1192/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1192/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ’ αυτής που άρχισε την 23-10-2014 με την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης στους αναιρεσείοντες την 22-10-2014 όπως προκύπτει από τις ... και ...21-10-2014 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1192 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1192/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Α. Ν., 2) Ι. Α. Ν., 3) Α. Α. Ν., και 4) Α. Ν. Ν., κατοίκων όλων …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σταθόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Μ. συζ. Σ. Κ., το γένος Ι. Ν., κατοίκων…, και 2)Δήμου Αχαρνών Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενου. Η 1η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Καψιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/2003 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης και της Κ. Μ., που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, την από 20/11/2003 κύρια παρέμβαση - αγωγή των ήδη 1ου, 2ου και 3ου των αναιρεσειόντων, την από 4/3/2006 προσεπίκληση της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, τις από 8/6/2006 και από 26/4/2007 κύριες παρεμβάσεις του ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 378/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1689/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/11/2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 9/3/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ή εμφανισθεί αλλά δε λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως εξετάζει αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, οπότε στην περίπτωση που κλητεύθηκε νομίμως προχωράει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ...5-1-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Μ., αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού της αναφερομένης στην αρχή της απόφασης δικασίμου και κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτής επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τους αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων, Συνεπώς αφού αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο κατά τη σειρά της εγγραφής της σ’ αυτό ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της.
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 80 παρ.3, 558 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, πρέπει όμως να επιδίδεται σ’ αυτόν η κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης για να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου.
Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται και κατά το Δήμου Αχαρνών, ο οποίος παρενέβη προσθέτως υπέρ της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, Μ. Κ., ως ενάγουσας στην αγωγή της κατά του τέταρτου των ήδη αναιρεσιβλήτων και ως εναγομένης στην αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, ενώ δεν έπρεπε να στραφεί κατ’ αυτής, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, άλλωστε ούτε ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, Πλην όμως το γεγονός τούτο εκτιμάται ως κλήση αυτού στην προκειμένη δίκη, στην οποία νομίμως παρίσταται και ζητάει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 και 524 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ’ ουσίαν και επομένως στην περίπτωση αυτή προσβλητή με το ένδικο μέσον της αναίρεσης είναι μόνον η μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, η προθεσμία για την άσκηση της οποίας (ανακοπής ερημοδικίας) δεν αρχίζει αν παραληφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης.
Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ’ όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, που προβάλλονται παραδεκτώς (ΟλΑΠ 16/1990). Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 1689/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο και απέρριψε κατ’ ουσίαν, λόγω της ερημοδικίας των εκκαλούντων ήδη αναιρεσειόντων την έφεσή τους κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε κατ’ ουσίαν δεκτή αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά του τέταρτου των αναιρεσειόντων.
περί προστασίας της προσωπικότητάς της, λόγω παράνομης προσβολής από τον τελευταίο του δικαιώματος χρήσης κοινοχρήστου οδού, καθώς και η συνεκδικασθείσα πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η συνεκδικασθείσα επίσης αναγνωριστική κυριότητας και αρνητική αγωγή κυριότητας των τριών πρώτων των αναιρεσειόντων κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και έγινε δεκτή η πρόσθετη υπέρ αυτής παρέμβαση του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ’ αυτής που άρχισε την 23-10-2014 με την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης στους αναιρεσείοντες την 22-10-2014 όπως προκύπτει από τις ... και ...21-10-2014 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Β.
Β., και έληξε την 6-11-2014 είναι παραδεκτή. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 εδ.1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως, άρα και οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί, οι οποίες οδοί, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή σε κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.
Οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος, α) από το νόμο, ήτοι με το χαρακτηρισμό τους ως οδών από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλης, β) από τη βούληση του ιδιοκτήτη, που θέτει στην κοινή χρήση συγκεκριμένο ακίνητο είτε με νομότυπη δικαιοπραξία (όπως διαθήκη ή δωρεά), είτε με παραίτηση από την κυριότητα, η οποία πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που θα υποβληθεί σε μεταγραφή και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, (vetustas) την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινό ρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 Πανδ. 43,7, ν 2 παρ. 8 Πανδ. 39, 3 ν.28 Πανδ. 22, 3) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από κοινότητα ή δήμο ή από τους δημότες αυτών μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινοχρήστου, εφόσον η αρχαιότητα στην ως άνω χρήση, από ευρύτερο, αόριστο αριθμό, προσώπων, υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23/2/1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημόνευτου χρόνου αρχαιότητας.
Προκειμένου επομένως να γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν αγωγή με την οποία θεμελιώνεται δικαίωμα στην ιδιότητα πράγματος ως κοινοχρήστου την οποία απέκτησε με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, πρέπει να καθορίζονται στην απόφαση όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα κατά τις διατάξεις του ΒΡ Δικαίου που προαναφέρθηκαν για την εφαρμογή του θεσμού της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας.
Έτσι δεν αρκεί η αναφορά στην απόφαση της ιδιότητας του πράγματος ως κοινοχρήστου αλλά πρέπει να αναφέρεται και ο τρόπος απόκτησης της ιδιότητας αυτής με τη κοινή χρήση του πράγματος από δύο συνεχόμενες γενεές για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα ετών (αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα), που είχε συμπληρωθεί (η αρχαιότητα στην κοινή χρήση) κατά το χρόνο εισαγωγής του Αστικού Κώδικα (23-1-1946).
Διαφορετικά η απόφαση αρκείται σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που απαιτούν οι προαναφερθείσες διατάξεις του ΒΡΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 51 Εισ.Ν.Α.Κ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 εδ.α’ Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, Ωστόσο ελλείψεις στη διατύπωση της μείζονος πρότασης όπως η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων και η μη παράθεση του περιεχομένου τους ή η μη ανάλυση του νοήματός τους δεν ιδρύουν το λόγο αυτό, αρκεί να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχθηκε ως διατακτικό της απόφασής του.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο με την ενσωματωθείσα στην προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα της παλαιάς κοινόχρηστης οδού ... - ... πλάτους 4 μέτρων η οποία ξεκινά από τις Αχαρνές (...) κατευθύνεται Βορειοανατολικά προς ...- ..., εξυπηρετεί κυκλοφοριακές ανάγκες του δήμου Αχαρνών και έλαβε τον προορισμό της δια της από αμνημονεύτου χρόνου παραγραφής και δεν έχει καταργηθεί μεταγενέστερα με νόμιμη διοικητική διαδικασία, ανήκει δε στο Δήμο Αχαρνών Αττικής.
Τμήμα της μήκους 71 μέτρων, πλάτους 4 μέτρων και εμβαδού 284 τ.μ. παρατηρείται στη δυτική πλευρά του αγροτικού ακινήτου των κυρίως παρεμβαινόντων- εναγόντων, της από 20-12-2003 κυρίας παρέμβασης αγωγής, το οποίο εμφαίνεται ως έχον έκταση 8.416,70 τ.μ. κείται στη θέση ‘ ... ή ..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αχαρνών Αττικής και αποτυπώνονται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Α στο από Οκτωβρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Σ.
Α. Δ. Από το έτος 1989 η δικαιοπάροχος των κυρίως παρεμβαινόντων- εναγόντων περιέλαβε παράνομα στην επίδικη ιδιοκτησία και το ως άνω τμήμα της επίδικης οδού και συνολικά έκταση εξ αυτής μήκους 130 μέτρων και εμβαδού 520 τ.μ. με αποτέλεσμα να διακοπεί η χρήση της οδού και η πρόσβαση προς παρακείμενη ιδιοκτησία της ενάγουσας Μ.
Σ. Κ., ο δε εναγόμενος Α. Ν. Ν. καλλιεργητής του επίδικου ακινήτου μετά των κυρίως παρεμβαινόντων- εναγόντων υιών του, ιδιοποιούνται τα προσκείμενα στην ως άνω ιδιοκτησία τους τμήματα της επίδικης οδού επί μήκους 130 μέτρων πλάτους 4 μέτρων και εμβαδού 520 τ.μ. και καλλιεργούν αυτά προς βλάβην του οδοστρώματος της και αποβάλλουν της χρήσεως της.
τους χρησιμοποιούντες αυτή." Με βάση τις παραδοχές αυτές έγινε κατ’ ουσίαν δεκτή αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά του τέταρτου των αναιρεσειόντων περί προστασίας της προσωπικότητάς της, λόγω παράνομης προσβολής από τον τελευταίο του δικαιώματος χρήσης κοινοχρήστου οδού, και η συνεκδικασθείσα πρόσθετη υπερ αυτής παρέμβαση του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η επίσης συνεκδικασθείσα αγωγή των τριών πρώτων των ήδη αναιρεσειόντων με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι τμήματος του επιδίκου ακινήτου το οποίο εφέρετο ως δημοτική κοινόχρηστη οδός στην πρώτη αγωγή και αρνητική κυριότητας και έγινε δεκτή και η πρόσθετη παρέμβαση του δεύτερου αναιρεσιβλήτου υπέρ της εναγομένης πρώτης αναιρεσίβλητης.
Έτσι που έκρινε το Ειρηνοδικείο ότι δηλαδή το επίδικο είναι κοινόχρηστη δημοτική οδός που απέκτησε την ιδιότητα αυτή με την αμνημονεύτου χρόνου παραγραφή, παραλείποντας στην ελάσσονα πρόταση την παράθεση εκείνων των πραγματικών περιστατικών τα οποία προσδίδουν στο επίδικο τον κοινόχρηστο χαρακτήρα με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δηλαδή την περιέλευση τούτου στην κοινή χρήση από αόριστο αριθμό προσώπων από δύο συνεχόμενες γενεές εντός των τελευταίων ογδόντα ετών πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ’ όσον αρκέστηκε για να καταλήξει στην παραδοχή περί του κοινόχρηστου χαρακτήρα του επιδίκου και να δεχθεί εντεύθεν ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης και την παρέμβαση του δεύτερου τούτων, να απορρίψει δε την αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσειόντων σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα, που οι ίδιες διατάξεις απαιτούν, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που δέχθηκε ως διατακτικό στην απόφασή του.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012, στους αναιρεσείοντες και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ., όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1689/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ