Supreme Court dismisses appeal as lower court correctly applied prior ruling on unjust enrichment claim validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of the plaintiffs' claim for unjust enrichment. The plaintiffs argued the lower court failed to comply with a prior Supreme Court decision, but the Court found the First Instance Court correctly ruled the claim legally valid while rejecting it on substantive grounds. The Court held that the lower court's decision to dismiss the claim on merits did not violate the binding precedent regarding the claim's legal admissibility.
Legislator headnote
AI generatedArt. 249 KPolD; Art. 106, 176, 183, 191 KPolD: The binding force of a Supreme Court decision limits the scope of review to the specific legal issue resolved, allowing the lower court to reject the claim substantively without violating the precedent if the claim remains legally valid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1193 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1193/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Α. του Α., κατοίκου .... 2.Ν. Φ. του Σ., κατοίκου ...,.3.Κ. Σ. - Θ. του Β., κατοίκου .... 4.Τ. Β. του Δ., κατοίκου ... 5.Κ. Δ. του Ο., κατοίκου ....6.Δ. Φ. του Ν., κατοίκου ... 7.Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ... 8. Μ. Α. του Κ., κατοίκου ... 9.Δ. Γ. του Β., κατοίκου ... 10.Τ. Π. του Ν., κατοίκου ... 11.Μ. Α. του Λ., κατοίκου ... 12.Χ. Ν. - Δ. του Χ. κατοίκου ... 13.Σ. Δ. του Ι., κατοίκου ... που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Φιλιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Πρώην Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και πλέον ως καθολικός διάδοχός του, το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αναστασίας Καλογεροπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 206/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2567/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 26-2-2016 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 217/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο εκδόθηκε στη συνέχεια η 4759/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-1-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 30-1-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 4759/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά την αναίρεση με την υπ' αριθμ. 217/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, της υπ' αριθμ. 2567/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την από 2-4-2012 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 206/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την από 29-3-2010 αγωγή αυτών, έκανε δεκτή την έφεση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη στο σύνολό της. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 29-3-2010 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθεσαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) στις 10-10-2005 οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη, πέμπτη, έβδομη, όγδοη και ένατος των εναγόντων, στις 15-7-2008 η τέταρτη εξ αυτών, στις 21-11-2005 η έκτη, στις 25-8-2005 η δέκατη και ο δωδέκατος, στις 29-8-2005 η ενδέκατη και στις 29-7-2008 η δέκατη τρίτη, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2639/1998 (άρθρο 20), προκειμένου να απασχοληθούν στις διοικητικές υπηρεσίες και τις μονάδες υγειονομικής περίθαλψης των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης ανά την Ελλάδα και να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, σε εκτέλεση σχετικού εργασιακού προγράμματος (stage) και με βάση την από 30-11-2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ).
Ότι η αρχική σύμβασή τους, διάρκειας 18 μηνών, προσχηματικά αναγραφόταν ως Συμφωνητικό Συνεργασίας στο Πλαίσιο του Προγράμματος για την απόκτηση Εργασιακής Εμπειρίας Ανέργων στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και τον ΟΑΕΔ ..., ενώ στην πραγματικότητα τους ανατέθηκαν καθήκοντα, η φύση και οι συνθήκες παροχής των οποίων είχε όλα τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, καθόσον τελούσαν υπό τον έλεγχο, τις οδηγίες και την εποπτεία του αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα:
α) παρείχαν την εργασία τους σταθερά στις υπηρεσίες που τοποθετήθηκαν, εργαζόμενοι επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και από ώρα 07.30 έως 14.30, β) τηρούσαν ημερήσιο ωράριο προσέλευσης- αποχώρησης, το οποίο καταγράφονταν στα Ημερήσια Δελτία Παρουσίας Προσωπικού, γ) κατά την εκτέλεση της εργασίας τους τελούσαν υπό την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, τα οποία τους κατένειμαν σε συγκεκριμένες θέσεις εργασίας, καθόριζαν τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντά τους, επόπτευαν, έλεγχαν και ενέκριναν την εργασία τους και έλεγχαν την τήρηση του ωραρίου τους, δ) αμείβονταν με σταθερό ποσό ημερησίως και συγκεκριμένα με 30 ευρώ οι πτυχιούχοι ΑΕΙ, ΤΕΙ ή άλλων ισότιμων τίτλων σπουδών και με 25 ευρώ οι διπλωματούχοι ΙΕΚ, απόφοιτοι Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης και ΤΕΛ ή άλλων ισότιμων τίτλων σπουδών και ε) ενώ, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, τοποθετήθηκαν σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους στις υπηρεσίες του εναγομένου είχαν τα περιγραφόμενα για τον καθένα από αυτούς καθήκοντα και αρμοδιότητες, τα οποία είναι καθήκοντα των μονίμων υπαλλήλων αυτού και καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.
Ότι, με την …/…-6-2007 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΑΕΔ αποφασίσθηκε η παράταση των συμβάσεων των εναγόντων για δώδεκα (12) ακόμη μήνες (πλην της τέταρτης και της δέκατης τρίτης) και καταρτίσθηκε νέο πρόγραμμα, στο οποίο υπήχθησαν με νέα συμφωνητικά συνεργασίας, απασχολούμενοι έως τις 6-1-2010 οι πρώτη και δεύτερη, έως τις 8-1-2010 η τρίτη, έως τις 17-1-2010 η πέμπτη, έως τις 27-1-2010 η έκτη, έως τις 26-2-2010 η έβδομη, έως τις 2-3-2010 η όγδοη, έως τις 9-4-2010 ο ένατος και έως τις 31-1-2010 οι δέκατη, ενδέκατη και δωδέκατος των εναγόντων.
Ότι το εναγόμενο, κατά την ημερομηνία λήξης των συμφωνητικών συνεργασίας, έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταγγέλοντας με τον τρόπο αυτό τη σύμβασή τους, πλην όμως η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, γιατί έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο, χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Ότι με βάση τα ανωτέρω και την επίκληση ότι, στην πραγματικότητα η συνδέουσα τα διάδικα μέρη σύμβαση ήταν αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και όχι της απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, αφού η απασχόλησή τους ήταν όπως και των άλλων τακτικών υπαλλήλων στις υπηρεσίες που τοποθετήθηκαν, έφερε, δηλαδή, τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εξ' αρχής, διότι η πρόσληψή τους με σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της εργασίας που παρείχαν, ούτε υπαγορευόταν από άλλο ειδικό λόγο, αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες των υπηρεσιών του εναγομένου, αλλά έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον με τις υπηρεσίες τους κάλυπταν συνεχώς από την πρόσληψή τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ζήτησαν, επικαλούμενοι τις διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ, 1 και 8 του ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, τα εξής: 1) να αναγνωρισθεί ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, 2) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της ατομικής συμβάσεως εργασίας καθενός από αυτούς, 3) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους στις ίδιες θέσεις που κατείχαν πριν την απόλυσή τους, 4) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για μισθολογικές διαφορές και αποδοχές του αναφερόμενου χρονικού διαστήματος (για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποζημίωση λόγω μη χορηγήσεως ετήσιας άδειας ανάπαυσης και επίδομα αδείας, καταβληθέντων και καταβλητέων αποδοχών κ.λ.π., καθώς και μισθούς υπερημερίας, άλλως αποζημίωση απόλυσης) και όλα αυτά τα ποσά σύμφωνα με τις αποδοχές των άλλων εργαζομένων του εναγομένου με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, επικουρικά δε ποσά ίσα με αυτά που θα λάμβαναν αν υπήρχε η δυνατότητα να αναγνωρισθεί ο πραγματικός χαρακτήρας της σχέσης που τους συνδέει με το εναγόμενο ως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου βάσει της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και όλως επικουρικά, αν ήθελε κριθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας τους ήταν άκυρες, με δεδομένο ότι εκτελέσθηκαν και οι ενάγοντες παρείχαν ακριβώς την ίδια εργασία, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, τις αποδοχές που θα λάμβανε κάθε άλλος εργαζόμενος με έγκυρη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 206/2012 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμα τα αιτήματα για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης της δεύτερης ενάγουσας και ως παραγεγραμμένα τα αιτήματα καταβολής μισθών υπερημερίας, άλλως αποζημίωσης απόλυσης του ένατου ενάγοντος. Ακολούθως έκανε δεκτή την αγωγή των πρώτου έως όγδοου και δέκατου έως δέκατου τρίτου των εναγόντων και εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς τον ένατο ενάγοντα και ειδικότερα αναγνώρισε ότι οι πρώτοι εξ' αυτών συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους ήταν άκυρη, υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και επίσης αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει τα αναλυτικά αναφερόμενα για τον καθένα χρηματικά ποσά.
Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε την από 2-4-2012 και υπ' αριθμ. καταθ. 1320/2012 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2567/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου, η οποία δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δικάζοντας επί της ως άνω αγωγής, απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη, δεχόμενο ότι οι ενάγοντες δεν συνδέονταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά με σύμβαση μαθητείας και δε δικαιούνται έτσι τις αντίστοιχες αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, ούτε και με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού οι διατάξεις των άρθρων 904 επομ.
ΑΚ, οι οποίες είναι επιβοηθητικές, εφαρμόζονται σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, ενώ για τον ίδιο λόγο δεν δικαιούνται δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, δεδομένου ότι αυτά δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου οι εργαζόμενοι που συνδέονται με τον εργοδότη τους έστω και με απλή σύμβαση εργασίας, που στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται.
Κατά της απόφασης αυτής και κατά το μέρος που απέρριψε την από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 26-2-2016 αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 217/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δέχθηκε ότι το Εφετείο με την κρίση του ότι είναι μη νόμιμη η επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1α του Συντάγματος, 20 παρ. 15 του ν. 2639/1998, 32 παρ. 12 του ν. 3234/2004, 648 επ., 904 επ.
ΑΚ και στη συνέχεια κάνοντας δεκτό τον από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, έκανε δεκτή την αίτηση για αναίρεση της ως άνω υπ' αριθμ. 2567/2014 αποφάσεως και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, το Εφετείο, με το να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και να απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή, όσον αφορά την επικουρική βάση της περί υπάρξεως απλής σχέσης εργασίας, σύμφωνα με την οποία οι συμβάσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, μπορεί κατά νόμο να είναι άκυρες, λειτούργησαν όμως στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου και, συνεπώς, δικαιούνταν οι ενάγοντες να λαμβάνουν κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού την αμοιβή που θα ελάμβαναν άλλοι, αντί αυτών, εργαζόμενοι, απασχολούμενοι με έγκυρη σχέση εργασίας, εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις.
Δηλαδή, παρότι οι αναιρείοντες στο αγωγικό δικόγραφο, εξέθεταν λεπτομερώς περισσότερα του ενός συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στοιχεία, με βάση τα οποία ισχυρίζονταν ότι οι καταρτισθείσες και συνδέουσες αυτούς με το αναιρεσίβλητο-επιτρεπόμενες κατά νόμο επιδοτούμενες συμβάσεις εργασίας- και ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό τους ως Συμφωνητικών Συνεργασίας στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και τον ΟΑΕΔ", ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ως τέτοιες λειτούργησαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και όχι ως συμβάσεις αποκτήσεως εργασιακής εμπειρίας, αιτούμενοι, ενόψει αυτών, τις αναφερόμενες μισθολογικές διαφορές, αποζημιώσεις και επιδόματα, ως προς αυτά, ουδέν περί της νομικής επάρκειας της αγωγής διέλαβε, με βάση τα ιστορούμενα σε αυτή, σε κάθε δε περίπτωση εξέθεταν ότι κάλυπταν κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα τόσο της αρχικής, όσο και της μεταγενέστερης σύμβασης, τις ίδιες ανάγκες που κάλυπταν και οι τακτικοί υπάλληλοι του αναιρεσιβλήτου, εκτελώντας ολοκληρωμένα προς τούτο καθήκοντα, υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των οργάνων του, σε τρόπο ώστε η αγωγή, έχοντας το προεκτεθέν περιεχόμενο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό με το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, να παρίσταται ως νόμιμη.
Μετά την έκδοση της ως άνω υπ' αριθμ. 217/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου και την παραπομπή της υπόθεσης στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4759/2018 απόφαση αυτού, η οποία, αφού έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ'αριθμ. 206/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάζοντας επί της αγωγής κατά την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της, έκρινε αυτή νόμιμη σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση του Αρείου Πάγου, πλην όμως την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν, ενώ δεν επιτρέπεται να ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1136/2018, ΑΠ 944/2017).
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, 4/2014, 7/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 6/2019, 8/2018, 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες . Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην έκθεση, ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984), δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 449/2019).
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης ή ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης κ.λπ. (ΑΠ Ολομ. 8/2013, 14/2004, ΑΠ 237/2019, 71/2019 ).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την προαναφερόμενη έννοια, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία, καθώς και εκείνοι οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους, στη βαρύτητα ενός αποδεικτικού μέσου και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου πορίσματος, που διατυπώθηκε στην απόφαση σαφώς, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4759/2018 απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, έκανε δεκτά τα ακόλουθα: Ότι με την υπ'αριθμ. ΥΑ 3302/2004, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 13 παρ.1του ν. 3302/2004, με θέμα "Πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (Stage), στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης", που εκδόθηκε λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του Ν.2434/1996 (ΦΕΚ/188/Α) "Μέτρα πολιτικής για την απασχόληση και την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση και άλλες διατάξεις", των παρ.1 και 15 του άρθρου 20 του Ν.2639/1998 "Ρύθμιση εργασιακών σχέσεων, σύσταση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 205/Α/2.9.1998), της παρ.12 του άρθρου 32 του Ν. 3232/2004 "Θέματα Κοινων.
Ασφάλισης και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 48/Α/12.2.2004), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 3302/2004 (ΦΕΚ 267/Α/28.12.2004), του άρθρου 27 του Ν. 2081/1992 (ΦΕΚ 154/Α/1992) που προστέθηκε το άρθρο 29 του Ν. 1558/1985 (ΦΕΚ 137/Α) όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2469/1997 (ΦΕΚ 38/Α), την αναγκαιότητα παρέμβασης του ΟΑΕΔ στην αγορά εργασίας για την απόκτηση πρακτικής εμπειρίας ανέργων πτυχιούχων και αποφοίτων σχολών νεοεισερχομένων στην αγορά εργασίας και την υπ'αριθμ…./….11.2004 απόφαση του Δ.Σ.
του ΟΑΕΔ (αριθμ. συνεδρ. …/....11.2004), αποφασίσθηκε η κατάρτιση του ως άνω προγράμματος πανελλαδικά, και συγκεκριμένα καταρτίστηκε πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (Stage) 2.867 ανέργων, ηλικίας 22 - 40 ετών, στις υπηρεσίες των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης. Ειδικότερα, κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω Υπουργική Απόφαση : "........
Το πρόγραμμα αφορά την απασχόληση 2.867 ανέργων (εγγεγραμμένων στα μητρώα ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ.) στις διοικητικές υπηρεσίες και τις μονάδες υγειονομικής περίθαλψης των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης ανά την Ελλάδα, για χρονική περίοδο δεκαοκτώ (18) μηνών, σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα :........ Σκοπός του προγράμματος είναι:
Η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, η προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στον τομέα της ειδίκευσης τους, ανέργων πτυχιούχων Α.Ε.Ι., Τ.Ε.Ι., διπλωματούχων I.E.Κ., αποφοίτων Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης, Τ.Ε.Λ., Ε.Π.Λ. Τ.Ε.Ε. Β' Κύκλου. Η εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης στην διεκπεραίωση των εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών.
Η εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών των μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης. 2. ..... Η διάρκεια του προγράμματος ορίζεται στους δεκαοκτώ (18) μήνες, εκ των οποίων ένας (1) μήνας αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, καθώς και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και δεκαεπτά (17) μήνες αφορούν τοποθέτηση σε θέσεις του τομέα της ειδίκευσης τους για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. 3. ...........
Υπεύθυνος φορέας για την υλοποίηση, διαχείριση, παρακολούθηση, αξιολόγηση και έλεγχο του προγράμματος ορίζεται ο Ο.Α.Ε.Δ. Δικαιούχοι φορείς υλοποίησης ορίζονται οι αναφερόμενοι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης. 4. .........14.2.........Ότι σε υλοποίηση των ως άνω, υπογράφηκαν μεταξύ, αφενός μεν του πρώτου εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ήδη Ε.Φ.Κ.Α., ως φορέα υλοποίησης και του Ο.Α.Ε.Δ., ως υπεύθυνου φορέα, και αφετέρου των εναγόντων, συμφωνητικά συνεργασίας με τίτλο "Συμφωνητικό Συνεργασίας στο Πλαίσιο του Προγράμματος για την Απόκτηση Εργασιακής Εμπειρίας Ανέργων στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και τον ΟΑΕΔ (STAGE ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ)".
Ειδικότερα, στις 23.9.2005 υπογράφηκε το Συμφωνητικό Συνεργασίας της πρώτης ενάγουσας και αυτή τοποθετήθηκε στο Υποκ/μα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αμαρουσίου με διάρκεια σύμβασης από 10.10.2005 έως 9.4.2007. Η πρώτη ενάγουσα είναι πτυχιούχος Λογιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας του Τ.Ε.Ι. Μεσολογγίου και εργάστηκε στο Β' Τμήμα Εσόδων του ΙΚΑ.
Στις 23.9.2005 υπογράφηκε το Συμφωνητικό Συνεργασίας της δεύτερης ενάγουσας και αυτή τοποθετήθηκε στο Υποκ/μα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αμαρουσίου με διάρκεια σύμβασης από 10.10.2005 έως 9.4.2007. Η δεύτερη ενάγουσα είναι πτυχιούχος της Γαλλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκε σε θέση ΠΕ Διοικητικού στο ΙΚΑ. Στις 23.9.2005 υπογράφηκε το Συμφωνητικό Συνεργασίας της τρίτης ενάγουσας και αυτή τοποθετήθηκε στο Υποκ/μα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αμαρουσίου, με διάρκεια σύμβασης από 10.10.2005 έως 9.4.2007.
Η τρίτη ενάγουσα είναι πτυχιούχος του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και εργάστηκε σε θέση ΠΕ Διοικητικού στο ΙΚΑ (τμήμα οικοδομικών). Στις 23.9.2005 υπογράφηκε το Συμφωνητικό Συνεργασίας της τέταρτης ενάγουσας και αυτή τοποθετήθηκε στο Τ.Σ.Α.Υ.
με διάρκεια σύμβασης από 6.10.2005 έως 5.4.2007. Η τέταρτη ενάγουσα είναι απόφοιτος του Γενικού Λυκείου και εργάστηκε σε θέση ΔΕ Διοικητικού στο ΙΚΑ. Την 23.9.2005 υπογράφηκε το Συμφωνητικό Συνεργασίας της πέμπτης ενάγουσας και αυτή τοποθετήθηκε στο Υποκ/μα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αμαρουσίου με διάρκεια σύμβασης από 10.10.2005 έως 9.4.2007.
Η πέμπτη ενάγουσα είναι απόφοιτος του Γενικού Λυκείου και εργάστηκε σε θέση ΔΕ Διοικητικού στο ΙΚΑ (Πρωτόκολλο Τ.Μ.Υ., παραλαβή -διεκπεραίωση έκτακτης νοσοκομειακής περίθαλψης, αρχείο). Στις 11.11.2005 υπογράφηκε το Συμφωνητικό Συνεργασίας της έκτης ενάγουσας και αυτή τοποθετήθηκε στο Υποκ/μα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αμαρουσίου με διάρκεια σύμβασης από 21.11.2005 έως 20.5.2007.
Η έκτη ενάγουσα είναι απόφοιτος του Γενικού Λυκείου και εργάστηκε στο Τμήμα Β' Εσόδων του ΙΚΑ. Στις 23.9.2005 υπογράφηκε το Συμφωνητικό Συνεργασίας της έβδομης ενάγουσας και αυτή τοποθετήθηκε στο Υποκ/μα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αμαρουσίου με διάρκεια σύμβασης από 10.10.2005 έως 9.4.2007. Η έβδομη ενάγουσα είναι απόφοιτος του Γενικού Λυκείου και εργάστηκε σε θέση ΔΕ Διοικητικού στο ΙΚΑ (τμήμα οικοδομικών έργων).
Στις 23.9.2005 υπογράφηκε το Συμφωνητικό Συνεργασίας της όγδοης ενάγουσας και αυτή τοποθετήθηκε στο Υποκ/μα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αμαρουσίου με διάρκεια σύμβασης από 10.10.2005 έως 9.4.2007. Η όγδοη ενάγουσα είναι απόφοιτος του Τεχνικού Λυκείου και εργάστηκε στο Τμήμα Α' Εσόδων του ΙΚΑ. Στις 23.9.2005 υπογράφηκε το Συμφωνητικό Συνεργασίας του ένατου ενάγοντα και αυτός τοποθετήθηκε στο Υποκ/μα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αμαρουσίου με διάρκεια σύμβασης από 10.10.2005 έως 9.4.2007.
Ο ένατος ενάγων είναι απόφοιτος του Γενικού Λυκείου και εργάστηκε στο Τμήμα Β' Εσόδων του ΙΚΑ. Την 10.8.2005 υπογράφηκε το Συμφωνητικό Συνεργασίας της δέκατης ενάγουσας και αυτή τοποθετήθηκε στο ΙΚΑ ... με διάρκεια σύμβασης από 25.8.2005 έως 23.2.2007. Η δέκατη ενάγουσα είναι απόφοιτος του Γενικού Λυκείου και εργάστηκε στο Τμήμα Παροχών Ασφαλισμένων του ΙΚΑ.
Στις 10.8.2005 υπογράφηκε το Συμφωνητικό Συνεργασίας της ενδέκατης ενάγουσας και αυτή τοποθετήθηκε στο ΙΚΑ ... με διάρκεια σύμβασης από 29.8.2005 έως 28.2.2007. Η ενδέκατη ενάγουσα είναι απόφοιτος του Γενικού Λυκείου και εργάστηκε σε θέση ΔΕ Διοικητικού στο ΙΚΑ (Τμήμα Εσόδων-Κοινές Επιχ/σεις). Στις 10.8.2005 υπογράφηκε το Συμφωνητικό Συνεργασίας του δωδέκατου ενάγοντα και αυτός τοποθετήθηκε στο ΙΚΑ ...
με διάρκεια σύμβασης από 25.8.2005 έως 25.2.2007. Ο δωδέκατος ενάγων είναι απόφοιτος του Γενικού Λυκείου και εργάστηκε σε θέση ΔΕ Διοικητικού στο ΙΚΑ (Τμήμα Εσόδων). Και στις 25.6.2008 υπογράφηκε το Συμφωνητικό Συνεργασίας της δέκατης τρίτης ενάγουσας και αυτή τοποθετήθηκε στο Υποκ/μα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αιγάλεω με διάρκεια σύμβασης από 29.7.2008 έως 29.1.2010.
Η δέκατη τρίτη ενάγουσα είναι πτυχιούχος του Τμήματος Κλωστοϋφαντουργίας του Τ.Ε.Ι Πειραιά και εργάστηκε σε θέση ΔΕ Διοικητικού στο ΙΚΑ. Ακολούθως, με την υπ'αριθμ.14654/276/10.4.2008 ΥΑ "Πρόγραμμα Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας (Stage) στις υπηρεσίες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" καταρτίστηκε νέο πρόγραμμα "stage" και υπήχθησαν σε αυτό με νέα συμφωνητικά συνεργασίας οι περισσότεροι από τους ενάγοντες.
Η διάρκεια του προγράμματος ορίστηκε στους δεκαοκτώ (18) μήνες, εκ των οποίων ένας (1) μήνας αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, καθώς και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον, και δεκαεπτά (17) μήνες αφορούν τοποθέτηση σε θέσεις του τομέα της ειδίκευσης τους για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας. Δέχεται, περαιτέρω το εφετείο ότι στις 25.6.2008 υπογράφηκε νέο Συμφωνητικό Συνεργασίας της πρώτης ενάγουσας και αυτή απασχολήθηκε στο Υποκ/μα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αμαρουσίου από 7.7.2008 έως 6.1.2010.
Στις 25.6.2008 υπογράφηκε νέο Συμφωνητικό Συνεργασίας της δεύτερης ενάγουσας και αυτή απασχολήθηκε στο Υποκ/μα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αμαρουσίου από 7.7.2008 έως 6.1.2010. Στις 3.7.2008 υπογράφηκε νέο Συμφωνητικό Συνεργασίας της τρίτης ενάγουσας και αυτή απασχολήθηκε στο Υποκ/μα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αμαρουσίου από 9.7.2008 έως 8.1.2010. Στις 30.6.2008 υπογράφηκε νέο Συμφωνητικό Συνεργασίας της τέταρτης ενάγουσας και αυτή απασχολήθηκε στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αμαρουσίου από 15.7.2008 έως 14.1.2010.
Στις 4.7.2008 υπογράφηκε νέο Συμφωνητικό Συνεργασίας της πέμπτης ενάγουσας και αυτή απασχολήθηκε στο Υποκ/μα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αμαρουσίου από 18.7.2008 έως 17.1.2010. Στις 9.7.2008 υπογράφηκε νέο Συμφωνητικό Συνεργασίας της έκτης ενάγουσας και αυτή απασχολήθηκε στο Υποκ/μα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αμαρουσίου από 28.7.2008 έως 27.1.2010. Στις 8.8.2008 υπογράφηκε νέο Συμφωνητικό Συνεργασίας της έβδομης ενάγουσας και αυτή απασχολήθηκε στο Υποκ/μα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αμαρουσίου από 27.8.2008 έως 26.2.2010.
Στις 21.8.2008 υπογράφηκε νέο Συμφωνητικό Συνεργασίας της όγδοης ενάγουσας και αυτή απασχολήθηκε στο Υποκ/μα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αμαρουσίου από 1.9.2008 έως 2.3.2010.Στις 9.7.2008 υπογράφηκε νέο Συμφωνητικό Συνεργασίας της δέκατης ενάγουσας και αυτή απασχολήθηκε στο ΙΚΑ ... από 1.8.2008 έως 31.1.2010. Στις 9.7.2008 υπογράφηκε νέο Συμφωνητικό Συνεργασίας της ενδέκατης ενάγουσας και αυτή απασχολήθηκε στο ΙΚΑ ...
από 1.8.2008 έως 31.1.2010. Στις 9.7.2008 υπογράφηκε νέο Συμφωνητικό Συνεργασίας του δωδέκατου ενάγοντα και αυτός απασχολήθηκε στο ΙΚΑ ... από 1.8.2008 έως 31.1.2010. Ότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στα εν λόγω συμφωνητικά, που έχουν πανομοιότυπο περιεχόμενο, οι ενάγοντες συμφώνησαν να συμμετέχουν στο επίμαχο πρόγραμμα, συνολικής διάρκειας 18 μηνών, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να το παρακολουθήσουν.
Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την τοποθέτησή τους σε θέση που θα τους προσέφερε το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, σύμφωνα με το σκοπό του συμφωνητικού συνεργασίας, και ανέλαβαν την υποχρέωση να εξασκηθούν με συνέπεια και να επιδείξουν επιμέλεια τόσο στη θεωρητική όσο και στην πρακτική εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον, διάρκειας ενός (1) μηνός, όσο και στην τοποθέτηση τους σε συγκεκριμένη θέση, η οποία θα ήταν σχετική με τον τομέα της ειδίκευσης τους για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, διάρκειας δεκαεπτά (17) μηνών.
Ότι οι ενάγοντες ολοκλήρωσαν το Πρόγραμμα STAGE και ασκήθηκαν στον φορέα υλοποίησης του προγράμματος, τόσο κατά τα αρχικά ως άνω χρονικά διαστήματα, όσο και κατά τα μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα. Για όλο τον προβλεπόμενο χρόνο θεωρητικής και πρακτικής άσκησης, ο Ο.Α.Ε.Δ. κατέβαλε στους ενάγοντες το προβλεπόμενο ποσό για κάθε ημέρα άσκησης.
Ότι οι ενάγοντες τηρούσαν ωράριο επτά (7) ωρών την ημέρα, που προβλέπονταν από τα συμφωνητικά συνεργασίας στα πλαίσια του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας STAGE, και όχι το ωράριο των μονίμων υπαλλήλων. Ακόμη, οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα -του οποίου και έκαναν χρήση - να απουσιάζουν αδικαιολόγητα κάποιες ημέρες, δυνατότητα την οποία στερούνται οι μόνιμοι υπάλληλοι.
Σύμφωνα με τα παραπάνω η τοποθέτηση των εναγόντων στις προαναφερθείσες θέσεις έγινε με κριτήριο τα προσόντα του κάθε ενάγοντα και δεν αποσκοπούσε στην εκτέλεση παραγωγικού έργου. Ότι η ως άνω τοποθέτηση αποσκοπούσε στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας των εναγόντων και όχι στην εξυπηρέτηση αναγκών των υπηρεσιών του πρώτου εναγόμενου, οι οποίες ανάγκες, πάντως (μόνιμες ή έκτακτες), δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν στο πρώτο εναγόμενο κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, τόσο των αρχικών συμφωνητικών όσο και των μεταγενέστερων.
Συνεπώς, κατά την κατάρτιση των επίδικων συμφωνητικών συνεργασίας, το εναγόμενο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ήδη Ε.Φ.Κ.Α., απέβλεψε στην εκπαίδευση των μαθητευόμενων-εναγόντων, γεγονός που οι τελευταίοι γνώριζαν και αποδέχθηκαν. Ότι σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων και δη με βάση τους όρους και τις προϋποθέσεις του επίμαχου Προγράμματος, οι ενάγοντες εκπαιδεύθηκαν, πράγματι, στα αντικείμενα που ήταν συναφή με τις γνώσεις και τα τυπικά τους προσόντα, απασχολούμενοι στις προαναφερθείσες θέσεις, χωρίς να υπόκεινται στον έλεγχο και την εποπτεία του εναγόμενου ΙΚΑ ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων τους και το τελευταίο δεν είχε δικαίωμα να παράσχει δεσμευτικές για τους ενάγοντες εντολές και οδηγίες για την προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους.
Η εργασία που παρείχαν δεν έγινε με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσής τους και της εξοικείωσής τους με το αντικείμενο τους. Ούτε προέκυψε οιαδήποτε σχέση εξάρτησης, κατά την έννοια του νόμου, ούτε πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών και συγκεκριμένα ότι οι ενάγοντες, αντίθετα με τα διαλαμβανόμενα στα συμφωνητικά συνεργασίας, απασχολήθηκαν, τελικά, εξυπηρετώντας αυξημένες ανάγκες του εναγόμενου, λαμβάνοντας εντολές από τους προϊσταμένους των αντίστοιχων υπηρεσιών και δεχόμενοι τον έλεγχο και την εποπτεία τους.
Με τα δεδομένα αυτά, δεν συνδέει τους διαδίκους, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά η σχέση που συνέδεε αυτούς προσιδιάζει, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, στη σύμβαση μαθητείας. Τούτο διότι οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν προεχόντως στην προαγωγή του ατομικού οφέλους των μέχρι τότε ανέργων εναγόντων με την επαγγελματική εκπαίδευσή τους και εξειδίκευσή τους, που παρείχε την προοπτική της επαγγελματικής αποκατάστασης τους, ως ατόμων που έχουν εξειδικευμένη εργασιακή εμπειρία, και δευτερευόντως και κατά αναγκαία συνέπεια στην, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, παροχή εκ μέρους των εναγόντων εργασίας.
Εξάλλου, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι τα προγράμματα απασχόλησης ανέργων, στα οποία συμμετείχαν οι ενάγοντες, αφορούσαν πολλούς φορείς απασχόλησης πανελλαδικά και όχι μόνο το εναγόμενο και ότι οι περισσότεροι των εναγόντων απασχολήθηκαν εκ νέου στο εναγόμενο όχι με πρωτοβουλία του τελευταίου αλλά στα πλαίσια νέου Προγράμματος STAGE, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός των εναγόντων για σχέση εργασίας, αλλά πρόκειται, όπως προαναφέρθηκε, για συμβάσεις μαθητείας.
Ειδικότερα, οι ενάγοντες γνώριζαν ότι υπέγραφαν σύμβαση μαθητείας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, σε εκτέλεση προγράμματος που θα ίσχυε πανελλαδικά, και έκαναν σχεδόν την ίδια εργασία που έκαναν και οι μόνιμοι υπάλληλοι, ούτε το εναγόμενο είχε αυξημένες ανάγκες, είτε έκτακτες, είτε διαρκείς, τόσο κατά τη σύναψη όσο και κατά την εκτέλεση των συμβάσεων, και οι συμβάσεις υπογράφηκαν και στη συνέχεια εκτελέστηκαν από τους διαδίκους με σκοπό την παροχή παραγωγικού έργου, ούτε οι ενάγοντες ελάμβαναν εντολές από τους προϊσταμένους των αντίστοιχων υπηρεσιών και δέχονταν τον έλεγχο και την εποπτεία τους.
Ότι οι ενάγοντες στα πλαίσια του προγράμματος που προσλήφθηκαν εκτελούσαν συναφή εργασία με τους μόνιμους υπαλλήλους προκειμένου να αποκτήσουν εξειδίκευση και εμπειρία και φυσικά φρόντιζαν να την κάνουν καλά. Με τον τρόπο αυτό οι ενάγοντες απέκτησαν σημαντική επαγγελματική εμπειρία στις θέσεις που τοποθετήθηκαν και εξοικειώθηκαν με το αντικείμενο της υπηρεσίας, στην οποία τοποθετήθηκε ο καθένας.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι διάδικοι δεν συνδέονταν μεταξύ τους με σχέση εργασίας επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αλλά οι συμβάσεις αποτελούν συμβάσεις μαθητείας, οι οποίες δεν μπορεί να χαρακτηριστούν ως άκυρες συμβάσεις εργασίας και επομένως δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ούτε και εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή κατά την επικουρική ως άνω από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με βάση τα περιστατικά που κατά τα παραπάνω αποδείχθηκαν, ότι δηλαδή η σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες με το εναγόμενο είχε το χαρακτήρα γνήσιας σύμβασης μαθητείας και όχι της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ουδόλως παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 648 επομ.
ΑΚ και 6 του ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την Π.Υ.Σ. 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 Εισ.Ν.Α.Κ) του άρθρου 33 του ν. 3302/2004 και 904 ΑΚ, καθώς και τις αναφερόμενες πιο πάνω Υπουργικές Αποφάσεις που θέσπισαν τα προγράμματα με βάση τα οποία απασχολήθηκαν οι ενάγοντες, δεδομένου ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα στοιχεία, με βάση τα οποία το Εφετείο προέβη στο χαρακτηρισμό των συμβάσεων αυτών ως συμβάσεων μαθητείας, ενώ δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων και ειδικότερα με τις παραδοχές του (Εφετείου) ότι, οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την τοποθέτησή τους σε θέση που θα τους προσέφερε το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας σύμφωνα με το συμφωνητικό συνεργασίας, τηρούσαν το ωράριο των επτά (7) ωρών την ημέρα που προβλεπόταν στα συμφωνητικά συνεργασίας στα πλαίσια του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, η τοποθέτησή τους αποσκοπούσε στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και όχι στην εξυπηρέτηση αναγκών των υπηρεσιών του εναγόμενου, οι οποίες ανάγκες, πάντως (μόνιμες ή έκτακτες), δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν στο εναγόμενο κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, ότι σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων και δη με βάση τους όρους και τις προϋποθέσεις του επίμαχου Προγράμματος, οι ενάγοντες εκπαιδεύθηκαν, πράγματι, στα αντικείμενα που ήταν συναφή με τις γνώσεις και τα τυπικά τους προσόντα, απασχολούμενοι στις προαναφερθείσες θέσεις, χωρίς να υπόκεινται στον έλεγχο και την εποπτεία του εναγόμενου ΙΚΑ ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων τους και το τελευταίο δεν είχε δικαίωμα να παράσχει δεσμευτικές για τους ενάγοντες εντολές και οδηγίες για την προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους, ότι η εργασία που παρείχαν δεν έγινε με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσής τους και της εξοικείωσής τους με το αντικείμενό τους, ότι δεν προέκυψε οιαδήποτε σχέση εξάρτησης, κατά την έννοια του νόμου, ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους προσιδιάζει, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, και τούτο διότι οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν προεχόντως στην προαγωγή του ατομικού οφέλους των μέχρι τότε ανέργων εναγόντων με την επαγγελματική εκπαίδευση τους και εξειδίκευση τους, που παρείχε την προοπτική της επαγγελματικής αποκατάστασής τους, ως ατόμων που έχουν εξειδικευμένη εργασιακή εμπειρία και δευτερευόντως και κατά αναγκαία συνέπεια στην, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, παροχή εκ μέρους των εναγόντων εργασίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αβάσιμοι. Όσον αφορά τις αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αιτιάσεις, ότι με βάση τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, εσφαλμένα έκρινε ότι η απασχόληση των εναγόντων έγινε στα πλαίσια του προγράμματος που προσλήφθηκαν για τις ανάγκες της εκπαίδευσής τους και της εξοικείωσής τους με το αντικείμενό τους, ενώ έπρεπε να κρίνει, ότι η απασχόλησή τους έγινε με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού με αυτές πλήττεται, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων νομικής θεμελίωσης του ως άνω λόγου στην διάταξη αυτή, η αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Για τον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτος ο λόγος αυτός και κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, παρόλο που αυτή δέχθηκε ότι η τοποθέτηση των εναγόντων έγινε σε συγκεκριμένες θέσεις των υποκαταστημάτων του εναγομένου και ότι οι ενάγοντες τηρούσαν το ωράριο που συμφωνήθηκε με τις συμβάσεις εργασίας και εκτελούσαν την ίδια εργασία, την οποία εκτελούσαν και οι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου, έκρινε ότι η συνδέουσα τους ενάγοντες και το εναγόμενο σχέση ήταν αυτή της γνήσιας σύμβασης μαθητείας.
Επίσης, οι αιτιάσεις που διατυπώνονται στον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες συνίστανται στο ότι, ενώ αυτή κρίνει ότι δεν υφίσταται σχέση εξαρτήσεως λόγω έλλειψης ελέγχου και εποπτείας του εναγομένου ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο εκτελέσεως των καθηκόντων των εναγόντων, δεν αιτιολογεί τους λόγους για τους οποίους, η τοποθέτηση των εναγόντων σε συγκεκριμένη θέση των Υποκαταστημάτων του, η απασχόλησή τους με συγκεκριμένο ωράριο και η εκτέλεση των εκ της θέσεως αυτής ανατεθέντων σ' αυτούς καθηκόντων δεν αποτελεί μονομερή προσδιορισμό από το εναγόμενο ως εργοδότη του τόπου, χρόνου και τρόπου εκτελέσεως των ανατεθέντων σ' αυτούς καθηκόντων, ανάγονται σε ελλείψεις ως προς την επάρκεια της κρίσης της, με την οποία το δικαστήριο δικαιολογεί το αποδεικτικό του πόρισμα, που με σαφήνεια καταλήγει.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 2/2008, 8/20016). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 92/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης με τον από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως έγγραφα και ειδικότερα: α) τις βεβαιώσεις συμμετοχής και ολοκλήρωσης προγράμματος stage ως Σχετ. 3, 23, 36, 47, 57, 71, 83794, 104, 113, 128, 143, 151, β) τα δελτία παρουσίας προσωπικού και Μηνιαία δελτία παρουσιών ως σχετ. 6, 11, 29, 51, 63, 64, 76 και 77, 97, 105, 158, γ) τη φόρμα ενεργοποίησης κωδικού χρήστη ως σχετ. 22, 115, 116, 129, 130, 145, 154, δ) την υπεύθυνη δήλωση φορέα υλοποίησης ως σχετ. 18, 34, 46, 56, 70, 82, 91, ε) την έκθεση αξιολόγησης του προγράμματος από την ασκούμενη ως σχετ. 61, 112, 133, 141 και στ) τη Συστατική Επιστολή ως σχετ. 12, από τα οποία, όπως ισχυρίζονται, αποδεικνύονται οι ισχυρισμοί τους.
Ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, ούτε οι ισχυρισμοί προς απόδειξη των οποίων έγινε η επίκληση και η προσκόμισή τους. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, και ειδικότερα ότι οι θέσεις στις οποίες τοποθετήθηκαν καλύπτονται από μόνιμο προσωπικό και εξυπηρετούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών του εναγομένου και ότι το αντικείμενο των ανατεθέντων σε καθένα εργασιών τους ταυτιζόταν με αυτό των παρεχομένων από το μόνιμο προσωπικό.
Όπως προκύπτει όμως από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης οι πραγματικοί αυτοί ισχυρισμοί, οι οποίοι είχαν προταθεί προς θεμελίωση της κύριας βάσης της αγωγής και κυρίως προς στήριξη του αιτήματος των εναγόντων της για αναγνώριση της σύμβασης που τους συνέδεε με το εναγόμενο ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αντιμετωπίστηκαν εκ των πραγμάτων από το δικαστήριο, αφού αυτό δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τους εν λόγω ισχυρισμούς (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 189/2017).
Επομένως ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 εδαφ. α' του ίδιου Κώδικα, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 4 οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 581παρ.1 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.
Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με τον λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1374/2019, 238/2018, 1354/2017, 137/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση ο προβαλλόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 18 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο το εφετείο δε συμμορφώθηκε προς την υπ'αριθμ. 217/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, με την ανωτέρω απόφαση αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 2567/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου μόνο ως προς το κεφάλαιο της απόρριψης ως μη νόμιμης της επικουρικής βάσης της αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το δε Δικαστήριο της παραπομπής, ενώπιον του οποίου συζητήθηκε εκ νέου η υπόθεση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4759/2018 απόφασή του, έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά την ως άνω βάση του και την απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, συμμορφώθηκε προς την υπ` αριθμ. 217/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Ειδικότερα, η δέσμευση του δικαστηρίου της παραπομπής εξαντλούταν στο θέμα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση, δηλαδή στο ότι η αγωγή ήταν νόμιμη ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Δεν ήταν όμως εξ' αυτού του λόγου υποχρεωμένο το Εφετείο να αχθεί και στην κατ` ουσίαν παραδοχή της αγωγής, καθόσον ως προς την κρίση του αυτή ούτε σε ενδοδιαδικαστική δέσμευση, ούτε σε ακυρωτικό έλεγχο υπόκειται.
Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση στο σύνολό της. Όσον αφορά το αίτημα των αναιρεσειόντων για αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης κατ'άρθρ. 249 ΚΠολΔ, εωσότου εκδοθεί απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ως προς το ζήτημα της νομιμότητας της εξ' αδικαιολόγητου πλουτισμού αξιώσεως σε περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση εργασίας είναι δια διατάξεως νόμου άκυρη, το οποίο έχει παραπεμφθεί σ' αυτή (Ολομέλεια) με την υπ'αριθμ. 186/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι απορριπτέο, καθόσον το ζήτημα αυτό, δε μπορεί να επηρεάσει την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, αφού ήδη έχει κριθεί η νομική βασιμότητα της επικουρικής αυτής βάσης κατά τα παραπάνω με την υπ' αριθμ. 217/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου και πλέον το παρόν Δικαστήριο, μετά τη συμμόρφωση του Εφετείου προς την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου ως προς τη νομική βασιμότητα της επικουρικής βάσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού και τη στη συνέχεια απόρριψη αυτής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, ελέγχει μόνο τις προαναφερόμενες αιτιάσεις κατά της απόφασης του Εφετείου, μέσα στα πλαίσια των λόγων αναίρεσης, που πλέον δεν αφορούν τη νομική βασιμότητα αυτής, που ήδη έχει κριθεί αμετάκλητα.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ 2 ΚΠολΔ), χωρίς να τυγχάνει εφαρμογής για τον υπολογισμό τους το άρθρο 22 παρ.1 και 3 του Ν. 3693/1957, που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι η προκείμενη δίκη δε διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (πρβλ.
ΑΠ 702/2015, ΑΠ 589/2015, ΑΠ 1467/2014, ΑΠ 1362/2013).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-1-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 4759/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ