1192/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Legislator headnote
AI generated1192/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1192 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1192/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φώφης Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Σούπο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Κ. του Γ., πρώην συζ. Ι. Σ., 2. Χ. Σ. του Ι. και 3. Γ. Σ. του Ι., 2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Φραγκοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9365/2000 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών λόγω αρμοδιότητας, 3183/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 7373/2004, 7761/2006 μη οριστικές, 8657/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-9-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 25-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1094, 1192 ΑΚ, 216 παρ. 1α' ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, και ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του ήταν κύριος του πράγματος που μεταβίβασε.
Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνο αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης στον πρώτο βαθμό, συζήτησης της αγωγής την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για τη θεμελίωσή της - αγωγής - κατ' επιτρεπτή συμπλήρωσή της (άρθρ. 224 ΚΠολΔ), να καθορίσει με τις προτάσεις του της πρώτης επίσης συζήτησης και τον τρόπο κτήσης από τα πρόσωπα αυτά της κυριότητας επί του επιδίκου, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση (χρησικτησία).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1142, 1144, 1166 ΑΚ συνάγονται τα ακόλουθα: Η προσωπική δουλεία της επικαρπίας συνίσταται στο εμπράγματο δικαίωμα του επικαρπωτή να χρησιμοποιεί και να καρπώνεται ξένο πράγμα, διακρατώντας όμως ακέραιη την ουσία του. Παρέπεται ότι περιεχόμενο της επικαρπίας είναι, εφόσον από τη συστατική του πράξη δεν προκύπτει κάτι άλλο, η πλήρης, δηλαδή η καθολική άσκηση των εξουσιών της κυριότητας, η οποία, σημειωτέον, εφεξής γίνεται ψιλή.
Η επικαρπία συνιστάται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία. Οι αντίστοιχες για την κτήση της κυριότητας διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως. Ο κύριος ακινήτου μπορεί, μεταβιβάζοντάς το, για νόμιμη αιτία σε άλλον με συμβόλαιο μεταγεγραμμένο, να παρακρατήσει την επ' αυτού επικαρπία υπέρ του εαυτού του ή υπέρ τρίτου ή υπέρ του εαυτού του και του τρίτου.
Στην περίπτωση αυτή δεν καταρτίζεται μία μοναδική δικαιοπραξία (με περιεχόμενο ότι ο κύριος παραχωρεί τη ψιλή κυριότητα και παρακρατεί υπέρ αυτού την επικαρπία) αλλά δύο δικαιοπραξίες: αφενός η μεταβίβαση της κυριότητας στον αποκτώντα, αφετέρου η σύσταση από τον αποκτώντα επικαρπίας υπέρ του μεταβιβάσαντος.
Οι δικαιοπραξίες αυτές μπορούν να συντελεσθούν σε ενιαία εξωτερική πράξη, αν πρόκειται για ακίνητο και να ενσωματωθούν στο ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο. Κατά συνέπεια μπορεί να προσκομισθεί για μεταγραφή και το μοναδικό αυτό συμβολαιογραφικό έγγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, το οποίο ο Άρειος Πάγος εκτιμά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο, οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν, ότι η πρώτη από αυτούς έγινε κυρία του επίδικου οικοπέδου από αγορά δυνάμει του .../1964 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Μιλτιάδη Τσαντίλα, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, σε συνδυασμό με το .../1968, νομίμως μεταγραφέν, επαναληπτικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Παπακυριακόπουλου, ότι με το .../1992 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Αδαμίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, η πρώτη ενάγουσα έκανε πρόταση στα τέκνα της (δεύτερο και τρίτη από τους ενάγοντες) περιουσιακής παροχής (γονικής) κατά ψιλή κυριότητα του επίδικου ακινήτου, την οποία και αποδέχθηκαν με το .../1993, νομίμως μεταγραφέν στα ίδια βιβλία, συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου και έτσι απέκτησαν τη ψιλή κυριότητα αυτού κατ' ίσα μέρη, ενώ η επικαρπία παρέμεινε στην πρώτη (ενάγουσα) και ότι ο εναγόμενος κατέχει παράνομα το επίδικο ακίνητο.
Γι' αυτό οι αναιρεσίβλητοι ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι η πρώτη από αυτούς είναι επικαρπώτρια και οι υπόλοιποι ψιλοί κύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του επίδικου ακινήτου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων σε απόδοσή του. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Με το .../1961 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Ταντίλα ο Τ. Κ. ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως στην πρώτη ενάγουσα ένα αγροτεμάχιο, ήδη οικόπεδο, που βρίσκεται στη θέση "..." ... της περιφέρειας του ήδη Δήμου Γλυκών Νέρων Αττικής, επί της οδού ... και ..., εμβαδού 280 τ.μ., αντί τιμήματος 14.000 δρχ., καταβλητέου σε 20 μηνιαίες δόσεις.
Το οριστικό συμβόλαιο καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και της καθολικής διαδόχου του Τ. Κ., που απεβίωσε στις 29-8-1962 αδιάθετος, θετής κόρης του Ζ. συζ. Ο. Κ., η οποία αποδέχθηκε την κληρονομία του με τη νομίμως μεταγραφείσα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κρωπίας .../1963 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Τσαντίλα.
Πρόκειται για το .../1968 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Παπακυριτσόπουλου, που μεταγράφηκε νομίμως στα πιο πάνω βιβλία (τεύχος ..., αριθ. 491). Με αυτό η μη αμφισβητούμενη από τον εναγόμενο κυρία του οικοπέδου, ως κληρονόμος του μη αμφισβητούμενου ως κυρίου Τ. Κ., μεταβίβασε την κυριότητα αυτού (οικοπέδου), που είναι το επίδικο στην πρώτη ενάγουσα.
Το γεγονός ότι προγενεστέρως είχε καταρτισθεί το .../1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Τσαντίλα με το οποίο ο Ν. Δ. και Ι. Π. φέρονται να πωλούν και μεταβιβάζουν στην πρώτη ενάγουσα το ίδιο ακίνητο, που προφανώς συντάχθηκε από πεπλανημένη αντίληψη ως προς την κυριότητα του ακινήτου την οποία οι πωλητές είχαν ήδη μεταβιβάσει στον Τ.
Κ., ουδεμία ασκεί επιρροή εφόσον επακολούθησε το συμβόλαιο της πρώτης ενάγουσας με την πραγματική κυρία, κατά τα προαναφερόμενα, του ακινήτου και ως εκ περισσού αναφέρεται στην αγωγή. Δεν όφειλαν, συνεπώς, οι ενάγοντες για το ορισμένο της αγωγής, ενόψει της άρνησης από τον εναγόμενο της κυριότητας των αναφερομένων στο συμβόλαιο αυτό ως δικαιοπαρόχων τους να την συμπληρώσουν με τις προτάσεις τους ως προς τον τρόπο κτήσης κυριότητας του ακινήτου απ' αυτούς και όσα υποστηρίζει περί αοριστίας της αγωγής ο εκκαλών στο σχετικό λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα και ως εκ τούτου απορριπτέα.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται, ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έφερε το βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού του περί εικονικότητας των ανωτέρω προσυμφώνου και οριστικού συμβολαίου, δεν τον απέδειξε. Ειδικότερα και ανεξάρτητα από το με τίνος χρήματα αποπληρώθηκε το τίμημα του ακινήτου και ανεγέρθηκε μεταγενεστέρως επ' αυτού μικρή οικία, ο εναγόμενος δεν απέδειξε ότι οι πωλητές Τ.
Κ. στο προσύμφωνο και Ζ. Κ. στο οριστικό συμβόλαιο τελούσαν σε γνώση τους ότι οι δηλώσεις βούλησης που διαλαμβάνονταν σ' αυτά, σε σχέση με το πρόσωπο της συμβαλλόμενης ως αγοράστριας, ήταν εικονικές και ότι η βούληση των συμβαλλομένων ήταν τα αποτελέσματα των δικαιοπραξιών να επέλθουν στο πρόσωπο του εναγομένου.
Περί του θεμελιωτικού του ισχυρισμού γεγονότος της γνώσης των αντισυμβαλλομένων ο μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια του εναγομένου και έχει ως πηγή γνώσης του τον ίδιο τίποτα δεν ανέφερε σχετικώς, ούτε η γνώση αυτή προκύπτει από οποιοδήποτε από τα προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο έγγραφα.
Συνεπώς με το προαναφερόμενο οριστικό συμβόλαιο η πρώτη ενάγουσα κατέστη κυρία του ακινήτου και, ακολούθως, και εφόσον απέκτησαν από κυρία οι λοιποί ενάγοντες κατέστησαν κύριοι αυτού με τα, νομίμως μεταγραφέντα στα ίδια ως άνω βιβλία (τ. ... α.α. 280, 284), .../1992, .../1993 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Αδαμίδη, στο πρώτο από τα οποία περιλαμβάνεται η πρόταση από την πρώτη ενάγουσα κατάρτισης γονικής παροχής και σύστασης υπέρ αυτής επικαρπίας και στο δεύτερο η αποδοχή των 2ου και 3ης εναγομένων.
Τα ως άνω συμβόλαια μεταγράφηκαν και ως συμβόλαια γονικής παροχής και ως τέτοια σύστασης επικαρπίας υπέρ της πρώτης ενάγουσας, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαίωμά της έχει καταγραφεί με βεβαίωση περί μεταγραφής στο σχετικό φύλλο του Εθνικού Κτηματολογίου του Κτηματολογικού Γραφείου Κρωπίας (ΚΑΕΚ ...), στο οποίο η πρώτη ενάγουσα έχει καταγραφεί ως επικαρπώτρια του ακινήτου χωρίς να προκύπτει ένσταση του εναγομένου κατά της εγγραφής αυτής.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε και ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως. Ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, επικαλούμενος την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο τις ακόλουθες αιτιάσεις, α) παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή αναφορικά με το επικαλούμενο δικαίωμα της επικαρπίας της πρώτης ενάγουσας, διότι δεν αναφέρονταν σ' αυτήν η κατάρτιση της συμφωνίας για σύσταση, με τα ως άνω συμβόλαια, δικαιώματος επικαρπίας υπέρ της πρώτης ενάγουσας από τους δεύτερο και τρίτη αυτών και η μεταγραφή της συμφωνίας αυτής στα οικεία βιβλία μεταγραφών, β) παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, λόγω μη συμπλήρωσης του στοιχείου της κυριότητας των δικαιοπαρόχων της πρώτης ενάγουσας που αναφέρονται στο .../1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.
Τσαντίλα, την οποία αυτός αμφισβήτησε με τις πρωτόδικες προτάσεις του και γ) παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη λόγω της αντίφασης μεταξύ των επικαλούμενων τίτλων κτήσης κυριότητας, δηλαδή των συμβολαίων .../1964 και .../1968 και της μη αναφοράς των λόγων που δικαιολογούσαν την επανάληψη του δεύτερου συμβολαίου, καθώς και (λόγω) της μη αναφοράς των θεμελιωτικών περιστατικών του δικαιώματος κυριότητας της πρώτης ενάγουσας, ως δικαιοπαρόχου του δεύτερου και τρίτης των εναγόντων, επί του επιδίκου ακινήτου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα απαιτούμενα, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, στοιχεία για τη νομική θεμελίωση και δικαστική εκτίμησή της, αναφορικά με το επικαλούμενο από την πρώτη ενάγουσα δικαίωμα της επικαρπίας, ήτοι η σύσταση επικαρπίας υπέρ αυτής από τα αποκτώντα την κυριότητα του επίδικου ακινήτου τέκνα της και η μεταγραφή των σχετικών συμβολαίων.
Όσον αφορά τις άλλες δύο αιτιάσεις (υπό στοιχ. β' και γ') ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και των από 12-2-2002 προτάσεων, που ο αναιρεσείων υπέβαλε στο πρωτόδικο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), ο τελευταίος δεν προέβαλε ένσταση αοριστίας της ένδικης αγωγής για τους προεκτεθέντες λόγους, αλλά πρότεινε μόνο ένσταση αοριστίας της αγωγής αναφορικά με το επικαλούμενο δικαίωμα της επικαρπίας της πρώτης ενάγουσας, λόγω μη αναφοράς της κατάρτισης της συμφωνίας περί σύστασης με τα προαναφερόμενα συμβόλαια, δικαιώματος επικαρπίας υπέρ της πρώτης ενάγουσας από τους δεύτερο και τρίτη αυτών και της μεταγραφής της συμφωνίας αυτής στα βιβλία μεταγραφών.
Πέραν τούτου ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως προς την υπό στοιχ. β' αιτίαση, είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι, όπως έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση, το .../1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Τσαντίλα ως εκ περισσού αναφέρεται στην αγωγή, η δε απόκτηση κυριότητας του επίδικου ακινήτου εκ μέρους της πρώτης ενάγουσας έγινε με το, νομίμως μεταγραφέν, .../1968 συμβόλαιο και, συνεπώς, δεν όφειλαν οι ενάγοντες για το ορισμένο της αγωγής, ενόψει της άρνησης από τον εναγόμενο της κυριότητας των αναφερομένων στο συμβόλαιο αυτό ως δικαιοπαρόχων της, να τη συμπληρώσουν με τις προτάσεις τους ως προς τον τρόπο κτήσης κυριότητας του ακινήτου απ' αυτούς.
Επίσης, ως προς την υπό στοιχ. γ' αιτίαση ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, διότι η ένδικη αγωγή, που έχει βάση τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, δεν πάσχει αοριστίας λόγω της αναφοράς των ως άνω δύο τίτλων (.../1964 και .../1968 συμβολαίων) κτήσης κυριότητας του επίδικου ακινήτου εκ μέρους της πρώτης ενάγουσας, ενόψει της διευκρίνησης, ότι το δεύτερο συμβόλαιο αποτελεί επανάληψη του πρώτου (συμβολαίου), δεν απαιτείτο δε για το ορισμένο αυτής (αγωγής) η αναφορά των λόγων που δικαιολογούσαν την επανάληψη του δευτέρου συμβολαίου.
Τέλος, δεν απαιτείτο για το ορισμένο της ένδικης αγωγής, αναφορικά με τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων, η αναφορά του τρόπου κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από την (αναφερομένη ως κυρία) άμεση δικαιοπάροχό τους (πρώτη ενάγουσα), αφού, αυτός (τρόπος κτήσης) σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη δεν είναι, (ενόψει της μη αμφισβήτησης της κυριότητάς της), στοιχείο της αγωγής.
2.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε τα απλά επιχειρήματα των διαδίκων και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσης της αγωγής ή της ένστασης.
Πράγματα, κατά την ως άνω έννοια, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων πραγματικά περιστατικά, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το λόγο της έφεσης ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, επικαλούμενος την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, προσάπτει στο Εφετείο τις εξής αιτιάσεις, α) διότι δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο έφεσής του περί αοριστίας της αγωγής ως προς την πρώτη ενάγουσα λόγω μη αναφοράς της συμφωνίας της με τους δεύτερο και τρίτη των εναγόντων για παρακράτηση εφ' όρου ζωής της επικαρπίας και μεταγραφής του σχετικού συμβολαίου περί της συμφωνίας αυτής, β) διότι, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και, συγκεκριμένα, ότι η δικαιοπάροχος της πρώτης ενάγουσας Ζ.
σύζυγος Ο. Κ. έγινε κυρία του επίδικου ακινήτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα της, ότι αποδέχθηκε την κληρονομία του πατέρα της και μετέγραψε τη σχετική δήλωση αποδοχής, ότι το οριστικό συμβόλαιο καταρτίστηκε σε εκτέλεση προσυμφώνου πώλησης που κατάρτισε ο θανών πατέρας της και ότι το τίμημα της πώλησης ήταν 14.000 δραχμές, γ) διότι, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη, ότι το δικαίωμα της πρώτης ενάγουσας περί επικαρπίας επί του επίδικου ακινήτου έχει καταγραφεί με βεβαίωση περί μεταγραφής στο σχετικό φύλλο του Εθνικού Κτηματολογίου του Κτηματολογικού Γραφείου Κρωπίας (ΚΑΕΚ ...), (χωρίς να προκύπτει ένσταση του εναγομένου κατά της εγγραφής αυτής), ενώ κάτι τέτοιο δεν προτάθηκε με την ένδικη αγωγή, αλλά απαραδέκτως προτάθηκε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου από τους αναιρεσίβλητους, μεταβάλλοντας έτσι τη βάση της αγωγής τους και δ) διότι δέχθηκε, χωρίς να προταθεί, ότι το .../1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.
Τσαντίλα ως εκ περισσού αναφέρεται στην αγωγή και προφανώς συντάχθηκε από πεπλανημένη αντίληψη ως προς την κυριότητα του ακινήτου την οποία οι πωλητές είχαν ήδη μεταβιβάσει στον Τ. Κ., "μεταβάλλοντας με τον τρόπο αυτό τη βάση της αγωγής και δημιουργώντας ανεπιτρέπτως νέα ιστορική βάση". Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι και, ειδικότερα, ο άνω υπό στοιχ.
α' ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν απορρίφθηκαν, ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν όλοι οι λόγοι της έφεσης του αναιρεσείοντος, άρα και ο παραπάνω αναφερόμενος, ενώ οι υπόλοιποι λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά προέκυψαν, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, από τις αποδείξεις και δεν συνιστούν μεταβολή της βάσης της ένδικης αγωγής, η οποία, όπως προεκτέθηκε, στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, και, επομένως, σύμφωνα με τη σκέψη που εκτέθηκε, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης.
3.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων για την απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι δεν έγινε μεταγραφή των ως άνω .../1992 και .../1993 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Αβραμίδη, ως πράξεων συστάσεως επικαρπίας και ειδικότερα τα επικυρωμένα αντίγραφα εκ του βιβλίου μερίδων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη (όλα) τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του προαναφερόμενου αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι πράγματι το Εφετείο έλαβε υπόψη του (και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις) και τα παραπάνω έγγραφα.
4.- Ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και το αντίγραφο του κτηματολογικού φύλλου καταχώρισης των συμβολαίων .../1992 και .../1993 του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Αδαμίδη στο Κτηματολογικό Γραφείο Κρωπίας, παρότι οι αναιρεσίβλητοι, απαραδέκτως, το προσκόμισαν με επίκληση για πρώτη φορά ενώπιόν του και μάλιστα για απόδειξη ισχυρισμού τους που δεν περιείχετο στην αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού επιτρέπεται στην κατ' έφεση δίκη να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων (άρθρο 529 §1 ΚΠολΔ), χωρίς μάλιστα επίκληση λόγου ανωτέρας βίας και αιτιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της λήψης αυτών υπόψη.
5.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη και χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.
Ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά και συγκεκριμένα (δέχθηκε) ότι έγινε μεταγραφή του τίτλου κτήσεως της επικαρπίας στο επίδικο ακίνητο εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης χωρίς απόδειξη.
Όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά και, ειδικότερα, αναφορικά με τη μεταγραφή του ως άνω τίτλου- κτητικού του εμπραγμάτου δικαιώματος της επικαρπίας εκ μέρους της πρώτης ενάγουσας - αναφέρεται ότι αυτή - (μεταγραφή) προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαίωμα της πρώτης ενάγουσας - αναιρεσίβλητης έχει καταγραφεί με βεβαίωση περί μεταγραφής στο σχετικό φύλλο του Εθνικού Κτηματολογίου του Κτηματολογικού Γραφείου Κρωπίας (ΚΑΕΚ ...), στο οποίο η τελευταία έχει καταγραφεί ως επικαρπώτρια του ακινήτου.
Επομένως, ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος.
6.- Ο αναιρεσείων, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι με το να δεχθεί "ότι οι έννομες συνέπειες εκ της καταχωρίσεως των .../1992 και .../1993 συμβολαίων (προτάσεως γονικής παροχής και αποδοχής αυτής αντίστοιχα) του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Αδαμίδη στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κρωπίας ανατρέχουν σε χρόνο προγενέστερο της 10-1-2005, όταν για πρώτη φορά λειτούργησε αυτό και άρχισαν οι εγγραφές στα υπ' αυτού τηρούμενα κτηματολογικά βιβλία, παραβίασε τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 12 του ν. 2664/1998, σύμφωνα με τις οποίες η μεταβίβαση της κυριότητας ή η σύσταση του εμπραγμάτου δικαιώματος επέρχεται από και δια της καταχωρίσεως στα κτηματολογικά βιβλία, γιατί προσέδωσε στην καταχώριση των πιο πάνω συμβολαίων στα εν λόγω βιβλία και στις εξ αυτής έννομες συνέπειες αναδρομική ισχύ, ειδικότερα στο χρόνο άσκησης της αγωγής".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού δεν υπάρχει παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το πρώτον έγινε η καταχώριση των σχετικών τίτλων στο εν λόγω Κτηματολογικό γραφείο, αλλά με αυτήν έγινε δεκτό, ότι τα ως άνω συμβόλαια μεταγράφηκαν και ως συμβόλαια γονικής παροχής και ως τέτοια σύστασης επικαρπίας υπέρ της πρώτης ενάγουσας - αναιρεσίβλητης στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας (τόμος ...
α.α 280, 284), την κρίση του δε αυτή το δικαστήριο της ουσίας τη στήριξε στο γεγονός ότι το δικαίωμα της πρώτης ενάγουσας - αναιρεσίβλητης ως επικαρπώτριας έχει καταγραφεί, με βεβαίωση περί μεταγραφής του σχετικού τίτλου, στο σχετικό φύλλο του Εθνικού Κτηματολογίου του Κτηματολογικού Γραφείου Κρωπίας (ΚΑΕΚ ...).
7.- Ο αναιρεσείων, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χρόνου μεταγραφής του συστατικού της επικαρπίας της πρώτης ενάγουσας - αναιρεσίβλητης τίτλου, αφού δεν προκύπτει αν η μεταγραφή αυτού είχε λάβει χώρα μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (και προαναφέρθηκε) υπάρχει σαφής παραδοχή της, ότι τα προαναφερόμενα .../1992 και .../1993 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Αδαμίδη μεταγράφηκαν, (όπως και στην αγωγή αναφέρεται), στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας (στον τόμο ... και αριθ. 280 και 284, αντιστοίχως) και ως συμβόλαια μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας του επίδικου ακινήτου, λόγω γονικής παροχής, προς το δεύτερο και τρίτη των εναγόντων και ως συμβόλαια σύστασης επικαρπίας υπέρ της πρώτης ενάγουσας (από τα αποκτώντα την κυριότητα τέκνα της), η μεταγραφή δε αυτή (στα εν λόγω βιβλία μεταγραφών), όπως από την εκτίμηση του όλου περιεχομένου της (προσβαλλόμενης απόφασης) προκύπτει, ανάγεται σε χρόνο πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής (1999).
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
8.- Κατά το άρθρο 261 εδ. β' ΚΠολΔ "εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστήριο να κρίνει, σε συνδυασμό με τη γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.
Επομένως, αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων.
Με τον όγδοο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων για εικονικότητα των συμβάσεων, που καταρτίστηκαν με τα προαναφερόμενα .../1961 προσύμφωνο συμβόλαιο και .../1968 οριστικό συμβόλαιο ως προς το πρόσωπο του αγοραστή, η οποία, κατ' αυτόν, συνήγετο, κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ, από τη μη αμφισβήτηση εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων των θεμελιωτικών περιστατικών του σχετικού περί εικονικότητας ισχυρισμού του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προεκτέθηκε, η ευχέρεια του δικαστηρίου να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων διατείνεται, χωρίς διατύπωση επικουρικότητας, ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στην ως άνω (έμμεση) ομολογία την οριζόμενη από το νόμο αποδεικτική δύναμη.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι αντιφάσκει προς τον αμέσως προηγούμενο, αφού η επικαλούμενη αιτίαση προϋποθέτει ότι έχει ληφθεί υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-9-2008 αίτηση του Ιωάννη Σώφρονα για αναίρεση της 8657/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ