Supreme Court dismisses municipality's appeal on unjust enrichment claim regarding invalid sales contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Municipality of South Pylia's appeal against the First Instance Court's judgment. The municipality argued that the lower court erred in finding unjust enrichment based on invalid sales contracts from 2008, 2009, and 2010. The court held that the First Instance Court correctly applied Article 904 of the Civil Code, establishing a clear causal link between the municipality's gain and the plaintiff's loss without violating substantive law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904, 909 of the Civil Code; The Supreme Court ruled that a finding of unjust enrichment is valid when the court establishes a clear causal link between the defendant's gain and the plaintiff's loss arising from invalid contracts, provided the reasoning is sufficient and free from contradictions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1193 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1193/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Νοτίου Πηλίου", που εδρεύει στην Αργαλαστή Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Δεσύλλα. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Δ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κοντοσέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/2019 του ίδιου Δικαστηρίου, 305/2021 μη οριστική και 327/2022 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-1-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 209 του ν. 3463/2006 (Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων), όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 377 § 1 ν. 4412/2016 και εφαρμόζεται στον κρίσιμο χρόνο, "οι προμήθειες των Δήμων, των Κοινοτήτων, των πάσης φύσεως Συνδέσμων τους, των νομικών τους προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους διενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ενιαίου Κανονισμού Προμηθειών των Ο.Τ.Α. (Ε.Κ.Π.Ο.Τ.Α), όπως ισχύει, με την επιφύλαξη των ειδικών ρυθμίσεων του π.δ. 370/1995 (ΦΕΚ 199 Α'), όπως αυτές έχουν τροποποιηθεί από το π.δ. 105/2000 (ΦΕΚ 100 Α') και των αντίστοιχων του π.δ. 57/2000 (ΦΕΚ 45 Α')", κατά την παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου, "οι Δήμοι και οι Κοινότητες, οι Σύνδεσμοι τους, τα νομικά τους πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τα ιδρύματα τους δύνανται να αναθέτουν απευθείας ή με συνοπτική διαδικασία (πρόχειρο διαγωνισμό) παροχή υπηρεσιών, που δεν υπάγονται στις διατάξεις του ν. 3316/2005 (ΦΕΚ 42 Α'), σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 83 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α'), ως προς τα επιτρεπτά χρηματικά όρια, όπως αυτά καθορίζονται με τις εκάστοτε εκδιδόμενες αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών", ενώ κατά το άρθρο 158 §§ 6 και 7 του ίδιου νόμου, "6.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου, δεν επιτρέπεται η έναρξη της διαδικασίας ανάθεσης μελετών και συναφών υπηρεσιών για την εκτέλεση έργου και των πάσης φύσεως υπηρεσιών, αν δεν υπάρχει στον προϋπολογισμό σχετική πίστωση, ίσης τουλάχιστον αξίας με το τμήμα του έργου, της παροχής υπηρεσίας ή της προμήθειας που, βάσει της μελέτης, πρόκειται να εκτελεσθεί μέχρι το τέλος του έτους. ... 7.
Στις περιπτώσεις του στοιχείου β' της παραγράφου 4 του παρόντος και στις περιπτώσεις απευθείας ανάθεσης προμηθειών, παροχής υπηρεσιών, εκπόνησης μελετών και εκτέλεσης έργων όταν συντρέχει κατεπείγουσα ανάγκη, εάν δεν υπάρχει στον προϋπολογισμό πίστωση ή αυτή που υπάρχει είναι ανεπαρκής, η αναγκαία τροποποίηση του προϋπολογισμού γίνεται στην πρώτη, μετά την ανάθεση, συνεδρίαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου." Επίσης, κατά το άρθρο 83 § 1 του νόμου 2362/1995 (Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού), όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 177 ν. 4270/2014 και εφαρμόζεται στον κρίσιμο χρόνο, "επιτρέπεται η με απευθείας ανάθεση σύναψη σύμβασης προμήθειας προϊόντων, παροχής υπηρεσιών ή εκτέλεσης έργων για ετήσια δαπάνη μέχρι ποσού ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) δραχμών.
Από το ποσό αυτό και μέχρι τέσσερα εκατομμύρια (4.000.000) δρχ. απαιτείται διαγωνισμός με συνοπτική διαδικασία (πρόχειρος) που θα διενεργείται από τριμελή επιτροπή. 'Ανω του ποσού των τεσσάρων εκατομμυρίων (4.000.000) δρχ. απαιτείται σύναψη σύμβασης για προμήθεια προϊόντων, παροχή υπηρεσιών ή εκτέλεση έργων κατόπιν διενέργειας τακτικού διαγωνισμού (ανοικτού ή κλειστού), βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών τα ανωτέρω ποσά δύναται να αναπροσαρμόζονται. ..." Τα ποσά αυτά αναπροσαρμόστηκαν α) με την απόφαση 2024710/602/0026/1998 (Φ.Ε.Κ. 431 Β') του Υπουργού Οικονομικών σε 4.000.000 και 8.000.000 δρχ., β) με την απόφαση 2/45564/0026/2001 (Φ.Ε.Κ. 1066 Β') του ανωτέρω Υπουργού σε 15.000 και 45.000 ευρώ και γ) με την απόφαση 35130/739/9-8-2010 (Φ.Ε.Κ. 1291 Β'/11-8-2010) του ίδιου Υπουργού σε 20.000 και 60.000 ευρώ, αντίστοιχα.
Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 1 § 1 της 11389/6-3-1993 (ΦΕΚ 185 Β') απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών (Ενιαίου Κανονισμού Προμηθειών Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Ε.Κ.Π.Ο.Τ.Α.), του άρθρου 13 § 2 του ν. 2503/1997, με την οποία είχαν επαναφερθεί σε ισχύ οι περί προμηθειών διατάξεις των π.δ. 28/1980 και 410/1995 και των διατάξεων των παραγράφων 1 έως και 11, και 14 έως και 16 του άρθρου 2 του ν. 2286/1995, όπως όλες ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο 377 ν. 4412/2016 και εφαρμόζονται στον κρίσιμο χρόνο, και προς τη διάταξη του άρθρου 17 § 1 του ν. 2539/1997, προκύπτει ότι δεν είναι νόμιμος ο επιμερισμός της συνολικής ποσότητας όμοιων ή ομοειδών αγαθών σε περισσότερες μικρότερες ποσότητες ή μερικότερες όμοιες ή ομοειδείς κατηγορίες και στη συνέχεια η απευθείας ανάθεση των μερικότερων αυτών προμηθειών με βάση το ύψος της δαπάνης που προκύπτει από την κατάτμηση της συνολικής ποσότητας, αντί της διενέργειας μίας ενιαίας για τα είδη αυτά προμήθειας, γιατί με τον τρόπο αυτό επιχειρείται η καταστρατήγηση των οικείων διατάξεων και η αποφυγή τήρησης της οριζόμενης από αυτές διαδικασίας του διαγωνισμού (Α.Π. 1895/2022, Α.Π. 493/2020).
Στις ανωτέρω περιπτώσεις ακυρότητας της σύμβασης, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να προβάλουν αξιώσεις στηριζόμενες στη σύμβαση, αλλά μόνο στηριζόμενες στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού και, ειδικότερα, στο άρθρο 904 Α.Κ. (Α.Π. 1895/2022, Α.Π. 493/2020, Α.Π. 1742/2014), ενώ την ακυρότητα αυτή από την έλλειψη του νόμιμου τύπου λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, επειδή οι σχετικές διατάξεις είναι δημόσιας τάξης (Α.Π. 1895/2022, Α.Π. 858/2020, Α.Π. 1376/2018, Α.Π. 91/2016).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 Α.Κ., όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση αιτίας παράνομης, εξαιτίας απαγορευτικής διάταξης του νόμου (Ολ.Α.Π. 2/2019, Α.Π. 493/2020, Α.Π. 1157/2017), ενώ ο κανόνας αυτός, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα ν.π.δ.δ. (Ολ.Α.Π. 4/2021, Α.Π. 493/2020).
Ως πλουτισμός νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, η οποία πραγματώνεται είτε με θετική επαύξηση της περιουσίας του, είτε με αποθετική με τη μορφή της αποφυγής της ελάττωσής της, ήτοι της δαπάνης, που ο λήπτης εξοικονόμησε, ίσης με το τίμημα που θα κατέβαλε για την αγορά των ίδιων υλικών από άλλο πωλητή, με τον οποίο θα κατάρτιζε έγκυρη σύμβαση (Α.Π. 243/2021, Α.Π. 831/2020, Α.Π. 3/2020).
Προϋποθέσεις της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η προέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας (Α.Π. 1372/2022, Α.Π. 735/2022, Α.Π. 309/2020). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 909 Α.Κ., που ορίζει ότι η υποχρέωση για απόδοση του πλουτισμού αποσβήνεται, εφόσον ο λήπτης δεν είναι πια πλουσιότερος κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής, προκύπτει ότι το γεγονός της απώλειας ή μείωσης του πλουτισμού μετά την απόκτηση αυτού συνιστά ένσταση καταλυτική του αγωγικού δικαιώματος προς απόδοση της ωφέλειας, της οποίας το βάρος επίκλησης και απόδειξης φέρει ο εναγόμενος λήπτης του πλουτισμού (Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1438/2014, Α.Π. 791/2012).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 11-1-2023 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 327/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 6-9-2012 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ανέφερε ότι με περισσότερες συμβάσεις, που συνήφθησαν κατά τα έτη 2008 έως 2010, πώλησε και παρέδωσε στον εναγόμενο-αναιρεσείοντα Δήμο διάφορα υλικά για τη συντήρηση των εγκαταστάσεών του, αντί συνολικού τιμήματος 82.877,47 ευρώ.
Ζήτησε δε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει το ποσό των 75.378,55 ευρώ για το τίμημα των υλικών, άλλως επικουρικώς για την περίπτωση, κατά την οποία οι συμβάσεις κριθούν άκυρες λόγω μη τήρησης των νομίμων διατυπώσεων, λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού του.
Η αγωγή έγινε δεκτή κατά την επικουρική βάση της ως προς 5 τιμολόγια ποσού μεγαλυτέρου των 2.500 ευρώ και κατά την κύρια βάση της ως προς τα υπόλοιπα τιμολόγια με την 79/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία ο εναγόμενος υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα 75.378,55 ευρώ νομιμοτόκως. Επί εφέσεως του εναγομένου εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 327/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, επειδή, κατά τα αναφερόμενα σε αυτήν, κατά τα έτη 2008 και 2009 δεν τηρήθηκε η διαδικασία του διαγωνισμού, παρόλο που συνήφθησαν περισσότερες συμβάσεις, συνολικής αξίας 23.053,63 ευρώ για το έτος 2008, και 43.965,87 ευρώ για το έτος 2009, δηλαδή συμβάσεις, η συνολική αξία των οποίων υπερέβαινε το ετήσιο όριο των 15.000 ευρώ, και κατά το έτος 2010, κατά το οποίο συνήφθησαν συμβάσεις συνολικής αξίας 12.984,20 ευρώ, δεν γίνεται επίκληση αφενός έκτακτης και επείγουσας περίπτωσης, που να δικαιολογεί την παρέκκλιση από τη διαδικασία προκήρυξης, και αφετέρου εγγραφής στον προϋπολογισμό του Δήμου εξειδικευμένων πιστώσεων.
Ακολούθως το Εφετείο, αφού εξέτασε και δέχτηκε την επικουρική βάση της αγωγής, υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ίδιο, όπως και πρωτοδίκως, ποσό των 75.378,55 ευρώ λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού του, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Ο ενάγων είναι έμπορος και διατηρεί στην ... επιχείρηση πώλησης σιδηρικών, υδραυλικών και χρωμάτων.
Στα πλαίσια της εμπορικής του δραστηριότητας και κατά το χρονικό διάστημα από 22-2-2008 μέχρι και 25-11-2010 κατάρτισε προφορικά στην ... και στο κατάστημά [ενν. του] με τον Δήμο Μηλεών, τον οποίο εκπροσωπούσε ο τότε Δήμαρχος, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του οποίου, δυνάμει του Ν. 3852/2010, έχει υπεισέλθει ο εναγόμενος, διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως, με απευθείας ανάθεση, συνολικού τιμήματος 82.877,4 ευρώ, και τα σχετικά εμπορεύματα παραλήφθηκαν από το κατάστημά του από το εναγόμενο.
Σε εκπλήρωση των προφορικών αυτών συμβάσεων ο ενάγων πώλησε και παρέδωσε όλα τα υλικά, τα οποία αναλυτικά περιγράφονται κατά είδος, ποσότητα και επί μέρους αξία στα εκδοθέντα από τον ίδιο και συνημμένα στην ένδικη αγωγή δελτία αποστολής-τιμολόγια. Ειδικότερα, πωλήθηκαν: 1) με το υπ' αριθμ. ...2008 τιμολόγιο-ΔΑ πώλησης αγαθών εμπορεύματα συνολικής αξίας τιμολογίου με Φ.Π.Α 1.731,50 ευρώ, 2) ... [ακολουθεί η παράθεση τιμολογίων-δελτίων αποστολής].
Συνολικά για τα έτη 2008, 2009 και 2010 η αξία των πωληθέντων εμπορευμάτων ανήλθε στο ποσό των 23.053,63 + 43.965.87 + 15.857,91 = 82,877,4 ευρώ. Όλα τα αναφερόμενα σε αυτά εμπορεύματα, όπως λεπτομερώς περιγράφονται ανωτέρω, παραλήφθησαν από τον εναγόμενο ΟΤΑ. ... Εξάλλου έναντι των οφειλομένων το εναγόμενο κατέβαλε το ποσό των 7.498,85 ευρώ, ...
το οποίο πρέπει να καταλογιστεί κατ' άρθρο 422 Α.Κ. ελλείψει ειδικότερης συμφωνίας των μερών, αλλά και κατά την συναλλακτική πρακτική, στα παλαιότερα χρονικά εκδοθέντα πρώτα τέσσερα τιμολόγια δελτία αποστολής ... συνολικής αξίας 6.758,58 ευρώ και σε μέρος του πέμπτου, ... αξίας 1.535,10 ευρώ, ως προς το ποσό των 740,27 ευρώ, απομένοντος ποσού 794,83 ευρώ ως οφειλόμενου, ανερχόμενης της οφειλής, πλέον, στο ποσό των 75.378,55 ευρώ.
Το ποσό αυτό αναγνώρισε το εναγόμενο με το από 24-05-2011 έγγραφό του, υπό τον τίτλο "επιβεβαίωση του οφειλόμενου σε σας ποσού κατά την 31-12- 2010", που εκδόθηκε στο πλαίσιο του ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων του εναγομένου Δήμου και προκειμένου ο Ορκωτός Ελεγκτής να επιβεβαιώσει το ποσό που το εναγόμενο όφειλε στον ενάγοντα. ...
Επειδή δε μέχρι σήμερα δεν έχει καταβληθεί στον ενάγοντα το παραπάνω συνολικό ποσό των 75.378,55 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η χρηματική αποτίμηση των ανωτέρω παραδοθέντων σε αυτό εμπορευμάτων, για τα οποία ο ενάγων εξέδωσε τα προαναφερόμενα τιμολόγια πώλησης αγαθών-δελτία αποστολής, το εναγόμενο κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία και με ζημία του ενάγοντος, κατά το ίδιο ποσό, το οποίο θα κατέβαλε στον ίδιο τον ενάγοντα ή σε άλλο πρόσωπο, εάν προέβαινε στην προμήθεια των ίδιων εμπορευμάτων με έγκυρη σύμβαση πώλησης, ήτοι το συνολικό ποσό των 75.378,55 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Στο άνω ποσό περιλαμβάνεται και το αναλογούν ποσό του Φ.Π.Α δοθέντος ότι ο ενάγων έχει προβεί στην έκδοση των σχετικών τιμολογίων, που τον υποχρεώνουν στην απόδοση του αναλογούντος σ' αυτά Φ.Π.Α. στην αρμόδια ΔΟΥ. εντός των χρονικών ορίων που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου, και συνεπώς δικαιούται να τον επιδιώξει από αυτόν, κατά τις ως άνω διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον μάλιστα δεν αποδείχθηκε, ούτε άλλωστε το εναγόμενο επικαλέστηκε την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας με τον ενάγοντα, με την οποία ο ενάγων ανέλαβε την τοιαύτη υποχρέωσή του." Έτσι που έκρινε το Εφετείο και, αφού δέχτηκε τη συνδρομή των προϋποθέσεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, έκανε εν μέρει δεκτή την επικουρική βάση της αγωγής του αναιρεσίβλητου, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της προαναφερθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 904 Α.Κ., που εφάρμοσε, την οποία συνεπώς δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα το Εφετείο, δεχόμενο ανέλεγκτα ότι α) η περιουσία του αναιρεσείοντος Δήμου αυξήθηκε από τις αναφερόμενες στην απόφασή του συναλλαγές κατά την αξία των εμπορευμάτων, που απέκτησε, β) ότι η αύξηση αυτή προήλθε από την περιουσία και επί ζημία του αναιρεσίβλητου, ο οποίος του παρέδωσε τα εμπορεύματα, γ) ότι ο πλουτισμός του αναιρεσείοντος βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια και αντιστοιχία με τη ζημία του αναιρεσίβλητου και δ) ότι ο πλουτισμός δεν οφείλεται σε νόμιμη αιτία, επειδή οι συμβάσεις πώλησης ήταν άκυρες, αυτές που συνήφθησαν κατά τα έτη 2008 και 2009, επειδή δεν τηρήθηκε η διαδικασία του διαγωνισμού, και αυτές που συνήφθησαν το έτος 2010, επειδή δεν γίνεται επίκληση έκτακτης και επείγουσας περίπτωσης, ούτε εγγραφής στον προϋπολογισμό του Δήμου εξειδικευμένων πιστώσεων, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τη γέννηση του δικαιώματος αδικαιολόγητου πλουτισμού του αναιρεσίβλητου, χωρίς να είναι απαραίτητη επιπλέον η αναφορά ότι ο αναιρεσείων εξακολουθούσε να είναι πλουσιότερος κατά το χρόνο της επίδοσης της αγωγής, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αφού ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση από το άρθρο 909 Α.Κ., κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, η οποία εν προκειμένω δεν προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από τις από 16-11-2017 προτάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και την από 15-5-2019 έφεσή του, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτώς εκτιμάται κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ.
Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο ηττώμενος αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του τελευταίου, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 281 § 2 του νόμου 3463/2006 (Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων), όπως ορίζεται στο διατακτικό, αφού σημειωθεί ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος έχει τις ατέλειες και τα προνόμια του Δημοσίου, νομίμως κατ' άρθρο 276 § 1 εδ. β' ν. 3463/2006 δεν κατέθεσε παράβολο και συνεπώς δεν θα περιληφθεί διάταξη περί εισαγωγής του στο δημόσιο ταμείο κατά το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-1-2023 αίτηση του Δήμου Νοτίου Πηλίου για αναίρεση της 327/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην καταβολή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ