Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the contested first-instance judgment was absorbed by the appellate court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Thessaloniki Court of Appeal's final judgment. The appellant argued that the first-instance ruling was flawed and violated evidence rules, but the Court held that the first-instance decision had been legally absorbed into the appellate judgment. Consequently, the appeal was declared inadmissible because the specific legal ground targeted a judgment that no longer existed as a separate legal instrument.
Legislator headnote
AI generatedArticle 553 of the Code of Civil Procedure; Article 131 of the Civil Code: When an appeal against a first-instance judgment is rejected, the first-instance judgment is absorbed into the appellate decision, rendering any subsequent cassation request against the first-instance judgment inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1193 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1193/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζύγου Ν. Κ., το γένος Α. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Παπαδογιάννη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Κουκιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/1998 του ίδιου Δικαστηρίου, 1125/2000 προδικαστική και 1430/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/11/2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Κασιώλας ανέγνωσε την από 10 Απριλίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 553 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ασκηθεί έφεση κατά πρωτοδίκου αποφάσεως, πλήττουσα αυτήν ως προς όλα τα κεφάλαιά της, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, είτε με αυτήν απορρίφθηκε η έφεση, είτε έγινε δεκτή, καθόσον στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται στην εφετειακή, στη δε δεύτερη εξαφανίζεται. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος της που στρέφεται κατά υπ' αριθ. 194/1998 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον η απόφαση αυτή μετά την απόρριψη της ασκηθείσης εφέσεως, ενσωματώθηκε στην αναιρεσιβαλλομένη 1430/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
2. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 131 Α.Κ., όπως ίσχυε κατά το χρόνο σύστασης των ένδικων σχέσεων, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 του ν. 2447/1996, η δήλωση βούλησης είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή δεν είχε τη χρήση του λογικού επειδή έπασχε από πνευματική ασθένεια.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση βούλησης είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών για τις ανωτέρω αιτίες δεν είχε έλλογη κρίση, που να επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης με λογικούς υπολογισμούς και αδυνατούσε να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχείρησε και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτή.
Η ρύθμιση αυτή αναφέρεται στην ανικανότητα κατά τη στιγμή της δήλωσης βουλήσεως για τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία που προσβάλλεται εκάστοτε. Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, για την οποία ιδρύεται ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως υπάρχει όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όλων των νομίμων όρων και προϋποθέσεων, της ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφαρμόσθηκε η περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το .../19-2-1991 πληρεξούσιο της συμ/φου Κατερίνης Ζαχαρούλας Γκουλέφα-Τσάπουρνα, ο Α. Σ. του Κ. έδωσε στον υιό του Κ. Σ. την εντολή και πληρεξουσιότητα να μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως με οποιοδήποτε τίμημα και με οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες προς τον Α.
Σ. του Κ. τα αναφερόμενα στο πληρεξούσιο αυτό ακίνητά του. Με βάση το πληρεξούσιο αυτό ο ανωτέρω εντολοδόχος προσυμφώνησε την πώληση ενός ακινήτου έκτασης 4.380 τμ που βρίσκεται στη θέση "Κούτσουρο-Πλάκα Λιτοχώρου και συνορεύει βορειοανατολικά με παλαιά Ε.Ο. Αθηνών - Θεσσαλονίκης, νότια με αγροτικό δρόμο δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Α.
Ν. και βόρεια με δασική έκταση, προς τον υιό του Α. Σ. και προς τούτο συντάχθηκε το ... προσύμφωνο της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου. Σε εκτέλεση του προσυμφώνου αυτού συνετάγη το με αριθμό .../7-9-1992 οριστικό συμβόλαιο της συμ/φου Λαρίσης Σταυρούλας Χρυσοπούλου, το οποίο νόμιμα μεταγράφηκε. Προηγουμένως ο ως άνω εντολέας είχε συντάξει την με αριθμό 80/1986 δημόσια διαθήκη ενώπιον της συμ/φου Κ.
Π. Χ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 166/1992 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης. Με τη διαθήκη αυτού το ως άνω ακίνητο το άφηνε ο κληρονομούμενος στη θυγατέρα του - εναγομένη. Είναι γεγονός ότι ο ανωτέρω εντολέας και διαθέτης το 1985 είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο και νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο της Κατερίνης από 22-12-1985 μέχρι 30-12-1985.
Η ημιπάρεση δεξιά που παρουσίσε αποκαταστάθηκε και η πνευματική του υγεία ήταν καλή αφού στη συνέχεια προέβη στη σύνταξη της ως άνω διαθήκης του, ενώ κατά την ημέρα της σύνταξης του παραπάνω πληρεξουσίου δηλ. στις 19-2-1991 που εξετάσθηκε από τον ιατρό Μ. Λ., βρέθηκε να παρουσιάζει πνευματική διαύγεια. Ο αυτός ιατρός εξέτασε μεταγενέστερα τον ως άνω εντολέα και διαθέτη και σύμφωνα με την από 24-2-1992 ιατρική γνωμάτευση του τον βρήκε σε καλή κατάσταση, αφού η ημιπάρεση αποκαταστάθηκε, η δυσαρθρία αποκαταστάθηκε κατά 90% ενώ η απώλεια μνήμης αποκαταστάθηκε μόνο κατά 20%.
Βέβαια αργότερα όταν εξετάσθηκε από τον ιατρό Κ. Σ., ο οποίος διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την 100/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης στα πλαίσια συντηρητικής απόδειξης, σύμφωνα με την από 14.5.1992 πραγματογνωμοσύνη του, και το συμπέρασμα αυτής βρήκε αυτόν να παρουσιάζει ελαττωμένη χρήση του λογικού και μερική αντίληψη των πραττομένων και ως εκ τούτου μειωμένη ικανότητα, δικαιοπραξίας.
Η κατάσταση αυτή της υγείας του ως άνω Α. Σ. του Κ. και της Ε. αναφέρεται σε μεταγενέστερο χρόνο, απ' αυτόν που συντάχθηκε το προσβαλλόμενο πληρεξούσιο, ενώ κατά το χρόνο σύνταξης του πληρεξουσίου που προσβάλλεται σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν υπήρχε πλήρη ικανότητα για δικαιοπραξία στο δόντα την πληρεξουσιότητα, αφού ούτε στερούταν της χρήσης του λογικού του ούτε δεν είχε συνείδηση των πραττομένων και έτσι απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε των ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 131 Α.Κ., ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 3. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση καθενός από αυτά χωριστά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα (Α.Π 451/1970, ΝοΒ 18, 1300).
Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, θεωρούνται δε ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού.
Επομένως, τον λόγο αυτόν δεν ιδρύει η μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου, παράλειψη η οποία ελέγχεται αποκλειστικά με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει, α) ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθ. 11 περ.
γ'και 8 παρ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι δεν έλαβε υπόψη την από 24.10.1991 εξώδικη δήλωση του πατέρα της Α. Σ. με την οποία δηλώνει ότι έχει κάνει διαθήκη με δίκαιο τρόπο και ότι μερικά από τα ακίνητα τα μεταβίβασε στα εγγόνια του για φορολογικούς λόγους και ότι δεν θίγονται με τις μεταβιβάσεις αυτές οι διατάξεις της διαθήκης.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος για μεν την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος διότι από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχτηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την παραπάνω εξώδικη δήλωση, για δε την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ.
β' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα ως απαράδεκτος διότι η παραπάνω δήλωση δεν αποτελεί "πράγμα" με την έννοια που προεκτέθηκε και συνεπώς η μη λήψη αυτής υπόψη δεν ιδρύει τον λόγο αυτό αναιρέσεως. Επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος κρίνεται ο ίδιος λόγος και κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται ότι χωρίς αιτιολογία το Εφετείο αντιπαρήλθε το παραπάνω αποδεικτικό μέσο, διότι η προβαλλόμενη μ' αυτόν αιτίαση ανάγεται σε έλλειψη που αφορά στην εκτίμηση των αποδείξεων, ενόψει του ότι το πόρισμα του Εφετείου είναι σαφές.
Τέλος, απορριπτέος κρίνεται ως αόριστος ο ίδιος λόγος και κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. διότι δεν εκτίθενται περιστατικά που να θεμελιώνουν τον λόγο αυτό αναιρέσεως.
4. Επειδή, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθ. 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και αναιτιολόγητα διότι στήριξε την κρίση του αποκλειστικά στην από 19.2.1991 ιατρική γνωμάτευση, παρόλο που αυτή δεν ήταν θεωρημένη από τον ιατρικό σύλλογο και δεν ανέφερε την ειδικότητα του ιατρού. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, κατά μεν το πρώτο μέρος του ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του αναφορικά με την παραδοχή του ότι ο ως άνω Α. Σ. κατά το κρίσιμο χρόνο είχε την ικανότητα για δικαιοπραξία όχι χωρίς απόδειξη αλλά από την εκτίμηση των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων και από όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η παραπάνω ιατρική γνωμάτευση, η οποία ήταν επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο, κατά δε το δεύτερο μέρος του ως απαράδεκτος διότι τυχόν ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση των αποδείξεων δεν ιδρύουν τον από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, όταν το από τις αποδείξεις πόρισμα είναι σαφές, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
5. Επειδή, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως όπως εκτιμάται προβάλλει ότι το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. διότι, ενώ αυτή δεν μπόρεσε να γνωστοποιήσει και να εξετάσει μάρτυρες διότι απουσίαζαν ο μεν ένας στην αλλοδαπή, ο δε άλλος σε συνέδριο και η εξέταση των μαρτύρων του αντιδίκου της έγινε ερήμην αυτής, το Εφετείο δεν δέχθηκε ούτε απάντησε στο αίτημά της, που υπέβαλε με τις προτάσεις της, να διαταχθεί η ενώπιον του ακροατηρίου επανεξέταση των μαρτύρων του αντιδίκου της. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ανεξάρτητα από το ότι, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της αναιρεσείουσας που υπέβαλε στο Εφετείο, αυτή δεν υπέβαλε σαφώς το παραπάνω αίτημα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι υπό την επίκληση της παραβιάσεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, πλήττει την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση να διαταχθεί συμπληρωματική εξέταση μαρτύρων, κατ' άρθρο 411 του Κ. Πολ. Δικονομίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15 Νοεμβρίου 2004 αίτηση της Ε. συζ. Ν. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1430/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ