Legislator Case Law & Legislation
1193/2012 AI generated

1193/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1193/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1193/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 1809, 1923§1, 1935§1 και 1937 ΑΚ και εκείνες των άρθρων 454 και 871 ΑΚ. Τούτο γιατί, όπως ορθώς δέχθηκε το Εφετείο, η προαναφερθείσα παραίτηση του καταπιστευματοδόχου Ν.

Keywords

AI generated
previous legal status right to remain register of retention of title assignment to provisional status abandonment of expropriation agreement on an unopened succession
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1193 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1193/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. χας Ν. Ν., το γένος Γ. Θ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Β. Ν. του Ν., 3. Γ. Ν. του Ν. και 4. Ι. Ν. του Ν., κατοίκων ... .

Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Γεώργιος Πρασιανάκης δήλωσε ότι η πρώτη αναιρεσείουσα (Μ. Ν.) απεβίωσε στις 17-12-2010 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα της Β. Ν., Γ. Ν. και Ι. Ν., -ήδη 2η, 3ο και 4ο αναιρεσείοντες- οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πρασιανάκη.

Του αναιρεσίβλητου: Μ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Συρούκη-Καλλέργη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-8-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5681/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2784/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-1-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 24-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατ' αποδοχή των πρώτου, κατά το πρώτο μέρος του, δεύτερου και τρίτου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62 εδ. α', 73, 159 αριθ. 2, 160 αριθ. 1, 556 αριθ. 1 ΚΠολΔ και της διάταξης του άρθρου 35 ΑΚ, η οποία ορίζει την παύση της ύπαρξης του φυσικού προσώπου με το θάνατο αυτού, συνάγεται ότι σε άσκηση αναίρεσης δικαιούται και φυσικό πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ. που είναι εν ζωή, πράγμα το οποίο βέβαια σημαίνει ότι δικόγραφο αναίρεσης, που φέρει ως αναιρεσείοντα πρόσωπο που πέθανε πριν από το χρόνο κατάθεσής του -με την οποία κατ' άρθρο 495 παρ. παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συντελείται η άσκηση της αναίρεσης- είναι άκυρο, ως τέτοιο, η δε ακυρότητά του αυτή, αναγόμενη σε έλλειψη της υπό του άρθρου 62 εδ. α' ΚΠολΔ ικανότητας του προσώπου να είναι διάδικο, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 73 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 2784/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε στις 4-1-2011. Στις 16-12-2010, ήτοι πριν την άσκηση αυτής (αίτησης αναίρεσης), απεβίωσε η πρώτη αναιρεσείουσα Μ. χήρα Ν. Ν., όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλουμένη 2121/28-12-2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Κρωπίας.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκήθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Σημειώνεται, ότι δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 101 ΚΠολΔ, την οποία οι (λοιποί) αναιρεσείοντες επικαλούνται με τις προτάσεις τους, προβάλλοντες τον ισχυρισμό ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και όσον αφορά την ως άνω αναιρεσείουσα, λόγω του ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της δεν γνώριζε το θάνατό της κατά το χρόνο άσκησής της.

Τούτο γιατί, εφόσον ο θάνατος της ανωτέρω αναιρεσείουσας επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει πλέον στάδιο διακοπής της δίκης, διατηρείται μεν και τότε η πληρεξουσιότητα, υπό τον περιορισμό όμως του άρθρου 313 παρ. 1 δ' ΚΠολΔ, ως προς την άσκηση των ένδικων μέσων, τα οποία πρέπει να ασκούνται εξ ονόματος των κληρονόμων του θανόντος.

Ενόψει των ανωτέρω η δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της πρώτης αναιρεσείουσας, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, για συνέχιση της δίκης εκ μέρους αυτών, στερείται έννομων συνεπειών. 2.- Επειδή, κατά το άρθρο 1923 § 1 ΑΚ, ο διαθέτης μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομία που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον (καταπιστευματοδόχο).

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο διαθέτης, εκτός από τον άμεσο κληρονόμο του, που αποκτά αμέσως μετά το θάνατό του την κληρονομία, μπορεί να εγκαταστήσει έμμεσο καθολικό του διάδοχο, τον καταπιστευματοδόχο, ο οποίος είναι κληρονόμος υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, που πληρώνεται μετά το θάνατο του διαθέτη και στην οποία αντιστοιχεί διαλυτική αίρεση ή προθεσμία της εγκατάστασης του αρχικού αμέσου κληρονόμου.

Επίσης, όπως προκύπτει από τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί να επιβληθεί στον καταπιστευματοδόχο", το καθολικό καταπίστευμα συνιστάται μόνο σε ένα βαθμό και δεν επαναλαμβάνεται πέραν του πρώτου καταπιστευματοδόχου, δηλαδή καταπίστευμα σε βάρος του καταπιστευματοδόχου δεν αναγνωρίζεται από τον Αστικό Κώδικα.

Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1809, 1810, 1923, 1933, 1935 παρ. 1 και 1937 ΑΚ, κοινή υποκατάσταση υπάρχει όταν εγκατασταθεί κάποιος στη θέση του εγκαταστάτου, για την περίπτωση κατά την οποία ο τελευταίος εκπέσει είτε πριν από την επαγωγή είτε μετά την επαγωγή της κληρονομίας. Ο υποκατάστατος κληρονόμος, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται ότι έχει ταχθεί τόσο για την περίπτωση που εκείνος που καλείται πρώτος δεν μπορεί (π.χ.

λόγω προαποβίωσης), όσο και για την περίπτωση που δεν θέλει (π.χ. λόγω αποποίησης) να είναι κληρονόμος. Έτσι, ως "έκπτωση", στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 1809 ΑΚ, νοείται η ματαίωση ή η ανατροπή της επαγωγής της κληρονομίας σε εκείνον που καλείται πρώτος στην κληρονομία. Πάντως, σε περίπτωση που συνιστάται με τη διαθήκη καταπίστευμα, ο διαθέτης μπορεί ελεύθερα να διορίσει υποκατάστατο, όχι μόνο του βεβαρημένου με το καταπίστευμα κληρονόμου, αλλά και του καταπιστευματοδόχου, για την περίπτωση που ο τελευταίος εκπέσει πριν από την αποδοχή του καταπιστεύματος.

Ο διορισμός δε από το διαθέτη υποκατάστατου του καταπιστευματοδόχου, για την περίπτωση που ο τελευταίος εκπέσει πριν από την αποδοχή του καταπιστεύματος, διαφέρει από τη σύσταση δευτέρου καταπιστεύματος σε βάρος του πρώτου καταπιστευματοδόχου, η οποία, σύμφωνα με την προαναφερόμενη δημοσίας τάξης διάταξη του άρθρου 1923 παρ.2 του ΑΚ, απαγορεύεται, αφού η μεν υποκατάσταση του καταπιστευματοδόχου, κατ' άρθρο 1809 του ΑΚ, έχει ως προϋπόθεση ότι ο εγκατασταθείς ως καταπιστευματοδόχος εξέπεσε της κληρονομίας πριν από την αποδοχή του καταπιστεύματος, ενώ η σύσταση καταπιστεύματος σε βάρος του καταπιστευματοδόχου προϋποθέτει ότι ο πρώτος καταπιστευματοδόχος απέκτησε, με αποδοχή, την κληρονομία.

Ακόμη, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1923 παρ. 1 και 1935 παρ.1 ΑΚ, προκύπτει ότι ο καταπιστευματοδόχος από τότε που η κληρονομία επάγεται στον κληρονόμο, από το θάνατο δηλαδή του διαθέτη και μέχρι την επαγωγή του καταπιστεύματος έχει δικαίωμα προσδοκίας κληρονομίας, το οποίο είναι κεκτημένο, απαλλοτριωτό και όχι κληρονομητό.

Εφόσον το εν λόγω περιουσιακό δικαίωμα προσδοκίας είναι απαλλοτριωτό, ο καταπιστευματοδόχος έχει το δικαίωμα να το εκποιήσει, ακόμη και στον ίδιο τον βεβαρημένο με το καταπίστευμα κληρονόμο κατά τις διατάξεις των άρθρων 1942 επ. ΑΚ. Ειδικότερα, μετά την επαγωγή στον κληρονόμο και πριν από την επαγωγή στον καταπιστευματοδόχο είναι επιτρεπτή η διάθεση (απαλλοτρίωση με ευρεία έννοια) του δικαιώματος προσδοκίας από τον φορέα του, τον καταπιστευματοδόχο, είτε με παραίτηση του ίδιου του καταπιστευματοδόχου από το δικαίωμα προσδοκίας κτήσης της κυριότητας επί επίδικου ακινήτου (απώλεια-απόσβεση του δικαιώματος από τον έως τότε δικαιούχο, χωρίς να περιέλθει σε άλλον), είτε με εκποίηση (απαλλοτρίωση με στενή έννοια) του δικαιώματος προσδοκίας, ώστε να περιέλθει σε άλλον, ακόμη και στον ίδιο τον βεβαρημένο.

Το δικαίωμα αυτό προσδοκίας του καταπιστευματοδόχου δεν έχουν και οι τυχόν υποκατάστατοί του, όσο δεν έχει εκπέσει ο καταπιστευματοδόχος. Αν ματαιωθεί (για τους προαναφερθέντες λόγους) η επαγωγή της κληρονομίας στον καταπιστευματοδόχο, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο από την διαθήκη, η κληρονομία παραμένει στον κληρονόμο (κατ' αναλογία της διάταξης του άρθρου 1936 παρ. 2 ΑΚ).

Αν ο καταπιστευματοδόχος δε ζει ούτε έχει συλληφθεί κατά το χρόνο που επάγεται σ' αυτόν η κληρονομία, καθώς και αν αυτός εξέπεσε για οποιονδήποτε λόγο, το καταπίστευμα δεν ματαιώνεται, εφόσον ο διαθέτης έχει ορίσει υποκατάστατο του καταπιστευματοδόχου, ο οποίος ζει ή τουλάχιστον έχει συλληφθεί κατά το χρόνο αυτόν.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 156 και 454 ΑΚ, η δήλωση παραίτησης από δικαίωμα, φέρουσα τον χαρακτήρα άφεσης χρέους, με την οποία επέρχεται απόσβεση της ενοχής, είναι επιτρεπτή όταν αφορά απαλλοτριωτό δικαίωμα και δεν απαγορεύεται από καμία διάταξη νόμου, ούτε αντιβαίνει σε τέτοια διάταξη.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 22-1-1961 πέθανε, στην οικία του στο ..., όπου κατοικούσε όσο ζούσε, ο Ι. Ι. Ν., πατέρας της πρώτης ενάγουσας, (η οποία παραιτήθηκε νομότυπα από το δικόγραφο της αγωγής), πεθερός της δεύτερης ενάγουσας και παππούς των υπολοίπων (τρίτης έως και πέμπτου των εναγόντων).

Με την .../19-1-1953 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κρωπίας Ευάγγελου Καλαχάνη και που δημοσιεύτηκε νόμιμα από το Πρωτοδικείο Αθηνών με το 1467/2-3-1961 πρακτικό του, κατέλιπε, μεταξύ των άλλων, στο γιο του Σ. ή Ι. Ν., όπως, κατά λέξη, αναγράφεται στη διαθήκη "... μίαν οικίαν μετά του οικοπέδου της, εκτάσεως τριακοσίων (300) μέτρων, κειμένην εν Κορωπίω και οριζομένην ανατολικώς με Ι.

Σ. Ν. (διαθέτην) δυτικώς ομοίως, βορείως με οδόν και νοτίως με Γ. Δ. Ν.. Ρητώς όμως καθορίζω ότι εις περίπτωσιν, καθ' ην ούτος αποβιώση άνευ νομίμου τέκνου και ουχί εξ υιοθεσίας, εν τοιαύτη περιπτώσει η οικία αυτή θα περιέρχεται εις τον έτερον υιόν μου Ν. και την θυγατέρα μου Δ. ήδη σύζυγον Π. Σ. ή τους νομίμους αυτών κληρονόμους ...".

Από το συνολικό περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης προκύπτει ότι ο διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμους του τη σύζυγό του Β. Ν. και τα τρία τέκνα του Σ. (Ι.), Ν. και Δ. συζ. Π. Σ. (πρώτη ενάγουσα) στα αναφερόμενα στη διαθήκη αυτή περιουσιακά στοιχεία-δήλα αντικείμενα της κληρονομιάς και ότι σε δήλο αντικείμενο της κληρονομιάς του, και συγκεκριμένα στην παραπάνω οικία στο ..., που καταλείπεται στο γιο του Ι., έταξε καταπίστευμα σε βάρος αυτού, σε περίπτωση που θα πέθαινε άτεκνος, υπέρ των άλλων δύο τέκνων του Ν.

Ν. και Δ. Ν.-Σ., τους οποίους ο διαθέτης ήθελε συγκαταπιστευματοδόχους. Η σύσταση του καταπιστεύματος αυτού συνομολογείται, άλλωστε, από τον εναγόμενο. Παράλληλα, ο διαθέτης, με την πιο πάνω φράση του "... ή τους νομίμους αυτών κληρονόμους", όρισε, ως υποκατάστατους των συγκαταπιστευματοδόχων Ν. και Δ.ς Ν., τους νόμιμους κληρονόμους του, για την περίπτωση ματαίωσης της επαγωγής του καταπιστεύματος σ' αυτούς από οποιονδήποτε λόγο, άρα και για την περίπτωση θανάτου κάποιου από τους συγκαταπιστευματοδόχους πριν από την επαγωγή του καταπιστεύματος, η οποία (επαγωγή) θα συντελούνταν με το θάνατο του βεβαρημένου κληρονόμου Ι.

Ν. χωρίς να έχει αφήσει νόμιμα τέκνα. Επειδή, όμως, τα περιουσιακά στοιχεία που καταλείφθηκαν στον Ι. Ι. Ν. (γιο του διαθέτη από τον πρώτο του γάμο με τη Σ.) με τη παραπάνω διαθήκη δεν κάλυπταν το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του, όλοι οι προαναφερόμενοι μοναδικοί κληρονόμοι του διαθέτη Ι. Ν., δηλαδή η σύζυγός του, από δεύτερο γάμο, Β., τα δύο τέκνα τους, από το γάμο αυτόν, Ν.

Ι. Ν. και Δ. συζ. Π. Σ., καθώς και ο εν λόγω Ι. Ι. Ν., συμφώνησαν, προς αποφυγή δικαστικών αγώνων μεταξύ τους, να τακτοποιήσουν την κληρονομική αυτή διαφορά και να "συμβιβαστούν". Έτσι, στις 6-9-1961, καταρτίστηκε από το Συμβολαιογράφο Κρωπίας Λυκούργο Παπαγιαννάκο η .../1961 "πράξις τακτοποιήσεως κληρονομικών μερίδων και νομίμου μοίρας", που φέρει τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή τους (εκτός της Β.

χήρας Ι. Ν. που δήλωσε άγνοια γραμμάτων). Συγκεκριμένα, οι συμβαλλόμενοι αυτοί, για την προεκτιθέμενη αιτία, συμφώνησαν, μεταξύ των άλλων, και τα εξής, όπως κατά λέξη, αναγράφεται στη συμβολαιογραφική αυτή πράξη: "... τα εις τον τρίτον των συμβαλλομένων Ι. Ι. Ν. αφιέμενα δια της άνω διαθήκης και ρητώς εν αυτή αναγραφόμενα περιουσιακά στοιχεία, κατ' αξίαν εκτιμώμενα παρά των συμβαλλομένων εν συγκρίσει με την αξίαν του συνόλου της καταλειφθείσης παρά του άνω διαθέτη κληρονομίας, δεν καλύπτουσι δι'αυτόν το δικαίωμα της νομίμου μοίρας, αλλά είναι μικρότερα τούτου, πολλώ μάλλον δεδομένου ότι η δια της διαθήκης αφιεμένη εις αυτόν οικία κειμένη εν Κορωπίω, κατεσκευάσθη ζώντος του διαθέτου δια χρημάτων του εκ των συμβαλλομένων κληρονόμου Ι.

Ι. Ν. και άλλωστε αφίεται αύτη προς αυτόν ουχί κατά πλήρες κυριότητας δικαίωμα, αλλά υπό περιορισμόν. Γεννάται, όθεν, ως ρητώς παρά των συμβαλλομένων αναγνωρίζεται, δικαίωμα δια τον εξ αυτών Ι. Ι. Ν. προσβολής της άνω διαθήκης προς συμπλήρωσιν του μεριδίου της νομίμου μοίρας επί της κληρονομιάς ... Ήδη, δια του παρόντος οι συμβαλλόμενοι προς αποφυγήν δικαστικών αγώνων μεταξύ των, συμβιβάζονται δια την προκειμένην κληρονομικήν διαφοράν των και αποδέχονται, όπως ο εξ αυτών Ι.

Ι. Ν. λάβη, προς συμπλήρωσιν του ποσού της νομίμου μοίρας του επί της καταλειφθείσης κληρονομιάς του αποβιώσαντος ως άνω διαθέτου πατρός του, όσα λεπτομερώς αναγράφονται εν τη άνω διαθήκη ως αφιέμενα εις αυτόν και προσθέτως και τα κατωτέρω περιουσιακά στοιχεία της κληρονομιάς, ώστε πάντα ταύτα να είναι η κληρονομική μερίς του.

Τα τοιαύτα προσθέτως εις αυτόν παραχωρούμενα δυνάμει του παρόντος συμβιβασμού περιουσιακά στοιχεία προς τον σκοπόν συμπληρώσεως της νομίμου μοίρας του, είναι τα εξής. Ι. Την δια της διαθήκης αφιεμένην εις αυτόν οικίαν κειμένην εν Κορωπίω μετά του οικοπέδου της; εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών τριακοσίων (300) οριζομένην ανατολικώς με Ι.

Σ. Ν. (Διαθέτην), δυτικώς ομοίως, βορείως με οδόν και νοτίως με Γ. Δ. Ν., οικοδομηθείσαν ως ερρέθη δαπάναις αυτού (του Ι. Ν.) λαμβάνει ούτος κατ' απόλυτον κυριότητος δικαίωμα δυνάμενος να κατέχη και να διαθέτη ταύτην ως βούλεται και άνευ του εν τη διαθήκη αναγραφομένου περιορισμού ότι εις περίπτωσιν καθ' ην ούτος αποβιώση άνευ νομίμων τέκνων και ουχί εξ υιοθεσίας να περιέρχεται αυτή εις τους εκ των συμβαλλομένων συγκληρονόμους του Ν.

Ι. Ν. και Δ. σύζ. Π. Σ. ή τους νόμιμους αυτών κληρονόμους, καταργουμένου του τοιούτου περιορισμού και θεωρουμένου του λοιπού ως μη υπάρχοντος ως άκυρου μη νομίμου, προσβάλλοντος την νόμιμον μοίραν και την καλήν συναλλακτικήν πίστιν ... Ο εκ των συμβαλλομένων Ι. Ι. Ν. δηλοί ότι δια της παραχωρήσεως εις αυτόν δια του παρόντος συμβιβασμού προσθέτως των ανωτέρω λεπτομερώς αναγραφομένων περιουσιακών στοιχείων της κληρονομιάς, θεωρεί και αποδέχεται ως συμπληρούμενον το εις αυτόν ανήκον μερίδιον νομίμου μοίρας επί της προκειμένης κληρονομιάς του πατρός του Ι.

Ν., αναγνωρίζει έγκυρον, ισχυράν και απρόσβλητον κατά τα λοιπά την εν αρχή του παρόντος αναφερθείσαν διαθήκην του πατρός του Ι. Ν. και παραιτείται παντός τυχόν δικαιώματος του προς προσβολήν ταύτης δι' οιονδήποτε εν γένει λόγον ή αιτίαν ως και πάσης σχετικής αγωγής του και ενστάσεως, ην διαθήκην επίσης αναγνωρίζουσιν ως έγκυρον, ισχυράν και απρόσβλητον κατά τα λοιπά και οι λοιποί τρεις συμβαλλόμενοι παραιτούμενοι επίσης παντός τυχόν δικαιώματος των προσβολής αυτής δι' οιονδήποτε λόγον και αιτίαν ως και πάσης σχετικής αγωγής των και ενστάσεως.

Εν τέλει άπαντες οι συμβαλλόμενοι δηλούσιν ότι ούτω κανονίσαντες κατά τα ανωτέρω την μεταξύ των κληρονομικήν διαφοράν, αναγνωρίζουσι πάντες και αποδέχονται όσα δια του παρόντος συνομολογούνται και ουδεμίαν του λοιπού αξίωσιν ή απαίτησιν έχει ή διαφυλάττει τις εξ αυτών κατά των άλλων, παραιτούνται δε παντός δικαιώματος των προσβολής του παρόντος δι' οιονδήποτε ουσιαστικόν ή τυπικόν λόγον και λόγω πλάνης και παραιτούνται ρητώς και από τούδε και πάσης των σχετικής αγωγής ή ενστάσεως ...".

Από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της συμβολαιογραφικής αυτής πράξης, που δεν αμφισβητείται, άλλωστε, από τους ενάγοντες, (οι οποίοι ισχυρίζονται απλώς ότι έλαβαν γνώση αυτής μετά την άσκηση της αγωγής τους και ότι σε κάθε περίπτωση, δεν "δεσμεύονται" από την εν λόγω συμφωνία, αβάσιμα όμως, όπως θα εκτεθεί παρακάτω), αποδεικνύεται, ότι οι συγκαταπιστευματοδόχοι Ν.

Ι. Ν. (σύζυγος της δεύτερης και πατέρας των τρίτης έως και πέμπτου των εναγόντων) και Δ. συζ. Π. Σ., το γένος Ι. Ν. (πρώτη ενάγουσα, η οποία παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής μόλις θυμήθηκε ότι είχε υπογράψει την πράξη αυτή, όπως και οι ίδιοι οι λοιποί ενάγοντες συνομολογούν παραιτήθηκαν, υπέρ του βεβαρημένου κληρονόμου Ι.

Ι. Ν., από το δικαίωμα προσδοκίας κτήσης κυριότητας στην επίδικη οικία Και κατ' ακρίβεια, από τη σύνολη ενοχική σχέση που τους συνέδεε με τον βεβαρημένο, καταρτίζοντας τη σχετική σύμβαση, κατ' αρθρ. 361 και 454 ΑΚ και μάλιστα με συμβολαιογραφικό έγγραφο (και με την εκδοχή ακόμη ότι πρόκειται για εκποίηση του δικαιώματος προσδοκίας των καταπιστευματοδόχων κατ' αρθρ. 1942 παρ. 2 ΑΚ).

Η παραίτηση αυτή από το περιουσιακό-απαλλοτριωτό δικαίωμα προσδοκίας υπέρ του βεβαρημένου και κατ' ακρίβεια η υπέρ του βεβαρημένου παραίτηση από το καταπίστευμα είναι έγκυρη, αφού έγινε μετά την επαγωγή στον βεβαρημένο κληρονόμο και πριν από την επαγωγή στους συγκαταπιστευματοδόχους, με την επισήμανση ότι η εν λόγω παραίτηση είναι διαφορετική από την αποποίηση κατ' άρθρ. 1940 ΑΚ.

Λύθηκε, έτσι, ο δεσμός μεταξύ των δικαιούχων συγκαταπιστευματοδόχων και του υπόψη δικαιώματος, μετά την απώλεια αυτού που έγινε με την παραπάνω παραίτηση. Ακολούθως, στις 27-2-1999 πέθανε ο Ι. Ι. Ν., χωρίς ν' αφήσει τέκνα, ο οποίος με την από 19-3-1997 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Πρωτοδικείο Αθηνών, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του, σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του, τη σύζυγό του Α.

το γένος Ξ. Π.. Η τελευταία αποδέχθηκε και μετέγραψε την κληρονομιά αυτή, όπως επίσης και την κληρονομιά του Ι. Ι. Ν. για λογαριασμό του συζύγου της, ως καθολική διάδοχός του. Στη συνέχεια, στις 14-12-2007 πέθανε η Α. χήρα Ι. Ν., η οποία με την από 22-11-2002 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμο στην επίδικη οικία τον εναγόμενο (θεράποντα γιατρό της), ο οποίος αποδέχθηκε νόμιμα και μετέγραψε την κληρονομία.

Στο μεταξύ, στις 29-12-1996 πέθανε και ο από τους, αρχικά, συγκαταπιστευματοδόχους Ν. Ι. Ν., ο οποίος, με την από 12-11-1995 ιδιόγραφη διαθήκη του που δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμους του στην κινητή και ακίνητη περιουσία του τους δεύτερη έως και πέμπτη των εναγόντων (σύζυγο και τέκνα του), οι οποίοι, άλλωστε, ήταν και οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, κατανέμοντας σ' αυτούς, κατά τα αναφερόμενα στη διαθήκη του, την περιουσία του.

Οι τελευταίοι, μετά απ' αυτά, άσκησαν την κρινόμενη αγωγή, ισχυριζόμενοι ότι οι ίδιοι είναι πλέον συγκαταπιστευματοδόχοι στην επίδικη οικία, κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας (δηλαδή, συνολικά 4/8 ή 1/2 εξ αδιαιρέτου έχουν περιέλθει, κατ' αυτούς, στην πρώτη ενάγουσα, επίσης ως καταπιστευματοδόχο), σύμφωνα με όσα διατύπωσε ο διαθέτης Ι.

Ι. Ν. στην πιο πάνω .../1953 δημόσια διαθήκη του. Και τούτο διότι, ναι μεν ματαιώθηκε η επαγωγή του καταπιστεύματος στον ίδιο το σύζυγο και πατέρα τους-αρχικό συγκαταπιστευματοδόχο Ν. Ι. Ν., λόγω του ότι αυτός προαποβίωσε (στις 29-12-1996) του βεβαρημένου κληρονόμου Ι. Ι. Ν. (που πέθανε στις 27-2-1999), πλην, όμως, μετά την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, δηλαδή το θάνατο του τελευταίου χωρίς τέκνα, η επαγωγή του καταπιστεύματος δεν ματαιώνεται προς αυτούς, ως κληρονόμους του Ν.

Ι. Ν., τους οποίους ο διαθέτης όρισε ως υποκατάστατους αυτού. Οι αγωγικοί, όμως, αυτοί ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, μετά την, κατά τα προαναφερόμενα, έγκυρη παραίτηση, υπέρ του βεβαρημένου κληρονόμου Ι. Ν., από το επίδικο καταπίστευμα του καταπιστευματοδόχου Ν. Ν. και δεν μπορεί να γίνει πλέον λόγος για "υποκατάσταση" αυτού από τους παραπάνω ενάγοντες οι οποίοι και δεν έχουν το επικαλούμενο απ' αυτούς δικαίωμα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς τους δεύτερη έως και πέμπτο των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, (η πρώτη ενάγουσα είχε παραιτηθεί νομοτύπως από το δικόγραφο της αγωγής), ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση των τελευταίων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε κρίνει, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, ομοίως.

Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 1809, 1923§1, 1935§1 και 1937 ΑΚ και εκείνες των άρθρων 454 και 871 ΑΚ. Τούτο γιατί, όπως ορθώς δέχθηκε το Εφετείο, η προαναφερθείσα παραίτηση του καταπιστευματοδόχου Ν.

Ι. Ν., που ενδιαφέρει εν προκειμένω, από το (περιουσιακό-απαλλοτριωτό) δικαίωμα προσδοκίας του υπέρ του βεβαρημένου είναι έγκυρη, αφού έγινε μετά την επαγωγή στον βεβαρημένο κληρονόμο και πριν από την επαγωγή σ'αυτόν, και κατά συνέπεια λύθηκε, έτσι, ο δεσμός μεταξύ του καταπιστευματοδόχου και του εν λόγω δικαιώματος, μετά την απώλεια αυτού που έγινε με την παραπάνω παραίτηση και δεν μπορεί να γίνει πλέον λόγος για "υποκατάσταση" των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, οι οποίοι μέχρι την ως άνω παραίτηση εκ μέρους του καταπιστευματοδόχου-δικαιοπαρόχου τους δεν είχαν, όπως προαναφέρθηκε, αντίστοιχο με αυτόν δικαίωμα προσδοκίας και ούτε απαιτείτο συναίνεση αυτών για την εγκυρότητα της εν λόγω παραίτησης.

Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι συναφείς πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, δεύτερος και τρίτος κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι, ως εκ του περιεχομένου τους, αληθώς αποδίδουν αιτίαση μόνο από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ.19 του ίδιου άρθρου που αναφέρεται στο αναιρετήριο), με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα.

3.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, ότι η προαναφερθείσα παραίτηση των καταπιστευματοδόχων (από το δικαίωμα προσδοκίας) δεν είναι έγκυρη και ότι αυτή δεν τους δεσμεύει, αφού έγινε χωρίς τη συμφωνία και τη σύμπραξή τους. Επίσης, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, επικαλούμενοι την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, μέμφονται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό τους ότι " τα περί της προσβολής της νόμιμης μοίρας του (κληρονόμου Ι. Ν.) είναι πρόσχημα για να προσλάβει νομιμοφάνεια η διευθέτηση που έγινε". Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι οι ως άνω επικαλούμενοι ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα", υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων υπέρ των απόψεών τους.

4.- Επειδή, κατά την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, και ειδικότερα, διότι "δεν εξηγείται καθόλου ή δεν εξηγείται επαρκώς κατά ποίο τρόπο μετά την, έστω έγκυρη, παραίτηση του καταπιστευματοδόχου Ν.

Ν. από το δικαίωμα προσδοκίας δεν μπορεί να γίνει πλέον λόγος για υποκατάσταση αυτού από αυτούς". Επίσης, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, επικαλούμενοι την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι δεν περιέχει αιτιολογίες αναφορικά με τον ισχυρισμό τους, ότι η προαναφερθείσα παραίτηση των καταπιστευματοδόχων υπέρ του Ι.

Ν. δεν ήταν έγκυρη και δεν έχει αποτελέσματα έναντι αυτών. Τέλος, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, ψέγουν το Εφετείο, διότι δεν περιέλαβε στην απόφαση του αιτιολογίες αναφορικά με τον ισχυρισμό τους, ότι ο ανωτέρω Ι. Ν. τιμήθηκε με την παραπάνω διαθήκη με ικανή περιουσία, ώστε να μη τίθεται θέμα συμπλήρωσης νόμιμης μοίρας και έτσι τη στέρησε από νόμιμη βάση.

Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι τα ανωτέρω υποστηριζόμενα δεν συνιστούν "ζητήματα" υπό την προεκτεθείσα έννοια και, κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-1-2011 αίτηση αναίρεσης των Μ. χήρας Ν. Ν. κλπ κατά της 2784/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους παρισταμένους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ