Legislator Case Law & Legislation
1192/2006 AI generated

1192/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1192/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Ελένη Παναγιωτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1192/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι.- Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 του ΚΠΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, στην κυριαρχική όμως κρίση του δικαστηρίου εναπόκειται να διατάξει αυτές, εφόσον κρίνει ότι είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 ΚΠΔ δικανική του πεποίθηση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1192 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1192/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Ελένη Παναγιωτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπαλέρμπα, περί αναιρέσεως της 307/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Ρούσσου – Βουτσαδάκη.

Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα – κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουνίου 2005 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1339/2005.

Αφού άκουσεΤους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 του ΚΠΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, στην κυριαρχική όμως κρίση του δικαστηρίου εναπόκειται να διατάξει αυτές, εφόσον κρίνει ότι είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 ΚΠΔ δικανική του πεποίθηση.

Τούτο, άλλωστε, μπορεί να πράξει και αυτεπαγγέλτως, χωρίς να είναι υποχρεωμένο, όταν αυτές είναι επαρκείς, να απαντήσει ειδικώς στην, περί επάρκειας αυτών, απόφασή του, την οποία πάντως λαμβάνει και εκ του πράγματος αποφασίζοντας επί της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο συνήγορος υπεράσπισης της κατηγορουμένης, υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης γιατί απουσίαζε ο μηνυτής.

Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφασίσει επί του εν λόγω αιτήματος και προχώρησε στην έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Μετά την περάτωσή της, η Πρόεδρος του Δικαστηρίου ρώτησε τους παράγοντες της δίκης, μεταξύ των οποίων και το συνήγορο της κατηγορουμένης ήδη αναιρεσείουσας, αν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση, και αυτοί απάντησαν αρνητικά.

Στη συνέχεια, ο μεν εισαγγελέας ζήτησε την ενοχή της κατηγορουμένης και την απόρριψη του αιτήματος της αναβολής, ο δε συνήγορος της κατηγορουμένης, αφού έλαβε το λόγο, ανέπτυξε την υπεράσπισή της, και ζήτησε την απαλλαγή της, χωρίς να επανέλθει επί του παραπάνω αιτήματος. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο που δίκασε, αφού απέρριψε το άνω αίτημα αναβολής, προχώρησε στην περί ενοχής της αναιρεσείουσας απόφαση του, κρίνοντας προδήλως, ότι δεν υπάρχει ανάγκη για κρείσσονες αποδείξεις, και δη να αναβληθεί η δίκη προκειμένου να εξετασθεί ο μηνυτής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας το ανωτέρω αίτημα της κατηγορουμένης, χωρίς να αιτιολογήσει ειδικώς και το ότι οι υπάρχουσες αποδείξεις, ήταν επαρκείς για τη λήψη της, περί της ενοχής αυτής, απόφασής του, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες της έλλειψης ακρόασης, και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Β', Δ. και 170 παρ.2 ΚΠΔ), όπως εκτιμώνται οι σχετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος συνακόλουθα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙ.- Για την ύπαρξη της από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ΄ λόγο αναίρεσης, απαιτείται όσον αφορά την έκθεση των αποδείξεων η γενική κατ' είδος αναφορά τους, χωρίς να απαιτείται και ιδιαίτερη μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα και του τι προέκυψε από καθένα από αυτά. Αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για ψευδή καταμήνυση, και επιβλήθηκε σ' αυτήν φυλάκιση οκτώ μηνών, την οποία το Δικαστήριο ανέστειλε επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι το Εφετείο κατέληξε στην καταδικαστική για την κατηγορουμένη κρίση του αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, και συγκεκριμένα τις καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, και την απολογία της κατηγορουμένης.

Συνεπώς, σύμφωνα με τα παραπάνω η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ως προς την έκθεση των αποδείξεων ειδικώς και πλήρως αιτιολογημένη, και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αίτησης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλει ότι η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι «εξ ουδενός στοιχείου ταύτης προκύπτει επί τη βάσει ποίων αποδείξεων κατέληξεν εις καταδικαστικήν κρίσιν. Το εν και μοναδικόν στοιχείων είναι η ένορκος κατάθεσις του κυρίως αντιδίκου μου, του πρώην εργοδότη μου....», είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙΙ.- Η μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Έτσι οι λόγοι αναίρεσης [2ος κατά το υπόλοιπο μέρος και 3ος εξ ολοκλήρου], με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι «…από την κατάθεση του ... δεν συνάγεται νόημα, επιπλέον δε η εν λόγω κατάθεσις αντικρούεται εκ της μετά σαφηνείας γενομένης καταθέσεως του ιδικού μάρτυρος», «η προσβαλλομένη παρεμόρφωσε το περιεχόμενον εγγράφου και δη της από 14.7.98 εξωδίκου δηλώσεως του εργοδότη μου….εκ της οποίας αποδεικνύεται το αληθές της παρανόμου κατακρατήσεως αφού αναγράφεται σ' αυτή ……, και έρχεται η προσβαλλομένη εις πλήρη και ευθεία αντίθεσιν μετά του εγγράφου του εργοδότου μου εκ του οποίου αποδεικνύεται το αληθές τουλάχιστον του πρώτου μέρους της μηνύσεώς μου και με καταδικάζει δια ψευδή καταμηνύσιν δια την αυτήν ακριβώς την αναγραφήν μου, δια το ότι αναφέρω ότι με εκλείδωναν εις το κατάστημα», είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, διότι πλήσσουν, υπό την επίκληση του εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ αναιρετικού λόγου, για εσφαλμένη και αντίθετη προς το περιεχόμενο των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφων) κρίση του Εφετείου σε σχέση με την ουσία της υπόθεσης.

IV.- Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναιρετική αίτηση στο σύνολό της και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.6.2005 αίτηση της ... για αναίρεση της 307/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Μαϊου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ