Supreme Court dismisses appeal on will invalidity, ruling missing date is curable but false date proves incapacity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of her inheritance claim based on a will dated 2001. The appellant argued the will was invalid due to a false date and lack of capacity, while the opposing party contended the testator was mentally competent at the time of writing. The court ruled that while a missing date can be inferred from the document's content, a false date combined with medical evidence of dementia proves the testator lacked the capacity to write the will voluntarily.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1721 and 1718 of the Civil Code: A missing date in a holographic will may be established from the document's content, but a false date coupled with evidence of mental incapacity renders the will void due to lack of free will.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1193 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1193/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ., κατοίκου ..., ως κληρονόμου της Κ. συζ. Ι. Κ. το γένος Θ. Κ., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μαραζιώτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Σ., κατοίκου ... και 2) Ε. συζ. Ι. Σ., κατοίκου ... Ο πρώτος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πρώτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/8/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας (ως προσωρινής δικαστικής συμπαραστάτριας της Κ. Κ.), που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8157/2007 εν μέρει οριστική, 3442/2009 μη οριστική, 3209/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6045/2011 μη οριστική και 2791/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/2/2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 9/12/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος και πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά μεν το άρθρο 1721 ΑΚ "Η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν. Από τη χρονολογία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος. Η ιδιόγραφη διαθήκη δεν υποβάλλεται σε κανέναν άλλον τύπο. Ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης", κατά δε το άρθρο 1718 ΑΚ "Διαθήκη, κατά την σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά".
Από τον συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων συνάγεται ότι, και όταν ακόμη λείπει παντελώς η χρονολογία από την ιδιόγραφη διαθήκη, συγχωρείται ο καθορισμός αυτής εκ του περιεχομένου της, ακόμη και με την χρησιμοποίηση γεγονότων εκτός αυτής κειμένων, τα οποία χρήζουν αποδείξεως, με μόνο σκοπό την αποσαφήνιση εκείνων που περιέχονται στην διαθήκη και από τα οποία προκύπτει η χρονολογία συντάξεως της.
Η ανωτέρω περίπτωση αντιδιαστέλλεται προς εκείνη της υπάρξεως μεν πλήρους χρονολογίας, η οποία όμως είναι ψευδής ή εσφαλμένη από σκοπού ή από πλάνη του διαθέτη. Μόνο στην τελευταία αυτή περίπτωση ισχύει ο ως άνω κανόνας της παρ. 3 του άρθρου 1721 ΑΚ, κατά την έννοια του οποίου η ακυρότητα της διαθήκης επέρχεται, εφόσον η αναλήθεια της χρονολογίας μπορεί να συνδυασθεί με κάποιο αυτοτελή λόγο ακυρότητας της διατάξεως τελευταίας βουλήσεως που συγκαλύπτεται, όπως η ανικανότητα του διαθέτη (ΑΠ 1866/2011 Δημ.
Νόμος). Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 ΑΚ η ικανότητα προς δικαιοπραξία ρυθμίζεται από το δίκαιο της ιθαγένειας, ενώ κατά το άρθρο 9 ΑΚ, αλλοδαπός που επιχειρεί στην Ελλάδα δικαιοπραξία για την οποία είναι ανίκανος κατά το δίκαιο της ιθαγένειας του, θεωρείται ικανός να την επιχειρήσει, αν κατά το Ελληνικό δίκαιο έχει αυτή την ικανότητα.
Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις δικαιοπραξίες οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου. Επίσης, κατά το άρθρο 28 του ίδιου Κώδικα, οι κληρονομικές σχέσεις διέπονται από το δίκαιο της ιθαγένειας που είχε ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του, ενώ, τέλος, κατά το άρθρο 11 ΑΚ, η δικαιοπραξία είναι έγκυρη ως προς τον τύπο αν είναι σύμφωνη είτε με το δίκαιο που διέπει το περιεχόμενο της είτε με το δίκαιο του τόπου όπου επιχειρείται είτε με το δίκαιο της ιθαγένειας όλων των μερών.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η ικανότητα προς σύνταξη διαθήκης διέπεται από το δίκαιο της ιθαγένειας του διαθέτη (ΑΠ 369/2002 Δημ. Νόμος), ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, δηλαδή εκείνου της ιθαγένειας κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, διέπεται τόσο η εξ αδιαθέτου όσο και η αναγκαστική διαδοχή (ΑΠ 1557/1986).
Όσον δε αφορά την τυπική εγκυρότητα της διαθήκης, αυτή είναι έγκυρη και αναπτύσσει την κατά το περιεχόμενο αυτής ενέργεια αν έχει περιβληθεί τον τύπο που ανταποκρίνεται είτε στο δίκαιο του τόπου που επιχειρήθηκε είτε στο δίκαιο που καταλαμβάνει το περιεχόμενο αυτής (αρθρ. 28 ΑΚ) είτε στο δίκαιο της ιθαγένειας την οποία είχε ο διαθέτης κατά το χρόνο που δήλωνε την καταληφθείσα τελευταία βούληση.
Μεταξύ των τριών αυτών δικαίων, που εφαρμόζονται διαζευκτικά, εκείνο που ερευνάται είναι αν ο τύπος τον οποίο περιβλήθηκε η διαθήκη ικανοποιεί οποιοδήποτε από τα δίκαια αυτά (ΑΠ 140/2002 Δημ. Νόμος).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ’ την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 15-12-2002 απεβίωσε στο Μαρούσι Αττικής ο Μ. Τ. του Μ., κάτοικος, όσο ζούσε, ... και επί της οδού ... (...), ο ο-ποίος είχε γεννηθεί το έτος 1916 στην Πολωνία. Αυτός ήταν έγγαμος με την Σ. Τ., το γένος Θ.
Κ., αδελφή της εφεσίβλητης, με την οποία δεν απέκτησε τέκνα. Ο θανών κατέλειπε την από 29-12-1998 ιδιόγραφη διαθήκη του, συντεταγμένη στην Αγγλική γλώσσα, η οποία δημοσιεύθηκε με τη νόμιμη μετάφραση της στην Ελληνική γλώσσα, με το υπ’ αριθμ. 2007/4-4-2003 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ’ αριθμ. 796/2003 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Η ως άνω διαθήκη του προαναφερομένου διαθέτη έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "Ο κάτωθι υπογραφόμενος Μ. Τ. του Μ. επιθυμώ να διανείμω την περιουσία μου μετά τον θάνατο μου ως κατωτέρω: Αφήνω στους Α. Κ., Α. Κ., Ε. Κ. και Κ. Κ. 35.000 δολάρια εις ένα έκαστον εξ αυτών. Στον αληθινό μου φίλο και δικηγόρο Ι. Σ. αφήνω το σπίτι μου στην οδό ...
αρ. … στο Μαρούσι. Όλα τα υπόλοιπα μένουν στην αγαπημένη μου σύζυγο Σ. επιθυμώντας γι’ αυτήν, εάν αποβιώσω πρώτος, να συνεχίσει να ζει στο σπίτι μας μέχρι του θανάτου της. Αυτή είναι η τελευταία μου διαθήκη και επιθυμία. Μ. Τ. (υπογραφή)". Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ως άνω διαθήκης ο Μ. Τ. εγκατέστησε κληρονόμο του στο 1/2 εξ αδιαιρέτου του διαμερίσματος του τρίτου ορόφου στο Μαρούσι, όπου και κατοικούσε, το οποίο κατά το παραπάνω ποσοστό του ανήκε κατά κυριότητα, τον πρώτο των εκκαλούντων, ο οποίος κατοικεί στο δεύτερο όροφο της ίδιας πολυκατοικίας (και κατά τους ισχυρισμούς της εφεσίβλητης ο ίδιος στη συνέχεια μεταβίβασε το 1/2 του μεριδίου του στη δεύτερη εκκαλούσα σύζυγο του), παρακρατώντας υπέρ της συζύγου του το δικαίωμα της ισοβίου οίκησης σ’ αυτό.
Όσον αφορά δε τις κληροδοσίες που κατέλειπε στα αδέλφια της συζύγου του, μεταξύ των οποίων και στην εφεσίβλητη, αυτές ήταν άνευ αντικειμένου, διότι ο διαθέτης διατηρούσε κοινό λογαριασμό με τη σύζυγο του και επομένως τα ποσά αυτά δεν κατέστησαν αντικείμενο της κληρονομιάς του αλλά περιήλθαν στη συνδικαιούχο σύζυγο του και μετά το θάνατο αυτής την 26-2-2003 στα αδέλφια της, ως εκ διαθήκης κληρονόμων της, δυνάμει της από 23-7-1990 ξενόγλωσσης ιδιόγραφης διαθήκης της ενώπιον μαρτύρων, κατά το δίκαιο της Πολιτείας Virginia των ΗΠΑ, που δημοσιεύθηκε με το υπ’ αριθμ. 3221/13-6-2003 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η εφεσίβλητη αμφισβητεί ότι η ένδικη διαθήκη συντάχθηκε πράγματι την αναφερόμενη σ’ αυτήν ημερομηνία, ήτοι την 29-12-1998, οπότε ο διαθέτης είχε πνευματική διαύγεια αλλά θεωρεί ότι η χρονολογία αυτή είναι ψευδής και τέθηκε σκόπιμα προκειμένου να συγκαλύψει τα σοβαρά νοητικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο διαθέτης, ιδίως από το καλοκαίρι του έτους 2001, εξαιτίας των οποίων, με πρωτοβουλία των συγγενών της συζύγου του, που εκπροσωπήθηκαν από τον πρώτο των εκκαλούντων, ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους, τέθηκε με την υπ’ αριθμ. 7276/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε δικαστική συμπαράσταση και επιπλέον θεωρεί ότι αυτή (διαθήκη) συντάχθηκε καθ’ υπαγόρευση τρίτου, με αποτέλεσμα να είναι άκυρη, διότι κατά τον πραγματικό χρόνο συντάξεως της που πιθανολογεί ότι είναι ο Ιούνιος του έτους 2001, ο διαθέτης, ο οποίος από το έτος 1999 υποβαλλόταν τρεις φορές την εβδομάδα σε αιμοκάθαρση, πάσχων από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και αρτηριοπάθεια είχε εμφανίσει συμπτώματα άνοιας και εξαιτίας της νοητικής αυτής διαταραχής αδυνατούσε να κατανοήσει το νόημα και τις συνέπειες των πράξεων του και ήταν ανίκανος για σύνταξη διαθήκης.
Όπως προέκυψε, ο διαθέτης, ο οποίος είχε ζήσει με τη σύζυγο του πολλά έτη στην Πολιτεία Virginia των Η.Π.Α και επέστρεψε στην Ελλάδα μετά τη συνταξιοδότηση του, κατά το έτος 1993, είχε την Αμερικανική ιθαγένεια. Επομένως, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη σχετική νομική σκέψη, κατά τα άρθρα 7, 9 και 28 ΑΚ, ως προς την ικανότητα σύνταξης διαθήκης και τις συνέπειες έλλειψης αυτής καθώς και ως προς τα σχετικά με την εξ αδιαθέτου διαδοχή του κληρονομουμένου, εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της Πολιτείας Virginia των Η.Π.Α, ως το δίκαιο της ιθαγένειας του διαθέτη κατά το χρόνο του θανάτου αυτού, ενώ αναφορικά με το δίκαιο που διέπει το τυπικό κύρος της διαθήκης, εφαρμοστέο είναι το Ελληνικό δίκαιο, ως το δίκαιο του τόπου σύνταξης αυτής, της συνήθους διαμονής του διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξης της και ως το δίκαιο του τόπου όπου βρίσκεται το ένδικο ακίνητο, παράλληλα με το δίκαιο των Η.Π.Α, ως το δίκαιο της ιθαγένειας του διαθέτη, διότι έγκυρη είναι η διαθήκη, εφόσον τηρήθηκε ο τύπος που προβλέπει έστω ένα από τα δίκαια αυτά.
Σύμφωνα δε με το δίκαιο της Πολιτείας Virginia των Η.Π.Α, η εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή διέπεται από τις διατάξεις που περιέχονται στον τίτλο 64 (Wills and Decedents Estates) του Κώδικα Νόμων της Virginia (Code of Virginia) του έτους 1950, όπως ισχύει σήμερα. Έτσι, κατά την διάταξη της παραγράφου 64.1-49 ως προς το τυπικό κύρος της ιδιόγραφης διαθήκης προβλέπεται ότι "Καμία διαθήκη δεν είναι έγκυρη, παρά μόνο όταν είναι έγγραφη, υπογεγραμμένη από το διαθέτη ή από κάποιο άλλο πρόσωπο, παρουσία του διαθέτη και σύμφωνα με τις οδηγίες του, κατά τρόπο που να καθίσταται σαφές ότι το όνομα επέχει θέση υπογραφής, επιπλέον δε, εκτός και αν είναι ολόκληρη γραμμένη με το χέρι του διαθέτη, η υπογραφή πρέπει να τεθεί ή η διαθήκη να αναγνωριστεί από αυτόν (τον διαθέτη) παρουσία δύο τουλάχιστον ικανών μαρτύρων, ταυτοχρόνως παρόντων.
Οι μάρτυρες αυτοί οφείλουν να συνυπογράψουν την διαθήκη παρουσία του διαθέτη αλλά δεν απαιτείται ιδιαίτερος τύπος για τη βεβαίωση. Αν η διαθήκη γράφηκε εξ ολοκλήρου με το χέρι του διαθέτη, αυτό πρέπει να αποδεικνύεται από τουλάχιστον δύο μη εμπλεκόμενους μάρτυρες". Εξάλλου, η ικανότητα σύνταξης έγκυρης διαθήκης ρυθμίζεται από τη διάταξη της παραγράφου 64.1-47 του Κώδικα αυτού, σύμφωνα με την οποία "πρόσωπο που (I) δεν έχει την χρήση του λογικού του (of unsound mind) ή (II) ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ ετών, εκτός εάν είναι χειραφετημένο, σύμφωνα με το άρθρο 15 (παρ. 16.1-331 επ.) του Κεφαλαίου 11 του Τίτλου 16.1 δεν είναι ικανό προς σύνταξη διαθήκης".
Κατά το προαναφερθέν δίκαιο, η ύπαρξη ικανότητας του διαθέτη προς σύνταξη διαθήκης αποτελεί πραγματικό ζήτημα αποδείξεως. Γίνεται, πάντως, νομολογιακά δεκτό από τα Αμερικανικά δικαστήρια ότι οι προϋποθέσεις ικανότητας συντάξεως διαθήκης, αναφορικά με την ψυχική κατάσταση του διαθέτη, είναι χαλαρότερες απ’ ότι οι αντίστοιχες προϋποθέσεις ικανότητας για την κατάρτιση συμβάσεως.
Για τη στοιχειοθέτηση ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης απαιτείται πλήρης έλλειψη (κατά τον χρόνο συντάξεως της διαθήκης), τόσο της αντιλήψεως του διαθέτη, ως προς τις πράξεις του και τις συνέπειες αυτών (το ότι δηλαδή συντάσσει διαθήκη και εγκαθιστά κληρονόμους στην περιουσία του), όσο και της μνήμης του, ως προς όχι μόνο τις πράξεις του αλλά και του αντικειμένου της διαθέσεως (κληρονομιαίας περιουσίας).
Εάν μία διαθήκη έχει συνταχθεί από πρόσωπο ανίκανο, κατά τα παραπάνω, η βασικότερη συνέπεια είναι ότι η διαθήκη αυτή ως "άκυρη" (invalid) δεν θα επικυρωθεί και δημοσιευθεί από το αρμόδιο δικαστήριο, κατά τη διαδικασία του λεγομένου "probate" και, ως εκ τούτου, η διαθήκη αυτή δεν παράγει έννομα αποτελέσματα (βλ. την 623/1-9-2009 νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου).
Τέλος, όσον αφορά την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, στο δίκαιο της Πολιτείας Virginia των Η.Π.Α, αυτή διέπεται από τις διατάξεις του πρώτου κεφαλαίου του Τίτλου 64 του Κώδικα Νόμων της Πολιτείας αυτής. Σύμφωνα δε με το ανωτέρω δίκαιο η εξ αδιαθέτου διαδοχή χωρεί όταν, είτε δεν υπάρχει διαθήκη ή η υπάρχουσα διαθήκη είναι άκυρη και κατά συνέπεια δεν επιφέρει αποτελέσματα.
Η εξ αδιαθέτου διαδοχή χωρεί επίσης, όταν μέρος μόνο της περιουσίας διατίθεται με τη διαθήκη, ως προς το υπόλοιπο. Αυτή (εξ αδιαθέτου διαδοχή), όπως και στο Ελληνικό δίκαιο, χωρεί κατά τάξεις και κατά ρίζες. Η προηγούμενη τάξη αποκλείει την επόμενη. Όταν οι κληρονόμοι έχουν τον ίδιο βαθμό συγγένειας με τον κληρονομούμενο, κληρονομούν κατά κεφαλή.
Όταν δε είναι διαφορετικού βαθμού, κληρονομούν κατά ρίζες. Ο σύζυγος καλείται πρώτος στην κληρονομιά και αποκλείει κάθε άλλον, ακόμα και τα τέκνα του και όλη η κληρονομιά περιέρχεται σ’ αυτόν, αν, όμως, συντρέχει με τέκνα από άλλο γάμο του κληρονομουμένου, τότε αυτός (επιζών σύζυγος) κληρονομεί το ένα τρίτο της περιουσίας και τα άλλα δύο τρίτα περιέρχονται σε όλα τα παιδιά του κληρονομουμένου ή τους κατιόντες τους (64.1.1, βλ.
την 191/10-5-2012 νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου). Ενόψει των παραπάνω, η εφεσίβλητη-ενάγουσα έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της αγωγής επί της οποίας η κρινόμενη έφεση, όπως βάσιμα ισχυρίζεται, δεδομένου ότι σε περίπτωση ακυρότητας της προαναφερθείσας διαθήκης, θα χωρήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή και τον διαθέτη, ελλείψει τέκνων, θα κληρονομούσε, κατά τα προαναφερθέντα, η σύζυγος του και αδελφή της, η οποία απεβίωσε μετά τον θάνατο του διαθέτη, ήτοι την 26-2-2003, την δε τελευταία θα κληρονομούσε εκ διαθήκης, μεταξύ άλλων και η ίδια (ενάγουσα) και επομένως, μέρος του εν λόγω μεριδίου του διαμερίσματος του διαθέτη, που διατέθηκε με τη διαθήκη του στον πρώτο εκκαλούντα, θα περιερχόταν σ’ αυτήν.
Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, ο θανών διέμενε στο κληρονομιαίο διαμέρισμα με την προαναφερθείσα σύζυγο του η οποία ήδη από το έτος 1993 αντιμετώπιζε προβλήματα άνοιας, πάσχουσα από τη νόσο altzheimer, με αποτέλεσμα αυτή να τεθεί σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση με την υπ’ αριθμ. 3307/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δικαστικός συμπαραστάτης αυτής να οριστεί ο ίδιος ο σύζυγος της.
Ο τελευταίος, κατά τον χρόνο του θανάτου του, την 15-12-2002, ήταν ηλικίας 86 ετών και από το έτος 1999 έπασχε από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, υποβαλλόμενος από τον Οκτώβριο του ως άνω έτους έως τον θάνατο του σε χρόνια περιοδική αιμοκάθαρση (τρεις φορές την εβδομάδα) στη μονάδα τεχνητού νεφρού στο νοσοκομείο "Υγεία", (βλ.
την από 23-2-2007 ιατρική γνωμάτευση του ως άνω θεραπευτηρίου). Επειδή αυτός, μετά το έτος 1999 εμφάνισε συμπτώματα άνοιας, τα οποία επιδεινώθηκαν περί το τέλος Αυγούστου 2001, με αίτηση των συγγενών της συζύγου του το Σεπτέμβριο του 2001, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητήθηκε να τεθεί ο διαθέτης σε δικαστική συμπαράσταση, διότι, κατά τα αναφερόμενα στην αίτηση, αυτός έπασχε από προοδευτικά επιδεινούμενη άνοια.
Το ως άνω δικαστήριο, μετά τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από τον διορισθέντα για το σκοπό αυτό ιατρό ψυχίατρο Κ. Μ., ο οποίος διαπίστωσε ότι ο ασθενής έπασχε από διανοητική διαταραχή και ειδικότερα από διαλυτική άνοια, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και Ca προστάτη και δεν διαγραφόταν προοπτικές βελτίωσης, αφού οι καταστροφές των ανώτερων πνευματικών κέντρων του εγκεφάλου ήταν μη αναστρέψιμες, με την υπ’ αριθμ. 7276/2002 απόφαση του έθεσε αυτόν σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και τον κήρυξε ανίκανο για όλες τις δικαιοπραξίες.
Εξάλλου, αναφορικά με την ένδικη διαθήκη του Μ. Τ., η δικαστική γραφολόγος Χ. Κ.-Π. που διορίστηκε ως πραγματογνώμονας από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως, άλλωστε και οι τεχνικοί σύμβουλοι των διαδίκων, οι οποίοι εξέτασαν την προαναφερθείσα διαθήκη καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι αυτή είναι γνήσια, δηλαδή έχει γραφεί και υπογραφεί εξ ολοκλήρου από το διαθέτη, όπως προβλέπει το Ελληνικό δίκαιο, γεγονός, άλλωστε, που δεν αμφισβητείται από την εφεσίβλητη.
Ωστόσο, η ως άνω δικαστική γραφολόγος πιθανολογεί ότι η διαθήκη δεν φέρει την πραγματική ημερομηνία σύνταξης της αλλά ότι αυτή είναι προχρονολογημένη. Ειδικότερα η ως άνω πραγματογνώμονας στην προαναφερθείσα έκθεση της αναφέρει ότι "σε σχέση αντιπαραβολής με τα σύγχρονα προς την κρινόμενη διαθήκη συγκριτικά δείγματα γραφής του Μ.
Τ. αλλά και με το μεταγενέστερο προς σύγκριση δείγμα γραφής αυτού, διαπιστώνεται ότι η υπό έλεγχο γραφή της διαθήκης ομοιάζει περισσότερο προς το μεταγενέστερο δείγμα γραφής. Παρουσιάζουν δηλαδή μεταξύ τους τα αυτά γραφολογικά χαρακτηριστικά παθολογικής γραφής, τα οποία αποτελούν ουσιαστικά σημεία αυθεντικότητας της γνήσιας μεταγενέστερης γραφής του Μ.
Τ., αναδεικνύοντας έτσι την ποιότητα της γραφής αυτού σε χρόνο μεταγενέστερο του 1998, ήτοι με τις αυτές φυσικές γραφικές μεταβολές και αλλοιώσεις που έχει υποστεί η γραφή του λόγω της κατάστασης της υγείας του συνεπεία διαγνωσμένης νεφρικής ανεπάρκειας και χρόνιας περιοδικής αιμοκάθαρσης από το 1999". Η εν λόγω πραγματογνώμονας, όμως, λόγω ελλείψεως δειγμάτων γραφής του διαθέτη των ετών 1999 (τέλη) έως 2002, δεν μπορούσε να έχει εικόνα της εν-διάμεσης πορείας και εξέλιξης της γραφής αυτού και δεν μπόρεσε να πιστοποιήσει το πότε περίπου συντάχθηκε η ως άνω διαθήκη.
Όσον δε αφορά την γραφή επί του φακέλου της διαθήκης (... ST Mr S.), κατά τις διαπιστώσεις της ίδιας, σε σχέση με την γραφή της διαθήκης προέκυψαν διαφοροποιήσεις, τόσο ως προς το γραφικό μέσο με το οποίο τέθηκε, όσο και ως προς την πίεση, την ποιότητα της γραμμής χάραξης και το βαθμό γραφικής ευχέρειας, οι οποίες υποδηλώνουν το διαφορετικό χρόνο σύνταξης της γραφής επί του φακέλου από εκείνης της διαθήκης.
Αυτή (πραγματογνώμονας) δεν αναφέρει μεν ρητά τον χρόνο γραφής επί του φακέλου της διαθήκης, όμως από το περιεχόμενο της εκθέσεως της προκύπτει ότι, κατ’ αυτήν, ο χρόνος αυτός προηγείται εκείνου της συντάξεως της διαθήκης. Η ίδια επίσης, εκτός των ως άνω διαπιστώσεων, αναφέρει ότι ο βαθμός παθολογικότητας (οι ποιοτικές διαταραχές της γραφής) καθώς και ο τρόπος γραφής του διαθέτη δεν αναδεικνύει γραφολογικώς ενδείξεις, τόσο από άποψη εξωτερικής "συμβολικής" μορφής, όσο και από άποψη συντάξεως του κειμένου, που να υποδηλώνουν έλλειψη γραφικής ικανότητας ή κατάργηση της γραφικής λειτουργίας, οι οποίες να μπορούν να αποτελέσουν κατά συνέπεια και ενδείξεις πνευματικής διαταραχής στο βαθμό που να δικαιολογούν την έκπτωση της νοητικής και γραφικής λειτουργικότητας και την ανικανότητα για δικαιοπραξία.
Αντίθετα, όπως αυτή διαπίστωσε, στη διαθήκη υπάρχουν πολλά γραφικά στοιχεία, τα οποία αναδεικνύουν τη δυνατότητα ανάπτυξης των σκέψεων του γράφοντα και την ικανότητα του για γραφική αποτύπωση αυτών, τη γραφική πρωτοβουλία του, καθώς και την κατανόηση του ορθού και του λάθους, αλλά και τη διατήρηση του μνημονικού, επιβεβαιώνοντας έτσι την πνευματική και γραφική ικανότητα αυτού, όπως ορθή φραστική διατύπωση του περιεχομένου του κειμένου χωρίς συγκεχυμένες ή μπερδεμένες έννοιες ή επαναλήψεις λέξεων ή φράσεων, γραφική συνέχεια χωρίς χάσματα και διακοπές, σωστή οργάνωση και διάταξη της γραφής κ.λ.π.
Τέλος, κατά τις διαπιστώσεις της, η ανάμειξη κεφαλαίων και πεζών που παρατηρείται στη διαθήκη, ο βαθμός ανορθογραφίας και το γενικότερο επίπεδο γραφικής ικανότητας και ευχέρειας στην αγγλική γλώσσα του διαθέτη συμβαδίζουν πλήρως με τις γραφικές συνήθειες και το επίπεδο μόρφωσης αυτού καθώς και του χειρισμού της αγγλικής γλώσσας εκ μέρους του, με αποτέλεσμα, κατά την πραγματογνώμονα, τα ως άνω γραφολογικά γνωρίσματα αποκλείεται να είναι αποτέλεσμα πνευματικής διαταραχής και συνεπώς να αποτελούν ενδείξεις για μειωμένη νοητική ή γραφική ικανότητά του διαθέτη, η δε ημερομηνία της διαθήκης η οποία, όπως προαναφέρθηκε, πιθανολογείται ότι δεν είναι η πραγματική, ακόμη και αν τέθηκε καθ’ υπόδειξη ή συμβουλή τρίτου, έχει τεθεί κατ’ επίγνωση και με τη σύμφωνη γνώμη του διαθέτη, από τον ίδιο.
Η τεχνική σύμβουλος της εφεσίβλητης Χ. Τ. στην από 1-10-2008 έκθεση της συμφωνεί εν μέρει με το συμπέρασμα της πραγματογνώμονος. Ειδικότερα συμφωνεί ότι η διαθήκη είναι μεν γνήσια αλλά προχρονολογημένη, αφού η γραφή του κειμένου της φέρει γραφολογικά χαρακτηριστικά που προσεγγίζουν περισσότερο τη δειγματική γραφή του διαθέτη του έτους 2002 και λιγότερο τη γραφή του ίδιου μέχρι το έτος 2000, ενόψει του ότι δεν της παραδόθηκε δειγματική γραφή του έτους 2001.
Συμφωνεί επίσης ότι οι χειρόγραφες ενδείξεις επί του φακέλου της διαθήκης που είναι γραμμένες με διαφορετικό στυλογράφο από αυτόν που χαράχτηκε το κείμενο της διαθήκης, προσεγγίζουν περισσότερο με τη δειγματική γραφή του διαθέτη προ του έτους 1999 και θεωρεί πολύ πιθανό αυτές να χαράχτηκαν σε χρόνο προγενέστερο από αυτόν της σύνταξης της διαθήκης, ενώ θεωρεί ότι δεν μπορεί να διακριβωθεί με ασφάλεια η διάγνωση της άνοιας και ο βαθμός της διανοητικής ικανότητας από τη μελέτη ενός κειμένου αλλά για το θέμα αυτό θα πρέπει να αποφανθεί ψυχίατρος.
Αντίθετα η τεχνική σύμβουλος των εκκαλούντων Μ. Μ., στην από 23-9-2008 έκθεση της, θεωρεί ότι η ένδικη διαθήκη δεν είναι προχρονολογημένη αλλά ότι η ημερομηνία που φέρει είναι η πραγματική, διότι η κρίση της πραγματογνώμονας στηρίζεται σε ένα μόνο χρονολογικά μεταγενέστερο συγκριτικό έγγραφο (μία ευχετήρια αφιέρωση στο βιβλίο "..." που συντάχθηκε την 6-5-2002), ενώ, περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι είναι μεθοδολογικά εσφαλμένο να λαμβάνεται προς αντιπαραβολή με την ένδικη διαθήκη το χρονολογικά σύγχρονο με αυτή (έτους 1998) συγκριτικό έγγραφο (ευχετήρια κάρτα με κείμενο: 11/19/98 H. ...
G.), αφού αυτό έχει γραφεί με χοντρό μαρκαδόρο (μαύρου χρώματος), δηλαδή με γραφικό μέσο που επηρεάζει αποφασιστικά την πίεση, ένταση και ποιότητα της γραμμής χάραξης αλλά και την ροή της γραφικής κίνησης, εμφανίζοντας έτσι αλλοιωμένα βασικά γραφολογικά χαρακτηριστικά. Επίσης η ίδια αναφέρει ότι είναι επιστημονικά και μεθοδολογικά εσφαλμένο να αμφισβητείται ο αναγραφόμενος στην επίδικη διαθήκη χρόνος σύνταξης της με βάση τα χρονολογικά σύγχρονα με αυτή συγκριτικά έγγραφα έτους 1998 (ευχετήριες κάρτες), αφού αυτά περιέχουν γραφή μικρής έκτασης που δεν καθιστά ευχερή την διαπίστωση όλων των γραφολογικών χαρακτηριστικών και επιπλέον δεν είναι γνωστές οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έχουν συνταχθεί.
Όπως δε επισημαίνει η ως άνω τεχνική σύμβουλος, τα προαναφερθέντα συγκριτικά έγγραφα είναι πολύ πιθανό να έχουν γραφεί σε συναισθηματική και ψυχική κατάσταση περισσότερο ήρεμη από αυτή που βρισκόταν ο διαθέτης όταν συνέταξε την κρινόμενη διαθήκη του, αφού στις περισσότερες περιπτώσεις η σύνταξη της διαθήκης αποτελεί μια φορτισμένη συναισθηματικά πράξη, με αποτέλεσμα να παραμορφώνεται ο γραφικός χαρακτήρας του διαθέτη.
Επίσης, όπως αναφέρει η πιο πάνω τεχνική σύμβουλος, ο έντονος γραφικός τρόμος και η μεγάλη γραφική δυσχέρεια κατά την χάραξη των γραμμών αλλά και η σύγχυση γραμμάτων με επιγενόμενες διορθώσεις που εμφανίζονται στη διαθήκη, εμφανίζονται και σε χρονολογικά προγενέστερα της διαθήκης συγκριτικά έγγραφα, όπως ειδικότερα αυτή αναφέρει.
Ενόψει των παραπάνω, το δικαστήριο κρίνει ότι ο πραγματικός χρόνος συντάξεως της διαθήκης είναι ο αναφερόμενος σ’ αυτήν, ήτοι η 29-12-1998, όσα δε αντίθετα αναφέρει η διορισθείσα πραγματογνώμονας Χ. Κ.-Π. περί (πιθανής) προ-χρονολογήσεως αυτής, χωρίς όμως και να προσδιορίζει και τον ακριβή χρόνο συντάξεως της δεν κρίνονται πειστικά.
Τούτο δε διότι, αυτή, για την παραπάνω διάγνωση, στηρίχθηκε αποκλειστικά σε ένα μόνο χρονολογικά μεταγενέστερο έγγραφο, ήτοι μία ευχετήρια αφιέρωση στο βιβλίο "..." που συντάχθηκε την 6-5-2002, ενώ, όπως η ίδια αναφέρει στην έκθεση της δεν υπήρχαν άλλα δείγματα γραφής του διαθέτη, προερχόμενα από τα έτη 1999 (τέλη) έως το 2002 και δεν μπορούσε να έχει εικόνα της ενδιάμεσης πορείας και εξέλιξης της γραφής του.
Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι, κατά τα προαναφερθέντα, όπως επισημαίνει και η τεχνική σύμβουλος των εκκαλούντων Μ. Μ., γραφικός τρόμος και γραφική δυσχέρεια εμφανίζονται και σε χρονολογικά προγενέστερα της κρινόμενης διαθήκης συγκριτικά έγγραφα, όπως στη γραφή ενός σημειώματος με ημερομηνία 5-12-1997 αλλά και στις υπογραφές του διαθέτη στις από 19-3-1997 και 16-12-1997 αποδείξεις λιανικής πωλήσεως, ενώ επίσης και σε προγενέστερα έγγραφα εμφανίζεται σύγχυση γραμμάτων με επιγενόμενες διορθώσεις, όπως σε έγγραφο του έτους 1990 αναφορικά με τη λέξη "..." αλλά και σε αίτηση για την χορήγηση άδειας παραμονής αναφορικά με την λέξη "S.", οφειλόμενες στη χαμηλή γραφική ωριμότητα του διαθέτη.
Το ότι η ένδικη διαθήκη έχει πράγματι συνταχθεί κατά τον αναφερόμενο σ’ αυτήν χρόνο ενισχύεται και από όσα στη συνέχεια η ως άνω πραγματογνώμονας Χ. Κ.-Π. αναφέρει στην έκθεση της, ήτοι ότι, όπως διαπίστωσε, στη διαθήκη υπάρχει συνεχόμενος ρυθμός της γραφικής κίνησης χωρίς αφασικές και αδικαιολόγητες γραφικές διακοπές καθ’ όλη την έκταση του κειμένου, σωστή διάταξη αυτού (κειμένου) και διατήρηση οργάνωσης της γραφής στο γραφικό χώρο με τη διατήρηση των περιθωρίων, τη σωστή τοποθέτηση τίτλου, κειμένου, ημερομηνίας και υπογραφής στη σελίδα και τη διάταξη των λέξεων και σειρών χωρίς διασταυρώσεις γραμμών μεταξύ τους, ορθή και λογική διατύπωση του ιδίου του περιεχομένου της διαθήκης (φραστικά ορθά διατυπωμένο κείμενο, ορθή διατύπωση ονομάτων και διεύθυνσης, γραφική συνέχεια χωρίς χάσματα και διακοπές κ.λ.π) καθώς και συχνές διορθώσεις και προσθήκες γραμμάτων με σκοπό την ορθή απόδοση αρχικά λάθος διατυπωμένων λέξεων, διαπιστώσεις που συμφωνούν με εκείνες του ορισθέντος ως πραγματογνώμονος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ιατρού νευρολόγου-ψυχίατρου Γ.
Π., σύμφωνα με τον οποίο δεν υπάρχουν ικανά στοιχεία ότι ο διαθέτης, ο οποίος πιθανότατα έπασχε από άνοια αιμοδιύλισης και όχι από τέτοια τύπου alzheimer, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα της σύνταξης της διαθήκης (29-12-1998) έπασχε από άνοια της οποίας τα συμπτώματα δεν του επέτρεπαν τη σύνταξη αυτής. Εξάλλου, η ως άνω διαθήκη δεν μπορεί να έχει συνταχθεί από τον Ιούνιο του έτους 2001 και μετέπειτα και να αποτελεί προϊόν υπαγόρευσης από τρίτο και όχι προϊόν ελεύθερης βούλησης του διαθέτη, όπως διατείνεται η ενάγουσα-εφεσίβλητη γεγονός, άλλωστε, που δεν αποδεικνύεται από τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα, αφού, όπως διαπίστωσε από τα υπάρχοντα στοιχεία ο προαναφερθείς πραγματογνώμονας Γ.
Π. και αναφέρει στη συμπληρωματική από 9-4-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ο διαθέτης κατά το έτος 2001 έπασχε από συμπτώματα άνοιας, η έναρξη των οποίων τοποθετείται το έτος 1999 με την επιδείνωση της νεφρικής ανεπάρκειας, συμπτώματα τα οποία επιδεινώθηκαν σημαντικά το τέλος Αυγούστου και τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2001 (βαριά μορφής άνοια), με αποτέλεσμα αυτός να είναι ανίκανος να συντάσσει διαθήκη ή να γράφει εκτενές κείμενο με λογική σειρά και εσωτερική συνοχή, περιορίζοντας του συγχρόνως ουσιωδώς τη δυνατότητα αντιγραφής εκτενούς κειμένου ή γραφής καθ’ υπαγόρευση, με αποτέλεσμα να μην είναι βάσιμα όσα ισχυρίζεται η εφεσίβλητη.
Μάλιστα ο τεχνικός σύμβουλος αυτής ιατρός ψυχίατρος Δ. Κ. που είχε εξετάσει τον διαθέτη την 10-9-2001 αναφέρει στην έκθεση του ότι η εγκατεστημένη ήδη έκπτωση των γνωσιακών λειτουργιών αυτού επιτάθηκε πολύ νωρίτερα, δηλαδή με την έναρξη της αιμοκάθαρσης, ήτοι από 4-10-1999. Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι και το επιπλέον στοιχείο που επικαλείται η εφεσίβλητη για να αποδείξει ότι η διαθήκη δεν αποτελεί αποτύπωση της ελεύθερης βούλησης του διαθέτη αλλά προϊόν υπαγόρευσης τρίτου, ήτοι ότι ενώ ο διαθέτης συνήθιζε να γράφει την ημερομηνία με τον αμερικανικό τρόπο, δηλαδή μήνας/ημέρα/έτος, στην ένδικη διαθήκη η ημερομηνία έχει τεθεί με τον τρόπο που συνηθίζεται στην Ελλάδα, δηλαδή ημέρα/μήνας/έτος, δεν είναι βάσιμο, αφού αυτός (διαθέτης) ναι μεν συνήθως προέτασσε, κατά την αναγραφή της ημερομηνίας το μήνα και μετά την ημέρα, πλην, όμως, σε κάποια έγγραφα χρησιμοποιούσε και τον ελληνικό τρόπο γραφής, όπως στην από 10-3-1993 αίτηση για άδεια παραμονής αλλοδαπού στην Ελλάδα, στην οποία αναγράφονται οι ημερομηνίες 3-9-1916 και 10-3-1993, όπως και στην ευχετήρια αφιέρωση του βιβλίου "..." στην οποία αναγράφεται ως ημερομηνία η 6-5-2002.
Επομένως, με βάση όλα τα παραπάνω, εφόσον η ένδικη διαθήκη συντάχθηκε σε χρόνο κατά τον οποίο ο διαθέτης είχε τη χρήση του λογικού του, αυτή δεν πάσχει ακυρότητας.
Ακολούθως το Εφετείο δεχόμενο την έφεση των αναιρεσιβλήτων εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση που είχε δεχτεί την ένδικη αγωγή, και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα του χρόνου σύνταξης της επίμαχης διαθήκης και της ικανότητας του διαθέτη για σύνταξη της διαθήκης αυτής και επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που περιέχονται στους λόγους αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.2.2013 αίτηση της Μ. Κ. για αναίρεση της 2791/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ