1192/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedτην 30-1-2009, την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή ποσού 25.000,00 ευρώ, 2) την 28-2-2009, την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή ποσού 25.000,00 ευρώ 3) την 30-3-2009, την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή ποσού 25.000,00 ευρώ 4) την 31-3-2009, την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή ποσού 25.000,00 ευρώ 5) την 30-4-2009, την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή ποσού 25.000,00 ευρώ 6) την 31-5-2009, την με αριθμό ...
Legislator headnote
AI generated1192/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς το αίτημα της υπεράσπισης όπως αναγνωρισθεί ότι στο πρόσωπο της κατηγορουμένης συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδαφ. δ ΠΚ πρέπει να απορριφθεί". (Πρέπει να σημειωθεί ότι λόγος αναιρέσεως εν σχέσει με αναιτιολόγητη απόρριψη της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 § 2 εδ. α’ και β’ ΠΚ δεν υπάρχει).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1192 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1192/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημήτριου Δασούλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Σ. Α. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Επαμεινώνδα Παπαδέα, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3545/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Mε πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "..." η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γκιουγκή.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιανουαρίου 2015 επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 23 Ιανουαρίου 2015 αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 160/2015.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: 1) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και συγκεκριμένα: α) ως προς την ενοχή όσον αφορά την πρώτη υπ’ αρ. ...30-1-2009 επιταγή και β) ως προς την απορριπτική διάταξη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μετάνοιας και ως προς τη διάταξη της περί επιβολής ποινής και γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, ως προς το αναιρούμενος μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και 2) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σε αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες εκεί ποινές.
Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 28 εδ.α’ και 29 εδ.α’ και δ’ του ίδιου νόμου, η επιταγή είναι πληρωτέα ενόψει, εφόσον δε εκδόθηκε και είναι πληρωτέα στην ίδια χώρα εμφανίζεται προς πληρωμή μέσα σε προθεσμία οκτώ ημερών από την ημέρα που αναγράφεται σε αυτή, ως χρονολογία εκδόσεώς της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το πλημμέλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αφενός η κατά τους νόμιμους τύπους σύνταξη της επιταγής και αφετέρου η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων είτε κατά το χρόνο εκδόσεως ή κατά το χρόνο πληρωμής της επιταγής, προσαπαιτείται δε όπως ο κομιστής της επιταγής, εφόσον αυτή εκδόθηκε και είναι πληρωτέα στην Ελλάδα, εμφανίσει αυτήν στην πληρώτρια Τράπεζα εντός οκτώ ημερών από της ημερομηνίας εκδόσεως που αναγράφεται σε αυτή.
Το στοιχείο αυτό της ημερομηνίας εμφανίσεως της επιταγής στην πληρώτρια τράπεζα πρέπει να καθορίζεται επακριβώς στην καταδικαστική απόφαση γιατί στην αντίθετη περίπτωση η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, αφού στην περίπτωση που ελλείπει η ακριβής ημερομηνία εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Δεν είναι δε επαρκής η αναφορά στην απόφαση, ότι η επιταγή εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα στην πληρώτρια Τράπεζα, χωρίς τη μνεία και της ακριβούς ημερομηνίας, με την οποία μπορεί να κριθεί η παρέλευση ή μη της ως άνω νόμιμου οκταημέρους προθεσμίας εμφανίσεως της επιταγής. Η επιταγή μπορεί να εκδοθεί και μεταχρονολογημένη δηλαδή να φέρει ημερομηνία εκδόσεως μεταγενέστερης από την πραγματική.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την αληθή έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 79, 28 και 29 εδ. α’ και δ’ του ιδίου νόμου 5960/1933, το προβλεπόμενο και τιμωρούμενο από την πρώτη από αυτές έγκλημα, συντελείται όταν η μεταχρονολογημένη επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή και δεν πληρωθεί ελλείψει αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο ανάμεσα στην ημέρα της πραγματικής εκδόσεως και την ημέρα κατά την οποία παρέρχεται η προθεσμία προς εμφάνιση, δηλαδή κατ’ άρθρο 56 του ν. 5960, από την επομένη της πραγματικής εκδόσεως της επιταγής μέχρι και την όγδοη ημέρα από την επομένη της ημέρας που αναγράφεται ως ημερομηνία εκδόσεως μη επηρεαζομένου του αξιοποίνου της πράξεως εκ λόγων αναγομένων στην αιτία εκδόσεως της επιταγής (Ολ.ΑΠ 123/81, Ολ.ΑΠ 46/1980).
Αν κατά τον χρόνον αυτόν ο εκδότης μεταχρονολογημένης επιταγής δεν έχει κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, κατά τον χρόνον αυτόν τελεί το ανωτέρω έγκλημα.
Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 ε’ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα αποδειχθέντα περιστατικά στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (που εφαρμόσθηκε), οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Τέλος, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Η κατηγορουμένη στη Χαλκίδα, κατά τους κάτωθι χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, εν γνώσει εξέδωσε επιταγή που δεν πληρώθηκε επί πληρωτή, και στον οποίο δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής και συγκεκριμένα εξέδωσε τις παρακάτω (μεταχρονολογημένες) επιταγές:
1) την 30-1-2009, την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή ποσού 25.000,00 ευρώ, 2) την 28-2-2009, την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή ποσού 25.000,00 ευρώ 3) την 30-3-2009, την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή ποσού 25.000,00 ευρώ 4) την 31-3-2009, την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή ποσού 25.000,00 ευρώ 5) την 30-4-2009, την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή ποσού 25.000,00 ευρώ 6) την 31-5-2009, την με αριθμό ...
τραπεζική επιταγή ποσού 25.000,00 ευρώ 7) την 30-6-2009, την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή ποσού 25.000,00 ευρώ, επ’ ονόματι της μηνύτριας εταιρίας με την επωνυμία "..." (οι 1η, 2η, 3η επιταγές), η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον Γ.-Α. Τ. του Σ. και επ’ ονόματι της ιδίας της κατηγορουμένης (οι 4η, 5η, 6η και 7η επιταγές) και της οποίας επιταγής έγινε κομιστής δια οπισθογραφήσεως η ως άνω μηνύτρια.
Οι επιταγές αυτές είναι πληρωτέες παρά την τράπεζα Πειραιώς, που όταν τις εμφάνισε η άνω μηνύτρια εμπρόθεσμα και δη την 30-1-2009, 24-2-2009 (οι 2η και 3η επιταγές) και 26-2-2009 (οι 4η, 5η, 6η και 7η επιταγές) αντίστοιχα, στην άνω πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκαν ελλείψει αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στην εν λόγω τράπεζα, τόσο κατά το χρόνο εκδόσεως των πιο πάνω τραπεζικών επιταγών, όσο και κατά το χρόνο της πληρωμής τους.
Οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν χάριν εξόφλησης τιμήματος κοσμημάτων συνολικής αξίας 620.840 ευρώ που είχαν αγοράσει η κατηγορουμένη και ο σύζυγος της Ν. Α. από την "..." από τις 12.5.2006 έως τις 31.3.2008, (βλ. την με αριθμό 289/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, ήδη αμετάκλητη). Ενόψει των παραπάνω, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη για την πράξη που της αποδίδεται, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό".
Ακολούθως το δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη του ότι: "Στη Χαλκίδα, κατά τους κάτωθι χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, εν γνώσει εξέδωσε επιταγή που δεν πληρώθηκε επί πληρωτή, και στον οποίο δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής και συγκεκριμένα εξέδωσε τις παρακάτω (μεταχρονολογημένες) επιταγές:
1) την 30-1-2009, την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή ποσού 25.000, 00 ευρώ, 2) την 28-2-2009, την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή ποσού 25.000,00 ευρώ 3) την 30-3-2009, την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή ποσού 25.000,00 ευρώ 4) την 31-3-2009, την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή ποσού 25.000,00 ευρώ 5) την 30-4-2009, την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή ποσού 25.000,00 ευρώ 6) την 31-5-2009, την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή ποσού 25.000,00 ευρώ 7) την 30-6-2009, την με αριθμό ... τραπεζική επιταγή ποσού 25.000,00 ευρώ, επ’ ονόματι της μηνύτριας εταιρίας με την επωνυμία "..." (οι 1η, 2η, 3η επιταγές), η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τον Γ.-Α. Τ. του Σ. και επ’ ονόματι της ιδίας της κατηγορουμένης (οι 4η, 5η, 6η και 7η επιταγές) και της οποίας επιταγής έγινε κομιστής δια οπισθογραφήσεως η ως άνω μηνύτρια. Οι επιταγές αυτές είναι πληρωτέες παρά την τράπεζα Πειραιώς, που όταν τις εμφάνισε η άνω μηνύτρια εμπρόθεσμα και δη την 30-1-2009, 24-2-2009 (οι 2η και 3η επιταγές) και 26-2-2009 (οι 4η, 5η, 6η και 7η επιταγές) αντίστοιχα, στην άνω πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκαν ελλείψει αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στην εν λόγω τράπεζα, τόσο κατά το χρόνο εκδόσεως των πιο πάνω τραπεζικών επιταγών, όσο και κατά το χρόνο της πληρωμής τους".
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει, όσον αφορά τις δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη επιταγές, την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις κατά το είδος τους, από τις οποίες συνήγαγε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά καθώς επίσης και συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98 παρ. 1 ΠΚ και 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία.
Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με την επί της ενοχής κρίση του δικαστηρίου για τις προαναφερόμενες έξι επιταγές είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Όσον αφορά όμως την πρώτη επιταγή (υπ’ αριθμ. ...30-1-2009), η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού ούτε στο σκεπτικό, ούτε στο διατακτικό αναφέρεται ο χρόνος εμφανίσεως αυτής προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα. Η έλλειψη αυτή καθιστά την απόφαση αναιρετέα, ως προς την ανωτέρω επιταγή για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι για έλλειψη νόμιμης βάσης, εφόσον δεν διαλαμβάνει τον χρόνον κατά τον οποίον η επιταγή εμφανίσθηκε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα. Η έλλειψη δε αυτή δεν αναπληρώνεται με τη μνεία, ότι η μηνύτρια εμφάνισε την επιταγή εμπρόθεσμα.
Επομένως είναι βάσιμοι οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1Δ και κατ’ εκτίμηση Ε ΚποινΔ λόγοι αναίρεσης όσον αφορά την πρώτη υπ’ αριθμ. ...30-1-2009 επιταγή και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚποινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένη περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή, οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα, ποινής.
Προϋποτίθεται, όμως η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα.
Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχείο δ ήτοι το ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του.
Για να αναγνωριστεί η περίσταση αυτή πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως η αναιρεσείουσα δια του συνηγόρου της ζήτησε να της αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμελείας (άρθρ. 84 παρ. 2 περ. δ ΠΚ). Για τη θεμελίωσή του επικαλέστηκε τα εξής: "... οι επιταγές παραδόθηκαν κάτω από δύσκολες συνθήκες.
Πίστευε ότι θα είναι σε θέση να τις καταβάλλει. Πλήρωσε τρείς απ’ αυτές. Δεν μπορούσε να καταβάλλει τα υπόλοιπα. ‘ Εκανε όμως κάθε προσπάθεια να άρει τις συνέπειες της πράξης της". ‘ Ετσι, όμως, όπως διατυπώθηκε ο ισχυρισμός αυτός είναι παντελώς αόριστος, διότι δεν επικαλείται πραγματικά περιστατικά που να μαρτυρούν ειλικρινή προσπάθεια άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της πράξεώς της.
Επομένως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδος δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον ως άνω ισχυρισμό, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση την επ’ αυτού απορριπτική κρίση. Παρά ταύτα, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως διέλαβε, για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, πλεοναστικώς, αιτιολογία δεχθέν ότι: "Από όλη τη σχετική με την απόδειξη κύρια διαδικασία, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης - αποδείχθηκε ότι τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2008, διαβλέποντας η κατηγορουμένη κι ο σύζυγός της ότι οι επίδικες επιταγές δεν πρόκειται να πληρωθούν, παρέδωσαν στον νόμιμο εκπρόσωπο της ΕΠΕ διάφορα συλλεκτικά αντικείμενα (κυρίως κοσμήματα) που η ίδια και ο σύζυγός της είχαν αγοράσει στο παρελθόν από αυτήν προκειμένου (η ΕΠΕ) να τα εκποιήσει σε τρίτους και με το τίμημα που θα εισέπραττε να εξοφληθεί συμψηφιστικά το μη καταβληθέν τίμημα των κοσμημάτων ύψους 533.245,92 ευρώ που της χρωστούσαν από την πώληση που συνομολογήθηκε μεταξύ τους κατά το χρονικό διάστημα από 12.5.2006 έως 31.3.2008, (στο ποσό αυτό συμπεριλαμβάνονταν και το ποσό των 175.000 ευρώ που αφορούσε τις ακάλυπτες επιταγές).
Ο μάρτυρας υπεράσπισης, Γ. Α., υιός της κατηγορουμένης, κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι κάποια από τα παραδοθέντα κινητά αντικείμενα (κυρίως κοσμήματα) πωλήθηκαν από την εταιρεία "..." προς τρίτους αλλά ότι η τελευταία δεν τήρησε την συμφωνία περί συμψηφισμού. Η πολιτικώς ενάγουσα, από την άλλη" πλευρά, στην από 5.08.2013 εξώδικη δήλωσή της, συνομολογεί ότι παρέλαβε κάποια κοσμήματα (δεν αναφέρει πόσα τεμάχια, το είδος και ποια η αξία τους), αρνείται όμως ότι πωλήθηκαν σε τρίτους και δήλωσε ότι τα κρατά ασκώντας δικαίωμα επίσχεσης, μέχρις την ολοσχερή εξόφληση του οφειλόμενου ποσού των 533.245,92 ευρώ.
Ενόψει του γεγονότος ότι η κατηγορουμένη δεν απέδειξε πως πράγματι πωλήθηκαν κάποια από τα κοσμήματα που παρέδωσε στην πολιτικώς ενάγουσα κι ότι επιτεύχθηκε τίμημα με το οποίο εξοφλήθηκε μέρος του ποσού των επίδικων επιταγών, το Δικαστήριο δεν μπορεί να της αναγνωρίσει ότι - συντρέχουν στο πρόσωπο της οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ.
δ ΠΚ.
Συνεπώς το αίτημα της υπεράσπισης όπως αναγνωρισθεί ότι στο πρόσωπο της κατηγορουμένης συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδαφ. δ ΠΚ πρέπει να απορριφθεί". (Πρέπει να σημειωθεί ότι λόγος αναιρέσεως εν σχέσει με αναιτιολόγητη απόρριψη της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 § 2 εδ. α’ και β’ ΠΚ δεν υπάρχει).
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚποινΔ, συναφής λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μετανοίας, είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη μόνον ως προς την ενοχή αναφορικά με την πρώτη (υπ’ αριθμ. ...30-1-2009) επιταγή συναφώς δε και ως προς τη διάταξή της για την επιβολή ποινής και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 ΚποινΔ, η υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 3545/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος και συγκεκριμένα ως προς την ενοχή αναφορικά με την πρώτη (υπ’ αριθμ. ...30-1-2009) επιταγή και ως προς τη διάταξη της περί επιβολής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση αναιρέσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ