Supreme Court dismisses appeal against lower court's refusal to admit arbitration clause due to lack of validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the hotel company's appeal against the Regional Court of Crete's decision to reject the arbitration clause's invalidity claim. The hotel argued the clause was fictitious, but the lower court properly evaluated all evidence including expert reports and sworn statements. The Court upheld the lower court's discretion in assessing evidence, ruling that the appeal lacked legal grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only legal errors in applying substantive law, not factual assessments, and upholds lower courts' discretion in evaluating evidence and determining the validity of arbitration clauses.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1193 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1193/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:
ανώνυμης ξενοδοχειακής εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία «ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Γ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΑΕ», που εδρεύει στον Νομό Ρεθύμνου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Τατάγια.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Ι. Π. του Ν.,
2) Σ. Σ. του Ε. και
3) Ι. Τ. του Ε.,
κατοίκων Ρεθύμνου, μελών της κοινοπραξίας με την επωνυμία «ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ Π. Ι. – Σ. Σ. – Τ. Ι.», που εδρεύει στο Ρέθυμνο. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κουτσουράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11.04.2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Κρήτης.
Εκδόθηκε η απόφαση 269/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 543/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 269/2013 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, κατά το μέρος της που απέρριψε, ως μη νόμιμη, την από 11.04.2012 αγωγή ακύρωσης της αναιρεσείουσας, ως προς τον λόγο της περί ακυρότητας, λόγω εικονικότητας, της ρήτρας διαιτησίας που εμπεριέχεται στην από 20.12.2006 σύμβαση έργου και παρέπεμψε την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτείτο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 72/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 07.02.2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: «αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών». Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 897 και 899 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η διαιτητική απόφαση μπορεί ν’ ακυρωθεί μόνον με δικαστική απόφαση, που εκδίδεται μετά από την άσκηση αγωγής ακυρώσεως ενώπιον του αρμόδιου Εφετείου και μόνον για κάποιο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 897 του ίδιου Κώδικα λόγους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση κατά την οποία η συμφωνία για τη διαιτησία είναι άκυρη (άρθρο 897 αρ. 1 ΚΠολΔ).
Τον προκείμενο ακυρωτικό λόγο της διαιτητικής απόφασης, θεμελιώνει η έλλειψη των προϋποθέσεων που ορίζει ο νόμος (άρθρα 867, 869 ΚΠολΔ), για την έγκυρη κατάρτιση της διαιτητικής συμφωνίας, η έλλειψη δε των προϋποθέσεων αυτών πρέπει να εκτίθεται στην αγωγή ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, για τη νομική βασιμότητα αυτής (ΑΠ 543/2017).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 867, 868 και 870 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η διαιτητική συμφωνία αποτελεί αυτοτελή δικονομικού δικαίου συμφωνία, η οποία σαφώς διακρίνεται από την ουσιαστική κύρια σύμβαση στην οποία αναφέρεται, είναι δε ανεξάρτητη και αυτοτελής, χωρίς να επηρεάζεται από την πρώτη, έστω και αν ενσωματώνεται στο ίδιο κείμενο.
Η αυτοτέλεια αυτή της διαιτητικής συμφωνίας, που έχει ως συνέπεια το ανεπηρέαστο αυτής από την τύχη της κυρίας συμβάσεως, σε περίπτωση ακυρότητας της τελευταίας δεν συμπαρασύρει, εκ του λόγου τούτου και μόνο, σε ακυρότητα και την διαιτητική συμφωνία, διότι δεν υπάρχει διάταξη νόμου, η οποία να ορίζει, ότι καθίσταται αναγκαίως ή αυτοδικαίως άκυρη η διαιτητική συμφωνία, οσάκις είναι άκυρη και η σύμβαση ή η έννομη σχέση στην οποία αφορά.
Αντίθετα, μάλιστα, η ανωτέρω παθογένεια της ενοχής του ουσιαστικού δικαίου αποτελεί και το αντικείμενο της ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου δίκης (ΑΠ 359/2018, ΑΠ 543/2017, ΑΠ 877/2000).
Τέλος, κατά το άρθρο 138 ΑΚ «Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι εικονική είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως, η οποία εν γνώσει του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και αποσκοπεί στην δημιουργία εντυπώσεως στους τρίτους περί της μεταβολής στην υφιστάμενη νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής. Εικονικότητα δε μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας, όσο και επί συμβάσεως, στην τελευταία, όμως, περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητας της συμβάσεως απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο, αρκεί δηλαδή το γεγονός ότι η δήλωση των δικαιοπρακτούντων είναι προσχηματική και δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται (ΑΠ 752/2020, ΑΠ 480/2019, ΑΠ 1427/2017).
Περαιτέρω, με το άρθρο 7 του Ν. 3299/2004 «Κίνητρα Ιδιωτικών Επενδύσεων για την Οικονομική Ανάπτυξη και την Περιφερειακή Σύγκλιση» ορίζεται ότι:
«1. Υποβολή αιτήσεων υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος.
α) Αιτήσεις επενδύσεων [...], υποβάλλονται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους ως εξής: [...]
3. Την αίτηση υπαγωγής της παραγράφου 1 συνοδεύουν υποχρεωτικά τα ακόλουθα δικαιολογητικά:
α) Οικονομοτεχνική μελέτη.
β) Αποδεικτικό καταβολής χρηματικού ποσού, το ύψος του οποίου καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης […]»,
κατά δε το άρθρο 8 του ιδίου νόμου:
«1. Καταβολή της επιχορήγησης του κόστους επένδυσης.
α) Η καταβολή του ποσού της επιχορήγησης πραγματοποιείται σε δόσεις ως εξής:
i) Το 50% του ποσού της επιχορήγησης καταβάλλεται μετά την υλοποίηση του 50% της επένδυσης και μετά από πιστοποίηση του αρμόδιου οργάνου ελέγχου του άρθρου 7 ότι υλοποιήθηκε το τμήμα αυτό του έργου και ότι ο επενδυτής συμμορφώθηκε με τους όρους και τις προϋποθέσεις της απόφασης υπαγωγής.
ii) Το υπόλοιπο 50% του ποσού της επιχορήγησης καταβάλλεται μετά την πιστοποίηση της ολοκλήρωσης και της έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης από το αρμόδιο όργανο ελέγχου του άρθρου 7. [...].
β) Η πιστοποίηση της ολοκλήρωσης της επένδυσης και έναρξης της παραγωγικής της λειτουργίας γίνεται μετά από αίτηση του επενδυτή, η οποία κατατίθεται μαζί με τα απαιτούμενα παραστατικά στην αρμόδια υπηρεσία το αργότερο εντός έξι (6) μηνών από τη λήξη της προθεσμίας ολοκλήρωσης της επένδυσης, όπως αυτή ισχύει. Τα απαιτούμενα παραστατικά που συνοδεύουν την αίτηση του επενδυτή για τον έλεγχο, την πιστοποίηση της ολοκλήρωσης της επένδυσης και έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της, ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών [...]».
Σε εκτέλεση των άνω διατάξεων του άρθρου 8 του Ν. 3299/2004, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 48116/2005 Υ.Α. «Καθορισμός των δικαιολογητικών και των παραστατικών για τον έλεγχο των επενδύσεων που ενισχύθηκαν με τα κίνητρα της επιχορήγησης ή και της επιδότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3299/2004», στο άρθρο 1 της οποίας ορίζεται ότι:
«Για την διενέργεια των ελέγχων προκειμένου να πιστοποιηθεί α) η πρόοδος των έργων και β) η ολοκλήρωση και η έναρξη παραγωγικής λειτουργίας των επενδύσεων, που ενισχύθηκαν με το κίνητρο της επιχορήγησης ή και της επιδότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3299/2004, ορίζονται τα ακόλουθα δικαιολογητικά και παραστατικά:
1. Αίτηση του φορέα του επενδυτικού σχεδίου στην υπηρεσία που εκδόθηκε η απόφαση υπαγωγής.
[...].
8. Παραστατικά και στοιχεία υλοποίησης και ολοκλήρωσης του επενδυτικού σχεδίου. - Συμβάσεις εκτέλεσης κατασκευής των επενδυτικών έργων (πολιτικού μηχανικού, μηχανολόγου, εργολάβου κλπ), θεωρημένες από την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία. - Τεχνική περιγραφή του επενδυτικού έργου (ανά κατηγορία) που έχει υλοποιηθεί μέχρι την συγκεκριμένη φάση, υπογεγραμμένης από τον αρμόδιο μηχανικό (τεχνικό) της εταιρείας. - Καταστάσεις όλων των τιμολογίων κ.λ.π. παραστατικών του έργου που έχει υλοποιηθεί (ανά κατηγορία δαπάνης και ανά προμηθευτή), σύμφωνα με την απόφαση υπαγωγής της επένδυσης, υπογεγραμμένες από τον υπεύθυνο του λογιστηρίου και του νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας, όπως παρουσιάζονται σε υπόδειγμα που παρέχεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Η κάθε κατάσταση θα συνοδεύεται από φωτοαντίγραφα όλων των τιμολογίων και λοιπών παραστατικών (δελτία αποστολής, φορτωτικά, διασαφήσεις, CMR, packing list,) με τα παραστατικά εξόφλησής τους (εξοφλητικές αποδείξεις προμηθευτών, εντάλματα πληρωμής επενδύτριας εταιρείας, αποδείξεις τραπεζικών εμβασμάτων, φωτοτυπίες επιταγών, αντίγραφα extre τραπεζών). Τα πρωτότυπα των παραπάνω στοιχείων θα πρέπει να είναι συγκεντρωμένα προκειμένου να ελεγχθούν και να σφραγισθούν από το Όργανο Ελέγχου [...]».
Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
(α) ο έλεγχος της υλοποίησης της επένδυσης πραγματοποιείται από τα αρμόδια όργανα, με βάση τους όρους και τις προϋποθέσεις του αναπτυξιακού νόμου, των κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεών του εκδιδόμενων κανονιστικών αποφάσεων και των αποφάσεων υπαγωγής στο νόμο αυτό. Τα εν λόγω όργανα διενεργούν επιτόπιους ελέγχους και κατόπιν συντάσσουν εκθέσεις, που περιλαμβάνουν, με πλήρη τεκμηρίωση και αναλυτική προσέγγιση, τόσο κατά το φυσικό / τεχνικό αντικείμενο του έργου όσο και ως προς τις δαπάνες και την αξία του, δηλαδή το οικονομικό του μέρος, που πραγματοποιήθηκε μέχρι την ημερομηνία διενέργειας του ελέγχου. Με βάση τις εκθέσεις αυτές και κατόπιν προσκόμισης από το φορέα της επένδυσης των απαιτούμενων δικαιολογητικών, καταβάλλεται σε δόσεις το ποσό της δημόσιας επιχορήγησης.
(β) Για τη διενέργεια ελέγχου υποβάλλεται αίτηση από το φορέα της επένδυσης. Εντός ενός (1) μηνός από την κατάθεση της αίτησης συγκροτείται το προαναφερόμενο Κεντρικό Όργανο Ελέγχου, το οποίο εντός δύο (2) μηνών από τη συγκρότησή του υποβάλλει έκθεση ελέγχου. Για τη διενέργεια του ελέγχου απαιτείται να υπάρχουν τα προβλεπόμενα στην ΥΑ 48116/19.12.2005 δικαιολογητικά και παραστατικά σχετικά με την υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου. Σε αυτά περιλαμβάνονται καταστάσεις όλων των τιμολογίων (σύμφωνα με το υπόδειγμα που παρέχουν οι αρμόδιες υπηρεσίες), που αφορούν στο υλοποιηθέν κατά κατηγορία δαπάνης και ανά προμηθευτή έργο, συνοδευόμενες από φωτοαντίγραφα όλων των τιμολογίων και των παραστατικών εξόφλησής τους.
(γ) Ο έλεγχος διενεργείται υποχρεωτικά τουλάχιστον σε δύο χρονικά στάδια, το πρώτο είναι αυτό κατά το οποίο πιστοποιείται η εκτέλεση του 50% της επένδυσης, που συνδέεται με την καταβολή της πρώτης δόσης της επιχορήγησης και το δεύτερο είναι το στάδιο κατά το οποίο πιστοποιείται η ολοκλήρωση της επένδυσης και η έναρξη της παραγωγικής της λειτουργίας, οπότε καταβάλλεται το δεύτερο ήμισυ της επιχορήγησης. Επομένως, η υποβολή αιτήματος για συγκρότηση οργάνου Α' ελέγχου, έλεγχο και πιστοποίηση του 50% της επένδυσης, προϋποθέτει ότι το φυσικό και οικονομικό αντικείμενο του σχεδίου έχει υλοποιηθεί κατά το ποσοστό αυτό, διότι σε αυτό αναφέρεται η αίτηση και όχι σε μελλοντική, τυχαία και απροσδιόριστη, κατάσταση. Κατά συνέπεια, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης και δεδομένου ότι ο έλεγχος μπορεί να διενεργηθεί έκτοτε, ο φορέας της επένδυσης οφείλει να τεκμηριώνει με τα αντίστοιχα τιμολόγια και παραστατικά την πραγματοποίηση δαπανών και την υλοποίηση του έργου σε ποσοστό 50% (Ελ.Συν. 1450/2018).
[II] Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής:
Οι Ι. Π., Σ. Σ. και Ι. Τ., ως μέλη της κοινοπραξίας με την επωνυμία «Κοινοπραξία Π. Ι. - Σ. Σ. - Ι. Τ.», άσκησαν κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Ξενοδοχειακαί και Τουριστικαί Επιχειρήσεις Γ.Κ. και Σία Α.Ε.» την από 08.12.2008 αίτηση διαιτησίας ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών του Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί η καθ’ ης ανώνυμη εταιρία να τους καταβάλει τα αναλυτικώς αναφερόμενα ποσά, που αφορούσαν:
α) το υπόλοιπο της εργολαβικής τους αμοιβής από καταρτισθείσα μεταξύ της κοινοπραξίας και της ανώνυμης εταιρίας σύβαση έργου, β) καταβληθείσες εκ μέρους της κοινοπραξίας και για λογαριασμό της εργοδότριας εταιρίας ασφαλιστικές εισφορές του ΙΚΑ και γ) διάφορες λοιπές δαπάνες. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1/2012 απόφαση διαιτησίας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση και υποχρεώθηκε η καθ’ ης ανώνυμη εταιρία να καταβάλει στους αιτούντες το συνολικό ποσό των 838.922,27 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η άνω ανώνυμη εταιρία την από 11.04.2012 αγωγή ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, με την οποία ζητούσε την ακύρωσή της, επικαλούμενη: α) ότι η περί διαιτησίας συμφωνία είναι εικονική και άρα άκυρη, β) επικουρικά ότι η σύμβαση έργου είναι άκυρη ως αισχροκερδής και αντικείμενη στα χρηστά ήθη, γ) ότι ο συμβληθείς για λογαριασμό της Γ.Κ.
δεν είχε εξουσιοδότηση συνομολόγησης ρήτρας διαιτησίας και δ) ότι η απόφαση εκδόθηκε καθ' υπέρβαση της παρασχεθείσας στο διαιτητή εξουσίας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 269/2013 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, που απέρριψε τους υπό στοιχ. α’ και β’ λόγους της αγωγής ως μη νόμιμους και τους υπό στοιχ.
γ’ και δ’ λόγους ως ουσία αβάσιμους και συνακόλουθα και την αγωγή στο σύνολό της.
Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία άσκησε την από 07.05.2014 αίτηση αναιρέσεως και τους από 12.09.2014 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 543/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε η άνω απόφαση, κατά το μέρος της που απέρριψε, ως μη νόμιμη, την από 11.04.2012 αγωγή ακύρωσης της αναιρεσείουσας, ως προς τον λόγο της περί ακυρότητας, λόγω εικονικότητας, της ρήτρας διαιτησίας που εμπεριέχεται στην από 20.12.2006 σύμβαση έργου, αφού έγινε δεκτό ότι στην αγωγή διαλαμβάνονταν όλα τα απαραίτητα περιστατικά του πραγματικού των άρθρων 138 ΑΚ και 897 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Στη συνέχεια η ενάγουσα με την από 16.06.2017 κλήση της επανέφερε προς συζήτηση την άνω αγωγή της, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, ως δικαστηρίου παραπομπής, το οποίο με την υπ’ αριθ. 72/2018 απόφασή του απέρριψε τον εξεταζόμενο λόγο της αγωγής περί εικονικότητας της διαιτητικής συμφωνίας ως ουσία αβάσιμο και συνακόλουθα και την αγωγή καθ’ ο μέρος αφορά τον άνω λόγο.
Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχτηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής:
«| Οι εναγόμενοι Ι. Π., Σ. Σ. και Ι. Τ. με το από 20 Δεκεμβρίου 2006 ιδιωτικό συμφωνητικό συνέστησαν κοινοπραξία με την επωνυμία «Κοινοπραξία Π. Ι. - Σ. Σ.- Ι. Τ.», ωστόσο τούτου μη υποβληθέντος σε άλλες διατυπώσεις δημοσιότητας, πλην της κατάθεσής του στην αρμόδια για τη φορολόγηση της κοινοπραξίας Δ.Ο.Υ., η κοινοπραξία ουδέποτε απέκτησε νομική προσωπικότητα. Μοναδικός σκοπός της κοινοπραξίας ήταν η ανάληψη και εκτέλεση του έργου της ανακαίνισης και του εκσυγχρονισμού των ξενοδοχειακών συγκροτημάτων με τους διακριτικούς τίτλους ... και ..., ιδιοκτησίας της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας.
Μεταξύ του Ι. Π., ορισθέντος με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό νομίμου εκπροσώπου της κοινοπραξίας (εργολάβου) και του Γ. Κ., νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας (εργοδότριας), υπεγράφη στις 20 Δεκεμβρίου 2006 ιδιωτικό συμφωνητικό επιγραφόμενο «σύμβαση έργου». Στο άρθρο 21 αυτού ορίζονταν (κατά γράμμα αντιγραφόμενα) τα εξής:
«Κάθε διαφορά των συμβαλλομένων μερών από την παρούσα σύμβαση, είτε ως προς την ερμηνεία της παρούσας σύμβασης και της συνημμένης συγγραφής υποχρεώσεων, είτε ως προς την εκτέλεση του έργου, θα επιλύεται με διαιτησία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 867 επ. ΚΠολΔ. Τα συμβαλλόμενα μέρη ορίζουν ως διαιτητή τον Πρόεδρο Πρωτοδικών του Πρωτοδικείου Ρεθύμνου (κατά το χρόνο συζήτησης της προσφυγής). Ο διαιτητής λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Κατά της διαιτητικής απόφασης επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του Προέδρου Εφετών του Εφετείου Κρήτης (κατά το χρόνο συζήτησης της προσφυγής), εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της διαιτητικής απόφασης, Ως προς τις προϋποθέσεις και τους λόγους της προσφυγής εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το ένδικο μέσο της έφεσης. Για την εκδίκαση της προσφυγής κατά της διαιτητικής απόφασης εφαρμόζεται ανάλογα η διαδικασία της πρωτοβάθμιας διαιτητικής δίκης. Η συμφωνία διαιτησίας δεν αποκλείει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με τα άρθρα 682 επ. ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Η συμφωνία διαιτησίας διέπεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο».
Με τον εν προκειμένω ελεγχόμενο λόγο ακύρωσης ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι η περί διαιτησίας συμφωνία, που περιλήφθηκε στην έγγραφη σύμβαση με τους αντιδίκους της, είναι άκυρη λόγω εικονικότητας, αφού αυτή, όπως και η σύμβαση στο σύνολό της, δεν υπεγράφη από τα αντισυμβαλλόμενα μέρη σπουδαίως, αλλά μόνο κατά το φαινόμενο, με τη συμφωνία να μην ισχύει γενικώς ως προς κάθε όρο της, αλλά και ειδικώς ως προς το άρθρο 21. Ως επιχείρημα για την υποστήριξη του ισχυρισμού της αυτού εκθέτει η ενάγουσα ότι οι εργασίες για το έργο που αφορούσε η επίδικη σύμβαση είχαν ήδη αρχίσει από τις 18 Νοεμβρίου 2006, μάλιστα δε στις 15 Δεκεμβρίου 2006 είχε καταβάλει στην εργολάβο κοινοπραξία μέρος της αμοιβής της, με την παράδοση σε αυτή επιταγής ποσού 150.000 ευρώ. Ότι συνεπώς δεν υπήρχε λόγος να προχωρήσουν σε υπογραφή οποιασδήποτε συμβάσεως, η έγγραφη κατάρτιση της οποίας επιβλήθηκε ενόψει της επιδότησης μέρους της δαπάνης του έργου από την Περιφέρεια Κρήτης, η οποία τότε (Δεκέμβριο 2006) ζήτησε από την ανώνυμη εταιρία να της προσκομίσει είτε τη σύμβαση έργου είτε προσφορές των επί μέρους εργολάβων, που αναλάμβαναν την εκτέλεση τμημάτων του έργου.
Επ’ αυτού λεκτέα είναι τα εξής:
Με την υπ’ αριθ. πρωτ. .../02.08.2006 αίτησή της προς την Περιφέρεια Κρήτης ζήτησε η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία την υπαγωγή στις διατάξεις του ν. 3299/2004 επενδυτικού της σχεδίου, για τον εκσυγχρονισμό ολοκληρωμένης μορφής των ξενοδοχειακών μονάδων "..." και "...", συνολικής δαπάνης 1.994.770 ευρώ. Επ' αυτής η κατ' άρθρο 7 του ν. 3299/2004 επιτροπή με την από 26 Οκτωβρίου 2006 κατά την 29η συνεδρίασή της απόφαση γνωμοδότησε ομόφωνα υπέρ της ενίσχυσης του επενδυτικού σχεδίου της ανώνυμης εταιρίας για συνολική δαπάνη 1.850.000 ευρώ.
Κατόπιν αυτών με την υπ’ αριθ. πρωτ. ΔΙΣΑ/.../.../Ν 3299/04 από 27 Οκτωβρίου 2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης αποφασίστηκε η υπαγωγή της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας στις διατάξεις του ν. 3299/2004 «για την ενίσχυση επενδυτικού σχεδίου της, με το κίνητρο της επιχορήγησης, (...) συνολικής δαπάνης ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων πενήντα χιλιάδων (1.850.000) ευρώ» (άρθρο 1 της απόφασης).
Σύμφωνα με αυτά, κατά τον αναφερόμενο από την ενάγουσα χρόνο έναρξης των εργασιών ανακαίνισης στα ξενοδοχειακά συγκροτήματά της (το Νοέμβριο 2006) είχε ήδη εκδοθεί η απόφαση για την επιδότησή της, χωρίς από κανένα στοιχείο να προκύπτει ότι υπήρχε οποιαδήποτε εκκρεμότητα ή έλλειψη. Ούτε όμως και στη συνέχεια προέκυψε ότι η αρμόδια Περιφέρεια Κρήτης ζήτησε από την ενάγουσα ανώνυμη εταιρία έγγραφη σύμβαση ή προσφορές εργολάβων, προκειμένου να αρχίσει «τάχιστα η καταβολή της επιδοτήσεως του έργου», όπως στην αίτησή της εκθέτει.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 της ως άνω απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης, το 50% της επιχορήγησης θα καταβαλόταν μετά την υλοποίηση του 50% της επένδυσης και μετά από πιστοποίηση του αρμόδιου κατ’ άρθρο 7 του ν. 3299/2004 ελεγκτικού οργάνου, το δε υπόλοιπο 50% θα καταβαλόταν μετά την πιστοποίηση της ολοκλήρωσης και της έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης από το ίδιο πάλι αρμόδιο ελεγκτικό όργανο (άρθρο 4), χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη έγγραφης συμβάσεως ή προσφορών των εργολάβων.
Σε κάθε περίπτωση, τυχόν σχετικό αίτημα για προσκόμιση πρόσθετων στοιχείων – κατά τα κρατούντα στις συναλλαγές με τις δημόσιες υπηρεσίες, ιδίως σε θέματα που διέπονται από μία τυπικότητα στη διαδικασία, όπως εν προκειμένω – θα αναμενόταν να γίνει εγγράφως ή τουλάχιστον εγγράφως να αποδεικνύεται η συμμόρφωση του διοικουμένου προς το αίτημα της υπηρεσίας.
Εν προκειμένω, δεν εξηγείται ποια ήταν η σκοπιμότητα ή η χρησιμότητα μίας τέτοιας έγγραφης σύμβασης, όταν μάλιστα, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 3299/2004, την αίτηση υπαγωγής στις διατάξεις του συνόδευε υποχρεωτικά (άλλως η αίτηση δεν θα εξεταζόταν και θα ετίθετο στο αρχείο) οικονομοτεχνική μελέτη, στην οποία προφανώς θα αναφέρονταν τα σχετικά με το είδος των εργασιών και το κόστος αυτών, που είχε υπολογιστεί από την αιτούσα σε 1.994.770 ευρώ, ενώ σε κανέναν όρο της σύμβασης ή σε διάταξη του σχετικού νόμου η έγκριση, η υλοποίηση ή οποιοδήποτε άλλο θέμα συνδέεται με το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που θα εκτελέσουν το έργο, στοιχείο αδιάφορο για την επιχορήγηση.
Πολύ δε περισσότερο, ακόμα κι αν γινόταν δεκτό ότι ήταν απαραίτητη η ύπαρξη έγγραφης σύμβασης έργου, δεν εξηγείται ποια ήταν η σκοπιμότητα να εμφανισθεί στην Περιφέρεια Κρήτης ότι μεταξύ των αντισυμβαλλομένων συνομολογήθηκε και σύμβαση διαιτησίας για την εκτέλεση του επιχορηγηθέντος έργου. Ο ισχυρισμός ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας υπέγραψε τη σύμβαση χωρίς να τη διαβάσει ελέγχεται με τους κανόνες της κοινής πείρας και τη λογική, ενόψει του ότι πρόκειται για έναν έμπειρο περί τις συναλλαγές επιχειρηματία, που ασφαλώς γνωρίζει τη σοβαρότητα και την αποδεικτική ισχύ μίας έγγραφης σύμβασης, εν προκειμένω μάλιστα με μεγάλο οικονομικό αντικείμενο.
Τα υπόλοιπα επιχειρήματα της ενάγουσας περί της εικονικότητας της σύμβασης διαιτησίας αφορούν την εικονικότητα όρων της συμβάσεως έργου, σχετικών κυρίως με το ύψος της αμοιβής της εργολάβου κοινοπραξίας (όπως ενδεικτικά ότι, αν και χρησιμοποιήθηκα πλακίδια β' διαλογής, δεν μειώθηκε αντίστοιχα η τιμή τους, ότι δεν υπεγράφη έγγραφο για τις πρόσθετες εργασίες, ότι στους πίνακες της σύμβασης που αφορούν τις πρόσθετες εργασίες αναφέρονται λάθος ποσότητες, ότι σε μεταγενέστερη επιμέτρηση η αμοιβή της εναγομένης υπολογίστηκε σε ποσοστό 14,50% επί του κόστους του έργου και ότι στη σύμβαση υπάρχει εν γένει υπερτιμολόγηση των εργασιών και του κόστους αγοράς των απαιτούμενων υλικών) καθώς και σχετικών με την τήρηση τυπικών διαδικασιών (όπως ενδεικτικά ότι δεν υπεγράφη έγγραφο για τις πρόσθετες εργασίες, ότι δεν έγινε έγγραφη παράδοση και παραλαβή του έργου, ότι δεν έγινε συγγραφή υποχρεώσεων), η απόδειξη των οποίων θα οδηγήσει ενδεχομένως στην παραδοχή εικονικότητας της σύμβασης έργου, όχι όμως και αυτής της διαιτησίας, που εμφανίζει αυτοτέλεια έναντι της πρώτης.
Ομοίως, εικονικότητα της ρήτρας διαιτησίας δεν μπορεί να συναχθεί και εκ του ότι, αν και οι εργασίες άρχισαν το Νοέμβριο 2006, στη σύμβαση έργου αναφέρεται ότι αυτές θα άρχιζαν μετά την έκδοση των οικοδομικών αδειών (που κατά την ενάγουσα έλαβαν χώρα ακόμα και μετά το χρόνο παράδοσης σε αυτήν του έργου αποπερατωμένου) ή εκ του ότι υπάρχει διαφορά κατά πέντε (5) στο συνολικό αριθμό των δωματίων των συγκροτημάτων, στα οποία θα γίνονταν εργασίες ή εκ του ότι τα ποσά στα εκδοθέντα από την εναγομένη εργολάβο μετά από την ολοκλήρωση του έργου τιμολόγια δεν έχουν σχέση με τις εκτελεσθείσες εργασίες.
Συνοψίζοντας λοιπόν όλα τα ανωτέρω, ενόψει του ότι η ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε στο δικονομικό της βάρος να αποδείξει ότι η συνομολογηθείσα σύμβαση διαιτησίας ήταν εικονική, γιατί δεν ανταποκρινόταν στην αληθή βούληση των σε αυτή συμβληθεισών ανώνυμης εταιρίας και κοινοπραξίας, αλλά έγινε μόνο κατά το φαινόμενο και όχι σοβαρά, ο σχετικός (και μόνος εν προκειμένω εξεταζόμενος) λόγος της αγωγής της πρέπει ως ουσιαστικά αβάσιμος να απορριφθεί [...]|».
[III] Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε την από 11.04.2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας, καθ’ ο μέρος της αφορά τον περί εικονικότητας της σύμβασης διαιτησίας λόγο, κατά τον οποίο και μόνο είχε αναιρεθεί η προηγηθείσα 269/2013 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138 του ΑΚ και 897 αρ. 1 του ΚΠολΔ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αφού οι ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό των ως άνω διατάξεων και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται, κατά την έρευνα του λόγου περί εικονικότητας της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσης συμφωνίας διαιτησίας και δη σε σχέση με το επικαλούμενο από την ενάγουσα προς υποστήριξη του λόγου αυτού επιχείρημα ότι οι εργασίες για το έργο που αφορούσε η επίδικη σύμβαση είχαν ήδη αρχίσει από τις 18 Νοεμβρίου 2006, και συνεπώς δεν υπήρχε λόγος να προχωρήσουν σε υπογραφή οποιασδήποτε συμβάσεως, η έγγραφη κατάρτιση της οποίας επιβλήθηκε ενόψει της επιδότησης μέρους της δαπάνης του έργου από την Περιφέρεια Κρήτης, η οποία τότε (Δεκέμβριο 2006) ζήτησε από την ανώνυμη εταιρία να της προσκομίσει τη σύμβαση έργου, α) ότι κατά τον αναφερόμενο από την ενάγουσα χρόνο έναρξης των εργασιών ανακαίνισης στα ξενοδοχειακά συγκροτήματά της (το Νοέμβριο 2006) είχε ήδη εκδοθεί η απόφαση για την επιδότησή της, χωρίς από κανένα στοιχείο να προκύπτει ότι υπήρχε οποιαδήποτε εκκρεμότητα ή έλλειψη, και β) ότι ούτε και στη συνέχεια προέκυψε ότι η αρμόδια Περιφέρεια Κρήτης ζήτησε από την ενάγουσα ανώνυμη εταιρία έγγραφη σύμβαση ή προσφορές εργολάβων.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 της ως άνω απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κρήτης, το 50% της επιχορήγησης θα καταβαλόταν μετά την υλοποίηση του 50% της επένδυσης και μετά από πιστοποίηση του αρμόδιου κατ' άρθρο 7 του ν. 3299/2004 ελεγκτικού οργάνου, το δε υπόλοιπο 50% θα καταβαλόταν μετά την πιστοποίηση της ολοκλήρωσης και της έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης από το ίδιο πάλι αρμόδιο ελεγκτικό όργανο (άρθρο 4), χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη έγγραφης συμβάσεως ή προσφορών των εργολάβων.
Ρητά δηλαδή αναφέρεται ότι στην ως άνω εγκριτική της επιδότησης απόφαση δεν τίθεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη έγγραφης συμβάσεως ή προσφορών των εργολάβων και όχι ότι δεν τίθεται τέτοια προϋπόθεση από τις διατάξεις του άρθρου 8 της ΥΑ 48116/2005, ώστε να τίθεται ζήτημα παραβίασης των διατάξεων αυτών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως.
Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, ο έλεγχος της υλοποίησης της επένδυσης πραγματοποιείται, μετά από αίτηση του φορέα της επένδυσης, σε δύο χρονικά στάδια, το πρώτο των οποίων είναι αυτό κατά το οποίο πιστοποιείται η εκτέλεση του 50% της επένδυσης, που συνδέεται με την καταβολή της πρώτης δόσης της επιχορήγησης, τα δε αρμόδια όργανα διενεργούν επιτόπιους ελέγχους και κατόπιν συντάσσουν εκθέσεις, με βάση τις οποίες και κατόπιν προσκόμισης από το φορέα της επένδυσης των απαιτούμενων δικαιολογητικών, καταβάλλεται σε δόσεις το ποσό της δημόσιας επιχορήγησης, στάδιο στο οποίο, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν βρισκόταν η επένδυση κατά το χρόνο της καταρτίσεως της άνω συμβάσεως έργου και της περιεχομένης σ’ αυτήν ρήτρας διαιτησίας, ώστε να τεθούν στη διάθεση των ελεγκτών τα προβλεπόμενα στην ΥΑ 48116/19.12.2005 δικαιολογητικά και παραστατικά σχετικά με την υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου.
Σε κάθε δε περίπτωση, ρητά αναφέρεται στην απόφαση ότι δεν προέκυψε ότι η αρμόδια Περιφέρεια Κρήτης ζήτησε από την ενάγουσα ανώνυμη εταιρία έγγραφη σύμβαση και εν τέλει ότι, κι αν ακόμη γινόταν δεκτό ότι ήταν απαραίτητη η ύπαρξη έγγραφης σύμβασης έργου, δεν εξηγείται ποια ήταν η σκοπιμότητα να εμφανισθεί στην Περιφέρεια Κρήτης ότι μεταξύ των αντισυμβαλλομένων συνομολογήθηκε και σύμβαση διαιτησίας για την εκτέλεση του επιχορηγηθέντος έργου.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων και δη των διατάξεων της ΥΑ 48116/19.12.2005.
[IV] Εξάλλου, το Εφετείο, κρίνοντας όπως πιο πάνω αναφέρεται και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ’ αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του περί μη εφαρμογής του άρθρου 138 ΑΚ, το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες).
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η επίδικη σύμβαση έργου, αναφέρει και αναλύει τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που προέβαλε η αναιρεσείουσα προς υποστήριξη του λόγου περί ακυρότητας της άνω σύμβασης ως εικονικής, ότι δηλαδή η έγγραφη κατάρτιση της σύμβασης επιβλήθηκε ενόψει της επιδότησης μέρους της δαπάνης του έργου από την Περιφέρεια Κρήτης, η οποία τότε (Δεκέμβριο 2006) ζήτησε από την ανώνυμη εταιρία να της προσκομίσει είτε τη σύμβαση έργου είτε προσφορές των επί μέρους εργολάβων, που αναλάμβαναν την εκτέλεση τμημάτων του έργου, και καταλήγει στην απορριπτική κρίση της, δεχόμενη ότι η επίμαχη συμφωνία διαιτησίας δεν έγινε εικονικά, καθόσον κατά τον αναφερόμενο από την ενάγουσα χρόνο έναρξης των εργασιών ανακαίνισης στα ξενοδοχειακά συγκροτήματά της (το Νοέμβριο 2006) είχε ήδη εκδοθεί η απόφαση για την επιδότησή της, χωρίς από κανένα στοιχείο να προκύπτει ότι υπήρχε οποιαδήποτε εκκρεμότητα ή έλλειψη, ενώ ούτε και στη συνέχεια προέκυψε ότι η αρμόδια Περιφέρεια Κρήτης ζήτησε από την ενάγουσα ανώνυμη εταιρία έγγραφη σύμβαση ή προσφορές εργολάβων, σε κάθε δε περίπτωση, δεν εξηγείται ποια ήταν η σκοπιμότητα να εμφανισθεί στην Περιφέρεια Κρήτης ότι μεταξύ των αντισυμβαλλομένων συνομολογήθηκε και σύμβαση διαιτησίας για την εκτέλεση του επιχορηγηθέντος έργου.
Περαιτέρω, καμία αντίφαση δεν υφίσταται μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι «Ο ισχυρισμός ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας υπέγραψε τη σύμβαση χωρίς να τη διαβάσει ελέγχεται με τους κανόνες της κοινής πείρας και τη λογική, ενόψει του ότι πρόκειται για έναν έμπειρο περί τις συναλλαγές επιχειρηματία, που ασφαλώς γνωρίζει τη σοβαρότητα και την αποδεικτική ισχύ μίας έγγραφης σύμβασης, εν προκειμένω μάλιστα με μεγάλο οικονομικό αντικείμενο» και της επόμενης παραδοχής σύμφωνα με την οποία «Τα υπόλοιπα επιχειρήματα της ενάγουσας περί της εικονικότητας της σύμβασης διαιτησίας αφορούν την εικονικότητα όρων της συμβάσεως έργου, σχετικών κυρίως με το ύψος της αμοιβής της εργολάβου κοινοπραξίας [...] καθώς και σχετικών με την τήρηση τυπικών διαδικασιών [...] , η απόδειξη των οποίων θα οδηγήσει ενδεχομένως στην παραδοχή εικονικότητας της σύμβασης έργου, όχι όμως και αυτής της διαιτησίας, που εμφανίζει αυτοτέλεια έναντι της πρώτης [...].
Ομοίως, εικονικότητα της ρήτρας διαιτησίας δεν μπορεί να συναχθεί και εκ του ότι, αν και οι εργασίες άρχισαν το Νοέμβριο 2006, στη σύμβαση έργου αναφέρεται ότι αυτές θα άρχιζαν μετά την έκδοση των οικοδομικών αδειών ή εκ του ότι υπάρχει διαφορά κατά πέντε (5) στο συνολικό αριθμό των δωματίων των συγκροτημάτων, στα οποία θα γίνονταν εργασίες ή εκ του ότι τα ποσά στα εκδοθέντα από την εναγομένη εργολάβο μετά από την ολοκλήρωση του έργου τιμολόγια δεν έχουν σχέση με τις εκτελεσθείσες εργασίες [...]», δεδομένης της παραδοχής ότι η συμφωνία διαιτησίας εμφανίζει αυτοτέλεια ως προς την κύρια σύμβαση έργου, από την οποία δεν επηρεάζεται έστω και αν ενσωματώνεται στο ίδιο κείμενο.
Επομένως, ο τρίτος και ο έκτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αβάσιμοι.
[V] Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την περί αυτών απόδειξη (ΑΠ 648/2019).
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, δεχόμενη ότι «Ο ισχυρισμός ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας υπέγραψε τη σύμβαση χωρίς να τη διαβάσει ελέγχεται με τους κανόνες της κοινής πείρας και τη λογική, ενόψει του ότι πρόκειται για έναν έμπειρο περί τις συναλλαγές επιχειρηματία, που ασφαλώς γνωρίζει τη σοβαρότητα και την αποδεικτική ισχύ μίας έγγραφης σύμβασης, εν προκειμένω μάλιστα με μεγάλο οικονομικό αντικείμενο», υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεχόμενη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, με την επίκληση κανόνων της κοινής πείρας και τη λογική, οι οποίοι, εν προκειμένω, άγουν στο αντίθετο συμπέρασμα, λαμβάνοντας υπόψη τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε εδραιωθεί μεταξύ των εκπροσώπων των δύο συμβαλλομένων από προηγούμενες συνεργασίες. Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο την κρίση του για το ως άνω ζήτημα σχημάτισε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά αφού έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, με την επισημείωση μάλιστα ότι αυτά λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Η δε περαιτέρω προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμη την προβληθείσα ένσταση εικονικότητας της συμφωνίας διαιτησίας, κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
[VI] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997). Εξάλλου, κατά την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 897 περ. 1 του ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί αν η συμφωνία για τη διαιτησία είναι άκυρη. Τέτοια ακυρότητα υφίσταται, μεταξύ άλλων, και όταν η εν λόγω συμφωνία καταρτίστηκε κατά παράβαση του άρθρου 65 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ήτοι χωρίς να υπάρχει εξουσιοδότηση για την ενέργεια αυτής. Η τελευταία αυτή διάταξη αφορά όχι μόνο στους νομίμους αντιπροσώπους τω φυσικών προσώπων, αλλά και στους εκπροσώπους των νομικών προσώπων, πλην όμως εφαρμόζεται μόνον όταν ο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου καταρτίζει ως εντολοδόχος και πληρεξούσιος τη συμφωνία για διαιτησία, που αποφασίστηκε από το βουλητικό όργανο του νομικού προσώπου και όχι όταν οι σχετικές πράξεις γίνονται ευθέως από το ίδιο το όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου ή από τον υποκατάστατο αυτού (ΑΠ 472/2016).
Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (ολΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 1401/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη προταθέντα πράγματα όσον αφορά την έλλειψη εξουσιοδοτήσεως του διαχειριστή και εκπροσώπου της κοινοπραξίας των αναιρεσιβλήτων να συνομολογήσει ρήτρα διαιτησίας και δη ότι με τις προτάσεις της ενώπιον του δικάζοντος μετ' αναίρεση Εφετείου, ισχυρίσθηκε ότι από τους παρατιθέμενους όρους του καταστατικού της κοινοπραξίας των αναιρεσιβλήτων, που συνεστήθη την ίδια ημέρα που υπογράφηκε και η επίμαχη σύμβαση έργου, ουδόλως διαφαίνεται ότι ο διαχειριστής και εκπρόσωπος της κοινοπραξίας είχε τη δυνατότητα να συνομολογήσει ρήτρα διαιτησίας, όπως απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 65 παρ. 2 του ΑΚ .
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον αναφέρεται σε σφάλμα του Εφετείου που δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό περί ελλείψεως εξουσιοδοτήσεως του νομίμου εκπροσώπου της κοινοπραξίας των αναιρεσιβλήτων για τη συνομολόγηση της επίμαχης συμφωνίας διαιτησίας, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε στο Εφετείο από την αναιρεσείουσα – ενάγουσα με λόγο της αγωγής ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως, όπως έπρεπε, αλλά όπως ρητά αναφέρεται στο αναιρετήριο προβλήθηκε με τις προτάσεις της, ενώ δεν συντρέχει κάποια εξαίρεση από εκείνες που ορίζονται στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
[VII] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ, αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που η αναιρεσείουσα προσκόμισε νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη της αβασιμότητας της αγωγής και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του:
α) την περιεχόμενη στο από 08.04.2010 πρακτικό διαιτησίας κατάθεση του εκπροσώπου της Δ. Κ.,
β) την κατάθεση του μάρτυρά του Ε. Τ., που περιέχεται στις σελ. 73 έως 102 του άνω πρακτικού,
γ) την κατάθεση της Μ. Κ., που έχει καταχωριστεί στην με αριθ. .../2010 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ελ. Τζιράκη,
δ) την κατάθεση του Γ. Σ., που περειέχεται στην με αριθ. .../2010 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ελ. Τζιράκη,
ε) το από 20.12.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό,
στ) την τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Κ. Φ.,
ζ) την με αριθ. .../2009 ένορκη βεβαίωση του αλουμινοκατασκευαστή Ν. Κ. και
η) την από 12.08.2008 επιμέτρηση του Ι. Π. .
Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του « [...] τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται α) τα ταυτάριθμα με τη διαιτητική απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, στα οποία περιέχονται οι ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης και οι χωρίς όρκο καταθέσεις του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου και β) οι προσκομιζόμενες από αμφότερες τις διάδικες πλευρές ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης μεταξύ των διαδίκων δίκης και δη της διαιτητικής δίκης και συνεπώς λαμβάνονται εν προκειμένω υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [...] καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ)» και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί εικονικότητας της επίμαχης σύμβασης έργου και δη της εμπεριεχομένης σ' αυτήν συμφωνίας διαιτησίας, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, που μέμφεται την απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος.
Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσία αβάσιμη την προβληθείσα ένσταση εικονικότητας της συμφωνίας διαιτησίας, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
[VIII] Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 Φεβρουαρίου 2019 αίτηση της Ανώνυμης Ξενοδοχειακής εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Γ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΑΕ», για αναίρεση της υπ' αριθ. 72/2018 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ