Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence admission and failure to consider defense arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's acquittal of the defendants. The appellant argued that the trial court failed to consider specific defense arguments and relied on unproven assumptions regarding the identity of the attackers. The court ruled that the lower court correctly applied the law by basing its decision on the evidence presented at trial and rejecting contradictory witness testimonies without violating legal requirements.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 10 of the Code of Civil and Criminal Procedure; Art. 559 para. 8 of the Code of Civil and Criminal Procedure: An appeal based on the failure to admit unproven facts or the failure to consider defense arguments is inadmissible if the court relied on the evidence presented at the hearing and provided clear reasoning for its findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1192 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1192/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Καρπάτση.
Των αναιρεσιβλήτων:1.... και 2.Ψ1, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Τουλουπάκη - Τάντση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Ιουλίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 214/2001 μη οριστική,131/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1223/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του .
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 13 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη. Η πρακτική σημασία του λόγου αυτού αναιρέσεως μειώθηκε, μετά τον περιορισμό της προδικαστικής αποφάσεως με τους Ν. 2207/1994, 2479/1997 και 2915/2001, αφού για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο να ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση (Ολομ. ΑΠ 12/1991). Κατ' ακολουθίαν, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν εφαρμόσθηκε η διαδικασία του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ, κατά την παρ. 7 του οποίου η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο, όπως στην προκείμενη περίπτωση.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ πρώτος, κατά το οικείο μέρος του, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.
ΑΠ 9/1997). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος ότι οι εναγόμενοι από κοινού και από πρόθεση προκάλεσαν σε αυτόν τις αναφερόμενες στην αγωγή σωματικές βλάβες αλλά απέρριψε αυτόν ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, ώστε δεν ιδρύεται ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το οικείο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ), αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.
ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Eφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι τον Ιούλιο του 1996, ο ενάγων ήταν οδηγός φορτηγού - σιλό στο θεριζοαλωνιστικό συγκρότημα των εναγομένων, που είχε μεταβεί στην περιοχή ....
του Νομού Έβρου, προκειμένου να εκτελέσει θεριζοαλωνιστικές εργασίες σε αγρούς της περιοχής. Τα μηχανήματα λειτουργούσαν ο ενάγων, οι εναγόμενοι και ο Ν1 Όλοι αυτοί κατασκήνωσαν σε υπαίθριους χώρους και εκοιμώντο μέσα στα φορτηγά αυτοκίνητα. Στο ίδιο μέρος είχαν κατασκηνώσει και άλλοι θεριζοαλωνιστές, οι οποίοι, κατά τις βραδινές ώρες, συνήθιζαν να μεταβαίνουν σε παραπλήσια κέντρα διασκεδάσεως, για αναψυχή.
Το βράδυ της 17-6-1996, ο ενάγων, μαζί με τους Ν1, Ψ1(δεύτερο εναγόμενο), Ν2 και Ν3, οι οποίοι εργαζόταν σε όμοια μηχανήματα, ιδιοκτησίας του Μ3, μετέβησαν σε παρακείμενη καφετέρια, για να διασκεδάσουν. Περί την 11.30 ώρα ο δεύτερος εναγόμενος και ο Ν2 έφυγαν από το ως άνω κέντρο, ενώ οι υπόλοιποι συνέχισαν την διασκέδασή τους.
Αργότερα, ο ενάγων επέστρεψε μαζί με τον Ν3 και ο καθένας πήγε για ύπνο στο δικό του φορτηγό. Το πρωί της επόμενης ημέρας ένας από τους ευρισκόμενους στην περιοχή θεριζοαλωνιστές, o Μ4, ο οποίος είχε σταθμεύσει το φορτηγό του δίπλα σε εκείνο του ενάγοντος, βρήκε αυτόν, την τελευταία στιγμή, τοποθετημένο στην πίσω ρόδα του γεωργικού του μηχανήματος σε κατάσταση μερικής αναισθησίας.
Στη συνέχεια, οι παρευρισκόμενοι συνάδελφοί του προσπάθησαν να τον συνεφέρουν, και πιστεύοντας ότι μετά από λίγο αυτός θα συνέλθει, έφυγαν για τις εργασίες τους. Το αυτό έπραξαν και οι εναγόμενοι, οι οποίοι πήραν τα γεωργικά τους μηχανήματα και έφυγαν. Την επoμένη ημέρα η κατάσταση του ενάγοντος χειροτέρευσε, γεγονός που ανάγκασε τους συναδέλφους του να καλέσουν ΤΑΧΙ για να τον μεταφέρει στο Νοσοκομείο του .....
Εκεί ο ενάγων παρέμεινε για δυο ημέρες, από ... έως ... και στη συνέχεια διακομίσθηκε διαδοχικά στα Νοσοκομεία ... και ..., χωρίς να εισαχθεί σε αυτά και αυθημερόν κατέληξε στο ... Νοσοκομείο ..., όπου νοσηλεύθηκε μέχρι την 26-7-1996. Από τον νευροακτινολογικό έλεγχο που διενεργήθηκε στο νοσοκομείο διαπιστώθηκε ρωγμώδες κάταγμα μετωπιαία και θλάση εγκεφαλικής ουσίας, ενώ παράλληλα ήταν συγχυτικός και διεγερτικός και δεν ήταν προσανατολισμένος σε τόπο και χρόνο.
Ο ασθενής αντιμετωπίσθηκε συντηρητικά και εξήλθε σε βελτιωμένη κατάσταση και με σύσταση για παρακολούθηση. Παρά όμως την σχετική καλή κλινική του εικόνα, ο ενάγων εξαιτίας της παραπάνω κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, υπέστη ψυχωσική συνδρομή και νοσηλεύθηκε στην ψυχιατρική κλινική του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου ...από 6-10-1998 έως 8-11-1998, από 30-11-1998 έως 18-12-1998 και από 21-2-2000 έως 2-3-2000.
Με την υπ' αριθ.... απόφαση του της Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ του αναγνωρίσθηκε ποσοστό αναπηρίας 80%. Από τα παραπάνω περιστατικά, σε συνάρτηση και με την ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ..., ο οποίος αφού εξέτασε τον ενάγοντα απέδωσε τον τραυματισμό του σε χρήση θλώντος οργάνου, συνάγεται ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος τραυματισμός του οφείλεται σε ξυλοδαρμό που εδέχθη αυτός όταν κοιμάται μέσα στο φορτηγό του.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει μετά βεβαιότητας ότι δράστες του επεισοδίου αυτού, δηλαδή των σωματικών βλαβών του ενάγοντα ήταν οι εναγόμενοι και ότι πράγματι αυτοί στη συνέχεια τον έσυραν έξω και τον τοποθέτησαν στις ρόδες του γεωργικού μηχανήματος. Και ναι μεν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στηρίχθηκε στις μαρτυρικές καταθέσεις της αδελφής του ενάγοντος Μ1 και του συγχωριανού του Μ2, καθώς και στις καταθέσεις ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων του ίδιου του ενάγοντος, που, όπως κατέθεσαν οι ανωτέρω μάρτυρες, τους είπε ο Μ3 ότι τον ενάγοντα τον κτύπησαν οι εναγομένοι".
Πλην όμως ο προαναφερόμενος μάρτυς Μ3 ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, ήτοι τόσο ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, στις 9-3-2000, σαφώς και κατηγορηματικά καταθέτει "...δεν είπα τίποτε στην αδελφή του ενάγοντος Μ1... Δεν είπα τίποτε στον Μ2 ούτε στην Μ1. Είναι ψέματα ότι τους είπα κάτι..." όσο και ενώπιον του Τριμελούς εφετείου Θεσσαλονίκης, στις 15-11-2001, επαναλαμβάνει "Εγώ δεν είδα τίποτε αλλά ούτε και άκουσα κάτι.
Εγώ δεν τον ρώτησα τι έπαθε αλλά ούτε κι αυτός, μου είπε τίποτε. Δεν είπα σε κανένα ότι τον χτύπησαν οι κατηγορούμενοι". Μάλιστα στην κατάθεσή του αυτή επιμένει ενώπιον και των δύο ποινικών Δικαστηρίων, όταν εξετάσθηκε κατ' αντιπαράσταση με την αδελφή του ενάγοντος Μ1 και τον Μ2, τους οποίους διαψεύδει στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, στις 9-3-2000, καταθέτοντας ότι "...Δεν είναι αλήθεια αυτά που λέει η Μ1.
Τα αρνούμαι. Εγώ με τον Μ2 δεν μιλάω τρία χρόνια, λέει ψέματα ο Μ2", όσο και στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, στις 15-11-2001, καταθέτει "εγώ δεν είδα τίποτα, αλλά και ούτε άκουσα τίποτε. Δεν είπα σε κανένα ότι τον κτύπησαν οι κατηγορούμενοι". Επίσης και ο ίδιος ο ενάγων, αφενός μεν ουδέποτε κατέθεσε κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και κατηγορηματικό ότι τον κτύπησαν οι εναγόμενοι, αφ' ετέρου δε επικαλείται μαρτυρίες τρίτων ατόμων (Μ3 και Μ4) που υποτίθεται ότι ενώπιόν τους τον κτύπησαν οι εναγόμενοι, οι οποίοι όμως ευθέως αρνούνται τον ισχυρισμό του αυτό, ενώ οι καταθέσεις του ίδιου (του ενάγοντος) είναι αντιφατικές και αόριστες και δεν οδηγούν με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι τον τραυματισμό του τον προκάλεσαν οι εναγόμενοι.
Συγκεκριμένα αυτός (ενάγων) ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, στις 4-2-1999, κατέθεσε "..δεν πρόλαβα να δω ποιος με κτύπησε. Δεν είδα ποιοι με κτύπησαν". Επίσης ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, στις 9-3-2000, κατέθεσε "...με έδειραν. Δεν ξέρω γιατί με κτύπησαν. Δεν ξέρω με τι με κτύπησαν ...Δεν είδα αυτόν που με κτύπησε".
Και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στις 15-11-2001, κατέθεσε "...με κτύπησαν οι κατηγορούμενοι στο κεφάλι και οι δύο.... Με κτύπησαν και οι δύο με βέργες. Άρχισε ο πατέρας και μετά ακολούθησε ο γιος...". Δεν θυμάμαι αν με κτύπησαν αυτοί...". Επίσης και προανακριτικά στην κατάθεση που έδωσε ενώπιον των αστυνομικών οργάνων του ΑΤ ..., στις 14-1-1997, κατέθεσε "..κάποιος ιδιώτης από το ...
ονόματι ...(εννοώντας τον Μ4) ηλικίας 47 ετών...όπως ο ίδιος μου είπε... τη στιγμή που οι εναγόμενοι τον κτυπούσαν ότι αυτός απώθησε τον Ψ1.", που όμως η κατάθεσή του αυτή αναιρείται από την ίδια την κατάθεση του Μ4 στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, στις 9-3-2000, ο οποίος καταθέτει: "Δεν είδα τίποτε, ούτε άκουσα, δεν πήρα αμαρτία...Δεν είπα στον Χ1 ότι την στιγμή που τον κτύπησαν ότι εγώ τον γλίτωσα" και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στις 15-11-2001, που επιβεβαιώνει ο ίδιος ως άνω μάρτυρας "Δεν γνωρίζω ποιος μπορεί να τον κτύπησε".
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι και οι μοναδικοί μάρτυρες, από τους οποίους ο ενάγων ισχυρίζεται ότι έχει τις πληροφορίες του και την μαρτυρία των οποίων επικαλείται, αποδείχθηκε ότι δεν γνωρίζουν τίποτε για τους δράστες ή τον δράστη του τραυματισμού του, καθώς και για τις συνθήκες του τραυματισμού του.
Μάλιστα το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθ. 3544/15-11-2001 απόφαση του, αθώωσε τους εναγομένους. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών κατέληξε στην κρίση ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος προκλήθηκε από άτομο ή άτομα, των οποίων η πραγματική ταυτότητα δεν προέκυψε από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και επομένως δεν είναι βέβαιο ότι οι εναγόμενοι είναι οι δράστες του τραυματισμού του ενάγοντος.
Ο ενάγων, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, στηριζόμενος σε υποθέσεις και εικασίες, αποδίδει την εις βάρος του εγκληματική πράξη στους εναγομένους, τους οποίους όμωςδεν αντιλήφθηκε. Επίσης οι μάρτυρες Μ1 και Μ2, τους οποίους αυτός πρότεινε ως μάρτυρες, επικαλούνται σχετική ανακοίνωση στο καφενείο του χωριού του μάρτυρα Μ3, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, αμφισβητεί την αλήθεια των ισχυρισμών τους, ισχυριζόμενος ότι δεν γνωρίζει τους δράστες της εις βάρος του ενάγοντος εγκληματικής ενέργειας.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς τον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό της από κοινού και από πρόθεση τέλεσης της σωματικής βλάβης του ενάγοντος από δράστες, των οποίων δεν εξακριβώθηκε η ταυτότητα και ειδικώτερα ότι πρόκειται για τους εναγομένους.
Παρέθεσε δε τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του ως προς το ζήτημα αυτό. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, δεύτερος, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων ( άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-2-2008 αίτησή του Χ1, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 1223/2006 αποφάσεως του Εφετείου θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2009 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαϊου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ