Supreme Court dismisses appeal on civil damages for traffic accident death, ruling lower court's award was not excessive.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a first-instance judgment awarding civil damages for a traffic accident resulting in death. The appellants argued the awarded amounts were disproportionately low compared to similar cases, while the insurance company contended the lower court correctly assessed the evidence. The court found the first-instance judgment did not violate the principle of proportionality and fell within the discretionary limits of judicial freedom.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a first-instance court's determination of civil damages for personal injury or death does not constitute a violation of the principle of proportionality or exceed the limits of judicial discretion if the amounts awarded are consistent with common practice and judicial precedent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1192 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1192/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Ζ. του Ι., 2) Δ. συζ. Δ. Ζ., το γένος Ε. Κ., 3) Ι. Ζ. του Δ., 4) Μ. Ζ. του Δ., 5) Ε. Ζ. του Δ., 6) Α. Ζ. του Δ., κατοίκων ... και 7) Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Λύτρα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Β. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "PERSONAL INSURANCE ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου και συνεκδικάστηκε με την από 8-9-2017 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 240/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-7-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 20/2019, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 260 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του ν. 4842/2021 και ισχύει, κατ' άρθρο 120 του ίδιου νόμου, από 1-1-2022, όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα.
Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται ότι, σε περίπτωση που η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ματαιώθηκε λόγω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων για λόγους ανωτέρας βίας, με πράξη του προέδρου του αντίστοιχου τμήματος του Αρείου Πάγου ορίζεται νέα σύντομη δικάσιμος, χωρίς όμως να απαιτείται να επιδοθεί κλήση από τον έναν διάδικο στον άλλον για τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, που γίνεται από το γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατ' αναλογική δε εφαρμογή των όσων ισχύουν σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης με αίτημα των διαδίκων και εγγραφής της στο πινάκιο από το γραμματέα (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που, κατ' άρθρο 575 εδ. β' αυτού, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη), προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, λόγω της εγγραφής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά τη νέα δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε (ΑΠ 866/2022, ΑΠ 308/2019, ΑΠ 1038/2018, ΑΠ 1062/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 31-7-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 46/25-8-2020) αίτηση αναίρεσης της 240/25-5-2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 28-1-2022, με αριθμό πινακίου 15, σύμφωνα με την κάτω από αυτή Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, από την 1681β/27-11-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Π. Π. Ν., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 28-1-2022, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Κατά τη δικάσιμο εκείνη η συζήτηση ματαιώθηκε εξαιτίας αναστολής των εργασιών όλων των δικαστηρίων και εισαγγελιών των Περιφερειών Αττικής και Κρήτης για την 27η και την 28η Ιανουαρίου 2022, λόγω των αιφνιδίων και έντονων καιρικών φαινομένων, δυνάμει της 4035/26-1-2022 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 190 Β/26-1-2022).
Με την από 23-2-2022 Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος ορίστηκε αυτεπαγγέλτως νέα δικάσιμος η σημερινή (3-2-2023) και η υπόθεση εγγράφηκε στο πινάκιο με αριθμό 38 με επιμέλεια του Γραμματέα. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Επομένως, αφού ο τελευταίος δεν παραστάθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο μετά τον αυτεπάγγελτο προσδιορισμό δικασίμου, κατ' άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη σημερινή δικάσιμο, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 240/25-5-2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ήτοι διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015). Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 25-8-2020, πριν την επίδοση της προσβαλλομένης στον πρώτο αναιρεσίβλητο και εντός προθεσμίας 30 ημερών από την επίδοση αυτής στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, που έλαβε χώρα στις 3-7-2020, καθόσον το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου, κατ' άρθρο 147 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεν υπολογίζεται. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν, ως προς τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 22-5-2017 κυρία αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, ισχυρίστηκαν ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγώντας το ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο με τρέιλερ, που ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, προκάλεσε, από υπαιτιότητά του, το θανάσιμο τραυματισμό του τέκνου, αδελφού και μνηστήρα τους Ε. Ζ., οδηγού της ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, κατά τη σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται σ' αυτή.
Με αυτό το ιστορικό ζήτησαν, ο πρώτος (πατέρας του θύματος) αποζημίωση για έξοδα κηδείας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και οι λοιποί χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Η δεύτερη εναγομένη (δεύτερη αναιρεσίβλητη), με την από 8-9-2017 παρεμπίπτουσα αγωγή της προς το ίδιο Δικαστήριο, επικαλούμενη εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, λόγω διαφορετικής από την προβλεπόμενη στην άδεια κυκλοφορίας χρήσης του ασφαλισμένου-ζημιογόνου αυτοκινήτου, ζήτησε, σε περίπτωση ήττας της στην κυρία αγωγή, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου, ως οδηγού και ιδιοκτήτη του ίδιου οχήματος, να της καταβάλει κάθε ποσό που αυτή υποχρεωθεί να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες για τις ως άνω αιτίες.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 57/2018 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις παραπάνω αγωγές, α) έκρινε συνυπαίτιους του ατυχήματος, κατά ποσοστό 50% τον καθένα, τόσο τον εναγόμενο οδηγό του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου (πρώτο αναιρεσίβλητο) όσο και τον ίδιο το θανατωθέντα, β) ανέβαλε τη συζήτηση της κυρίας αγωγής ως προς το κονδύλιο περί αποζημίωσης του πρώτου ενάγοντος (πρώτου αναιρεσείοντος) για έξοδα κηδείας του θανατωθέντος τέκνου του, γ) δέχτηκε κατά τα λοιπά εν μέρει την κυρία αγωγή, επιδικάζοντας χρηματική ικανοποίηση ποσού 50.000 ευρώ σε καθέναν από τους γονείς, 25.000 ευρώ σε κάθε αδελφό και 8.000 ευρώ στη μνηστή του θανόντος και δ) δέχτηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή.
Κατά αυτής της απόφασης οι διάδικοι άσκησαν εφέσεις και ειδικότερα: Οι κυρίως ενάγοντες (αναιρεσείοντες) την από 7-5-2018 έφεσή τους, η δεύτερη εναγομένη της κυρίας αγωγής και ενάγουσα της παρεμπίπτουσας αγωγής (δεύτερη αναιρεσίβλητη) την από 2-5-2018 έφεσή της και ο πρώτος εναγόμενος της κυρίας αγωγής και εναγόμενος της παρεμπίπτουσας αγωγής (πρώτος αναιρεσίβλητος) την από 11-7-2018 έφεσή του.
Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν εκδόθηκε η προσβαλλομένη, 240/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ομοίως με το πρωτοβάθμιο ως προς την υπαιτιότητα, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των κυρίως εναγόντων, δέχτηκε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των λοιπών διαδίκων και αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και ερεύνησε εκ νέου τις παραπάνω αγωγές, δέχτηκε αυτές εν μέρει, επιδικάζοντας ως χρηματική ικανοποίηση στους κυρίως ενάγοντες (αναιρεσείοντες) το ποσό των 35.000 ευρώ σε κάθε γονέα, των 18.000 ευρώ σε κάθε αδελφό και των 6.000 ευρώ στη μνηστή του θανατωθέντος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β` και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που, αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται μη επιδίκαση από το Δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της κατά το άρθρο 300 του ΑΚ.
Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικά (ΑΠ 1445/2021, ΑΠ 1393/2021, ΑΠ 1652/2017, ΑΠ 810/2017). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών συγκρουσθέντων οχημάτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση τροχαίου ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος, ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων αυτών, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 972/2021, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 49/2019, ΑΠ 301/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: α) έστω και συνοπτικά (Ολ.ΑΠ 14/2010 ΑΠ 1548/2021), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.
ΑΠ. 20/2005, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2020). Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 255/2020).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος προτάσσεται κατά την έρευνα, καθόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 462/2017), οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο, με το να καταλογίσει συνυπαιτιότητα για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος στο θανατωθέντα και να μην καταλογίσει αποκλειστική υπαιτιότητα στον πρώτο αναιρεσίβλητο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ.
β και 914 του ΑΚ, γιατί διέλαβε στην απόφασή του α) αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον, ενώ δέχεται το όριο ταχύτητας της οδού ήταν 50 χιλιόμετρα την ώρα και ότι η μοτοσικλέτα του θανατωθέντος εκινείτο με ταχύτητα περί τα 50 χιλιόμετρα την ώρα, στη συνέχεια, εντελώς αντιφατικά, δέχεται ότι ο θανατωθείς δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες και β) ενώ δέχεται ότι ο θανατωθείς οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του χωρίς να κατέχει νόμιμη άδεια οδήγησης δεν αιτιολογεί πώς η παράβαση αυτή συνέλεσε αιτιωδώς στο επελθόν αποτέλεσμα.
Το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: "Την 29η Σεπτεμβρίου 2016 και περί ώρα 17.30, ο πρώτος κυρίως εναγόμενος, Γ. Β. του Π., (πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, εργοστασίου κατασκευής ... (μήκους 3,40 μ.
περίπου), το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στη δεύτερη, κυρίως εναγόμενη, ασφαλιστική εταιρία "PERSONAL INSURANCE Α.Ε.Γ.Α.", (δεύτερη αναιρεσίβλητη) εκινείτο επί της επαρχιακής οδού Ζακύνθου - Μαχαιράδου στη νήσο Ζάκυνθο, με κατεύθυνση προς Μαχαιράδο (περιοχή Χαλικερό) και προορισμό την κατοικία του.
Επί του οπισθίου τμήματος του παραπάνω οχήματος, ο πρώτος εναγόμενος, Γ. Β., είχε προσαρτήσει με κοτσαδόρο και έλκυε, χωρίς να έχει εφοδιασθεί με σχετική άδεια απ' την αρμόδια αρχή, σιδερένια καρότσα (τρέϊλερ), προκειμένου να μεταφέρει με αυτήν σταφύλια. Σε απόσταση εκατό (100) περίπου μέτρων μετά τη διασταύρωση "Μπαφάκη", και στο σημείο όπου βρίσκεται τοποθετημένη πινακίδα Κ- 2δ που προειδοποιεί τους οδηγούς για δύο επικείμενες αντίρροπες ή διαδοχικές - συνεχείς στροφές, η πρώτη δεξιά, ο εναγόμενος, ακινητοποίησε το όχημά του στο δεξιό άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας, όπου εκινείτο, παράλληλα προς τον άξονα του οδοστρώματος, λόγω βλάβης του οχήματος που οδηγούσε.
Ως προς το ότι το εν λόγω όχημα ήταν ακινητοποιημένο, κατά τον παραπάνω χρόνο, κρίνεται πειστική προς τούτο η κατάθεση της μοναδικής αυτόπτου μάρτυρος D. D. του H., n οποία σε ανύποπτο χρόνο, προ του ενδίκου ατυχήματος, βρισκόταν στο χώρο και αντιλήφθηκε τούτο, ενώ ουδείς λόγος υφίστατο να καταθέσει ψευδώς.
Επιπλέον δε, η ίδια αυτή μάρτυρας, στην ίδια προανακριτική της κατάθεση, ανέφερε ότι αντιλήφθηκε ότι ένα εκ των ελαστικών της σιδερένιας καρότσας (τρέϊλερ) ήταν, κατά τον παραπάνω χρόνο, ξεφούσκωτο. Στο συγκεκριμένο σημείο, η επαρχιακή οδός Ζακύνθου - Μαχαιράδου είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας, οριζόντια, με μικρή αριστερή καμπύλη και με οδόστρωμα πλάτους 6 μ.(3 μ.
ανά λωρίδα κυκλοφορίας), το δε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανέρχεται στα 50 χλμ/ώ. Όσον αφορά τις επικρατούσες, κατά τον παραπάνω χρόνο, συνθήκες, υπήρχε φυσικός φωτισμός καθότι ήταν ημέρα, επικρατούσε καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά και η ορατότητα των οδηγών δεν περιοριζόταν από κάποιο φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο.
Το πλάτος του οχήματος του πρώτου εναγομένου, ήταν περί τα 1,5 μ. και με τον όγκο του καταλάμβανε το ήμισυ του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας του, αφήνοντας ελεύθερη για την κίνηση των λοιπών οχημάτων, λωρίδα πλάτους 1,5 μ. Περαιτέρω, αυτός, δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να καταστήσει με ασφάλεια γνωστή την εν λόγω ενέργειά του (ακινητοποίηση οχήματος) στους ακολουθούντες χρήστες της οδού, καθώς η σιδερένια καρότσα, που ρυμουλκούσε με το όχημά του, δεν διέθετε την απαραίτητη ηλεκτρολογική εγκατάσταση και φώτα, ενώ λόγω του όγκου της απέκρυπτε τα οπίσθια φώτα έκτακτης ανάγκης του αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα αυτά, τα οποία είχε θέσει σε λειτουργία, δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά από τους οδηγούς των όπισθεν αυτού κινουμένων οχημάτων.
Στον ίδιο τόπο και χρόνο, ο Ε. Ζ. του Δ., τέκνο των πρώτου και δεύτερης των εναγόντων, αδελφός των τρίτου, τέταρτης, πέμπτης και έκτης των εναγόντων και μνηστήρας της έβδομης των εναγόντων, (αναιρεσειόντων) οδηγώντας την με αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του, εργοστασίου κατασκευής ..., χωρίς να διαθέτει την απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδηγού, εισήλθε με δεξιά στροφή, από την επί της διασταύρωσης "Μπαφάκη" κείμενη δημοτική οδό, στην επαρχιακή οδό Ζακύνθου - Μαχαιράδου, με την ίδια κατεύθυνση (προς Μαχαιράδο) και προορισμό την εργασία του.
Δεν αντιλήφθηκε, όμως, έγκαιρα, το ακινητοποιημένο επί της οδού όχημα του πρώτου εναγομένου, το οποίο, σημειωτέον, βρισκόταν ήδη εκεί ακινητοποιημένο περί τα δέκα περίπου λεπτά, με αποτέλεσμα να μη καταφέρει να το αποφύγει, παρά την πραγματοποίηση από μέρους του, κατά την ύστατη στιγμή, αριστερού ελιγμού.
Έτσι, προσέκρουσε με τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα της σιδερένιας καρότσας (τρέϊλερ) και επέπεσε επί του οδοστρώματος, όπου και ακινητοποιήθηκε, μαζί με τη μοτοσυκλέτα του, η οποία τον καταπλάκωσε, σε απόσταση περί τα 4 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης, στο απέναντι άκρο του οδοστρώματος, στο ρεύμα πορείας προς Ζάκυνθο.
Αμέσως μετά τη σύγκρουση, και δη περί ώρα 18.10, ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, Ε. Ζ., διακομίστηκε με το ΕΚΑΒ στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Ζακύνθου, όπου και απεβίωσε περί ώρα 18.56 (βλ. σχετ. το με Α.Π. 6005/13- 10-2016 πιστοποιητικό του ΓΝΖακύνθου) συνεπεία κακώσεων θώρακος, κοιλίας, δεξιού άνω και κάτω άκρου, που επήλθαν εξαιτίας του παραπάνω τροχαίου ατυχήματος (βλ.
σχετ. την με αριθμ. πρωτ. 485/20-4-2016 Ιατροδικαστική Έκθεση νεκροψίας - νεκροτομίας της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πατρών). Το θανατηφόρο αυτό τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα τόσο του εναγομένου, οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου όσο και του ίδιου του θανόντος, γιατί αυτοί ενήργησαν κατά παράβαση των Κανόνων οδικής κυκλοφορίας και από αμέλεια τους δεν κατέβαλαν την επιμέλεια και προσοχή που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες (άρθρο 330 εδ.
β' ΑΚ). Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, από αμέλειά του : α. στάθμευσε προσωρινά το αυτοκίνητο του επί του οδοστρώματος σε σημείο της οδού που λόγω της στενότητας της, εφόσον το πλάτος του ρεύματος πορείας προς Μαχαιράδο ήταν τρία (3) μέτρα και το σταθμευμένο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο κατελάμβανε 1,5 περίπου μέτρα, το εναπομείναν πλάτος ήταν μικρότερο των τριών (3) μ., ενώ ακολουθούσαν, σε απόσταση μερικών μέτρων, διαδοχικές επικίνδυνες στροφές, (άρθρα 12 παρ. 1 και 4, 34 παρ. 2η και ζ ΚΟΚ), β.
δεν κατέβαλε κάθε προσπάθεια να το μετακινήσει εκτός του οδοστρώματος, παρότι θα μπορούσε ευχερώς να πράξει τούτο, ενόψει και των ισχυρισμών του ότι δεν είχε σταματήσει η λειτουργία της μηχανής του, και υφίστατο τέτοιος χώρος, όπου και τελικά μετακινήθηκε μετά το ατύχημα, απέναντι ακριβώς από το σημείο της σύγκρουσης (άρθρ. 29 παρ. 3 Κ.Ο.Κ.), γ.
δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα, για την ειδοποίηση περί του κινδύνου των οδηγών που πλησιάζουν, με την τοποθέτηση σχετικής πινακίδας σε απόσταση πενήντα (50) μέτρων (άρθρ. 34 παρ. 9 Κ.Ο.Κ.) και δ. είχε προσαρτήσει παράνομα στο όχημά του αυτοσχέδια σιδερένια καρότσα (τρέϊλερ), η οποία δεν διέθετε ηλεκτρική εγκατάσταση και φωτιστικά (βλ.
την από 30-9-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και την από 29-9-2016 πράξη βεβαίωσης παράβασης του Αστ/κα Σ. Κ.), και περαιτέρω αυτή απέκρυπτε τα φώτα έκτακτης ανάγκης (αλάρμ) του αυτοκινήτου του, που χρησιμοποιούσε σε περίπτωση ακινητοποίησης του οχήματος του και δημιουργίας κινδύνου για τους τρίτους από την ακινησία του, ώστε αυτά, δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά από τους οδηγούς των κινουμένων όπισθεν αυτού οχημάτων, ενώ με την προσάρτηση της εν λόγω καρότσας είχε επιμηκύνει το οριζόμενο εκ του κατασκευαστή του οχήματος, σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές αυτού, μήκος του κατά τρία (3), επιπλέον, μέτρα (άρθρ. 71 Κ.Ο.Κ.).
Η αμέλεια του θανόντος, οδηγού του δικύκλου, συνίσταται στο ότι οδηγούσε την άνω μοτοσυκλέτα του χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς ανά πάσα στιγμή και χωρίς να έχει ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνοντας υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες (διαδοχικές επικίνδυνες στροφές, οδήγηση με τον ήλιο έμπροσθέν του), ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε προβλεπτό εμπόδιο εντός του πεδίου ορατότητάς του, δεν αντέδρασε δε εγκαίρως, αν και μπορούσε να αντιληφθεί από απόσταση πενήντα (50) και πλέον μέτρων, που το οπτικό του πεδίο ήταν ανοιχτό, το ακινητοποιημένο στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, να μειώσει την ταχύτητά του και τελικά να ακινητοποιηθεί στο άκρο δεξιό μέρος του οδοστρώματος με τροχοπέδηση ή με αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό, δυνατό λόγω της ευελιξίας του δικύκλου, αλλά συνέχισε να κινείται με την ίδια ταχύτητα και επιχείρησε αργοπορημένα, και δη όταν ήδη βρισκόταν σε ελάχιστη απόσταση από αυτό, αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα να επιπέσει με το δεξιό τμήμα του μοτοποδηλάτου του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του τρέϊλερ του ήδη ακινητοποιημένου αυτοκινήτου (12 παρ. 1,19 παρ. 1, 2 ΚΟΚ).
Οδηγούσε δε, χωρίς να έχει τις απαραίτητες γνώσεις οδήγησης και χωρίς να γνωρίζει τους κανόνες της ορθής οδηγικής συμπεριφοράς, καθόσον στερείτο την κατά νόμο άδεια ικανότητας οδήγησης (άρθρο 94 παρ. 1 και 3 του ΚΟ Κ). Οι πιο πάνω παραβάσεις των οδηγών συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα. Το ποσοστό συνυπαιτιότητας καθενός ανέρχεται σε 50% για τον πρώτο εναγόμενο και 50% για τον θανόντα.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι με την 123/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ζακύνθου ο πρώτος εναγόμενος καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δύο (2) ετών για ανθρωποκτονία από αμέλεια του οδηγού του δίκυκλου μοτοποδηλάτου Ε. Ζ.. Η ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσικλέτας δεν προέκυψε ελλείψει ιχνών τροχοπέδησης. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, καθώς και ότι το σώμα του θανόντος δεν εκτινάχθηκε, αλλά βρέθηκε στην ίδια, περίπου, ευθεία με το σημείο σύγκρουσης, πλησίον της μοτοσυκλέτας, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η δίκυκλη μοτοσικλέτα είχε αναπτύξει ταχύτητα περί τα 50 χλμ/ώρα...
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια ως προς την υπαιτιότητα του τροχαίου ατυχήματος, ορθά εφάρμοσε το Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι που προβάλλουν οι εκκαλούντες και των τριών εφέσεων και δη οι εκκαλούντες της από 7-5-2018 (αρ. έκθ. κατάθ. 46/15-5-2018) έφεσης, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος, και οι εκκαλούντες των από 2-5-2018 (αρ.
έκθ. κατάθ. 40/4-5-2018) και 11-7- 2018 (αρ. έκθ. κατάθ. 59/11-7-2018), εφέσεων, αντίστοιχα, ότι αποκλειστικά υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος σε ποσοστό 95% είναι ο ίδιος ο θανών, οδηγός της μοτοσυκλέτας, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι... " Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, απέρριψε τον πρώτο λόγο της από 7-5-2018 έφεσης των κυρίως εναγόντων (αναιρεσειόντων), με τον οποίο αυτοί παραπονέθηκαν για την παραδοχή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της ένστασης των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) περί συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος.
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των ως άνω εφαρμοσθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου (σε συνδυασμό με εκείνους των προαναφερθέντων άρθρων του ΚΟΚ που εφάρμοσε) και δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε α) αναφορικά με τη συντρέχουσα αμέλεια του θανατωθέντος, ότι αυτός, οδηγώντας τη μοτοσικλέτα του με την εντός του ορίου μεν (50 χλμ/ώρα) αλλά αυξημένη για την περιοχή (διαδοχικές επικίνδυνες στροφές) και τις συνθήκες που επικρατούσαν (ήλιος απέναντί του) ταχύτητα 50 των χιλιομέτρων την ώρα και μη διαθέτοντας την απαιτούμενη οδηγητική ικανότητα, καθόσον στερείτο άδειας οδήγησης, από έλλειψη σύνεσης και προσοχής και μη έχοντας τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα, αν και μπορούσε, από απόσταση 50 και πλέον μέτρων, το ευρισκόμενο σε διακοπή πορείας επί του οδοστρώματος λόγω βλάβης ΙΧΕ αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα να αντιδράσει καθυστερημένα και μην κατορθώσει να το αποφύγει, διακόπτοντας την πορεία του ή διερχόμενος από αριστερά του, όπως ευχερώς θα μπορούσε λόγω της ευελιξίας του οχήματός του και β) αναφορικά με τη συντρέχουσα αμέλεια του πρώτου αναιρεσιβλήτου ότι αυτός ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του λόγω βλάβης σε σημείο της οδού που ακολουθούσαν διαδοχικές επικίνδυνες στροφές, καταλαμβάνοντας το μισό από το πλάτος του ρεύματός του (1,50 μ.), χωρίς να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την προειδοποίηση των οδηγών που ακολουθούσαν και του θανατωθέντος, αν και βρισκόταν στο σημείο επί 10 περίπου λεπτά και χωρίς να φροντίσει να μετακινήσει το όχημά του δεξιότερα, όπως μπορούσε, αφού υπήρχε επαρκής χώρος, ώστε να μην παρεμποδίζει την κυκλοφορία, επιπλέον δε είχε συνδέσει στο αυτοκίνητό του αυτοσχέδια καρότσα, μήκους 3 περίπου μέτρων, η οποία απέκρυπτε τα φώτα έκτακτης ανάγκης αυτού, ώστε δεν ήταν ορατά από τους οδηγούς των άλλων οχημάτων.
Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλομένης αρκούσαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό της πόρισμα περί συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος χωρίς να απαιτείται άλλη διευκρίνιση. Η επικαλούμενη ως άνω αντίφαση, σε σχέση με την ταχύτητα της μοτοσικλέτας, δεν συνιστά τέτοια, γιατί το Εφετείο δέχτηκε μεν ότι το όριο ταχύτητας στην περιοχή ήταν 50 χιλιόμετρα την ώρα και ότι η μοτοσικλέτα εκινείτο με 50 χιλιόμετρα την ώρα, πλην όμως δέχτηκε περαιτέρω ότι, με βάση τις συνθήκες του τόπου του ατυχήματος που προαναφέρθηκαν, η ταχύτητα αυτή ήταν αυξημένη, ενώ με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, η οδήγηση της μοτοσικλέτας χωρίς την απαιτούμενη άδεια ικανότητας συντέλεσε αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, καθόσον, λόγω της έλλειψης της άδειας αυτής, ο θανατωθείς αγνοούσε τους κανόνες ασφαλούς οδήγησης.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, πέραν της αοριστίας του, γιατί δεν αναφέρονται όλες οι σχετικές με την υπαιτιότητα πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αλλά μόνον αποσπασματικά, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτή χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου - θύματος (τόσο της ηθικής βλάβης όσο και της ψυχικής οδύνης) και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 10/2017, 9/2015).
Και αυτό, γιατί μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 170/2020, ΑΠ 989/2020, ΑΠ 604/2018).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ως προς το κεφάλαιο της εύλογης, κατ' άρθρο 932 του ΑΚ, χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσειόντων, γονέων, αδελφών και μνηστής του θανατωθέντος, δέχτηκε τα εξής: "Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο θανών γεννήθηκε την 14-1-1988 και κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ηλικίας 28 ετών, υγιής και αρτιμελής.
Εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος στην επιχείρηση γεωργικών μηχανημάτων, εξοπλισμού και προμηθειών με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΩΝ ..." και συγκατοικούσε, επί διετία περίπου προ του ενδίκου ατυχήματος, με τη μνηστή του, έβδομη ενάγουσα, Χ. Κ., που γεννήθηκε την 20-1-1991. Κατά το χρόνο του θανάτου του είχε πλησιέστερους συγγενείς και μέλη της οικογένειάς του, τους δύο πρώτους ενάγοντες, γονείς του, που γεννήθηκαν ο πρώτος το έτος 1953 και η δεύτερη το έτος 1967, και ασχολούνται με αγροτικές εργασίες και τους τρίτο, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των εναγόντων, αμφιθαλή αδέλφια του, που γεννήθηκαν, τα έτη 1986, 1990, 1994 και 1999, αντίστοιχα (βλ.
σχετ. με αριθμ. πρωτ. 1390/23-1-2017 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Ζακύνθου). Ο βίαιος, απροσδόκητος και αιφνίδιος θάνατος του, ο οποίος επήλθε εξαιτίας του ενδίκου ατυχήματος, προξένησε στους προαναφερθέντες γονείς, αδέλφια και μνηστή του, βαθύ πένθος, αβάσταχτο πόνο και ανείπωτη θλίψη και δημιούργησε έντονα αισθήματα λύπης και απογοήτευσης, που έχασαν το τέκνο, αδελφό και μνηστήρα, αντίστοιχα, τα οποία είναι δύσκολο να εξαλειφθούν στο μέλλον, και στερήθηκαν τη συντροφιά, τις συμβουλές και την αγάπη που τους χάριζε.
Ενόψει τούτων, ο θάνατος του Ε.. Ζ.. του Δ., προξένησε σε όλους τους προαναφερθέντες ενάγοντες, και ήδη εκκαλούντες, μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά τους, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται, για την αιτία αυτή, εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, προς άμβλυνση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν και για ηθική παρηγοριά και ψυχική τους ανακούφιση.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε σε ίδια κρίση, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος της έφεσης του πρώτου εναγομένου, ως αβάσιμος κατ' ουσία. Η έκταση αυτής, ενόψει όλων των προαναφερθεισών περιστάσεων και αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η βίαιη και αιφνίδια θανάτωση του συγγενούς τους, ο βαθμός υπαιτιότητας του πρώτου εναγόμενου, και ήδη εκκαλούντος, εφεσίβλητου, οδηγού του με αριθ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητου, αλλά και του συντρέξαντος πταίσματος του ίδιου του θανόντος στην επέλευση του ατυχήματος (με την επισήμανση ότι η παραδοχή της συνυπαιτιότητας του θανόντος δεν άγει σε μαθηματική μείωση της αναγνωριζόμενης ή επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος, ήτοι εν προκειμένω κατά 50% - όπως αντιθέτως συμβαίνει στην αποζημίωση λόγω περιουσιακής ζημίας - αλλά οδηγεί στη λήψη υπόψη και συνεκτίμηση της συνυπαιτιότητας αυτού για τον εύλογο προσδιορισμό της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης μαζί με τα υπόλοιπα πιο πάνω προσδιοριστικά στοιχεία), η ηλικία αυτού κατά το χρόνο του θανάτου του (28 ετών) και η ηλικία και η ευαισθησία των άνω δικαιούχων, σε συνδυασμό με το βαθμό του συναισθηματικού συνδέσμου καθενός με τον θανόντα που ήταν ανάλογος και με τη συγγένειά τους, ο πόνος και η οδύνη που δοκίμασε ο καθένας από αυτούς, η μέχρι το ατύχημα καλή κατάσταση της υγείας του και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, (οι δύο πρώτοι ενάγοντες είναι αγρότες στο επάγγελμα, ο δε πρώτος εναγόμενος, οδηγός απορριμματοφόρου του Δήμου, χωρίς ωστόσο όλοι να έχουν ιδιαίτερα εισοδήματα ή περιουσία) ενώ η ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας είναι μόνον εγγυητική πρέπει να καθορισθεί, σταθμίζοντας το είδος της προσβολής και της βλάβης που επήλθε και εκτιμώντας τα προαναφερθέντα στοιχεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας τον ορθό λόγο και τους κανόνες της λογικής, στα κατωτέρω ποσά:
α] στο ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων [35.000] ευρώ, για καθένα από τους πρώτο και δεύτερο των εναγόντων, γονείς του, β] στο ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων [18.000] ευρώ για καθένα από τους τρίτο, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των εναγόντων, αδέλφια του και γ] στο ποσό των έξι χιλιάδων [6.000] ευρώ για την έβδομη ενάγουσα, μνηστή του.
Στα ποσά αυτά δεν περιλαμβάνεται το ποσό των 50 ευρώ, για το οποίο οι δύο πρώτοι ενάγοντες, εκκαλούντες, ρητά επιφυλάχθηκαν και παραστάθηκαν ως πολιτικώς ενάγοντες ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου και δη ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ζακύνθου, το οποίο με την 123/26-2-2019 απόφασή του υποχρέωσε τον τότε κατηγορούμενο, και ήδη εφεσίβλητο, εκκαλούντα, να καταβάλει σε καθένα από τους πολιτικώς ενάγοντες, και ήδη εκκαλούντες, εφεσίβλητους, το ποσό των 40 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής τους οδύνης.
Τα παραπάνω ποσά είναι εύλογα (άρθρο 932 του ΑΚ), ήτοι ανάλογα με τις άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινομένης υποθέσεως, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 § 1 του ισχύοντος Συντάγματος και 2, 9 § 2 και 10 § 2 της Ε.Σ.Δ.Α.), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, δεκτών γενομένων εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμων των συναφών αγωγικών κονδυλίων.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που επιδίκασε το ποσό των 50.000 ευρώ για καθένα από τους πρώτο και δεύτερη ενάγοντες, το ποσό των 25.000 ευρώ για καθένα από τους τρίτο, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των εναγόντων και το ποσό των 8.000 ευρώ για την έβδομη ενάγουσα, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος εφέσεως των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων (με την επισημείωση ότι η δεύτερη ασφαλιστική εταιρία, αιτείται τη μείωση του ποσού αυτού, μόνο ως προς τους δεύτερη έως και έβδομη των εναγόντων, καθόσον μόνον εναντίον τους στρέφει την υπό κρίση έφεσή της), με τον οποίο αιτούνται την επιδίκαση μικρότερου ποσού, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία του.
Αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης των εναγόντων, εκκαλούντων, με τον οποίο αιτούνται την επιδίκαση μεγαλύτερου ποσού".
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσειόντων στα προαναφερθέντα ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και εκείνης του άρθρου 25 του Συντάγματος, επιδίκασε σ' αυτούς, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του τέκνου, αδελφού και μνηστήρα τους τα ποσά αυτά, τα οποία, όμως, είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με εκείνα που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτών.
Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε και δεν υποβλήθηκε σε έξοδα), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-7-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 46/25-8-2020) αίτηση για αναίρεση της 240/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ