Legislator Case Law & Legislation
1193/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to raise evidence objection at first instance under Article 559 of Civil Procedure Code.

Case Number 1193/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a mutual aid fund against a second-instance judgment in favor of four members. The fund argued that the lower court improperly considered evidence regarding benefit adjustments without proper procedural grounds. The court rejected this claim because the specific objection regarding the admissibility of evidence was not raised with sufficient clarity and specificity at the first instance.

Legislator headnote

AI generated

Article 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure; Article 240 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the improper consideration of evidence is inadmissible if the specific objection was not clearly and definitively raised in the submissions at the first instance.

Keywords

AI generated
Article 559 Civil Procedure Code improper evidence consideration clear and definite objection procedural admissibility mutual aid fund dispute second instance appeal failure to raise objection

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure
Article 240 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 237 of the Code of Civil Procedure
Article 346 of the Code of Civil Procedure
Article 453 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1193 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1193/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "Ταμείο Αλληλοβοηθείας Προσωπικού ..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τοκατλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Β. Ν. του Ε., κατοίκου ..., 2) Α. Τ. του Θ., κατοίκου ... 3) Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 4) Δ. Λ. του Π., κατοίκου ... και 5) Μ. Γ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Σισμανίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1267/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2323/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 11-9-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας, ανέγνωσε την από 6-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο παρών λόγος ιδρύεται και, όταν οι αποδείξεις προσκομίστηκαν κατά τρόπο απαράδεκτο.

Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ’ έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιες δίκης. (ΟλΑΠ 9/2000, ΑΠ 14/2005, ΑΠ 23/2008).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "...Στην προκειμένη περίπτωση το εναγόμενο ταμείο πρόβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με επιγραμματική δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις του, την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος τους από τις ενάγουσες, την οποία επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, επικαλούμενο, ειδικότερα, την γνωστή στις εφεσίβλητες τραγική οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει από τη μαζική αποχώρηση των εργαζομένων στη "...

Α.Ε." από το έτος 2000 και εντεύθεν, είτε με ομαδικά προγράμματα εθελούσιας εξόδου που εφάρμοσε η άνω τράπεζα, είτε με ατομικές αποχωρήσεις λόγω θεμελίωσης δικαιώματος επικουρικής σύνταξης, με συνέπεια να διαταραχθεί η αναλογία μεταξύ των συνταξιούχων και των ενεργών μελών του, να οδηγηθεί το ίδιο σε αδυναμία εμπρόθεσμης καταβολής του εφάπαξ βοηθήματος και επιπλέον να τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητά του και να ακυρώνεται εν τέλει ο καταστατικός σκοπός του.

Επίσης ισχυρίστηκε ότι αδυνατεί να καταβάλει στις ενάγουσες εμπρόθεσμα τις επίδικες εφάπαξ παροχές εξαιτίας του ότι αυτές έχουν σειρά προτεραιότητας ... συνολικά αιτήσεις δικαιουμένων που εκκρεμούν, και ότι εξυπηρετεί ήδη τις αιτήσεις με σειρά … και μετά, καθώς ικανοποιεί αυτές με απόλυτη σειρά προτεραιότητας, ώστε με την όποια καθυστέρηση καταβολής της οφειλόμενης παροχής σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του οριζομένου στο.

καταστατικό του να επιτυγχάνεται ήπια προσαρμογή του προϋπολογισμού του και να διασφαλίζεται η σύμμετρη ικανοποίηση όλων των μελών του. Τα ως άνω, όμως, επικαλούμενα από το εναγόμενο περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν αρκούν για να καταστήσουν την άσκηση του ένδικου δικαιώματος τους, από τις ενάγουσες, αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, εφόσον δεν γίνεται επίκληση, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, της συνδρομής ιδιαίτερων περιστάσεων αναγόμενων στην συμπεριφορά των εναγουσών δικαιούχων.

Το πρωτοβάθμιο επομένως δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την άνω ένσταση του εναγομένου, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο, και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το εναγόμενο με τον παραπάνω (1°) λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 591, 66 παρ.1, 115 παρ.3 και 256 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν.

Από την δεύτερη των ως άνω διατάξεων προκύπτει, ότι η προφορική πρόταση των ισχυρισμών πρέπει να προκύπτει από τη σχετική σημείωση στα πρακτικά και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της πρότασης αυτών, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 243/2015, 9/2014, ΑΠ 450/2013, ΑΠ 341/201 1 ΤΝΠ Νόμος).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, δηλαδή εάν α) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις, από δικαιολογημένη αιτία, β) προέκυψαν, για πρώτη φορά μεταγενέστερα, γ) αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου, δ) αποδεικνύονται εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (Ολ ΑΠ 2/2005, ΑΠ 30/2004). Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997). Προς τους μη προταθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς εξομοιώνονται και οι προταθέντες απαραδέκτως, όπως π.χ.

ένσταση ή αντένσταση για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, χωρίς τις προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, ή η ένσταση ή αντένσταση που δεν καταχωρίστηκε στα πρακτικά (ΑΠ 1275/2009 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1712/1991 ΕλλΔνη 1992, 1607). Στην προκειμένη περίπτωση, το εναγόμενο με τον πρόσθετο λόγο της έφεσης, προβάλλει την αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα επικουρικά ουσιώδη ισχυρισμό του περί αναπροσαρμογής των αιτουμένων βοηθημάτων κατά τον χρόνο και ύψος καταβολής τους, υποστηρίζοντας ειδικότερα ότι η υγιής αναλογιστική βάση του Ταμείου, που αποτέλεσε το θεμέλιο του σκοπού και της λειτουργίας του, έχει ήδη διαταραχθεί σοβαρά, λόγω απρόβλεπτης μεταβολής συνθηκών και ειδικότερα λόγω έλλειψης επαρκών πόρων και ύπαρξης υποχρεώσεων που υπερβαίνουν κατά πολύ τα έσοδα και την περιουσία του, με συνέπεια την αδυναμία πλέον επίτευξης του κατά το καταστατικό σκοπού του, υπαγορευομένης της αναγωγής των οφειλόμενων παροχών στο προσήκον μέτρο και από την αρχή της ισότητας μεταξύ των μελών του, που επιβάλλει τον επιμερισμό του προβλήματος ανάμεσα σε αυτούς που ήδη απέκτησαν δικαίωμα λήψης του εφάπαξ βοηθήματος, όπως οι εφεσίβλητες, και αυτούς που έχουν προσδοκία δικαιώματος, δηλαδή τα ενεργά μέλη του.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού ο ανωτέρω ισχυρισμός που αποτελεί ένσταση δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως, με συνοπτική ανάπτυξη και καταχώρηση στα πρακτικά, ενώ επιπρόσθετα απαραδέκτως προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, αφού δεν γίνεται επίκληση συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ για τη βραδεία παραδεκτή προβολή του.

Με βάση τα παραπάνω, το εναγόμενο οφείλει στις ενάγουσες ως εφάπαξ παροχή τα επιδικασθέντα σε βάρος του, με την εκκαλουμένη απόφαση, χρηματικά ποσά, το ύψος των οποίων δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο...".

Συνεπώς, το Εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές του στην προσβαλλόμενη και με το να λάβει υπόψη τις ενσωματωθείσες προτάσεις των εναγουσών-εφεσιβλήτων, όπως σε αυτές είχε γίνει επίκληση κάθε σχετικού που είχε προσκομισθεί προς απόδειξη, δηλαδή με ειδικότερη μνεία των αποδεικτικών εγγράφων σε αυτές, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 παρ. β’ Κ.Πολ.Δικ., της παρά τον νόμο λήψεως υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν νόμιμα. Στο σημείο αυτό, όμως, ας σημειωθεί και η διαβλεπόμενη νέα κατεύθυνση της νομολογίας του ΕυρΔΔΑ, με βάση την οποία είναι αμφίβολο αν η ενσωμάτωση των προτάσεων στις οποίες μνημονεύεται ρητά το εκάστοτε έγγραφο ή και αποδεικτικό μέσο δεν είναι από μόνη της αρκετή για να την καταστήσει νόμιμη την επίκληση τούτων ενώπιον του Ακυρωτικού.

Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της λήψεως υπόψη μη νόμιμα επικαλουμένων και προσκομισθέντων εγγράφων είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (176 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-9-2015 αίτηση αναιρέσεως του "Ταμείου Αλληλοβοηθείας Προσωπικού ...".

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ