1192/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1192/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1192 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1192/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Ζ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Κωνσταντινίδη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης Δυτικής Μακεδονίας (Π.Τ.Α. Δυτικής Μακεδονίας), που εδρεύει στην ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κονδύλη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/11/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/2/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του προς αυτές.
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.
Ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, για να κριθεί -ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτήρα που έδωσαν - με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέονται τα συμβαλλόμενα μέρη.
Περαιτέρω ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ. ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως. Οι αμφιβολίες αυτές συνάγονται από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν λήφθηκε υπόψη (Α.Π 325/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο, [που δίκασε την από 17-12-2010 αγωγή της αναιρεσείουσας με αίτημα α) την αναγνώριση ότι η σύμβαση δυνάμει της οποίας παρείχε υπηρεσίες στο αναιρεσίβλητο ήταν ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου ή επικουρικά ορισμένου χρόνου και όχι σύμβαση παροχής υπηρεσιών ή έργου και β) την υποχρέωση του αναιρεσίβλητου να της καταβάλει το ποσό των 27.103,70 ευρώ από τη σύμβαση εργασίας, άλλως, εφόσον θεωρηθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό], δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που η αναιρεσείουσα προσκόμισε και επικαλέστηκε νόμιμα, και ειδικότερα την κατάθεση του μάρτυρά της που περιέχεται στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την υπ’ αριθ. .../9-4-2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά της και τα δέκα έγγραφα που αναλυτικά παραθέτει στην αίτηση αναίρεσης, τα οποία αν τα εξέταζε θα έκανε δεκτή την αγωγή του και θα επιδίκαζε τα αιτηθέντα κονδύλια.
Στην κρινόμενη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη, έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα για τα οποία η αναιρεσείουσα με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται το αντίθετο. Ειδικότερα το Εφετείο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την υπ’ αριθ. .../9-4-2013 ένορκη βεβαίωση ενός μάρτυρα της αναιρεσείουσας και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας.
Με βάση την εκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων το Εφετείο δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "Η εκκαλούσα, που είναι πτυχιούχος του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών, Οικονομικών και Πολιτικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου του βρετανικού πανεπιστημίου UCL, με γνώσεις ξένων γλωσσών και συμμετοχή σε πολλά σεμινάρια του εξωτερικού απασχολήθηκε στο εφεσίβλητο από 1-3-2007 για την υλοποίηση διαφόρων ευρωπαϊκών επιδοτούμενων προγραμμάτων, που είχαν ανατεθεί σ’ αυτό από τη Γενική Γραμματεία Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας.
Ειδικότερα, η εκκαλούσα, σύμφωνα με τις προβλέψεις του νόμου που προεκτέθηκαν, σύναπτε συμβάσεις μίσθωσης έργου με το εφεσίβλητο, που επιγράφονταν ως συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, πλην όμως από το περιεχόμενο τους προκύπτει ότι είχαν το χαρακτήρα συμβάσεων έργου. Συγκεκριμένα, βάσει αυτών η εκκαλούσα αναλάμβανε την παροχή τεχνικής και διοικητικής υποστήριξης για την υλοποίηση των συγκεκριμένων προγραμμάτων και ιδίως για την οργάνωση των επιμέρους αρχείων του έργου, την εισαγωγή στοιχείων των καταγραφών σε βάση δεδομένων, την παρακολούθηση (υποστήριξη των φορέων για την συμπλήρωση - διορθώσεις δελτίων προόδου) του έργου, την υποστήριξη των φορέων του έργου στην υλοποίηση των επιμέρους δράσεων, την οργάνωση των συνεδριάσεων της ομάδας έργου και την εκπροσώπηση του εφεσίβλητου στις διακρατικές συναντήσεις, που αφορούν στις επιμέρους δράσεις.
Για την υλοποίηση των επιμέρους έργων καθορίζονταν με τις συμβάσεις συγκεκριμένες χρονικές περίοδοι, με καθοριζόμενη κάθε φορά συνολική αμοιβή, η καταβολή της οποίας κατανεμόταν στους μήνες της κάθε σύμβασης. Οριζόταν δε επιπλέον ότι σε περίπτωση παράτασης του χρόνου παράδοσης του έργου, δεν θα υποχρεούται το εφεσίβλητο σε αύξηση της αμοιβής της εκκαλούσας.
Επίσης, στις συμβάσεις αυτές προβλεπόταν ότι ο τόπος εκτέλεσης του έργου θα επιλεγόταν από την εκκαλούσα με βάση τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες του προγράμματος, η παρακολούθηση δε για την ορθή εκτέλεση του έργου είχε ανατεθεί σε τριμελή επιτροπή του εφεσιβλήτου. Συγκεκριμένα, μεταξύ των διαδίκων συνάφθηκαν οι ακόλουθες συμβάσεις: 1) η από 1-3-2007 σύμβαση και αμοιβή 13.000 ευρώ, για την υλοποίηση του έργου ..." του προγράμματος ...
ΙΙΙΒ, 2) η από 2-1-2008 σύμβαση με διάρκεια από 2-1-2008 έως 28-3-2008 και αμοιβή 5.000 ευρώ, για την υλοποίηση του έργου ... του προγράμματος ..., 3) η από 28-2-2008 σύμβαση με διάρκεια από 1-3-2008 έως 26-6-2008 και αμοιβή 3.000 ευρώ για την υλοποίηση του έργου "..." του προγράμματος ..., 4) η από 1-4-2008 σύμβαση με διάρκεια από 1-4-2008 έως 30-4-2008 και αμοιβή 1.500 ευρώ για την υλοποίηση του έργου " ..." του προγράμματος ..., 5) η από 5-5-2008 σύμβαση με διάρκεια από 5-5-2008 έως 27-6-2008 και αμοιβή 3.000 ευρώ για την υλοποίηση του ιδίου ως άνω έργου " ..." του προγράμματος ..., 6) η από 23-6-2008 σύμβαση με διάρκεια από 1-7-2008 έως 30-9-2008 και αμοιβή 3.000 ευρώ, για την υλοποίηση του έργου ..." του προγράμματος ...
ΙΙΙΒ, 7) η από 1-7-2009 σύμβαση με διάρκεια από 1-7-2009 έως 30-6-2010 και αμοιβή 15.600 ευρώ, για την υλοποίηση του έργου "...)" της κοινοτικής πρωτοβουλίας …. Όπως αποδείχθηκε, η εκκαλούσα που ήταν το κεντρικό πρόσωπο για το συντονισμό και την οργάνωση των ως άνω προγραμμάτων, κατά την εκτέλεση των ανωτέρω συμβατικών της υποχρεώσεων, δεν τηρούσε κάποιο ωράριο εργασίας αλλά καθόριζε η ίδια το χρόνο παρουσίας της στα γραφεία της εφεσίβλητης ανάλογα με τις υποχρεώσεις της για την υλοποίηση των έργων που αναλάμβανε και δεν τελούσε υπό τον έλεγχο, την άμεση επίβλεψη, τις εντολές και τις οδηγίες των εκπροσώπων ή άλλων προσώπων της εφεσίβλητης.
Όπως προαναφέρθηκε, είχε ευρύτατα περιθώρια πρωτοβουλιών για την υλοποίηση των συγκεκριμένων προγραμμάτων, που εκτείνονταν μέχρι τις απαιτούμενες επαφές με τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου συχνά μετέβαινε με δαπάνες του εφεσίβλητου. Όπως δε προεκτέθηκε, η εκκαλούσα δεν τελούσε σε νομική εξάρτηση από το εφεσίβλητο και υπέκειτο μόνο στην επίβλεψη και παρακολούθηση για την υλοποίηση του έργου, που είχε αναλάβει, από τριμελή επιτροπή του εφεσίβλητου.
Η αμοιβή της, που όπως προαναφέρθηκε καθοριζόταν ανά σύμβαση, κατανεμόταν και της καταβαλλόταν στους μήνες που περιλάμβανε κάθε σύμβαση, διαφοροποιούμενη έτσι από 1.000 έως 1.700 ευρώ σε κάθε μήνα απασχόλησης της. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι σε ορισμένες περιπτώσεις μέρος της χρονικής περιόδου κάποιας συμβάσεως αλληλοκαλυπτόταν με τη χρονική διάρκεια μιας άλλης συμβάσεως ακριβώς διότι επρόκειτο για την υλοποίηση διαφορετικών προγραμμάτων, στην οποία απέβλεπαν οι συμβαλλόμενοι.
Εξάλλου, η εκκαλούσα την 1-10-2008 υπέγραψε σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών με την εταιρεία με την επωνυμία Αναπτυξιακή Δυτικής ... για την κατάρτιση του Π.Ε.Π Δυτικής Μακεδονίας 2007-2013 και την υλοποίηση του αναπτυξιακού σχεδιασμού, που είχε διάρκεια από 1-10-2008 έως 31-12-2008 και συμφωνηθείσα αμοιβή 4.200 ευρώ.
Η ως άνω εταιρεία είναι διαφορετικό νομικό πρόσωπο, που έχει διαφορετικό αντικείμενο και άλλη εκπροσώπηση σε σχέση με τον εφεσίβλητο. Οι υπηρεσίες δε που προσέφερε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα η εκκαλούσα στην ως άνω εταιρεία ήταν διαφορετικές από αυτές που προσέφερε στον εφεσίβλητο. Ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται ότι οι συμβάσεις της εκκαλούσας, που δεν αποδείχθηκε ότι απασχολήθηκε στο εφεσίβλητο για χρονικά διαστήματα πέραν των αναφερομένων στις ως άνω συμβάσεις, δεν υπέκρυπταν σχέση εξαρτημένης εργασίας αλλά ήταν γνήσιες συμβάσεις έργου, κατά τα επιτασσόμενα στο ως άνω άρθρο 56 του ν.2218/1994.
Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα ακυρότητας των συμβάσεων αυτών και επιδίκασης στην εκκαλούσα των οριζόμενων στον νόμο παροχών, εάν αυτές υπέκρυπταν σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Σε κάθε δε περίπτωση, εφόσον επρόκειτο για την εκτέλεση προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόμη και αν εθεωρούντο οι ως άνω συμβάσεις ως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ο συνολικός χρόνος διάρκειάς τους επιτρεπτώς εκτεινόταν πέραν των 24 μηνών και δεν θα υπήρχε θέμα ακυρότητάς του κατ’ άρθρο 6 παρ. 2 πδ 164/2004.".
Από το ως περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες της δεν καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση τόσον της κατάθεσης του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και της ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα της αναιρεσείουσας όσον και όλων των εγγράφων που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε.
Επομένως είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν ο ως άνω μοναδικός λόγος αναιρέσεως.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση ως αβάσιμη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της παρούσας δίκης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.),
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-2-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμό 36/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ