1192/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1192/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Full text
Απόφαση 1192 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1192/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως της πληρεξουσίας παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Επιστήμης-Μαρίας Μουστακάτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις και ζήτησε την διόρθωση των: α) με α/α 11ης αναιρεσίβλητου, από το εσφαλμένο Κ. Κ., στο ορθό Κ. Κ. και β) με α/α 16ου αναιρεσίβλητου, από το εσφαλμένο Τ. στο ορθό Τ..
Των αναιρεσίβλητων: 1) Σ. Τ., 2) Υ. Ζ., 3) Μ. Γ., 4) Δ. Κ., 5) Π. Κ., 6) Α. Λ., 7) Ζ. Π., 8) Ε. Α., 9) Κ. Δ., 10) Ε. Σ., 11) Κ. Κ., 12)Μ. Π., 13) Ν. Μ., 14) Σ. Κ., 15) Σ. Ν., 16) Η. Τ. και 17) Γ. Κ., κατοίκων απάντων εκ της υπηρεσίας τους ... που παραστάθηκαν άπαντες δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Χαραλάμπους, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Οι αναιρεσείοντες με α/α 1ος, 13ος 14ος και 17ος δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 820/2008 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6859/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-7-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη ανέγνωσε την από 24-1-2020 έκθεση της αποχωρησάσης Αρεοπαγίτου, Σοφίας Τζουμερκιώτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης, ως προς τους δεύτερη έως και δέκατο έβδομο των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη αυτής ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολιπομένου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1695/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1601/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 6218Γ/4.12.2020, 5835Γ/16.7.2019, 6213Γ/2.12.2019 και 6217Γ/3.12.2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ζ. Α., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 4.2.2020, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (22.9.2020), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους 1η (Σ.
Τ.), 13ο (Ν. Μ.), 14η (Σ. Κ.) και 17ο (Γ. Κ.) των αναιρεσιβλήτων. Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία αυτή νόμιμη δικάσιμο της υπόθεσης οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν ούτε εκπροσωπήθηκαν νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Εφόσον δε η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων πρέπει οι παραπάνω αναιρεσίβλητοι να δικασθούν ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.). Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 564 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της άσκησης αίτησης αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης τελειώνει δε κατά τη λήξη του ωραρίου των δικαστικών υπηρεσιών την τριακοστή ημέρα ή, αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης, μη εξαιρετέας ημέρας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 11 του διατάγματος της 26-6/10.7.1944 για τον κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, σε όλες τις δίκες του Δημοσίου δεν τρέχει ουδεμία, απολύτως, προθεσμία σε βάρος αυτού κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Αυτό ισχύει, ρητώς, και για την άσκηση οιουδήποτε ενδίκου μέσου, ήτοι και για την άσκηση αίτησης αναίρεσης, με τη ρητή, επίσης, διευκρίνιση ότι και η προθεσμία, που τυχόν άρχισε πριν από τις δικαστικές διακοπές, αναστέλλεται κατά τη διάρκειά τους.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ΚΟΔΚαΔΛ (ν. 1756/1988), οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και διαρκούν μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου κάθε έτους. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 4 εδ. α' του ν. 2579/1998, οι υπέρ του Δημοσίου ισχύουσες, προνομιακές διατάξεις του άρθρου 11 του διατάγματος της 26-6/10.7.1944, οι οποίες δεν καταργήθηκαν με την εισαγωγή του ΚΠολΔ και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ως άνω αναστολή των προθεσμιών προς άσκηση ενδίκων μέσων κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, εφαρμόζονται και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), όπως το αναιρεσείον Ε.Μ.Π (ΑΠ 564/2017, ΑΠ 1337/2014).
Επομένως, η από μέρους του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ (Ε.Μ.Π.) ασκηθείσα στις 24.7.2012, όπως προκύπτει από την 96/2012 έκθεση της αρμόδιας Γραμματέως του Αρείου Πάγου, κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 6859/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία του επιδόθηκε στις 12.6.2012, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α.
Γ. Ζ., έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή . Με την από 23.7.2012 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 6859/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατόπιν εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της 820/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία η ως άνω αγωγή στο σύνολό της.
Με την προσβαλλομένη απόφαση, έγινε δεκτή η έφεση των εναγόντων και στη συνέχεια αφού εξαφανίστηκε η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ως άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου, έγινε δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική βάση αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό για επιδίκαση του επιδόματος ηλεκτρονικού υπολογιστή - επιδόματος πληροφορικής και υποχρεώθηκε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει εντόκως σε καθένα από τους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά.
Με το άρθρο 8 του ν. 2470/1997 για το "ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης" ορίσθηκαν τα εξής: "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: (...) Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988, καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής:
α) αναλυτές προγραμματιστές, ηλεκτρονικοί μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β) χειριστές - χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ' όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση, γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές.
Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας".
Περαιτέρω, με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2470/1997 διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, πέραν από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, ορισμένα επιδόματα και παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής που χορηγήθηκε με τις ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται τους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφ' όσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος".
Τέλος, κατά το άρθρο 31 του ν. 2470/1997, "Από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται: (...) η) Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν". Ήδη δε, από την έναρξη ισχύος του νεότερου ν. 3205/2003 (1-4-2004), που αναφέρεται σε "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ", το ως άνω επίδομα πληροφορικής προβλέπεται και πάλι, κατά το άρθρο 8 παρ. 8 αυτού, "για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001 (...), οριζόμενο κατά ειδικότητα (...)".
Από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι από την έναρξη της ισχύος αυτού (1-1-1997) καταργήθηκαν μεταξύ άλλων και οι κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (και ήδη π.δ. 50/2001), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ (ΑΠ 554/2010, ΑΠ 557/2007).
Η θέσπιση των ως άνω προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας με διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων. Αντιθέτως, διακρίνει αφ' ενός μεταξύ των υπαλλήλων, οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος και αφ' ετέρου μεταξύ εκείνων, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές, αλλά απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου, χρησιμοποιούν Η/Υ κατά την παροχή της εργασίας τους σε διοικητική ή οικονομική θέση, χωρίς τη χρήση του οποίου η προσήκουσα παροχή των υπηρεσιών τους δεν θα ήταν εφικτή, προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση του επιδόματος.
Η διάκριση αυτή, που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά πλαίσια διαμόρφωσης της πολιτικής περί τους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και τη μη εφαρμογή των ήδη καταργημένων διατάξεων των κοινών υπουργικών αποφάσεων, που προαναφέρθηκαν και ήδη από την έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003 (1.4.2004) του άρθρου 8 περ. 8 αυτού μόνο στη συγκεκριμένη κατηγορία εξειδικευμένων υπαλλήλων του κλάδου της πληροφορικής.
Ειδικότερα, η ως άνω ουσιώδης διαφορά της κατηγορίας στην οποία ανήκουν οι ειδικευμένοι με τίτλους σπουδών υπάλληλοι του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997, οι οποίοι κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, δικαιολογεί τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος μόνο σε αυτούς και δεν καθιστά την ειδική αυτή ρύθμιση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας με τη μη χορήγηση του επιδόματος σε υπαλλήλους που δεν έχουν τις ως άνω ιδιότητες και απλώς χειρίζονται ηλεκτρονικούς υπολογιστές στο πλαίσιο της εργασίας τους (ΑΠ 41/2017, ΑΠ 1293/2015, ΑΠ 535/2014, ΑΠ 594/2011, ΑΠ 628/2006, ΣτΕ 1298/2018, ΣτΕ 4375/2012, ΣτΕ 3182/2002).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο (που δίκασε ως Εφετείο) διέλαβε στην απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: Ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ μεταξύ των ετών 1998-2002 και πάντως προ του ένδικου χρόνου, απασχολούμενοι αρχικά σε αυτό με ανανεούμενες συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε αυτό ως διοικητικό προσωπικό κλάδων Π.Ε.
και Δ.Ε., διεπόμενοι ως προς το μισθολογικό καθεστώς μέχρι τις 31.12.2003 από τον Ν. 2470/1997 και από 1.1.2004 από τον Ν. 3205/2003. Ότι από τον Δεκέμβριο του έτους 2001 οι ενάγοντες κατετάγησαν σε οργανικές θέσεις του εναγομένου υπαλλήλων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και συγκεκριμένα: η 1η έως και 6ος και 11ος έως και 13ος στην κατηγορία ΠΕ, οι 14η έως και 16ος στην κατηγορία ΤΕ και οι 7η έως και 10η και ο 17ος στην κατηγορία ΔΕ., προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι λειτουργικές ανάγκες του εναγομένου, σε όσα τμήματα και διευθύνσεις αυτού δεν προβλέπονταν οργανικές θέσεις προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών, ανατέθηκαν κατόπιν εντολής του στους ενάγοντες τα καθήκοντα αυτά, τα οποία άσκησαν οι τελευταίοι απασχολούμενοι κατά πλήρες ωράριο, κυρίως και αποκλειστικώς με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγράφων του αντικειμένου της εργασίας τους στον ηλεκτρονικό υπολογιστή ειδικά κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2003 έως 31.12.2007.
Περαιτέρω δέχθηκε, το Εφετείο ότι η ένδικη αγωγή των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) υπαλλήλων του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) τεχνολογικού εκπαιδευτικού ιδρύματος δεν βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις που αναφέρθηκαν , διότι, εκτός από την 1η ενάγουσα, ως προς την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και επιδικάσθηκε σε αυτή, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, το επίδομα πληροφορικής συνολικού ποσού 1.911 Ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 31.12.2007, δεχόμενο δεδικασμένο απορρέον από την 5702/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι λοιποί ενάγοντες ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνους στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα των άρθρων 8 περ. 11 του ν. 2470/1997 και 8 περ. 8 του ν. 3205/2003, καθώς, παρά το γεγονός ότι οι 2η έως 11ος και 14ος από αυτούς απασχολούνται αποκλειστικά με τη χρήση Η/Υ και έχουν παρακολουθήσει ειδικά προγράμματα και σεμινάρια Η/Υ, δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι, που να ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής και να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους τίτλους σπουδών για να υπηρετήσουν σε τέτοιες διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα, ενώ οι λοιποί ενάγοντες δεν υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής.
Ότι, συνεπώς, η ουσιώδης διαφορά μεταξύ της κατηγορίας στην οποία ανήκουν οι ως άνω ενάγοντες και αυτής στην οποία ανήκουν οι ειδικευμένοι με τίτλους σπουδών υπάλληλοι, δικαιολογεί τη χορήγηση του ανωτέρω επιδόματος μόνο στους τελευταίους και δεν καθιστά την ειδική αυτή ρύθμιση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας.
Γι' αυτό και ορθά έκρινε αβάσιμο τον εκεί ερευνώμενο λόγο της έφεσης των εναγόντων (2ης έως και 17ου), που επεδίωκαν την παραδοχή της αγωγής ως προς την κυρία βάση αυτής, με επίκληση της αρχής της ισότητας. Περαιτέρω, αφού εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του Ειρηνοδικείου, δέχθηκε σε σχέση με τους 2η έως και 17ο των εναγόντων, ότι το εναγόμενο, κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής, που όφειλε να καταβάλει εάν είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή και αναλυτή προγραμματιστή ηλεκτρονικού μηχανικού, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του.
Ότι οι ανωτέρω ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν το επίδομα πληροφορικής, που όφειλε να καταβάλει εάν είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή και αναλυτή προγραμματιστή, το οποίο αποτελεί τη μηνιαία μη νόμιμη ωφέλεια σε βάρος τους. Με τις σκέψεις αυτές και με τις επί μέρους διαφοροποιήσεις, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, αφού δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα μέχρι την 31.12.2004, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974, έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή, σε σχέση με τη 2η έως και 17ο των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ως προς την επικουρική βάση αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και επιδίκασε τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, ως άνευ νομίμου αιτίας ωφέλεια του εναγομένου εκ του μη καταβληθέντος στους ενάγοντες επιδόματος πληροφορικής.
Το αναιρεσείον, με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση της παραβιάσεως των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 8 Ν. 2470/1997, 1 παρ. 1 και 8 παρ. 8 του Ν. 3205/2003 και 904 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν ανήκαν οργανικώς σε κλάδους πληροφορικής και ως διοικητικοί υπάλληλοι εν γένει δεν εξετέλεσαν αλλότρια καθήκοντα αλλά τα καθήκοντα των θέσεων, στις οποίες είχαν τοποθετηθεί.
Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μίας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μίας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο, ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη, διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μίας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 66/2020, ΑΠ 258/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, το ως άνω ζήτημα, δηλαδή εάν ο χειρισμός από υπαλλήλους άλλων κλάδων, εκτός των ειδικών κλάδων πληροφορικής, ηλεκτρονικού υπολογιστή κατά πλήρη και αποκλειστική απασχόληση κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, που αφορά την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγράφων του αντικειμένου της εργασίας τους σε όσα Τμήματα και Διευθύνσεις δεν προβλέπονται οργανικές θέσεις προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών, συνιστά ή μη, άκυρη ανάθεση αλλοτρίων καθηκόντων και γεννά ή μη αντιστοίχως αξίωση εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού, έχει παραπεμφθεί με την 1387/2019 απόφαση του Β2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, όπου και εκκρεμεί.
Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, ευλόγως, περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της ένδικης αναίρεσης, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί του ανωτέρω ζητήματος από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της. Να σημειωθεί ότι το κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ υποβληθέν από το αναιρεσείον αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση θα εξετασθεί με την τελική απόφαση. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει λόγο αναίρεσης.
Εν προκειμένω, όσον αφορά την 1η αναιρεσίβλητη, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης προκύπτει, ότι αυτή δεν πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχεται την αγωγή ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη βάσει της αρχής της ισότητας λόγω του δεδικασμένου που απέρρεε από την προαναφερόμενη απόφαση.
Συνεπώς, εφόσον δεν περιέχει λόγο αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος αυτό και να μην καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της, η οποία λόγω της ερημοδικίας της δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (ΑΠ 824/2013).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.7.2012 αίτηση αναίρεσης του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.) ως προς την 1η αναιρεσίβλητη - Σ. Τ. του Ι..
Αναβάλλει κατά τα λοιπά τη συζήτηση επί της από 23.7.2012 αιτήσεως αναιρέσεως του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.) μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης, η οποία έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την 1387/2019 απόφαση του Β2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ