Legislator Case Law & Legislation
1193/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on evidence sufficiency and procedural compliance.

Case Number 1193/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment in a labor dispute. The appellant argued that the appellate court relied on presumptions without sufficient evidence, violating procedural rules regarding proof standards. The court found the lower court's detailed reasoning and explicit reference to specific evidence sufficient to establish facts, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας άρθρο 559 παράγραφος 10; άρθρο 576 παράγραφος 2: The Supreme Court dismisses an appeal when the appellate court explicitly cites specific evidence to form its conviction, thereby avoiding the presumption of unsupported factual assertions.

Keywords

AI generated
labor dispute evidence sufficiency presumption of fact appeal admissibility procedural compliance conviction formation labor law

Cited Legislation

AI generated
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας άρθρο 559 παράγραφος 10
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας άρθρο 576 παράγραφος 1
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας άρθρο 576 παράγραφος 2
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας άρθρο 577 παράγραφος 1
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας άρθρο 577 παράγραφος 3
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας άρθρο 564 παράγραφος 1
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας άρθρο 566 παράγραφος 1
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας άρθρο 552
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας άρθρο 553
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας άρθρο 556
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας άρθρο 144
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας άρθρο 176
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας άρθρο 183
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας άρθρο 191 παράγραφος 2

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1193 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1193/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ετερόρρυθμης Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην .... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελισάβετ Διβανίδου-Βρακά, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: 1) Α. Σ. του Π., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, 2) Πρωτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Σωματείο Ιδιωτικών Υπαλλήλων και Εμποροϋπαλλήλων ..." που εδρεύει στην ...., νομίμως εκπροσωπούμενου, το οποίο δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2016 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν η 14/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 419/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-1-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 22-1-2018 και με αριθμό κατάθεσης 1/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 419/2017 απόφασης του Moνoμελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την εναγομένη κατά της 14/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας , εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 18-4-2016 (με αριθμό κατάθεσης 2/2016 ) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2. Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την ....65/21-6-2018 έκθεση επιδόσεως του K. Π., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Δράμας, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη για να παραστεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτή. Η αναιρεσίβλητη, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).

3. Κατά το άρθρο 82 εδ. γ Κ.Πολ.Δ. αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 81 παρ. 3 εδ. α του ίδιου κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, συνάγεται ότι η κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο του αναιρετηρίου είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να επιδίδεται και προς εκείνον που δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και είχε στη δίκη επί της ουσίας από την οποία προήλθε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ κάποιου από τους κύριους διαδίκους, πρέπει δε αυτός να καλείται από τον επισπεύδοντα σε κάθε επόμενη διαδικαστική πράξη για να ενημερώνεται αυτός ως προς την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ένδικου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως και ν' ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, διότι και αυτός είναι διάδικος.

Έτσι, από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει" και με εκείνη του άρθρου 558 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

σαφώς προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατ' αρχήν κατά του προσθέτωςπαρεμβαίνοντος γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, όμως αυτός πρέπει να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης. Χωρίς την κλήτευση του παραβιάζεται η θεμελιώδης δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως που καθιερώνεται με το άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ειδική εφαρμογή της οποίας συνιστούν οι προαναφερόμενες διατάξεις, και δημιουργείται απαράδεκτο της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως για όλους τους διαδίκους (άρθρο 576 παρ. 3 εδ.

α Κ.Πολ.Δ.), το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ. 972/2014) .

4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και την υπ` αριθ. 14/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υπέρ της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης άσκησε πρόσθετη παρέμβαση η Πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Σωματείο Ιδιωτικών Υπαλλήλων και Εμποροϋπαλλήλων ...", που εδρεύει στη .... και εκπροσωπείται νόμιμα.Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ....77Γ/215-6-2018 έκθεση επιδόσεως του K. Π., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Δράμας, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς την προσθέτως παρεμβαίνουσα, για να παραστεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτή. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει, όπως και για την αναιρεσίβλητη, παρά τη δικονομική απουσία της προσθέτως παρεμβαίνουσας (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).

5. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 Α.Κ., 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη προφανούς υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και να καταβάλει τις αποδοχές του λόγω της υπερημερίας του κατά τα άρθρα 648 και 656 του Α.Κ. Προφανής δε υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδικήσεως, λόγω προηγηθείσης νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσεως που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχειρήσεως του εργοδότη.

Ειδικότερα με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 1264/1982 ορίζεται ευθέως από το νόμο ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση, στην οποία κατά την έννοια της διατάξεως αυτής περιλαμβάνεται και η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, ως και οι ενέργειες που αποσκοπούν στη κήρυξή της και γενικότερα κάθε δραστηριότητα που αποσκοπεί στη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Για να είναι δε άκυρη, κατά το ως άνω άρθρο, η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απολύσεως του μισθωτού, αλλά αρκεί ότι συνετέλεσε απλώς στη λήψη της σχετικής αποφάσεως του εργοδότη για την καταγγελία, με την έννοια ότι χωρίς αυτήν ο εργοδότης δεν θα κατήγγειλε τη σύμβαση και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν από τη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου προκλήθηκε ή όχι προσωπική διένεξη μεταξύ αυτού και του εργοδότη ( ΑΠ 656/2018, ΑΠ 927/2017).

6. Το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη, όσον αφορά τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: Η εναγόμενη ετερόρρυθμη εταιρία, κατά τον καταστατικό της σκοπό, εκμεταλλεύεται επιχείρηση αναψυχής και μαζικής εστίασης προχείρου γεύματος και κατόπιν εμπορικής συνεργασίας, με σύναψη σύμβασης δικαιόχρησης (Franchising), λειτουργεί στην πόλη της ....

καφετέρια, με την επωνυμία "...". Η ενάγουσα, έγγαμη μητέρα τριών ανηλίκων τέκνων, με σπουδές βιβλιοθηκονόμου, μη ανευρίσκουσα εργασία στο αντικείμενο των σπουδών της και έχουσα επιτακτική ανάγκη απασχόλησης, προς βιοπορισμό της πολυμελούς οικογένειας της, οι διατροφικές ανάγκες της οποίας καλύπτονταν αποκλειστικά από τα εκ της εργασίας του εισοδήματα του συζύγου της, αναζήτησε εργασία στην επιχείρηση της εναγομένης, που περί τα τέλη μηνός Ιουνίου του έτους 2014 άρχισε να λειτουργεί.

Πράγματι, η ενάγουσα συμμετείχε στη διαδικασία επιλογής προσωπικού υπό την καθοδήγηση του δικαιοπαρόχου (Franchisor), ενδιαφερόμενη να απασχοληθεί ως ταμίας ή λαντζέρα, ενώ κατά την εκπαίδευσή της κρίθηκε από την δικαιοπάροχο εταιρία ακατάλληλη για τη θέση της μπαρίστα. Εν τέλει δε προσλήφθηκε από την εναγόμενη ετερόρρυθμη εταιρία την 23-6-2014 για να παρέχει την εργασία της, κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας, ως λαντζέρα, με πενθήμερο σύστημα εργασίας, ήτοι από Δευτέρα έως Κυριακή με ημέρες αναπαύσεως την Τετάρτη και την Πέμπτη και ωράριο εργασίας από την 16:00 μ.μ.

έως την 24:00 βραδινή, έναντι μηνιαίων αποδοχών ποσού 644,69 ευρώ, χορηγουμένων όπως ορίζουν οι διατάξεις του ΑΝ 539/1945, του ν. 549/1977, του ν. 1346/1983 και της από 21-2-1990 ΕΓΣΣΕ. Η εναγομένη, ισχυρίζεται ότι η πρόσληψη της ενάγουσας υπαγορεύθηκε από την μητρική εταιρία, η οποία ήθελε να διατηρεί καλές σχέσεις με το συνδικαλιστικό κίνημα ΠΑΜΕ και ότι αναγκάσθηκε να απασχολήσει την ενάγουσα ως υπεράριθμη, αφού ήδη οι θέσεις δύο εργαζομένων με την ειδικότητα της λαντζέρας είχαν καλυφθεί.

Όμως ο ισχυρισμός της αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα μαζί με την προσληφθείσα την 24-6-2014 Π. Μ., κάλυψαν τις δύο θέσεις της επιχείρησης της εναγομένης με την ειδικότητα της λαντζέρας, επακολούθησε την 3-7-2014 η πρόσληψη από την εναγομένη με την ως άνω ειδικότητα της Σ. Κ., η οποία όταν αποχώρησε την 4-8-2014, προσλήφθηκε στη θέση της, ως τρίτη λαντζέρα η Β.

Μ., με ημερομηνία πρόσληψης την 15-8-2014. Μετά την πρόσληψη της ενάγουσας, αυτή παρείχε την εργασία της κατά τις καθορισθείσες στην πράξη βάρδιες του προσωπικού της εναγομένης, ήτοι είτε κατά την πρωϊνή βάρδια (8.00 πμ έως 16.00 μμ), είτε κατά την απογευματινή βάρδια (16.00μμ-24.00 μμ), οι δε υπηρεσίες που παρείχε αναφερόταν, πλην της λάντζας (καθαριότητα πόστου, εξοπλισμού, καταστήματος, τουαλετών κλπ) και στην προετοιμασία εδεσμάτων και χυμών και ως εκ τούτου υπήρχε συνεχής απασχόλησή της καθόλη τη διάρκεια του οκταώρου, πλην του διαλλείματος, ανάλογη βέβαια με την προσέλευση πελατών στο κατάστημα.

Το πρώτο εικοσαήμερο από την έναρξη της εργασιακής σχέσης κύλησε χωρίς εντάσεις ανάμεσα στην ενάγουσα και στον εκπρόσωπο της εναγομένης, ως και στους προστηθέντες συνεργάτες του, μάλιστα δε έγιναν ανεκτά περιστατικά αδεξιότητας της ενάγουσας κατά το πλύσιμο σκευών του καταστήματος ως δικαιολογούμενα από την απειρία της.

Εν τω μεταξύ η ενάγουσα, εκλέχθηκε μέλος της διοίκησης της προσθέτως παρεμβαίνουσας πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Σωματείο Ιδιωτικών Υπαλλήλων και Εμποροϋπαλλήλων ..." και κατά τη συγκρότηση του ΔΣ αυτού κατέλαβε τη θέση της αντιπροέδρου. Αυτήν τη συνδικαλιστική της ιδιότητα, προς διευκόλυνση της συνδικαλιστικής της δράσης, γνωστοποίησε στην εναγομένη την 16-7-2014, με την κοινοποίηση προς αυτήν δηλώσεως, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ....1/16-7-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Δράμας Μ.

Π., η δε σχετική γνωστοποίηση θυροκολλήθηκε στην επαγγελματική έδρα της εναγομένης, επειδή ο παρευρισκόμενος στο κατάστημα, τότε εν τοις πράγμασι συνεταίρος του νόμιμου εκπροσώπου αυτής, Α. Κ., ως την εν λόγω ιδιότητα του τελευταίου ομολογεί η εναγομένη, αρνήθηκε να την παραλάβει, ως τούτο άλλωστε επισημειώθηκε στη σχετική έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας.

Η εναγομένη, αρνείται ότι ο νόμιμος εκπρόσωπός της έλαβε κατ'εκείνον τον χρόνο γνώση της συνδικαλιστικής ιδιότητας της ενάγουσας, ισχυριζόμενη ότι τούτο το πληροφορήθηκε περί τα τέλη Ιουλίου του έτους 2014, μετά την κοινοποίηση στην ενάγουσα της από 23-7-2014 εξωδίκου δηλώσεώς της, για την οποία λόγος θα γίνει αμέσως παρακάτω.

Όμως ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης είναι αβάσιμος, καθόσον εν προκειμένω η δια θυροκολλήσεως επίδοση της γνωστοποίησης δεν συντελέσθηκε λόγω απουσίας προσώπου νομιμοποιούμενου προς παραλαβή της, αλλά λόγω αρνήσεως του τότε συνεργάτη του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και προστηθέντος απ'αυτήν στην λειτουργία της επιχείρησης να παραλάβει τη γνωστοποίηση και ως εκ τούτου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αυτή (γνωστοποίηση της συνδικαλιστικής ιδιότητας της ενάγουσας) τέθηκε αμέσως υπόψη του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, που έπρεπε να λάβει μέτρα για τη διευκόλυνση της συνδικαλιστικής δράσης της ενάγουσας, ως τούτο άλλωστε γνώριζε ως εκμεταλλευόμενος ετέρα επιχείρηση, στην οποία ομοίως υπήρχε σωματείο εργαζομένων.

Εξάλλου, η ενάγουσα, ήδη είχε αναπτύξει τη συνδικαλιστική της δράση, αφού κατόπιν καταγγελίας του συνδικάτου της, την 21-7-2014 είχε διενεργηθεί έλεγχος στην επιχείρηση της εναγομένης και διαπιστώθηκαν παραβάσεις σχετικές με τη μη χορήγηση της ελάχιστης ημερήσιας ανάπαυσης, την απασχόληση εργαζομένων κατά παρέκκλιση των δηλωθέντων χρονικών ορίων εργασίας και τον υπολογισμό της υπερωριακής απασχόλησης.

Ακριβώς δε λόγω της γνώσης της συνδικαλιστικής ιδιότητας της ενάγουσας από την εναγομένη και επειδή αυτή ενοχλήθηκε από την απασχόληση στην επιχείρησή της εργαζομένου με ενεργό συνδικαλιστική δράση, επέλεξε η εναγομένη, μία μόλις βδομάδα μετά τη γνωστοποίηση, να κοινοποιήσει την 24-7-2014 στην ενάγουσα, την φέρουσα ημερομηνία 23-7-2014 εξώδικη όχληση - διαμαρτυρία της, περιγράφοντας σ'αυτήν περιπτώσεις όπου η ενάγουσα, μη συμμορφούμενη στις οδηγίες κι εντολές των υπευθύνων παραγωγής, αλλά και των εταίρων της εταιρίας, δεν ετοίμαζε τα τρόφιμα, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες προδιαγραφές, δεν τηρούσε τις συνθήκες υγιεινής ως προς τη διαχείριση του ψυγείου - κατάψυξης, προκαλώντας παράλληλα συνεχώς ζημιές κατά τη διάρκεια του πλυσίματος ποτηριών και καλώντας την να συμμορφωθεί και να εκτελεί την εργασία της με επιμέλεια, επισημαίνοντας δε παράλληλα ότι η εργασιακή της συμπεριφορά συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.

Η εναγομένη με το ως άνω εξώδικο προσχηματικά επέλεξε να χρησιμοποιήσει περιστατικά απειρίας της ενάγουσας ως προς την εκτέλεση των εργασιακών της καθηκόντων, που μάλιστα είχαν συμβεί κατά την πρώτη εβδομάδα της πρόσληψής της, προκειμένου να διαμορφώσει σε βάρος της λόγο καταγγελίας της σύμβασης, λόγω ακαταλληλότητάς της να ανταποκριθεί στα εργασιακά της καθήκοντα, καθόσον αν πράγματι η ενάγουσα δεν ανταποκρινόταν στις εντολές και οδηγίες της και προκαλούσε ζημίες στην επιχείρηση, η τελευταία θα προέβαινε αμέσως στην απόλυσή της, καθ'υπαγόρευση των επικρατέστερων για την εναγομένη, των κοινωνικών λόγων, οικονομικών συμφερόντων της.

Η ενάγουσα, προκειμένου να μην αναγάγει τη συνδικαλιστική της ιδιότητα σε ζήτημα προσωπικής της αντιπαράθεσης με τον εναγομένη και να μην οξύνει το εργασιακό κλίμα, δεν ανταπάντησε στο εξώδικο της εναγομένης, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει αποδοχή του περιεχομένου του. Ακολούθως, μετά από επτάμηνο λειτουργίας της επιχείρησης της εναγομένης, η τελευταία αποφάσισε να προβεί σε μείωση του εργασιακού κόστους της και σε αναδιάρθωση των θέσεων εργασίας, καίτοι σοβαροί οικονομοτεχνικοί λόγοι δεν επέβαλαν τούτο, αφού η αποδεικνυομένη απ'αυτήν οικονομική της επιβάρυνση με ρυθμισθείσες οφειλές προς το ΙΚΑ και τη Δ.Ο.Υ.

είναι η συνήθης για επιχειρήσεις. Προς τούτο, ζήτησε από την ενάγουσα τη μετατροπή της σύμβασής της από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης. Η ενάγουσα, αντιτιθέμενη, ως εκ της συνδικαλιστικής της ιδιότητας, σε ελαστικές μορφές απασχόλησης, αρνήθηκε την αποδοχή της ως άνω πρότασης, με αποτέλεσμα η εργοδότρια εταιρία να προβεί στη σύναψη σύμβασης μερικής απασχόλησης με την εργαζομένη Π.

Μ. και να προβεί στη μεταβολή της θέσης εργασίας ως προς την έτερη εργαζόμενη ως λαντζέρα Β. Μ. , την οποία προόριζε για μπαρίστα, ύστερα από σύντομη εκπαίδευσή της στη Λάρισα, η οποία πραγματοποιήθηκε. Η ενάγουσα, καίτοι κατ'αποτέλεσμα διαφύλαξε την εργασιακή της θέση με τους αρχικούς όρους της πρόσληψής της, ασφαλώς και δεν θα μπορούσε να αδιαφορήσει, ως εκ της συνδικαλιστικής ιδιότητάς της και της εκφρασθείσας, με την ανάδειξή της ως μέλους της διοίκησης του προσθέτως παρεμβαίνοντος σωματείου, εμπιστοσύνης στο πρόσωπό της των εργαζομένων υπαλλήλων στον ιδιωτικό τομέα στο νομό , στην επιβολή δυσμενών όρων εργασίας και να μη διεκδικήσει τη διαφύλαξη των θέσεων εργασίας των εργαζομένων στην επιχείρηση της εναγομένης.

Προς τούτο δημοσιοποίησε μέσω του προσθέτως παρεμβαίνοντος σωματείου την επιχειρούμενη αλλαγή του εργασιακού καθεστώτος στην επιχείρηση της εναγόμενης, όχι βέβαια με σκοπό να κατασυκοφαντήσει αυτήν και να της προκαλέσει οικονομική ζημία, αλλά πρωτίστως προς υπεράσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων, τα οποία εν μέσω

της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα έχουν αποδυναμωθεί. Η εναγομένη, ενοχληθείσα σφόδρα από τις σχετικές δημοσιεύσεις και αναρτήσεις που αφορούσαν την εργοδοτική της συμπεριφορά, την 4-6-2015 κοινοποίησε στην ενάγουσα την από 3-6-2015 νέα εξώδικη δήλωσή της, με την οποία καλούσε αυτήν να παύσει να την συκοφαντεί με ψευδή δημοσιεύματα στο διαδίκτυο περί δημιουργίας κλίματος εκφοβισμού στους υπαλλήλους της, περί εκβιάσεως της ενάγουσας, προκειμένου να δεχθεί να υπογράψει σύμβαση μερικής απασχόλησης, αιτιώμενη, παράλληλα, αυτήν ότι εκτελεί πλημμελώς τα καθήκοντά της, καθότι καπνίζει στον ημιώροφο του καταστήματος στον εσωτερικό χώρο, γεγονός το οποίο απαγορεύεται, εμφανίζει χαρακτηριστική βραδύτητα στην εκτέλεση των καθηκόντων της, δεν τηρεί τους κανόνες υγιεινής του καταστήματος, εμφανίζει έλλειψη υπευθυνότητας στο ψήσιμο διαφόρων ειδών εδεσμάτων κ.α.

Επίσης, με την παραπάνω εξώδικη δήλωση την καλούσε να επιδεικνύει υποχρέωση πίστεως και να απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια επιφέρει βλάβη στα συμφέροντά της, να συμμορφωθεί με τις εντολές και τις οδηγίες του και να εκτελεί την εργασία της με συνέπεια, υπευθυνότητα και ευσυνειδησία. Η εναγομένη με το ως άνω εξώδικο μέμφεται την ενάγουσα για την καθόλα νόμιμη, προστατευόμενη συνταγματικά, συνδικαλιστική της δράση, που ασφαλώς δεν υποχωρεί έναντι της υποχρέωσης πίστεως του εργαζομένου στον εργοδότη του, θεωρεί την προάσπιση των εργατικών δικαιωμάτων βλαπτική για τα συμφέροντά της, τέλος δε όλως αορίστως, επιχειρεί εκ νέου να θεμελιώσει ακαταλληλότητα της ενάγουσας στην εκτέλεση των καθηκόντων της, χωρίς να αναφέρει, πέραν των γενικών αφορισμών, συγκεκριμένο κατά χρόνο περιστατικό μη εκτέλεσης από την ενάγουσα των καθηκόντων της συνοδευόμενο από αποτίμηση προκληθείσας ζημίας από την επικαλούμενη πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της.

Η ενάγουσα και στο εξώδικο αυτό δεν ανταπάντησε για τους ίδιους ως άνω λόγους που υπαγόρευσαν την μη απάντησή της και στο προηγούμενο εξώδικο. Ακολούθως, περί τις αρχές μηνός Ιανουάριου του έτους 2016, μεταξύ των διαδίκων δημιουργήθηκε νέα ένταση, εξαιτίας της καταβολής του επιδόματος και της αποζημίωσης αδείας του έτους 2015.

Αποδεικνύεται δε ότι η εναγομένη προέβη στην καταβολή ποσού 280 ευρώ, που υπολειπόταν όμως των νομίμων αποδοχών αδείας, οι οποίες ως καταβλητέες την επομένη της λήξης του ημερολογιακού έτους, έπρεπε να είχαν υπολογισθεί από τη λογίστρια της εναγομένης με τη λήξη του τρέχοντος έτους, μη ευσταθούντος του ισχυρισμού της εναγομένης ότι την καταβολή μόνον αυτού του ποσού ζήτησε η ενάγουσα.

Η τελευταία, την 12-1-2016 επικοινώνησε με την Επιθεώρηση Εργασίας για να πληροφορηθεί το ακριβές ύψος των αποδοχών αδείας που δικαιούται να λάβει και εν τέλει πληροφορήθηκε, μετά από επικοινωνία της αρμόδιας ως άνω υπηρεσίας με τη λογίστρια της εναγομένης, ότι το προς καταβολή ποσό των αποδοχών αδείας υπερτερεί του πράγματι καταβληθέντος και ότι η εναγόμενη ισχυρίσθηκε ότι κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 2015 είχε λάβει την άδειά της, παρόλο που αυτή (ενάγουσα) δεν την είχε λάβει.

Τότε η ενάγουσα, που διαπίστωσε αταξίες ως προς δοθείσες από την εναγόμενη άδειες στο προσωπικό της και ως προς την εμπρόθεσμη καταβολή των νομίμων αποδοχών αδείας, ζήτησε από την εναγομένη να της γνωστοποιήσει αν καταβλήθηκαν στους συναδέρφους της οι αποδοχές αδείας, προκειμένου να τους ενημερώσει.

Η εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της εξέλαβε τη διεκδίκηση της ενάγουσας για τις αποδοχές αδείας μέσω της αρμόδιας υπηρεσίας ως κακόβουλη συμπεριφορά αυτής και τιμωρητικά υπέδειξε σ'αυτήν να παρέχει την εργασία της την 12-1-2016 στο χώρο όπου βρίσκονται τα ψυγεία της επιχείρησης και ο καταψύκτης. Στο εν λόγω χώρο εισέρχονταν, βέβαια, εκ περιτροπής και άλλοι εργαζόμενοι της επιχείρησης, μόνον όμως για χρονικό διάστημα που εξυπηρετεί τις ανάγκες της επιχείρησης και όχι καθόλη τη διάρκεια του ωραρίου, ως υπεδείχθη στην ενάγουσα, προκειμένου αυτή να συνετισθεί, αλλά και για να αποκλεισθεί από τους λοιπούς συναδέλφους της, ώστε να μην συζητήσει μαζί τους το θέμα των αποδοχών αδείας, που εν τω μεταξύ είχε προκύψει.

Επιπλέον, η εναγομένη, δια του νομίμου εκπροσώπου της, την ίδια ως άνω ημέρα, δήλωσε στην ενάγουσα ότι την 18-1-2016 πρέπει να μεταβεί στη ...., προκειμένου να εκπαιδευθεί στην εργασιακή θέση της μπαρίστα, καθόσον η απασχόλησή της μόνον ως λαντζέρας δεν καλύπτει το καθημερινό οκτάωρο εργασίας της. Μετά το πέρας της εργασίας της η ενάγουσα την 12-1-2016 μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο ...., με ρίγος, προκληθέν από την πολύωρη παραμονή της στο μη θερμαινόμενο ως άνω χώρο εργασίας και της συνεστήθη η αποχή από την εργασία της την επομένη ημέρα 13-1-2016.

Το προσθέτως παρεμβαίνον σωματείο με κινητοποίησή του έξω από την επιχείρηση της εναγομένης διαμαρτυρήθηκε για τις συνθήκες εργασίας της ενάγουσας και προέβη σε καταγγελία των συνθηκών παροχής της εργασίας της ενάγουσας στην επιχείρηση της εναγομένης προς την Επιθεώρηση Εργασίας ..., αρμόδιοι υπάλληλοι της οποίας συνοδευόμενοι και από υπαλλήλους του Τμήματος Ασφάλειας και Υγείας, διενήργησαν έλεγχο στην επιχείρηση της εναγομένης την 14-1-2016 και από ώρα 12.00 έως 16.00μμ.

Κατά τον διενεργηθέντα έλεγχο διαπιστώθηκε ότι πάλι η ενάγουσα "εργαζόταν στον μη θερμαινόμενο αποθηκευτικό χώρο της επιχείρησης επί της οδού ..., ο οποίος δεν αποτελεί μόνιμη θέση εργασίας....", υποδείχθηκε να ανατεθούν άμεσα στην ενάγουσα τα καθήκοντα που αναγράφονται στη σύμβαση εργασίας της, διαπιστώθηκε ότι δεν είχε καταβληθεί στην ενάγουσα το επίδομα αδείας έτους 2015, εν τέλει δε η εναγομένη, αναγκάσθηκε, μετά την υπόδειξη, να υπαναχωρήσει της επιμονής της να απασχολεί για δεύτερη ημέρα την ενάγουσα σε μη θερμαινόμενο χώρο και κατέβαλε σ' αυτήν το επίδομα αδείας του έτους 2015.

Τις επόμενες δύο ημέρες, ήτοι από 15-1-2016 μέχρι 17-1-2016 χορηγήθηκε άδεια στην ενάγουσα, πλην όμως κατά τις βραδινές ώρες της 17-1- 2016 της γνωστοποιήθηκε ότι η εναγομένη εμμένει στη μετάβασή της κατά την 18-1-2016 στην πόλη της ....., προκειμένου να μετεκπαιδευθεί στη θέση της μπαρίστα. Η ευρισκόμενη την 18-1-2016 σε ημερήσια ανάπαυση ενάγουσα, με εξώδικη δήλωσή της, την οποία κοινοποίησε στην εναγόμενη, πλέον διαμαρτυρήθηκε για τις μεθοδεύσεις σε βάρος της εκ μέρους της εναγομένης, αναφερομένη διαχρονικά στα γεγονότα που μεσολάβησαν μέχρι και την 17-1-2016, γνωστοποιώντας στην εναγομένη ότι την 19-1-2016 και ώρα 15:30 μ.

μ. θα προσέλθει στην εργασία της για να παράσχει αυτήν, όπως αρχικά είχε συμφωνηθεί, καλώντας την να την αποδεχθεί και να μην μεταβάλλει μονομερώς τους όρους της σύμβασης εργασίας της, ως και να μην παρεμποδίζει τη συνδικαλιστική της δραστηριότητα. Την 19-1-2016 η ενάγουσα εξετάστηκε στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας .....

όπου διαπιστώθηκε ότι πάσχει από διαταραχή πανικού, εμφανίζοντας καταθλιπτικό επεισόδιο, όπως σημειώνεται στην από 19-1-2016 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του ψυχιάτρου Α. Χ., ο οποίος της συνέστησε πενθήμερη αναρρωτική άδεια, σημειουμένου ότι η ψυχική διαταραχή που εμφάνισε η ενάγουσα, συνεπεία της προηγηθείσας σε βάρος της συμπεριφοράς της εναγομένης, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι αυτή κατά το χρονικό διάστημα της χορηγηθείσας αναρρωτικής αδείας συμμετείχε σε κινητοποίηση του σωματείου της και από την προσέλευσή της στην διενεργηθείσα την 21-1-2013 διαδικασία συμφιλιωτικής επίλυσης της διαφοράς, ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας ......

ως κατωτέρω θα αναφερθεί. Η εναγομένη, ανταπαντώντας στην προηγηθείσα εξώδικη δήλωση της ενάγουσας, κοινοποίησε στην τελευταία την 21-1-2016, την με ημερομηνία 20-1-2016 νέα εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία, με την οποία επανέλαβε όλες τις προηγούμενες αιτιάσεις της σχετικά με τη συμπεριφορά της ενάγουσας, επιπλέον αναφερόμενη και στο περιστατικό με τις αποδοχές αδείας και την απασχόλησή της στον αποθηκευτικό χώρο και μεμφόμενη την ενάγουσα ότι μετέρχεται δόλιες μεθόδους για να αποφύγει την εκπαίδευσή της ως μπαρίστα στη ....

εν τέλει δε εμμένοντας στην απόφασή της να μεταβεί η ενάγουσα στη ...., την καλούσε να μεταβεί εκεί, ώστε να υποβληθεί σε εκπαίδευση για την επιμόρφωσή της. Την ίδια ως άνω ημέρα (21-1-2016) και μετά την κοινοποίηση της εξωδίκου δηλώσεως της εναγομένης, επιχειρήθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας .... κατόπιν πρωτοβουλίας του προσθέτως παρεμβαίνοντος σωματείου, τριμερής συμφιλιωτική διαδικασία, στην οποία παραστάθηκαν ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, εκπρόσωποι του προσθέτως παρεμβαίνοντος και η ενάγουσα.

Επί του κρίσιμου πλέον ζητήματος της μετακίνησης της ενάγουσας στη ..... για εκπαίδευση, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης επέμενε ότι λόγοι επωφελούς λειτουργίας της επιχείρησής του επιβάλλουν την ανάθεση καθηκόντων μπαρίστα στην ενάγουσα, ότι η εν λόγω μετεκπαίδευσή της, που της ανακοινώθηκε την 12- 1-2016 είναι άσχετη με τα γεγονότα που προηγήθηκαν και υποσχέθηκε ότι οι όροι μετακίνησης της ενάγουσας θα διευκρινιστούν με έγγραφο με το οποίο θα καλείται να παρακολουθήσει πρόγραμμα μετεκπαίδευσης, απαντώντας δε στην απαίτηση της ενάγουσας να μην παρακωλύεται η συνδικαλιστική της δράση, δήλωσε ότι θα γίνουν ενέργειες για την ομαλή συνεργασία και κάλεσε την ενάγουσα να συνδράμει και η ίδια εμπράκτως προς αυτήν την κατεύθυνση.

Για την ως άνω διαδικασία συντάχθηκε πρακτικό, στο οποίο πέραν της καταγραφής των εκατέρωθεν διατυπωθέντων από τις αντίδικες πλευρές απόψεων, αναφέρονται και οι απόψεις της Επιθεώρησης Εργασίας ...., σύμφωνα με τις οποίες εκφράζεται η ευχή να εξευρεθεί λύση που θα διαφυλάσσει τη θέση εργασίας της ενάγουσας και την απρόσκοπτη άσκηση της συνδικαλιστικής της δράσης, εντός των ορίων των πηγών δικαίου και της καλόπιστης συμπεριφοράς.

Το εν λόγω πολυσέλιδο πρακτικό, συνταχθέν κατά περιεχόμενο, σε ημερομηνία που επακολούθησε της συμφιλιωτικής διαδικασίας, αλλά και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, για την οποία θα γίνει λόγος αμέσως παρακάτω, δεν υπέγραψε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, διαφωνώντας με τις εκφρασθείσες απόψεις της Υπηρεσίας περί άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος εντός των πλαισίων που διαγράφει το άρθρο 281 ΑΚ και περί διευκόλυνσης της συνδικαλιστικής δράσης.

Μετά τη διενέργεια της συμφιλιωτικής διαδικασίας, η εναγόμενη δεν διευκρίνισε τους όρους μετακίνησης της ενάγουσας, καίτοι δεσμεύθηκε προς τούτο, αντίθετα δε την 8-2-2016, προέβη σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, προσφέροντας ταυτόχρονα την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, που κατά το χρόνο εκείνο ήταν προστατευόμενο συνδικαλιστικό στέλεχος, ως κατέχουσα τη θέση του Αντιπροέδρου της διοίκησης της προσθέτως παρεμβαίνουσας πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, συντελέσθηκε χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 15 του ν. 1264/1982, ώστε να διαπιστωθεί από την αρμόδια Επιτροπή Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών η συνδρομή λόγου, αναφερομένου στην παρ. 10 του άρθρου 14 του ιδίου νόμου, δικαιολογούντος την καταγγελία και ως εκ τούτου κατά την παρ.5 του άρθρου 14 ν. 1364/1982 είναι άκυρη.

Πέραν τούτου όμως η εν λόγω καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη, γενομένη κατ "αντίθεση με τον απαγορευτικό κανόνα του άρθρου 14 παρ.4 ν. 1264/1982, αλλά και καθ'υπέρβαση των ακραίων ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον υπαγορεύθηκε από εμπάθεια στο πρόσωπο της ενάγουσας και από λόγους εκδίκησης, λόγω της προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στην εναγομένη, συνδικαλιστικής δράσης αυτής, αποσκοπούσας στη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Η εναγομένη, αρνούμενη αιτιολογημένα την αγωγή, κατά την εξετασθείσα ως άνω βάση της από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο σημειωτέον δεν ασχολήθηκε με την ακυρότητα της καταγγελίας σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 14 ν. 1364/1982, καίτοι ο λόγος αυτός ακυρότητας σωρευόταν στην αγωγή, μη δυναμένου του παρόντος Δικαστηρίου, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, να αναγνωρίσει την ακυρότητα προεχόντως εξ'αυτού του λόγου, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα δεν είχε αναπτύξει συνδικαλιστική δράση, αλλά ενδιαφερόταν μόνον για τα προσωπικά της συμφέροντα, επιπλέον δε ισχυρίζεται ότι εκμεταλλευόμενη την συνδικαλιστική της ιδιότητα κατασυκοφάντησε την επιχείρηση της εναγομένης και δεν συμμορφωνόταν με τις υποδείξεις και εντολές της ως προς την παροχή των υπηρεσιών της, με αποκορύφωμα την άρνησή της να μετεκπαιδευθεί στη .....

για τη θέση της μπαρίστα και ως εκ τούτων υπήρξε αντιεργοδοτική συμπεριφορά της ενάγουσας και πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων της, που δικαιολογούν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί της εναγομένης δεν αποδεικνύονται βάσιμοι και τούτο για τους εξής λόγους: Όπως προεκτέθηκε, η εναγομένη αμέσως μόλις έλαβε γνώση την 16-7-2014 της συνδικαλιστικής ιδιότητας της ενάγουσας ενοχλήθηκε, γιατί δεν ήθελε να απασχολεί στην επιχείρησή της εργαζόμενο με ενεργό συνδικαλιστική δράση και προς τούτο με την αποστολή εξωδίκων δηλώσεων επιχείρησε να εμφανίσει την ενάγουσα ως μη ανταποκρινόμενη στα εργασιακά της καθήκοντα, ισχυριζόμενη αορίστως περιστατικά ασυνέπειας της ενάγουσας, τα οποία δεν αποδείχθηκαν, ως προεκτέθηκε.

Η ενάγουσα δεν ανήγαγε τη συνδικαλιστική της ιδιότητα σε ζήτημα προσωπικής της αντιδικίας με την εναγομένη, αλλά κατά καθήκον, ως αιρετό μέλος της διοίκησης της προσθέτως παρεμβαίνουσας πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, αντέδρασε στην προταθείσα από την εναγομένη ελαστική μορφή απασχόλησης και μάλιστα, προασπιζόμενη τα συμφέροντα των εργαζομένων, δημοσιοποίησε την δυσμενή αλλαγή του εργασιακού καθεστώτος στην επιχείρηση της εναγομένης, σημειουμένου ότι η περιστολή του εργασιακού κόστους της εναγομένης πρέπει να τελεί σε αναλογία με τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων των εργαζομένων, ιδίως μεσούσης της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα, ήτοι σε χρονική περίοδο που ανατράπηκαν αιφνιδίως κεκτημένα δικαιώματα των εργαζομένων.

Ακόμη, στα πλαίσια της συνδικαλιστικής δραστηριότητας της ενάγουσας και μετά από παρεμβάσεις του σωματείου, του οποίου ήταν Αντιπρόεδρος, διενεργήθηκαν στην επιχείρηση της εναγομένης έλεγχοι από τις αρμόδιες υπηρεσίες, ως προς την τήρηση της εργατικής νομοθεσίας και επιβλήθηκαν διοικητικές κυρώσεις ποσού 18.500 ευρώ, ενώ η ενάγουσα ενημέρωσε την αρμόδια υπηρεσία ως προς την μη καταβολή των αποδοχών αδείας του έτους 2015 των εργαζομένων στην επιχείρηση της εναγομένης.

Επιπρόσθετα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ενημέρωνε τους συναδέλφους της για τα δικαιώματά τους και καλούσε αυτούς να τα διεκδικούν, η προπεριγραφείσα δε ανάπτυξη της συνδικαλιστικής δράσης της ενάγουσας, προς προάσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, που βέβαια αντιστρατευόταν στα συμφέροντα της εναγομένης, δεν αναιρείται από την από 26-1- 2016 εξώδικη δήλωση συναδέλφων της στην επιχείρηση της εναγομένης, με την οποία οι τελευταίοι φέρονται να διαμαρτύρονται για τον τρόπο που ασκεί τα συνδικαλιστικά της καθήκοντα, καθότι η ως άνω εξώδικη δήλωση προφανώς συντάχθηκε καθ' υπόδειξη του εκπροσώπου της ως εργοδότριας εταιρίας και υπό το καθεστώς φόβου των εργαζομένων για πιθανή απώλεια της εργασιακής τους θέσης.

Αλλωστε, η εμπάθεια της εναγομένης στο πρόσωπο της ενάγουσας για τη συνδικαλιστική δράση που ανέπτυξε, εκδηλώθηκε καταφανώς αμέσως μετά την καταγγελία της στην Επιθεώρηση Εργασίας σχετικά με τις αποδοχές αδείας, όταν υποδείχθηκε σ'αυτήν να εργασθεί καθ'όλη τη διάρκεια του ωραρίου της στον βοηθητικό χώρο της αποθήκης, που δεν παρείχε συνθήκες ασφαλούς παροχής εργασίας και εγκυμονούσε κινδύνους για την υγεία των εργαζομένων, σε περίπτωση μόνιμης παραμονής τους εκεί, ως τούτο άλλωστε διαπιστώθηκε μετά από αυτοψία από τις αρμόδιες υπηρεσίες και δεν αναιρείται από τις διαπιστώσεις της τεχνικής έκθεσης που προσκομίζει μετ'επικλήσεως η ενάγουσα.

Εξάλλου, η εναγομένη, για λόγους εκδίκησης στο πρόσωπο της ενάγουσας και προκειμένου να θεμελιώσει ανυπακοή της στις εντολές της, ώστε να δικαιολογείται η απόλυσή της για σπουδαίο λόγο, αμέσως μετά το ως άνω περιστατικό με τις αποδοχές αδείας, ζήτησε απ'αυτήν να μεταβεί στη Λάρισα, προκειμένου να μετεκπαιδευθεί στη θέση της μπαρίστα, επικαλούμενη ότι λόγοι οργάνωσης της επιχείρησής της επιβάλλουν την κατάργηση της αποκλειστικής της απασχόλησης ως λαντζέρας.

Η επιχειρούμενη, κατ'ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγόμενης, μεταβολή των εργασιακών καθηκόντων της ενάγουσας, η οποία πλέον μόνη απασχολείτο στην επιχείρηση της εναγομένης με την εν λόγω ειδικότητα, καίτοι προσχηματική, αφού η ενάγουσα με τα ήδη ανατεθέντα καθήκοντα λαντζέρας, που περιλάμβαναν πλην της καθαριότητας του καταστήματος και του εξοπλισμού και πρόσθετα καθήκοντα προετοιμασίας εδεσμάτων και φαγητών, εξαντλούσε το ωράριό της, πραγματοποιώντας μάλιστα και υπερωρίες, ανησύχησε την ενάγουσα, αφού θα μπορούσε να σχεδιασθεί η αποτυχία της στη μετεκπαίδευση και μ'αυτό το πρόσχημα να επιτευχθεί η απόλυσή της.

Εν τέλει όμως, κατά τη διαδικασία της συμφιλίωσης, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης δεσμεύθηκε ότι οι όροι μετακίνησης της ενάγουσας θα διευκρινιστούν με έγγραφο, με το οποίο θα καλείται να παρακολουθήσει πρόγραμμα μετεκπαίδευσης και η ενάγουσα ανέμενε τις ως άνω διευκρινήσεις . Η εναγομένη όμως, μετέστρεψε την εκδηλωθείσα βούλησή της και επικαλούμενη ότι το πρόγραμμα μετεκπαίδευσης ήδη από 18-1-2016 είχε ξεκινήσει, χωρίς η ενάγουσα να συμμετάσχει σ'αυτό, επέλεξε να την απολύσει, επικαλούμενη κατ'επίφαση ότι αυτή δεν συμμορφώθηκε προς τις οδηγίες και εντολές της.

Ως εκ τούτων, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, συνοδευόμενη υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες, αποδεικνύεται ότι υπαγορεύθηκε από τη νόμιμη συνδικαλιστική δράση της ενάγουσας, που δεν ήταν αρεστή στην εναγομένη και δεν δικαιολογείται από σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο σε αντιεργοδοτική συμπεριφορά της ενάγουσας και σε πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της, αλλά υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της καταγγελίας και ως τέτοια είναι άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ότι η γενομένη την 8-2-2016 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από την εναγομένη είναι άκυρη, ως καταχρηστική και ως υπαγορευθείσα από την νόμιμη συνδικαλιστική δράση της ενάγουσας, που δεν ήταν αρεστή στην εναγομένη, ως η αιτιολογία της συμπληρούται δια της παρούσας, καλώς τις αποδείξεις εκτίμησε και οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

7. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. αφού στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του παρατίθενται όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής. Ειδικότερα εκτίθεται με πλήρη και σαφή αιτιολογία ότι το πραγματικό κίνητρο που οδήγησε την εναγόμενη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήταν τα αισθήματα εμπάθειας αυτής εξαιτίας της αναλυτικά περιγραφόμενης στην προσβαλλομένη απόφαση συνδικαλιστικής δράσης της ενάγουσας με αποτέλεσμα η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, η οποία έλαβε χώρα με τον προπεριγραφέντα τρόπο να εμπίπτει στην έννοια της καταχρηστικής ασκήσεως του εργοδοτικού δικαιώματος, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αρχή της παρούσας. Συνακόλουθα ο 1ος και 3ος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. Α και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

8. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης, ιδρύει τον από το αρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, μόνο όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών.

Ειδικότερα, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας υπάρχει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τις άνω αρχές, για την ανεύρεση με βάση αυτές της εννοίας του κανόνα δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου.

Αν η παραβίαση αυτή υπάρχει στην εκτίμηση των αποδείξεων δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, διότι η εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας είναι ανέλεγκτη (ΑΠ 1231/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδάφ.

β` ΚΠολΔικ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την ερμηνεία των εφαρμοζόμενων στην ένδικη εργατική διαφορά κανόνων δικαίου. Ο λόγος όμως αυτός είναι, προεχόντως, αόριστος, γιατί δεν αναφέρονται σ` αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας πού παραβιάστηκαν, ή ότι το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων Ακολούθως, κατά το μέρος που με τον λόγο αυτόν επιχειρείται η διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Αρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

Συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τα εξής: 1) Με το γεγονός ότι η ενάγουσα ασκούσε νόμιμα τα συνδικαλιστικά της καθήκοντα, παρόλο που σύμφωνα με την από 19-1-2016 ιατρική γνωμάτευση του Α.

Χ. αυτή έπασχε από σύνδρομο πανικού και καταθλιπτικό επεισόδιο 2) Οτι η από 26-1-2016 εξώδικη δήλωση των συναδέλφων της ενάγουσας με την οποία εκφράζουν την υποστήριξη στην εναγομένη εργοδότριά τους γράφτηκε υπό την πίεση της εναγομένης ως εργοδότριας ,3) Ότι η εναγομένη σκόπιμα πρότεινε στην ενάγουσα την κατάρτιση νέας σύμβασης εργασίας με μειωμένο ωράριο, θέλοντας να την οδηγήσει με αυτό τον τρόπο σε παραίτηση.

Συνεπώς ο λόγος αυτός, που πλήττει την ανέλεγκτη από τον Αρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος. 9. Ως πράγματα, κατά τη διάταξη του αριθ. 10 νοούνται, οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και οπωσδήποτε οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί ή περιστατικά, εκτιθέμενα εκ περισσού ή επουσιώδη ή προκύπτοντα από τις αποδείξεις. Συντρέχει δε ο ανωτέρω λόγος (από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη. Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 259/2007).

10. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον 3ο λόγο της κρινομένης αιτήσεως υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες της διατάξεως του αρθ 559 αριθ 10 ΚΠολΔ, διότι δέχτηκε χωρίς απόδειξη αρκούμενο σε πιθανολόγηση ότι: "...Επιπρόσθετα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ενημέρωνε τους συναδέλφους της για τα δικαιώματα τους και καλούσε αυτούς να τα διεκδικούν, η προπεριγραφείσα δε ανάπτυξη της συνδικαλιστικής δράσης της ενάγουσας, προς προάσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, που βέβαια αντιστρατευόταν στα συμφέροντα της εναγόμενης, δεν αναιρείται από την από 26-1-2016 εξώδικη δήλωση συναδέλφων της στην επιχείρηση της εναγομένης, με την οποία οι τελευταίοι φέρονται να διαμαρτύρονται για τον τρόπο που ασκεί τα συνδικαλιστικά της καθήκοντα, καθότι η ως άνω εξώδικη δήλωση προφανώς συντάχθηκε καθ' υπόδειξη του εκπροσώπου της ως άνω εργοδότριας εταιρίας και υπό το καθεστώς φόβου των εργαζομένων για πιθανή απώλεια της εργασιακής τους θέσης...>>.

Ο λόγος αυτός από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος αφού το Εφετείο μνημονεύει αναλυτικά , τα αποδεικτικά μέσα ( μάρτυρες, έγγραφα κλπ) από τα οποία σχημάτισε το αποδεικτικό πόρισμα του, το οποίο αποτελεί προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης και όχι απλής πιθανολόγησης των πραγματικών περιστατικών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως προκύπτει και από την αναφορά της φράσης "επιπρόσθετα αποδείχτηκε".

Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την αναφορά της λέξης "προφανώς" η οποία αναφέρεται σε επιχειρήματα του Δικαστηρίου προς περαιτέρω αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και όχι σε παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. 11. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση.

Δικαστικά έξοδα υπέρ των αναιρεσίβλητων δεν θα επιδικασθούν, λόγω μη συμμετοχής των τελευταίων στην αναιρετική δίκη (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-6-2008 αίτηση περί αναιρέσεως της 419/2017 αποφάσεως του Mονομελούς Εφετείου Δράμας

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ