Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling that vague property descriptions do not constitute legal indefiniteness under Article 560. The court held that the lower court's rejection was based on quantitative, not legal, indefiniteness. The appeal is inadmissible. The court ruled that the appellant's arguments regarding the indefiniteness of the property description in the lawsuit do not constitute a legal ground for appeal under Article 560 of the Code of Civil Procedure. The court determined that the lower court's decision was based on quantitative rather than legal indefiniteness, thus rejecting the appeal as inadmissible. The appellant is ordered to pay the legal costs of the other parties. The court dismissed the appeal as inadmissible because the appellant's arguments regarding the indefiniteness of the property description in the lawsuit do not constitute a legal ground for appeal under Article 560 of the Code of Civil Procedure. The court determined that the lower court's decision was based on quantitative rather than legal indefiniteness, thus rejecting the appeal as inadmissible. The appellant is ordered to pay the legal costs of the other parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Peace Court's decisions regarding public roads. The appellant argued that the lower court erred by rejecting the lawsuit due to vague property descriptions, claiming this violated Article 560 of the Code of Civil Procedure. The court ruled that the rejection was based on quantitative, not legal, indefiniteness, meaning the arguments failed to establish a valid ground for appeal. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the other parties.
Legislator headnote
AI generatedArticle 560 of the Code of Civil Procedure; Article 216 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on quantitative rather than legal indefiniteness of a claim is inadmissible as it does not satisfy the requirements of Article 560.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1192 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1192/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Tης αναιρεσείουσας-καλούσας: Ε. θυγ. Θ. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1. Δήμου Ραφήνας που εκπροσωπείται νόμιμα και κατοικοεδρεύει στην Ραφήνα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, και 2. Ξ. Χ. του Κ., 3. Ε. Κ. του Σ., 4. Ε. Ξ. του Κ., 5. Μ. Ξ.-Β. του Γ. και 6. Ά. Ξ. του Γ., κατοίκων όλων ..., οι οποίες 2η, 3η, 4η και 5η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Κοκκίνη.
Προσεπικαλούντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8-7-2004 και 9-3-2005 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2005 επί της πρώτης αγωγής και 276/2006 επί της δεύτερης, του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών καθώς και των κατά το αιτητικό της εν προκείμενης αίτησης αναφερομένων προσωρινών και παρελκόμενων αποφάσεων, ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 13-9-2006 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1624/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 14-3-2011 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 28-12-2007 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από την αναιρεσείουσα νόμιμα προσκομιζόμενη 8365/5-1-2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της από 14-3-2011 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 7-3-2012), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο από τους αναιρεσιβλήτους Δήμο Ραφήνας, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση. Ο ως άνω αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράσταση του στο ακροατήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η υπόθεση παρά την απουσία του πιο πάνω αναιρεσιβλήτου Δήμου.
Επειδή, κατά το άρθρο 699 παρ. 1 του ΚΠολΔ, οι αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις για ανάκληση ή μεταρρύθμιση των μέτρων αυτών δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται και κατά "όλων των προσωρινών αποφάσεων (479/2002, 267/2002, 2/2005, 95/2006 Ειρηνοδικείου Κρωπίας, 7343/2002 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 949/2004, 54/2004 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), καθώς και των παρελκόμενων προσωρινών αποφάσεων (34/2003, 91/2003, 114/2003 και 140/2003 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών)".
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθό μέρος στρέφεται κατά των ως άνω αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, είναι απορριπτέα, κατά την αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο έρευνα, ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1και 2ΚΠολΔ). Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 89 ΚΠολΔ, η προσεπίκληση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, το αργότερο έως τη συζήτηση στο ακροατήριο και κοινοποιείται στον προσεπικαλούμενο, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, όποιος έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να ανακοινώσει τη δίκη σε τρίτους, ώσπου να εκδοθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οριστική απόφαση για την ουσία της υπόθεσης.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 573 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η άσκηση ανακοίνωσης δίκης με προσεπίκληση ενώπιον του Αρείου Πάγου το πρώτον και μάλιστα όχι με ιδιαίτερο δικόγραφο, αλλά με το δικόγραφο της αναίρεσης, απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Επομένως, η προσεπίκληση που περιέχεται στο δικόγραφο της ένδικης από 13-9-2006 κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα και απευθυνόμενη κατά του Ελληνικού Δημοσίου για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και όχι με ιδιαίτερο δικόγραφο, πρέπει να απορριφθεί και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη.
Επειδή, η απόφαση που απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης, είναι οριστική και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Επομένως, κατά της αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης για οποιοδήποτε λόγο, δεν επιτρέπεται κανένα ένδικο μέσο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθό μέρος στρέφεται κατά της 1414/2003 αποφάσεως του Αρείου Πάγου και για "επαναφορά προς κρίση της από 29-9-2003 ένστασης της και πάλι αναιρεσείουσας, η οποία αφέθη άκριτος στην τότε αναιρετική δίκη", πρέπει να απορριφθεί και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη.
Επειδή, κατά το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, οριστική απόφαση του Εφετείου που υπόκειται καταρχήν σε έφεση μπορεί να προσβληθεί με αίτηση αναίρεσης από εκείνο το διάδικο που έχασε το δικαίωμα να ασκήσει έφεση, είτε γιατί πέρασε άπρακτη μετά την επίδοση η προθεσμία για άσκηση έφεσης κατ'αυτής, είτε γιατί παραιτήθηκε, έστω και σιωπηρά απ' αυτό.
Τέτοια παραίτηση ενέχει η άσκηση από μέρους του αναίρεσης, ενώ διαρκεί η προθεσμία της έφεσης υπό την προϋπόθεση, ότι ο δικηγόρος που υπογράφει την αναίρεση έχει σχετική ειδική πληρεξουσιότητα ή ότι εκ των υστέρων εγκρίθηκε η άσκηση αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα, όπως συμβαίνει, όταν ο αναιρεσείων παρίσταται αυτοπροσώπως στον Άρειο Πάγο για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή παρέχει πληρεξουσιότητα σε δικηγόρο για τη συζήτηση της.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, η κρινόμενη από 13-9-2006 αίτηση, μεταξύ άλλων και για αναίρεση των 276/2006 και 35/2005 οριστικών αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, που απέρριψαν τις από 9-3-2005 και 8-7-2004, αντίστοιχα, αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, ασκήθηκε παραδεκτά, παρά το ότι δεν προκύπτει, ότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση εφέσεως, διότι από την απευθείας άσκηση αναιρέσεως προκύπτει σιωπηρή παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως, η παραίτηση δε αυτή, για την οποία δεν παρασχέθηκε η απαιτούμενη κατ' άρθρο 98 περ.
β' του ΚΠολΔ ειδική πληρεξουσιότητα, εγκρίθηκε σιωπηρώς από την αναιρεσείουσα και, έτσι, θεραπεύθηκε η έλλειψη, όπως αυτό προκύπτει από τη μεταγενέστερη, δια του προσκομιζομένου πληρεξουσίου με αριθμό .../9-2-2012 του συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτη-Οράτιου Κούτα, παρασχεθείσα εκ μέρους της αναιρεσείουσας πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίνο Κωνσταντόπουλο να παραστεί και να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά την παρούσα δικάσιμο (7-3-2012).
Η έγκριση, ενεργώντας αναδρομικώς, ισχυροποίησε, όπως προκύπτει από την διασταλτική ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 544 αριθ. 4 ΚΠολΔ, την παραίτηση από το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως (ΟλΑΠ 626/1980).
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει, ότι, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους.
Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων. Άλλες αιτιάσεις, δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση.
Ο ως άνω περιορισμός των επιτρεπτών λόγων δεν επηρεάζεται από τις διατάξεις του άρθρου 561 ΚΠολΔ, με τις οποίες αφενός θεσπίζεται ο κανόνας, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και αφετέρου ορίζεται, ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αφού με τις εν λόγω διατάξεις δεν ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως.
Ο περιορισμός αυτός των λόγων αναιρέσεως, με κριτήριο την υλική αρμοδιότητα και την βάσει αυτής υπαγωγή της διαφοράς σε ορισμένη κατηγορία δικαστηρίων, αποβλέπει στην ταχύτερη επίλυση των υπαγομένων στα ειρηνοδικεία διαφορών, που κατ' αρχή είναι ήσσονος σημασίας, χάριν εξυπηρετήσεως του γενικού κοινωνικού συμφέροντος, και γι' αυτό δεν αντίκειται η ρύθμιση αυτή στις αρχές του Συντάγματος για την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου (αρθρ. 4 παρ. 1), ούτε αντίκειται στο από τα άρθρα 1 και 6 της ΕΣΔΑ δικαίωμα για δίκαιη δίκη.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως.
Τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 Πανδ. 43, 7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39. 3, ν. 28 Πανδ. 22. 3) αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου ή αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου, με την οποία κυρώνονταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξης άλλης διαφορετικής κατάστασης.
Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του ν. 1337/1983 "Επέκταση πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη κλπ", "Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι και ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.
Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όπως διαφωτίζεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης της, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εφόσον α) προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι και β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από τις ενέργειες του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη.
Έτσι για την μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου Ο.Τ.Α. δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια.
Συνεπώς εφόσον συντρέχουν οι άνω δύο προϋποθέσεις του άρθρου 28 του ν. 1337/1983 επέρχεται μετάθεση της κυριότητος υπέρ του οικείου Δήμου ή Κοινότητας, αδιαφόρως αν το ακίνητο είχε τεθεί σε κοινή χρήση πριν ή μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, δεδομένου ότι τέτοια διάκριση δεν συνάγεται από την ανωτέρω διάταξη, αλλά αντιθέτως ο δικαιολογητικός λόγος που οδήγησε τον νομοθέτη να εισαγάγει αυτήν την ρύθμιση συντρέχει σε αμφότερες τις περιπτώσεις.
Ούτε, άλλωστε απαιτείται οι χώροι που τέθηκαν σε κοινοχρησία με την βούληση του ιδιοκτήτη να ταυτίζονται με τους δρόμους και τις πλατείες του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, το οποίο ενδέχεται κατά περίπτωση να τροποποιηθεί και να προσαρμοσθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις (ΑΠ 157/2009). Περαιτέρω, ο ν. 3155/1955 "Περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών" στο άρθρο 1 ορίζει ότι "Αι οδοί της χώρας διακρίνονται εις α) Εθνικάς, β) Επαρχιακός και γ) Δημοτικάς ή Κοινοτικός", στα άρθρα 2 και 3 καθορίζει την έννοια και την διαδικασία χαρακτηρισμού των εθνικών και επαρχιακών οδών, αντιστοίχως, ενώ στο άρθρο 4 ορίζει ότι: "Δημοτικαί και Κοινοτικαί οδοί είναι αι εξυπηρετούσαι τας πάσης φύσεως ανάγκας ενός Δήμου ή μιας Κοινότητος εντός των διοικητικών ορίων αυτού".
Εξάλλου, η αγροτική οδός, όπως και κάθε οδός, αποκτά την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος με τους ίδιους προαναφερθέντες τρόπους, ήτοι από το νόμο, από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, για την οποία όμως (παραίτηση) απαιτείται δήλωση του κυρίου περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή και με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα.
Περαιτέρω, στο προτελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 720/1977 οριζόταν, ότι : "ιδιωτικοί οδοί σχηματισθείσαι μέχρι της ισχύος του ν. 651/1977 και εμφαινόμεναι εις συμβόλαια, ομοίως προ της ισχύος του ν. 651/1977 καταρτισθέντα, θεωρούνται ως αγροτικαί οδοί προς εξυπηρέτηση των παρ' αυταίς αγροτεμαχίων", ενώ το άρθρο 43 παρ. 7 του ν. 1337/1983 ορίζει, ότι "τα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 720/1977 ...
καταργούνται" και το άρθρο 44 του ίδιου ν. 1337/1983, ότι "η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε άλλες διατάξεις". Από τις τελευταίες διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 720/1977 και των άρθρων 43 παρ. 7 και 44 του ν. 1337/1983 προκύπτει, ότι, για να χαρακτηρισθεί μια οδός ως αγροτική και συνεπώς κοινόχρηστη, απαιτείται, αφενός, να σχηματίσθηκε πριν την έναρξη ισχύος του ν. 651/1977 και, αφετέρου, να εμφαίνεται ως ιδιωτική οδός σε τοπογραφικά σχέδια που είναι κατατεθειμένα σε συμβόλαια, που καταρτίσθηκαν επίσης πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 651/1977, η ιδιότητα δε αυτή της οδού ως αγροτικής διατηρείται και μετά την ισχύ του ν. 1337/1983, αφού αυτός δεν όρισε διαφορετικά.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει στην ένδικη από 9-3-2005 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 276/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, ότι είναι κυρία ενός ακινήτου έκτασης 4.248 τ.μ., που κείται στην εντός σχεδίου περιοχή του πρώτου αναιρεσιβλήτου Δήμου Ραφήνας.
Ότι το ακίνητο της εξυπηρετείται από τρεις (3) αγροτικούς δρόμους, οι οποίοι σχηματίσθηκαν με τον ίδιο τρόπο, τελούν υπό τις αυτές προϋποθέσεις κοινοχρησίας και εμφαίνονται στο από Απριλίου 1999 τοπογραφικό του Πολιτικού Μηχανικού Π. Κ.. Ότι ο εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Δήμος θεωρεί τους τρεις αυτούς δρόμους εκ βαρέος δόλου ιδιόχρηστους και όχι κοινόχρηστους, οι δύο εξ αυτών καταπατήθηκαν λόγω παράνομων ενεργειών και παραλείψεων του Δήμου, με αποτέλεσμα να παρακωλύεται το δικαίωμα της κοινοχρησίας, το δικαίωμα της ύδρευσης, το δικαίωμα της εφαρμογής του υδροδοτικού κανονισμού Ραφήνας και το δικαίωμα της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων και δη της 648/2002 αποφάσεως του ΣτΕ και της 1646/2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Αφού παραθέτει ποιες αγωγές και αιτήσεις άσκησε στο παρελθόν κατά του Δήμου Ραφήνας και όμορων ιδιοκτητών, καθώς και το αποτέλεσμα των αποφάσεων αυτών, ζητεί να αναγνωρισθούν οι τρεις αυτοί δρόμοι ως κοινόχρηστοι δημοτικοί και αγροτικοί, να υποχρεωθεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος Δήμος να σταματήσει την παρακώλυση των δικαιωμάτων της, να άρει κάθε εμπόδιο που παρακωλύει τα δικαιώματα της κοινοχρησίας, ύδρευσης, εφαρμογής του υδροδοτικού κανονισμού Ραφήνας και εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων τώρα και στο μέλλον, να αναγνωρισθεί το αδικοπρακτικό τέτοιων ενεργειών παρακώλυσης των άνω δικαιωμάτων της και το εξ αυτών δικαίωμα της προς αποζημίωση σε βάρος κάθε αδικοπρακτούντος.
Από τα άνω αιτήματα της αγωγής προκύπτει, α) ότι τα αιτήματα να αναγνωριστεί το αδικοπρακτικό τέτοιων ενεργειών από τον πρώτο αναιρεσίβλητο Δήμο παρακώλυσης των αναφερόμενων δικαιωμάτων της και το δικαίωμα της προς αποζημίωση σε βάρος κάθε αδικοπρακτούντος είναι μη νόμιμα και απορριπτέα, διότι αυτά προϋποθέτουν την ύπαρξη αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, που θα έκρινε για τα δικαιώματα της αυτά, και β) το αίτημα της να παύσει ο Δήμος να παρακωλύει το δικαίωμα της ύδρευσης και εφαρμογής του υδροδοτικού κανονισμού του, είναι απορριπτέο, διότι το αίτημα αυτό δεν ανήκει στην δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων.
Επομένως, το Ειρηνοδικείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έκρινε όμοια και απέρριψε τα με στοιχεία α' αιτήματα ως μη νόμιμα, και το με στοιχείο β' αίτημα για το λόγο, ότι δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δεν έσφαλε και δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 και 20 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και, συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγοι αναίρεσης της άνω αποφάσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος τους, καθώς και έκτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 14, όπως εκτιμάται, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της αναιρεσιβαλλομένης, ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτα ως πρόωρα τα πιο πάνω με στοιχείο (α') αιτήματά της και με τους οποίους αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αιτίαση, ότι εσφαλμένως έκρινε, ότι το ανωτέρω με στοιχείο (β') αίτημα της υπάγεται στα διοικητικά δικαστήρια και το απέρριψε για έλλειψη δικαιοδοσίας, καθώς και από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι σε αναίρεση επί αποφάσεων των Ειρηνοδικείων δεν ιδρύονται οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης.
Επειδή, επιπροσθέτως των όσων εκτέθηκαν στην προηγούμενη μείζονα σκέψη, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο.με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του, επί του αιτήματος της αγωγής να αναγνωριστούν οι αναφερόμενοι τρεις δρόμοι ως κοινόχρηστοι, δημοτικοί και αγροτικοί και να παύσει ο πρώτος αναιρεσίβλητος Δήμος να παρακωλύει το δικαίωμα της χρήσης αυτών, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η αναιρεσείουσα κέκτηται ένα ακίνητο, στην θέση Βρύση Κίτσου στην περιφέρεια του Δήμου Ραφήνας, εντός σχεδίου πόλεως, έκτασης 4.248 τ.μ., εμφαινόμενο στο από Μαΐου 1988 τοπογραφικό της Πολιτικού Μηχανικού Β.
Κ.. Απέκτησε αυτό λόγω αγοράς με το .../1989 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Γεωργουλέα - Θουκυδίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... με αριθ. 494 του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων. Στο ακίνητο αυτό η αναιρεσείουσα κατόπιν νομίμου αδείας από την αρμόδια Πολεοδομία ανήγειρε διώροφη οικία, που περατώθηκε το έτος 2000.
Δυτικά του ακινήτου της εκτείνεται έκταση, που πριν το 1964 αποτελούσε ενιαίο ακίνητο έκτασης 12 στρεμ. περίπου, ιδιοκτησίας του Κ. Ι. Χ.. Το ήμισυ αυτού με το .../1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Γιαννίτση μεταβίβασε στους Κ. Ο. και στην σύζυγο αυτού Έ. Ο.. Το έτος 1965 με το .../1965 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίου Κουτσοχέρα κατέτμησε την υπόλοιπη έκταση σε 5 ιδιοκτησίες, που μεταβίβασε λόγω δωρεάς στα τέκνα του και την σύζυγο του, ήτοι στον Ξ.
Χ., στην Ε. σύζυγο Γ. Ξ., στην Σ. Χ., στον Ι. Χ. και στην σύζυγο του Ά. Χ. (ήδη δεύτερο, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων). Κατά την σύνταξη του συμβολαίου για την περιγραφή των ακινήτων είχε επισυναφθεί τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, που είναι αντίγραφο του τοπογραφικού, που είχε συντάξει ο τοπογράφος Κ.
Δ., για την ευρύτερη περιοχή. Για να υπάρχει επικοινωνία των ξεχωριστών ιδιοκτησιών, που δημιουργήθηκαν, με τον προς δυσμάς δημόσιο δρόμο, ο Χ. διεχώρισε εδαφική λωρίδα, που εμφαίνεται στο άνω τοπογραφικό και ονομάζει κοινό δρόμο για τις επιμέρους ιδιοκτησίες. Για τον κοινό δρόμο γίνεται πλήρης περιγραφή στο 5° φύλλο του συμβολαίου, όπου μετά την περιγραφή του δρόμου δηλούται "ούτον αφίησι τον δρόμον τοιούτον ως κοινοχρήστον δια της πρόσβασιν εις τα δωρούμενα τμήματα, ειδικώτερον προς εξυπηρέτησιν των κατωτέρω τμημάτων συνιστώμενης δια του παρόντος εμπράγματου δουλείας υπέρ και εις βάρος των κάτωθι τοιούτων, ήτοι ο δρόμος ούτος α) κατά μεν το τμήμα, όπερ είναι πλάτους 4,50 μ.
από της κυρίας εισόδου του όλου κτήματος (... η ξύλινη καγκελωτή πόρτα) μέχρι του υπό στοιχείον ή τμήματος (του δωρηθέντος εις την Σ.) θα είναι κοινοχρήστον δι' όλους τους δωρεοδόχους ή τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους αυτών ως εμπράγματος δουλεία υπέρ και εις βάρος του τμήματος τούτου, δεδομένου ότι δια του τμήματος του δρόμου τούτου θα εξέρχονται και εισέρχονται οι δωρεοδόχοι εις τα τμήματα των ως και οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι των, β) ο εν τώ σχεδιαγράμματι εμφαινομένος εν συνεχεία δρόμος, ο αρχόμενος από του σημείου α' θα είναι κοινόχρηστος μόνον δια τους υιούς του Ι.
και Ξ., ήτοι δια τα με αριθμό 4 και 5 τμήματα τούτων ή τους καθολικούς η ειδικούς διαδόχους των συνισταμένων ως είρηται και δια το τμήμα τούτο του δρόμου εμπράγματου δουλείας υπέρ των άνω τμημάτων των". Περαιτέρω, συνεχίζει το Ειρηνοδικείο, "όπως σαφώς προκύπτει από το άνω .../1965 συμβόλαιο, ο αρχικός διαθέτης (και απώτερος δικαιοπάροχος των προσθέτων υπέρ του Δήμου παρεμβάντων και ήδη λοιπών αναρεσιβλήτων) Κ.
Χ. διαχώρισε το εδαφικό αυτό τμήμα, που ονόμαζε κοινό δρόμο, προς εξυπηρέτηση των ξεχωριστών ιδιοκτησιών, που δημιούργησε με την κατάτμηση του ενιαίου ακινήτου και δεν είχε την βούληση να θέσει αυτό σε δημόσια χρήση (σύσταση δουλείας διόδου). Όσον αφορά τον 2° δρόμο απεικονιζόμενο στο τοπογραφικό του Π.
Κ. από Απρίλιο 1999, ουδέν αποδειχτικό στοιχείο προέκυψε για την ύπαρξη αυτού. Σχετικά με τον 3° δρόμο, ως εμφαίνεται στο άνω τοπογραφικό, ούτος αναφέρεται στο συμβόλαιο κτήσης της αναιρεσείουσας (.../1989 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Μαρίας Γεωργουλέα), ότι το ακίνητο της έχει όριο προς ανατολάς σε μήκος 3,90 μ.
αγροτικό δρόμο. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε, εάν για το εδαφικό αυτό τμήμα υπάρχει έγγραφη σύμβαση πρώην ιδιοκτήτη αυτού, που το μεταβιβάζει στον Δήμο Ραφήνας ή άλλως θέτει αυτό σε δημόσια χρήση, ούτε απεδείχθη, ότι το τμήμα αυτό χρησιμοποιείτο εξ αμνημονεύτου χρόνου ως κοινόχρηστος δρόμος".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Ειρηνοδικείο, με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του, έκρινε, ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε, ότι το ακίνητο της αναιρεσείουσας έχει όριο προς ανατολάς σε μήκος 3,90 μετρ. με αγροτικό δρόμο και ότι αντίθετα αποδείχτηκε, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των ιδιωτών αναιρεσιβλήτων με το προαναφερθέν συμβόλαιο του 1965 συνέστησε δουλεία διόδου προς εξυπηρέτηση των ξεχωριστών ιδιοκτησιών, που δημιούργησε με την κατάτμηση του ενιαίου ακινήτου και, κατόπιν τούτου, απέρριψε την αγωγή και ως προς το αίτημα της να αναγνωριστούν οι τρεις δρόμοι ως κοινόχρηστοι, δημοτικοί και αγροτικοί.
Έτσι, που έκρινε, το Ειρηνοδικείο, με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση του, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033, 1192 αριθ. 1 ΑΚ, τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ν.3 Πανδ. 43, 7, ν.2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22.3, του άρθρου 28 του ν. 1337/1983, του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 720/1977 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 43 παρ. 7 και 44 του ν. 1337/1983, και των άρθρων 5 και 20 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης της άνω αποφάσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο πρώτος, κατά το τέταρτο μέρος του, και οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος τους, λόγοι αναίρεσης της άνω αποφάσεως, από τους αριθμούς 5, 8, 9, 10, 11, 13, 14, 15, 16, 17 , 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι σε αναίρεση επί αποφάσεων των Ειρηνοδικείων δεν ιδρύονται οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης.
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ, στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, οι λόγοι όμως αυτοί αναίρεσης, όπως προαναφέρθηκε δεν ιδρύονται στις αναιρέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.
Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 8-7-2004 αγωγή της ισχυρίζεται, ότι δυνάμει του .../26-4-1989 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Γεωργουλέα - Θουκυδίδου, (το οποίο δεν προσκόμισε) κατέστη αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 4.196 τ.μ.
κείμενο στη θέση Βρύση - Κίτσου της εκτός σχεδίου περιοχής του νυν Δήμου Ραφήνας και εμφαινόμενο στο τω ως άνω συμβόλαιο προσαρτώμενο από Μαΐου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα της Πολιτικού Μηχανικού Β. Κ.. Ότι το ως άνω αγροτεμάχιο εξυπηρετείται από τρεις αγροτικούς δρόμους, οι οποίοι σχηματίσθηκαν κατά τον ίδιο τρόπο, τελούν υπό τις αυτές προϋποθέσεις κοινοχρησίας και εμφαίνονται στο από Απριλίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα ευρύτερης περιοχής του Πολιτικού Μηχανικού Π.
Κ.. Ότι οι δυο εξ αυτών των δρόμων καταπατήθηκαν λόγω παρανόμων ενεργειών και παραλείψεων του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Δήμου Ραφήνας από τρίτους, με τους οποίους διαπλέκεται ο εκπρόσωπος του, με αποτέλεσμα να παρακωλύεται το δικαίωμα της κοινοχρησίας, το δικαίωμα της ύδρευσης, το δικαίωμα της εφαρμογής του υδροδοτικού κανονισμού Ραφήνας και το δικαίωμα της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων (648/2002 του ΣτΕ και 1646/2001 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), με τις οποίες αντίστοιχα, αφενός ακυρώθηκε κάθε σιωπηρή και ρητή άρνηση του Δήμου να την υδρεύσει από τον κοντινότερο υδραγωγό του, που κείται στον πρώτο εκ των ως άνω δρόμων (σημειούμενο ως ο 1ος καταληφθείς στο τοπογραφικό Κ.) και αφετέρου κρίθηκε συμπερασματικά η κοινοχρησία του εν λόγω δρόμου, η οποία εκτείνεται βάσει της αρχής της αναλογικότητας και της ισότητας και στους άλλους δύο.
Στη συνέχεια η ενάγουσα-αναιρεσείουσα επιχειρεί μία παράθεση της δικαστικής πορείας αιτήσεων και αγωγών, με τις οποίες επεδίωξε την αναγνώριση ως κοινοχρήστου ενός εκ των τριών δρόμων, χωρίς να προσδιορίζει και εξατομικεύει αυτόν μη διακρίνοντας τον από τους λοιπούς δύο, και ισχυρίζεται ότι με τις αποφάσεις 648/2002 του ΣτΕ καθώς και 1646/2001 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ένας εκ των τριών δρόμων αναγνωρίσθηκε ως κοινόχρηστος και ότι ο Δήμος υποχρεώθηκε να προβεί σε υδροδότηση της οικοδομής της δια σωληνώσεων υδροδοτήσεως διερχομένων μέσω αυτού του κοινοχρήστου δρόμου.
Στην περιγραφή των επίδικων δρόμων αναφέρεται "ο εκ των επιδίκων δρόμος, ο οποίος φέρει τον υδραγωγό του Δήμου είναι συνολικού μήκους 200 μ. περίπου και μέσου πλάτους 4-5 μ., προέρχεται κατά τα 2/3 του από καταπάτηση προϋφισταμένης δασικής οδού και κατά το 1/3 του από παραχώρηση τμήματος ιδιοκτησίας Χ. προς εξυπηρέτηση των 6 παρανόμων κατατμήσεων της.
Ο δεύτερος των επιδίκων μήκους 200 μ. και πλάτους 6 μ., το τελευταίο τμήμα του οποίου σε μήκος 30 μ. και πλάτους 6 μ. καταπατήθηκε από έναν εκ των υπέρ ων όλες οι παράνομες ενέργειες του Δήμου Ραφήνας, προέρχεται εξ ολοκλήρου από παραχώρηση τμήματος ιδιοκτησίας Ν. - Κ. προς εξυπηρέτηση των επίσης παρανόμων κατατμήσεων της.
Ο τρίτος τέλος των επιδίκων, ο οποίος εξυπηρετεί το ακίνητο της μήκους 600 μ. και πλάτους 4 μ. προέρχεται κατά το ήμισύ του από προϋφισταμένη αγροτική οδό και κατά το υπόλοιπο ήμισυ του από παραχώρηση τμήματος της απώτερης δικαιοπαρόχου μου (χωρίς να προσδιορίζει ποια ήτο η δικαιοπάροχος της) προς εξυπηρέτηση των νομίμων κατατμήσεων της".
Τέλος η ενάγουσα ζητεί α) "να κριθεί η . συνδρομή των προϋποθέσεων κοινοχρησίας και των τριών δρόμων", β) "να συμπληρωθεί η 1646/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την ειδική και εμπεριστατωμένη κρίση επί κοινοχρησίας", γ) "να υποχρεωθεί ο Δήμος να άρει κάθε εμπόδιο που παρακωλύει τα δικαιώματα κοινοχρησίας, ύδρευσης, εφαρμογή του υδροδοτικού κανονισμού Ραφήνας και από τους τρεις κοινόχρηστους δρόμους, δ) να υποχρεωθεί ο Δήμος να παραλείπει κάθε ενέργεια παρακώλυσης στην άσκηση των δικαιωμάτων της".
Το Ειρηνοδικείο Κρωπίας, με την 35/2005 απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη, διότι δεν προκύπτει με σαφήνεια, εάν το αίτημα της ενάγουσας-αναιρεσείουσας συνίσταται στο ότι με τις προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις 648/2002 του ΣτΕ και 1646/2001 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίσθηκε ένας εκ των τριών και ποιος εκ των επιδίκων δρόμος ως κοινόχρηστος και επιδιώκεται η αυθεντική ερμηνεία των ανωτέρω αποφάσεων από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο όμως σε καμία περίπτωση δεν έχει τέτοια υλική αρμοδιότητα, παρά μόνο τα Δικαστήρια που εξέδωσαν αυτές τις αποφάσεις (άρθρα 316, 317 Κ.Πολ.Δ.), η εάν το αίτημα της εναγουσας-αναιρεσείουσας συνίσταται στην αναγνώριση από το Ειρηνοδικείο, ότι οι επίδικοι δρόμοι είναι κοινόχρηστοι και ο εναγόμενος Δήμος παρεμποδίζει την κατά τον προορισμό τους χρήση των δρόμων αυτών από την ενάγουσα, οπότε για το ορισμένο της αγωγής, απαιτείται, 1) να αναφέρει η ενάγουσα στο δικόγραφο σαφώς την περιγραφή του ακινήτου της κατά όρια και πλευρικές διαστάσεις, 2) σε ποια τυπική σχέση βρίσκεται το ακίνητο της με τους επίδικους δρόμους, 3) την ακριβή περιγραφή των δρόμων αυτών καθώς και τον τρόπο που κατέστησαν κοινόχρηστοι.
Η αναιρεσείουσα, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, που αφορούν την αμέσως πιο πάνω απόφαση (35/2005) του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, προσάπτει σ' αυτή πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, επειδή απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, για το λόγο ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή με σαφήνεια η περιγραφή του ακινήτου της, σε ποια τυπική σχέση βρίσκεται το ακίνητο της με τους επίδικους δρόμους, η ακριβής περιγραφή των δρόμων αυτών καθώς και ο τρόπος που κατέστησαν κοινόχρηστοι.
Όμως, οι προβαλλόμενες με τους λόγους αυτούς αιτιάσεις αναφέρονται σε ποσοτική και όχι νομική αοριστία της αγωγής, συνακόλουθα δε, σε παραβίαση του δικονομικού κανόνα του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' ΚΠολΔ και, έτσι, δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης. Επομένως, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-9-2006 αίτηση της Ε. θυγ. Θ. Λ. για αναίρεση των αποφάσεων 276/2006 και 35/2005 οριστικών αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Κρωπίας και των προσωρινών αποφάσεων 479/2002, 267/2002, 2/2005, 95/2006 του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, 7343/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 949/2004, 54/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και των παρελκομένων προσωρινών αποφάσεων 34/2003, 91/2003, 114/2003 και 140/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με το περιεχόμενο σ' αυτή αίτημα, της επαναφοράς προς κρίση της ενώπιον του Αρείου Πάγου από 29-9-2003 ενστάσεως που δεν κρίθηκε καθώς και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της 1414/2003 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, ως προς τα εν γένει επιβληθέντα σε βάρος της αναιρεσείουσας δικαστικά έξοδα.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των μεν παρισταμένων δεύτερου, τρίτης, τέταρτης, πέμπτης και έκτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσά των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, του δε προσεπικαλούμενου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ