1192/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1192/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα να επιληφθεί της έφεσης και επομένως ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1192 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1192/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ χήρας Φ, το γένος Ξ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μαντζουράνη.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ συζ. Σ, το γένος Ξ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, που ανακάλεσε την από 16-2-2010 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2004 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο Ειρηνοδικείο Ναυπάκτου λόγω αρμοδιότητας, 72/2005 του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου και 38/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 5-2-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 3 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει, ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο......αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, προκύπτει, ότι ο αμέσως πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο, όταν η παραβίαση αφορά την αρμοδιότητα του ίδιου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι όταν το ως Εφετείο δικάζον Πολυμελές Πρωτοδικείο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ., στην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν ή δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο (Ολ.
ΑΠ 5/2003, Ολ. ΑΠ 3/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό επί έφεσης αυτής, κατά της 72/2005 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου, την αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι εσφαλμένα απέρριψε την ένστασή της για καθ' ύλην αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δέχτηκε ότι το τελευταίο, δηλαδή το Ειρηνοδικείο, ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, αφού αναρμόδιο καθ' ύλην, λόγω της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, ήταν το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου.
Όμως η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα να επιληφθεί της έφεσης και επομένως ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες ή μία απ' αυτές, η προσβολή όμως μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.
ΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του ... συμβολαίου παροχής γονέα προς τέκνο του Συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Χαράλαμπου Δημόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η Τ χήρα Ξ, μητέρα των διαδίκων μεταβίβασε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα μία παλιά ισόγεια οικία με το οικόπεδο και την περιοχή της συνολικής έκτασης 123 τ.μ.
περίπου που βρίσκεται στη θέση "..." εντός του φρουρίου και του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης Ναυπάκτου και συνορεύει ανατολικά με υπάρχοντα δρόμο πλάτους 1,70 μ. στην υπάρχουσα σκάλα και 1,40 μ. στην υπάρχουσα στέρνα, πέρα δε από το δρόμο αυτό με άλλο οικόπεδο της διαθέτιδος, δυτικά με υπάρχοντα δημοτικό δρόμο, βόρεια με ιδιοκτησία Ω και νότια με ιδιοκτησία Ζ.
Με τον ίδιο τίτλο κτήσεως μεταβίβασε στην ενάγουσα η παραπάνω και ένα οικόπεδο έκτασης 76 τ.μ. που συνορεύει ανατολικά με υπάρχοντα δρόμο και κατά ένα μέρος με ιδιοκτησία εναγομένης, δυτικά με υπάρχοντα δρόμο πλάτους στη σκάλα 1,70 μ. και στην υπάρχουσα στέρνα 1,40 μ, πέρα δε από το δρόμο αυτό με την πιο πάνω οικία της διαθέτιδος, βόρεια με υπάρχοντα δρόμο και νότια κατά ένα μέρος με ιδιοκτησία Ζ και κατά ένα μέρος με ιδιοκτησία εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης από την οποία διαχωρίζεται με μανδρότοιχο.
Τα παραπάνω ακίνητα είχαν περιέλθει από τον ..., πατέρα της διαθέτιδος στον σύζυγο της Ξ με το ... προικοσύμφωνο του τότε συμβολαιογράφου Ναυπάκτου Κυρίτση Τρικκαίου που μεταγράφηκε νόμιμα ο οποίος τα απέκτησε με το ... προικοσύμφωνο του ίδιου συμβολαιογράφου. Δυνάμει δε του ...πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ανδρέα Αθανασίου, που μεταγράφηκε επίσης νόμιμα, ο παραπάνω πατέρας των διαδίκων Ξ μεταβίβασε στον Σ σύζυγο της εναγομένης τμήμα του προαναφερομένου ακινήτου επιφανείας 150τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Ω, δυτικά με δρόμο δημοτικό, αρκτικώς με υπόλοιπη ιδιοκτησία του πωλητή και μεσημβρινώς με δρόμο.
Στο εν λόγω συμβόλαιο δε ο πωλητής παραχωρούσε το δικαίωμα στον αγοραστή και γαμβρό του "να διέρχεται δια της υπολοίπου ιδιοκτησίας του προς μεταβίβαση του εις την εκεί δημοτικήν κρήνην". Ακολούθως με το ... συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή αστικού ακινήτου της συμβολαιογράφου Ευπαλίου Δωρίδος Γεωργίας Παπαγεωργίου- Κωνσταντινίδου που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Σ δώρισε το πιο πάνω οικόπεδο με την ισόγεια οικία που υπάρχει σ' αυτό εμβαδού 90 τ.μ.
στην σύζυγό του και εναγομένη στην προκειμένη δίκη. Το ακίνητο αυτό δε κατά τον τίτλο κτήσεως του κείται επί της οδού ... της πόλης και Δήμου ... και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Ω, δυτικά με δημοτική οδό, βόρεια με ιδιοκτησία Ξ και νότια με δρόμο. Σημειώνεται εδώ ότι με την ... Δημόσια Διαθήκη της η μητέρα των διαδίκων Τ, η οποία δημοσιεύθηκε με τα 221/1999 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου επιβεβαιώνει τις παραπάνω παροχές στις θυγατέρες της, ενάγουσα, εναγομένη και την Ζ, αναφέροντας συγκεκριμένα για την ενάγουσα την παραχώρηση μιας παλιάς ισόγειας οικίας και ενός συνεχόμενου τμήματος οικοπέδου στα οποία και την περιορίζει.
Τα ακίνητα δε που παραχώρησε η παραπάνω στην ενάγουσα θυγατέρα της απεικονίζονται στο από 21-9-1990 Τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ... το οποίο φέρει την υπογραφή της ίδιας της ενάγουσας, όπου απεικονίζεται ο επίδικος δρόμος εκτός της ιδιοκτησίας της, βάσει του τίτλου κτήσεως της και ο οποίος δρόμος ουδόλως εμφαίνεται στο από Μάϊο 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ...
που απεικονίζει ένα ενιαίο ακίνητο, μη ανταποκρινόμενο στα ακίνητα του τίτλου κτήσεως της ενάγουσας. Ειδικότερα ο επίδικος αυτός δρόμος, ο οποίος διέρχεται ανατολικά και βόρεια του οικοπέδου της ενάγουσας έχοντας πλάτος 1,80 μ. στην ανατολική του πλευρά και 1,50 έως 2,10 μ. στη βόρεια πλευρά του και μήκος 15 μ.
περίπου, κατά το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, είναι προσπελάσιμος, οριοθετημένος με πέτρινο άχτιστο τοιχίο κατά μήκος του (βλ. προσκομιζόμενες φωτογραφίες). Ο δρόμος αυτός κατά τον μάρτυρα ανταπόδειξης "περιγράφεται σε συμβόλαια του 1908, 1925" και "Η Αντιόχου που αναγνωρίστηκε πριν από δύο χρόνια, έχει την ίδια μορφή και τον ίδιο χαρακτήρα με τον επίδικο δρόμο", η οποία οδός σημείο βρίσκεται δυτικά των ιδιοκτησιών Ζ και ενάγουσας επί του 95 και εγκρίθηκε ως προϋπάρχων δρόμος του 1923 με την 2299 από του Νομάρχη Αιτ/νίας που δημοσιεύθηκε στο 590/19-7-2001 ΦΕΚ..
και η μάρτυρας απόδειξης καταθέτοντας μεταξύ άλλων επιβεβαιώνει εμμέσως πλην σαφώς τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του επιδίκου δρόμου. Όπως αποδείχθηκε ο δρόμος αυτός προϋπήρχε του έτους 1923, έχει καταστεί κοινόχρηστος και αποτελεί ήδη παραδοσιακό δρομίσκο της περιοχής του ... που οδηγεί στη δημοτική κρήνη, μαζί με τους υπόλοιπους δρόμους της θέσης ..., που χαρακτηρίστηκε ως τόπος ιστορικός και τοπίο" ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους με την ...
Υ.Α. που δημοσιεύθηκε στο 1486/1973 ΦΕΚ. Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι πρόκειται για δικαίωμα δουλείας διόδου το οποίο παραχώρησε ο πατέρας των διαδίκων στο σύζυγο της εναγομένης με το ... συμβόλαιο καθόσον σ' αυτό απλώς παρέχεται η δυνατότητα να διέρχεται από την υπόλοιπη ιδιοκτησία του χωρίς να προσδιορίζεται συγκεκριμένη εδαφική λωρίδα διέλευσης, ο δε επίδικος δρόμος ταυτίζεται με τον μνημονευόμενο στα προαναφερόμενα συμβόλαια ως όριο, που προϋπήρχε από το 1908 και έχει καταστεί κοινόχρηστος κατά τα άρθρα 1,2,20 παρ. 1, 3 του ΝΔ/τος της ..."περί σχεδίου πόλεων και κωμών", σύμφωνα με τα οποία προϋπόθεση της ιδιότητας του μη περιλαμβανομένου στο αρχικό σχέδιο πόλεως δρόμου, ως κοινόχρηστου είναι η διαμόρφωση αυτού ως κοινής χρήσεως πριν από την ισχύ του Νομοθετικού αυτού Διατάγματος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε να αναγνωριστεί ότι έχει αποσβεστεί το δικαίωμα δουλείας διόδου της ήδη αναιρεσίβλητης εναγομένης επί της περιγραφόμενης σ' αυτή εδαφικής λωρίδας, εμβαδού 12 τ.μ., του αναφερόμενου ακινήτου της, απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεσή της κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου, που είχε απορρίψει την αγωγή με την ίδια ακριβώς αιτιολογία.
Είναι φανερό ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, όπως και το Ειρηνοδικείο, ότι δεν αποδείχθηκε παντάπασι απόκτηση δικαιώματος δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου της εναγομένης, με συνέπεια να μην υπάρχει πεδίο εφαρμογής των περί απόσβεσης και αχρησίας αυτού σχετικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα. Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί, κατ' ορθή εκτίμησή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι ο επίδικος δρόμος, μη περιλαμβανόμενος στο αρχικό σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστος, απέκτησε το χαρακτήρα του κοινοχρήστου πριν από την ισχύ του ν.
δ/τος της 17-7/16-8-1923 "περί σχεδίων πόλεων και κωμών κλπ", χωρίς να δεχθεί με ποιο τρόπο απέκτησε τον εν λόγω χαρακτήρα, δηλαδή, είτε από το νόμο, με το χαρακτηρισμό του ως δρόμου με πράξη της αρμόδιας διοικητικής αρχής, περιλαμβανόμενος στο ισχύον ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, είτε με τη βούληση του ιδιοκτήτη, που πρέπει να εκδηλωθεί με αιτιώδη συμβολαιογραφική σύμβαση ή διαθήκη ή μονομερή παραίτηση από την κυριότητα, περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και της μεταγραφής του, είτε με την από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα του προϊσχύσαντος του ΑΚ Β.Ρ.Δ., παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 20 §§ 1 και 3 του ν.
δ/τος της 17-7/16-8-1923, καθώς και εκείνες των άρθρων 369, 966, 967, 968,972, 1033, και 1192 εδάφ. 1 του ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού η μη πληττόμενη επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τη μη απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί ύπαρξης της επίμαχης δουλείας διόδου στο δουλεύον ακίνητό της και υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου της αντιδίκου της στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια των άρθρων 559 παρ.1 εδάφ. β' και 560 παρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. (Ολ.
ΑΠ 2/2008, 8, 10, 11/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδάφιο β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να μη δεχθεί τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί της ύπαρξης δουλείας διόδου στο δουλεύον ακίνητό της υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου της αντιδίκου της, αλλά, αντίθετα, να δεχθεί, ότι ο επίδικος δρόμος είναι κοινόχρηστος, εφαρμόζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 20 §§ 1 και 3 του ν.
δ/τος της 17-7/16-8-1923 "περί σχεδίου πόλεων και κωμών", δεν έλαβε υπόψη το υποστηριζόμενο από την ίδια γεγονός, ότι: "Κάτωθι του επιδίκου δρόμου της ιδιοκτησίας της υφίσταται ο βόθρος των λυμμάτων της οικίας της του δουλεύοντας ακινήτου της στον οποίον βόθρον συνδέονται και τα λύματα της οικίας της αδελφής της Ζ, όπως επίσης διέρχονται οι κάτωθι του επιδίκου δρόμου υφιστάμενες σωληνώσεις αρδεύσεως από την υπάρχουσα στέρνα εντός της ιδιοκτησίας της επί του συγκεκριμένου δρόμου προς άρδευση των υπαρχόντων στην ιδική της και τις ιδιοκτησίες των ομόρων ακινήτων της τε αναιρεσιβλήτου και ετέρας αδελφής της Ζ υπαρχόντων δένδρων (κλαρικών), λαμβανομένου υπ'όψιν ότι το όλον οικόπεδον κατετμήθη εις τρία μικρότερα που έλαβον ανά εν εκάστη εκ των τριών αδελφών με το δικαίωμα της χρήσεως του επιδίκου δρόμου, ώστε πλέον και κατ' αυτά ακόμα τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν είναι δυνατόν, σύμφωνα και με τους κανόνες της λογικής, ο οιοσδήποτε ιδιοκτήτης που έχει τον βόθρον της οικίας του, την στέρνα και τις σωληνώσεις στον επίδικο δρόμο και κάτωθι αυτού, από δεκαετίες όπως εν προκειμένω ο απώτατος πατήρ δικαιοπάροχός τους παράλληλα να παραιτηθεί της κυριότητας η πολύ περισσότερον να εγκαταλείψει το ακίνητον ώστε να καταστεί τούτο κοινόχρηστον...", γεγονός που αποδεικνύει, ότι ποτέ ο οποιοσδήποτε ιδιοκτήτης, όπως και απώτατος, δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας θα έθετε, κατά τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε κοινή χρήση εδαφική λωρίδα που κάτω απ' αυτή υπήρχε ο βόθρος της οικίας, η στέρνα και οι σωληνώσεις άρδευσης και, έτσι, παραβίασε τα αμέσως πιο πάνω διδάγματα.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή των συγκεκριμένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2007 αίτηση της Χ χας Φ για αναίρεση της 38/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που δίκασε ως Εφετείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ