεινε ως μόνιμος υπαξιωματικός στον Ελληνικό Στρατό, απ' όπου αποστρατεύτηκε με το βαθμό του λοχαγού ιππικού και από τότε (1928) ουδέποτε διέμεινε ή ενδιαφέρθηκε για την παραπάνω κατοικία. Στις 24-2-1935 η θυγατέρα του παραχωρησιούχου Χ. (μητέρα της πρώτης εναγόμενης - εκκαλούσας) τέλεσε νόμιμο γάμο με τον Α.

Ν. και εγκαταστάθηκε με το σύζυγό της σε δικό του σπίτι.

Στη συνέχεια εκδόθηκε το υπ' αριθμό 1592/1970 οριστικό παραχωρητήριο στο όνομα των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του και συγκεκριμένα: 1) Χ. Π. του Δ. κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου, 2) Μ., χήρας Κ. Τ., το γένος Δ. Π. κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου 3) Χ., χήρας Α. Ν., το γένος Δ. Π. κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου, 4) Ε., χήρας Γ. Π. κατά ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου και 5) Α.

Π. του Γ. κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου. Το παραχωρητήριο εκδόθηκε με δαπάνες μόνο του Χ. Π. του Δ. και μεταγράφηκε νόμιμα στις 17-11-1970. Ο Χ. Π. του Δ. και η οικογένειά του διέμεναν στο επίδικο από 19-1-1930 και εφεξής. Ο τελευταίος ανά διετία ή τριετία προέβαινε σε όλες τις αναγκαίες συντηρήσεις της προσφυγικής αυτής κατοικίας.

Επίσης μέσα στο οικόπεδο της εν λόγω κατοικίας, ασκώντας το επάγγελμα του Π. και του καραγωγέα, έκτισε σταύλο μέσα στον οποίο και ασκούσε το επάγγελμά του. Μάλιστα οι γονείς των εναγόντων κατοικούσαν στην παραπάνω κατοικία και μετά την με γάμο αποκατάσταση των τέκνων τους χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από τους λοιπούς συγκληρονόμους, οι οποίοι όπως προαναφέρθηκε πολύ πριν, από τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου είχαν εγκατασταθεί αλλού με τις οικογένειές τους και δεν επεδείκνυαν ενδιαφέρον για το ακίνητο, ουδέποτε αναμείχθηκαν στην κληρονομία και έτσι δεν δημιουργήθηκε κοινωνία, αφού εκ της μη αναμείξεως των τεκμαίρεται παραίτηση των από το κληρονομικό τους δικαίωμα.

Περαιτέρω δέχθηκε ότι μετά το θάνατο του πατέρα των εναγόντων Χ. Π., οι κληρονόμοι του, δηλαδή η σύζυγός του έως και το χρόνο θανάτου της το έτος 1995 και στη συνέχεια μόνο οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι νέμονταν κατ' ισομοιρία αποκλειστικά για τον εαυτό τους το ακίνητο. Ειδικότερα μεριμνούσαν και φρόντιζαν, για τη συντήρηση και επισκευή της οικίας από τις συνηθισμένες της φθορές, περιέφραξαν το οικόπεδο, διαμόρφωσαν την αυλή και κατέβαλαν τις δαπάνες για την ηλεκτροδότηση του ακινήτου.

Οι ενάγοντες μάλιστα μόνοι στράφηκαν κατά τρίτων προσώπων για την προστασία της νομής τους στο επίδικο με την από 23-8-1995 και με στοιχεία 204/1995 αίτησή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, ενώ, οι εναγόμενοι δεν επέδειξαν ενδιαφέρον για το ζήτημα αυτό. Οι εναγόμενοι επικαλούνται ότι είναι συγκύριοι του ακινήτου, αμφισβητούν την αποκλειστική (συγ)κυριότητα των εναγόντων στο επίδικο και ισχυρίζονται ειδικότερα ότι ο δικαιοπάροχός τους δεν είχε πρόθεση να εξουσιάζει το επίδικο, επειδή το έτος 1968 ήλθε σε διαπραγματεύσεις με άλλους συγκληρονόμους του παραχωρησιούχου, ο οποίος είχε πεθάνει, πριν μεταγραφεί το παραχωρητήριο, για να αγοράσει το μερίδιό τους στο ακίνητο, πλην όμως ο ισχυρισμός τους αυτός δεν αναιρεί τα προηγούμενα και ότι με τα δεδομένα αυτά συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου είναι οι ενάγοντες κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους και το επί πλέον ποσοστό τους σε αυτό, το οποίο είχε περιέλθει στους δικαιοπαρόχους των εναγομένων απέκτησαν με την υπερεικοσαετή νομή τους στο ακίνητο.

Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες ουδέποτε κατέστησαν συννομείς του επιδίκου ακινήτου και ότι ο πατέρας των εναγόντων από τότε που εξοφλήθηκε το τίμημα του επιδίκου (1944) και στη συνέχεια οι ίδιοι νεμήθηκαν και το μερίδιο των εναγομένων επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών και έτσι έγιναν κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, α) δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΒΡΔ και του Α.Κ. περί κτήσεως της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ούτε έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και συγκεκριμένα ότι οι εναγόμενοι δεν αναμείχθηκαν στην κληρονομία του παραχωρησιούχου και έτσι δεν κατέστησαν ποτέ συννομείς του επιδίκου, αφού ο ισχυρισμός αυτός των εναγόντων περιέχεται στην αγωγή τους.

Επίσης, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αυτού διέλαβε σ'αυτή επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε. Επομένως, οι δεύτερος (μέρος α και β), πέμπτος και έκτος λόγος αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 3.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. 10 του ν. 2207/1994, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνον αν έχουν συνταχθεί πριν από τη δικάσιμο και μετά προηγουμένη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του αποδεικνύοντος να παραστεί αποτελεί στοιχείο του υποστατού αυτών ως αποδεικτικών μέσων, μη δυνάμενες να ληφθούν υπόψη ούτε προς άμεση, ούτε προς έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν ότι το Εφετείο, που δίκασε κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ., υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ.

γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. διότι δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 49/2002 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Α.ς συζ. Μ. Τ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κομοτηνής, την οποία αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόκρουση της αγωγής και την υποστήριξη της έφεσής τους και η οποία λήφθηκε ύστερα από νόμιμη κλήτευση των αναιρεσιβλήτων.

Όμως, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα, η κλήτευση των αναιρεσιβλήτων για να παρασταθούν κατά τη λήψη της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, που έγινε με δήλωση των αναιρεσειόντων, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, στο οποίο αρχικά εισήχθη η υπόθεση, δεν έγινε τουλάχιστον δύο εργάσιμες ημέρες πριν από την λήψη της βεβαιώσεως αυτής, που έγινε την επομένη ημέρα και συνεπώς η βεβαίωση αυτή θεωρείται ανυπόστατη και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε προς άμεση, ούτε προς έμμεση απόδειξη.

Επομένως, με το να μη λάβει αυτήν υπόψη το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 11 εδ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου και ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 4. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 του Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον ν'ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξαιτίας του σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. β' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 9 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. διότι αναγνώρισε τον καθένα από τους αναιρεσιβλήτους συγκυρίους επί του επιδίκου κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, ενώ αυτοί με την αγωγή τους ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι αυτού κατά το ποσοστό των 10/40 εξ αδιαιρέτου επ' αυτού, που αμφισβητούνταν από τους δύο πρώτους απ' αυτούς και κατά ποσοστό 5/40 εξ αδιαιρέτου, που αμφισβητούνταν από την τρίτη απ' αυτούς και συνολικά ποσοστού 15/40 εξ αδιαιρέτου για όλους.

Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων αυτοί με την αγωγή τους ζήτησαν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους κατά τα παραπάνω ποσοστά επί του επιδίκου κατά τα οποία και μόνο οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες αμφισβητούν την συγκυριότητά τους, ενώ κατά τα υπόλοιπα ποσοστά, που ανήκουν σ' αυτούς, προφανώς για λόγους αποφυγής καταβολής δικαστικού ενσήμου, δεν ζήτησαν την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο πράγματι από παραδρομή αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους επί του επιδίκου κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, ενώ το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο παραπονέθηκαν για το σφάλμα αυτό της πρωτόδικης απόφασης με την οποία οι ενάγοντες αναγνωρίσθηκαν συγκύριοι του επιδίκου κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δηλαδή και για το ποσοστό που δεν ζήτησαν με την αγωγή τους.

Όμως, οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι και δεν αμφισβήτησαν ότι οι ενάγοντες είναι συγκύριοι του επιδίκου κατά το επί πλέον ποσοστό για το οποίο δεν ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι, δεν έχουν έννομο συμφέρον να ζητήσουν για το λόγο αυτό την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

7. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων. Έτσι η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη του ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, αλλά εκείνον του αριθ. 8 του ίδιου άρθρου (Α.Π. 956/1996 Α.Π. 1486/1997). Επομένως, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας του πρώτου και της δεύτερης απ' αυτούς επί του επιδίκου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και έτσι άφησε αδίκαστη την ένσταση αυτή είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30 Οκτωβρίου 2004 αίτηση των Β. συζ. Π. Π. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 516/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

ΚΑΙ, ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν αλλά δεν κατέθεσαν προτάσεις, που ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ